θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, May 03, 2019

Ο Αιακίδης Πύρρος.


 

 
Ο Αιακίδης Πύρρος.
(οὐκ εὖ πρὸς ἡσυχίαν πεφυκώς.) (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  04.05.2019)http://ermionh.blogspot.com/2018/04/blog-post_5.html

Ο Πύρρος τον Αλέξανδρο στο όνειρό του είδε
κι εκείνος αν και άρρωστος θα τον βοηθήσει είπε.
-Πως είναι τούτο δυνατό μια κι είσαι στο κρεββάτι;
-Είναι απλό, για άκουσε: «Μόνο με τ’ όνομά μου».
 
Οι Ταραντίνοι ζήτησαν μάχη γι αυτούς να δώσει
κι ο Πύρρος εξεστράτευσε σαν ταύρος μανιασμένος,
κι όταν τους εσυνέτριψε στο Άσκλο τους Ρωμαίους,
στο ιερό ανέθηκε της Αθηνάς ασπίδες.
 
Ο Αντίγονος τον θαύμαζε ως κυβευτή μεγάλο (2)
κι αυτός ως άλλος «Αετός» σε μάχη υπερβάλλει. (3)
Με λύσσα το εσήκωσε το άξιο σπαθί του,
τον θηριώδη βάρβαρο με μιας τον εδιχάζει.
(4)
 
Κι όλοι κοιτούσαν έκπληκτοι με τρόμο στην καρδιά τους,
κρανίο, σπλάχνα και πλευρά στη μέση να χωρίζει.

(1) Γιατί δεν ήταν στην φύση του να μένει ήσυχος.
Πλουτάρχου, Πύρρος 12. 8. 6.
 
(2) «ὅθεν ἀπείκαζεν αὐτὸν ὁ Ἀντίγονος κυβευτῇ πολλὰ βάλλοντι καὶ καλά, χρῆσθαι δ' οὐκ ἐπισταμένῳ τοῖς πεσοῦσι.» (Γι' αυτό και ο Αντίγονος τον παρομοίαζε με παίκτη κύβων που ρίχνει πολλές και καλές ζαριές, αλλά δεν τις αξιοποιεί σωστά.)
 
(3) «καὶ  Ἀετὸς ὑπὸ τῶν Ἠπειρωτῶν προσαγορευόμενος, “δι' ὑμᾶς” ἔλεγεν “ἀετός εἰμι· πῶς γὰρ οὐ μέλλω, τοῖς ὑμετέροις ὅπλοις ὥσπερ ὠκυπτέροις ἐπαιρόμενος;”» (Οι Ηπειρώτες τον αποκαλούσαν αετό και αυτός έλεγε: Αετός είμαι εξ’ αιτίας σας. Γιατί πώς να μην είμαι, αφού με τα δικά ας όπλα πετάω ψηλά, σαν να ‘χω γρήγορα φτερά.)

(4) «πληγεὶς δὲ τὴν κεφαλὴν ξίφει καὶ μικρὸν ἐκ τῶν μαχομένων ἀποστάς, ἔτι μᾶλλον ἐπῆρε τοὺς πολεμίους. εἷς δὲ καὶ πολὺ πρὸ τῶν ἄλλων ἐπιδραμών, ἀνὴρ τῷ τε σώματι μέγας καὶ τοῖς ὅπλοις λαμπρός, ἐχρῆτο τῇ φωνῇ θρασυτέρᾳ, καὶ προελθεῖν ἐκέλευεν αὐτὸν εἰ ζῇ. παροξυνθεὶς δ' ὁ Πύρρος ἐπέστρεψε βίᾳ [μετὰ] τῶν ὑπασπιστῶν, καὶ μετ' ὀργῆς αἵματι πεφυρμένος καὶ δεινὸς ὀφθῆναι τὸ πρόσωπον ὠσάμενος δι' αὐτῶν, καὶ φθάσας τὸν βάρβαρον ἔπληξε κατὰ τῆς κεφαλῆς τῷ ξίφει πληγήν, ῥώμῃ τε τῆς χειρὸς
ἅμα καὶ βαφῆς ἀρετῇ τοῦ σιδήρου μέχρι τῶν κάτω διαδραμοῦσαν, ὥσθ' ἑνὶ χρόνῳ περιπεσεῖν ἑκατέρωσε τὰ μέρη τοῦ σώματος διχοτομηθέντος. τοῦτο τοὺς βαρβάρους ἐπέσχε τοῦ πρόσω χωρεῖν, ὥς τινα τῶν κρειττόνων θαυμάσαντας καὶ καταπλαγέντας τὸν Πύρρον.» (…..πρόλαβε τον βάρβαρο και τον χτύπησε στο κεφάλι με το ξίφος, που από την δύναμη του χεριού και την πολύ καλή σκλήρυνση του σιδήρου κατέβηκε μέχρι κάτω και το σώμα του βαρβάρου χωρίστηκε στα δύο  και κάθε μέρος του έπεσε σε άλλη πλευρά. Τούτο εμπόδισε τους βαρβάρους να προχωρήσουν, γιατί εξεπλάγησαν και κοίταζαν τον Πύρρο σαν να ‘ταν παντοδύναμος.)