θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 19, 2018

Αθανασία.

 
 
Αθανασία.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.) 19.05.2018
 
Σαν ήτο παις ο Ίωνας,
στον Παρνασσό γυρνούσε,
στην Κασταλία λούζονταν
και τους θνητούς ρωτούσε.
 
Ποιος πόθος, ποιο ερώτημα,
σε έστειλε κοντά μας
για να ρωτήσεις τον Θεό,
τον βίο σου να σώσεις;
 
Ήταν παιδί κι έτσι κανείς
δεν το παρατηρούσε
που τρύπωνε στα άδυτα,
σ΄ όλες τις συζητήσεις.
 
Μια μέρα η καλλίκομη,
η τρομερή Πυθία,
χρησμό προσφέρει στο παιδί,
χωρίς να την ρωτήσει.
 
Κούρε μικρέ, του είχε πει
αυτό μην το ξεχάσεις.
Μικρός σαν είν’ ο άνθρωπος
ζει την αθανασία.

Μα σαν περάσει την κορφή
του όρους της ζωής του,
είναι ωσάν τους λατρευτές
που ‘ρχονται και ρωτάνε,
πώς να γενούν αθάνατοι
ωσάν τον Γανυμήδη.
 
Προσέχετε τους εφιστώ
του Τιθωνού την μοίρα,
που στης Ηούς εξάπλωσε
το νυφικό κρεββάτι.
Ήταν μικρός, δεν νοιάστηκε
την νιότη ν’ ασφαλίσει
και μίκρυνε και ζάρωσε
κι έγινε τζιτζίκι.
 
Μην μοιάσετε του Κένταυρου
του Χείρωνα την μοίρα,
π’ αθάνατος γεννήθηκε
μα κάλεσε τον Χάρο.
 
Τώρα που είστε αθάνατοι,
παιδιά, κόρες και κούροι,
σχεδία φτιάξτε με πανιά,
την Καλυψώ αφήστε .