θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, December 28, 2017

Φόβος: Τὸ δεκανίκι τῆς θρησκείας

 
 
 Ἀγαπητὲ κ. Λάμπρου,
Ὑφίσταται σημαντικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἑβραιογενῶν θρησκειῶν, τοῦ Ἰσλαμισμοῦ
καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ γενεσιουργὸν αἴτιον τῆς «πίστεως». Οἱ μὲν μωαμεθανοὶ θεωροῦν τὴν πίστιν των ὡς ἀναπόσπαστον στοιχεῖον αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπάρξεώς των,
διὸ καὶ ἀνατινάσσονται ἀνακράζοντες «Ὁ Ἀλλὰχ εἶναι μεγάλος», ἐνῷ τὰ πλεῖστα τῶν χριστιανικῶν δογμάτων –ἰδίως τὸ ὀρθόδοξον– στηρίζουν τὴν μέχρι σήμερον ἐπικράτησίν των εἰς τὸ τεχνηέντως ἐπὶ τοῦ ἀφελοῦς πιστοῦ ἐμφυτευμένο συναίσθημα τοῦ φόβου, μὲ τὴν ἐπίκλησιν τῶν μετὰ θάνατον δυνάμεων νὰ ἐπισυμβοῦν εἰς τοῦτον ὀδυνηρὲς συνέπειες, ἐὰν δὲν τηρήσῃ τὶς
ἀρχὲς τοῦ δόγματος. Οὕτω ὁ φόβος τοῦ χριστιανοῦ πιστοῦ χρησιμεύει ὡς ἀντικίνητρον τῆς μεταθανατίου «κολάσεως» ἢ ἀντιθέτως ὡς κίνητρον κληρονομήσεως τοῦ «Παραδείσου». Συνεπῶς ὁ φόβος ἀποτελεῖ τὸ σημαντικώτερον στήριγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ὁλόκληρον τὸ φιλοσοφικὸν οἰκοδόμημα τῆς χριστιανικῆς κυρίως θρησκείας. Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος εὑρίσκεται μονίμως δέσμιος τῆς κατευθυντηρίου γραμμῆς, ἡ ὁποία ὑποτίθεται, ὅτι χαράσσεται «ἄνωθεν καὶ δέον νὰ ἀποτελῇ τὸν τρόπον κάθε σκέψεως καὶ δράσεώς του ἐπὶ τῆς Γῆς μὲ ἀντιπαροχὴ τὴν «βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
Ἐὰν ἐπιχειρήσῃ κανεὶς βαθυτέραν ἑρμηνείαν τοῦ σκεπτικοῦ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας,
θὰ διαπιστώσῃ τὸ ὑποκρυπτόμενον ὑποκριτικὸν καὶ παραπλανητικὸν νόημα τῶν «θεϊκῶν»
της ρήσεων. Ἐπὶ παραδείγματι ἡ «πλάσις τοῦ
ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» ἐμπεριέχει δύο σημασίας: ἡ μὲν πρώτη εἶναι προφανὴς
καὶ ἀποτελεῖ οἱονεὶ «θεϊκὴν παραχώρησιν» εἰς
τὸν ἄνθρωπον, οὕτως ὥστε νὰ αἰσθάνεται καὶ
αὐτὸς ἐνίοτε ὡς θεός· διὰ τῆς δευτέρας ὅμως ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ὑποδηλοῦται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀπετέλει κενὸν κατασκεύασμα, ἐὰν ὁ
θεὸς δὲν εἶχε παράσχει εἰς αὐτὸν τὴν θείαν «χάριν», νὰ ἐπιτελέσῃ ὅλα τὰ θαυμαστὰ δημιουργήματά του ἐπὶ τῆς Γῆς.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν θρησκειῶν, διὰ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ ὑπαρξιακό του πρόβλημα, τὸ ὁποῖον λίαν ἐπιδεξίως ἐκμεταλλεύεται
τὸ ἱερατεῖον, οὔτε νὰ αἰσθάνεται φόβον διὰ
τὴν μεταθανάτιαν τύχην τῆς οὕτως ἢ ἄλλως ἀνυπάρκτου ψυχῆς του. Ἡ ψυχή, κατὰ τὸν Ἐπίκουρον, εὑρίσκεται στερεῶς συνδεδεμένη μετὰ
τοῦ σώματος, ἀπόλλυται δὲ ὁμοῦ μετ’ αὐτοῦ:
Ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ προβληματισμόν, διότι «μετὰ θάνατον σῶμα ἀναισθητοῦν, οὐδὲν
πρὸς ἡμᾶς».

Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἀνὰ τὴν Ὑφήλιον ἐπεκράτει ἑνιαία θρησκεία ἀνθρωποκεντρικῆς φιλοσοφίας, ἀποσκοπούσης εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ζωῆς τῶν λαῶν, μὲ κύριον στόχον τὴν
 
μαντική, οὕτως ὥστε νὰ πηγαίνῃ τὸ μυαλό μας σὲ ὑποτιθέμενη χριστιανικὴ πρωτότυπη δημιουργία.

 
Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν θρησκειῶν, διὰ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ ὑπαρξιακό του πρόβλημα, τὸ ὁποῖον λίαν ἐπιδεξίως ἐκμεταλλεύεται
τὸ ἱερατεῖον, οὔτε νὰ αἰσθάνεται φόβον διὰ
τὴν μεταθανάτιαν τύχην τῆς οὕτως ἢ ἄλλως ἀνυπάρκτου ψυχῆς του. Ἡ ψυχή, κατὰ τὸν Ἐπίκουρον, εὑρίσκεται στερεῶς συνδεδεμένη μετὰ
τοῦ σώματος, ἀπόλλυται δὲ ὁμοῦ μετ’ αὐτοῦ:
Ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ προβληματισμόν, διότι «μετὰ θάνατον σῶμα ἀναισθητοῦν, οὐδὲν
πρὸς ἡμᾶς».
Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἀνὰ τὴν Ὑφήλιον ἐπεκράτει ἑνιαία θρησκεία ἀνθρωποκεντρικῆς φιλοσοφίας, ἀποσκοπούσης εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ζωῆς τῶν λαῶν, μὲ κύριον στόχον τὴν
προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος τοῦ πλανήτου,
ὁ ὁποῖος παρέσχε εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξίν του.
Ἡ εὐχὴ αὐτή, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας
μὲ τὰς θρησκευτικὰς διαμάχας καὶ τὸν συνεχιζόμενον δισχιλιετῆ μεσαίωνα, δὲν φαίνεται πραγματοποιουμένη εἰς τὸ ἄμεσον τοὐλάχιστον μέλλον. Ἐν τούτοις, τὸ ἀνωτέρω διάστημα ἀποτελεῖ «στιγμήν» εἰς τὸν ἄπειρον χρόνον καὶ συνεπῶς ἡ ἐλπὶς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος εἰς τὴν κοιτίδα του –τὸν ζωογόνον ἀρχαι-
οελληνικὸν πολιτισμόν– δὲν ἔχει ἀπολεσθῆ. Σημεῖα ἐνθαρρυντικὰ ἤδη ἀνατέλλουν εἰς τὸν παγκόσμιον ὁρίζοντα μὲ πρωτοπόρον τὴν Εὐρώπη,
λίκνον μεταλαμπαδεύσεως τῆς ἑλληνικότητος.

Ἔρρωσθε
Νικόλαος Ντούλας
Ἐπίκ. Καθηγητὴς Παν/μίου
 

ΔΑΥΛΟΣ/290, Ἀπρίλιος 2006