θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, February 08, 2014

Ηλίας Πετρόπουλος: Πτώματα, πτώματα, πτώματα.




Οί γερμανοί φεύγουν.

Ή Θεσσαλονίκη δέν άπελευθερώθηκε α­πό τόν ΕΛΑΣ, όπως ισχυρίζονται οί κομμουνιστές ψευτο-ιστορικοί. 'Απλώς, οί γερμανοί την έγκατέλειψαν τήν προτε­λευταία μέρα του ’Οκτωβρίου του ’44. Άπό τό καλοκαίρι ήταν φανερό πώς ή Βέρμαχτ έτοιμάζεται νά μάς αδειάσει τη γωνιά. Ή άπόβαση στη Λέρο καί ή απελευθέρωση τής Άθήνας μάς έδωσε πολύ κουράγιο. Περιμέναμε τή σειρά μας. ’Ήδη, άπό τις αρχές Σεπτεμβρίου, οί γερμα­νοί είχαν αρχίσει νά καταστρέφουν τά έφόδιά τους. Στόν περίβολο τής Διεθνούς 'Έκθεσης έκαιγαν ολόκληρα βουνά από κιβώτια, κόκκινα άλεξίπτωτα κτλ. Λένε ότι, οί γερμανοί είχαν υπονομεύσει τίς εγκαταστάσεις τού λιμανιού καί τό ηλε­κτρικό έργοστάσιο τής όδού Αγίου Δημητρίου καί ότι, τάχα, ό ΕΛΑΣ μέ μιάν αστραπιαία ενέργεια εξουδετέρωσε τίς χιτλερικές προθέσεις. Δέν πιστεύω ούτε λέξη. Κάποτε ήρθε ή μέρα πού ξεκουμπίστηκαν οί γερμανοί. Καί δέν ξεχνώ τήν κρυφή χαρά πού είχαμε, όταν είδα­με προσκολλημένα στήν φάλαγγά τους καί κάμποσα έπιταγμένα καροτσάκια πού τά έσερναν γαϊδούρια. Κάπου δέκα μέρες πριν φύγουν οί γερμανοί οί άκραίες συνοικίες τής Θεσσα­λονίκης είχαν απελευθερωθεί (άντιστάσεως μή ούσης) άπό τόν λεγόμενο έφεδρικό ΕΛΑΣ. Δέν ξέρω τί έγινε στην Τούμπα καί στην Καλαμαριά. Ξέρω, όμως, τό τί έγινε ψηλά στην ’Ακρόπολη, όπου είχαν τό στέκι τους οί καπετάνιοι. Τό ε­κεί σημαντικότερο έπίκεντρο του  έφεδρικού ΕΛΑΣ ήταν στην γειτονίτσα ανάμεσα στό τέρμα τής όδού Δημητρίου Πολιορκητού (πιό πάνω άπό την όδό ’Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου), στην όδό Μπουμπουλίνας καί στην Πορτάρα. Τά τείχη τής ’Ακρόπολης έχουν πολλές πύ­λες. ’Εδώ μιλάω γιά την Πορτάρα πού ξά­νοιγε πρός τήν ρεματιά μέ τούς καφενέδες, Συκιές μεριά. Τό ’44 ή τοποθεσία έξω άπό τήν Πορτάρα δέν ήταν άκόμη οίκοδομημένη. Καί ακριβώς γιαυτό ό έφεδρικός ΕΛΑΣ είχε έπιλέξει τόν θύλακα πού σχηματίζουν έκεί τά τείχη. Ό έφεδρικός ΕΛΑΣ είχε έπιτάξει κάμποσα σπί­τια. Τά ύπόγεια αύτών τών σπιτιών εί­χαν μετατραπεϊ σέ πρόχειρα κράτητήρια, όπου στοιβάζαν τούς έβνοπροδότες. Έντωμεταξύ, οί προφυλακές τοϋ έφεδρικού ΕΛΑΣ είχαν κατηφορίσει μέ­χρι την όδό Κασσάνδρου. ’Ανέβαινα κά­θε μέρα στην έλεύθερη περιοχή γιά κομματική δουλιά, διαβαίνοντας άλλεπάλληλες σκοπιές, πού γιά νά τις περά­σεις έπρεπε νά πεις σύνθημα καί παρα­σύνθημα. Θυμάμαι ότι οί σκοποί ήσαν, συχνά, διάφοροι τύποι πού είχαν οργα­νωθεί μόλις πρίν 48 ώρες καί πού έμεϊς (οί ΚΑΤΟΧΙΚΟΙ έπονίτες) τούς άντιμετωπίζαμε μέ μιά δόση σνομπισμού. Γι αυτό, ένα βραδάκι, πού μέ σταμάτησε ένας παρόμοιος σκοπός στήν όδό Ίουλιανού καί πού ήξερα πώς κατοικούσε σ’ ένα άδιέξοδο τής όδού Κωσταντίνου Παλαιολόγου (τόν λέγαμε Μπέμπη, όμως τό άληθινό του όνομα ήταν Ήράκλης Κλάγκας — άργότερα έγινε σπουδαίος έρέτης τού 'Ιστιοπλοϊκού 'Ομίλου), δέν τού φώναξα τό σύνθημα κι όταν τράβη­ξε πιστόλι τού είπα νά τό χώσει στόν κώλο του.
Ή έπέκταση των συνόρων τού έφεδρικού ΕΛΑΣ πρός τήν Κάτω Πόλη είχε σάν άποτέλεσμα νά κάνουν γιούργια οί έφε- δροελασίτες καί νά πιάνουν διάφορους έθνοπροδότες πού, έν συνεχεία, τούς άνέβαζαν στήν Μπουμπουλίνας (όποία συνωνυμία!). Οί συλλήψεις αύτές γινόντουσαν βάσει έντολών τών καπετάνιων, πού έπαιρναν τις πληροφορίες τους άπό κάθε λογής άνθρώπους πού κατέθεταν μιάν όποιαδήποτε άόριστη καταγγελία. Ή καταγγελία, συχνά, ήταν ένισχυμένη μέ λίγες χρυσές λίρες. Οι καπετάνιοι έτσέπωναν τις λίρες κι έστελναν δύο έλασιτάκια νά πιάσουν τόν καταγγελθέντα έθνοπροδότη. Δηλαδή, ή Θεσσαλονίκη πέρναγε μιά μαύρη μεταβατική περίοδο, όπου ό καϋένας μπορούσε νά καρφώσει καί νά έξοντώσει τόν γείτονά του. Γιά νά γίνει κατανοητή ή ατμόσφαιρα αύτής τής περιόδου θά άναφέρω ότι, μιά μέρα δύο έφεδροελασίτες χτύπησαν τήν πόρ­τα τού συνταγματάρχη Γ. Κατάκη (αρι­στερού φιλελεύθερου, φίλου τού Ψαρού καί τού Μπακιρτζή, μετέπειτα πεθερού μου) καί ζήτησαν νά τόν συλλάβουν σάν ταγματασφαλίτη, ένώ αύτός ήδη ύπηρετούσε σάν έπιτελάρχης στήν νιη Με­ραρχία τού ΕΛΑΣ...

ΕΡΧΕΤΑΙ - ΕΡΧΕΤΑΙ ΒΕΝ

Στήν Πορτάρα

Οί συλλαμβανόμενοι έθνοπροδότες πεταγόντουσαν στά ύπόγεια τών σπιτιών τής Πορτάρας καί περίμεναν τήν τύχη τους. ’Ελάχιστοι άφέθηκαν έλεύθεροι, πληρώνοντας λύτρα. Οί ύπόλοιποι χάθηκαν σε διάφορες χαράδρες καί ξερο­πήγαδα. Τά βράδια ό κάθε καπετάνιος συγκροτούσε μιάν ομάδα έφεδροελασιτών, πού θά οδηγούσε κάμποσους έ­θνοπροδότες στό σχολείο τού Χορτιάτη.

Ή θλιβερή κουστοδία ξεκίναγε τό σού­ρουπο καί περπατώντας όλη νύχτα έ­φτανε στόν Χορτιάτη, όπου παρελάμβανε τά θύματα ό μόνιμος ΕΛΑΣ. Αύτό τό σενάριο δέν ήταν σταθερό. Πολλές φο­ρές έπαιρναν πέντε-δέκα έθνοπροδότες, τούς έβγαζαν άπό τήν Πορτάρα, τούς έ­βαζαν νά σκάψουν τό λάκο τους, καί τούς έκτελούσαν. Πολλά σημερινά σπί­τια τού νέου συνοικισμού, όνάμεσα Συ­κιές- Έπταπύργιο, είναι χτισμένα πάνω σ’ αύτούς τούς ομαδικούς τάφους. Τήν άνοιξη τού ’45 ξέχωσαν τούς τάφους πού άναφέρω. Τά πτώματα ήσαν άλειωτα. ’Άλλα μπρούμυτα κι άλλα ανάσκελα. Δέν φοράγανε σακάκια, γιατί τά είχαν κλέψει οί έκτελεστές. Όλοι οί σκοτωμένοι είχαν δολοφονηθεί μέ μιά σφαίρα στόν αυχένα. Οί έλασίτες είχαν ρίξει πά­νω στά πτώματα είκοσι πόντους χώμα. Οί άρχές ξέθαψαν τά πτώματα γιά νά τά γνωρίσουν οί οικείοι καί, φυσικά, γιά νά κάνουν καί την πτωματολογική τους προπαγάνδα. Τά κουφάρια βρομάγανε άπαίσια. Οί ύπάλληλοι τής ιατροδικαστι­κής υπηρεσίας τά περέχυναν μέ ένα υ­γρό πού κάπως έκοβε την μπόχα. Ολα τά πτώματα άνήκαν σέ φτωχούς ανθρώ­πους, πού δέν είχαν καμιά σχέση μήτε μέ τά Τάγματα Άσφαλείας, μήτε μέ τήν Γκεστάπο. Άνάμεσά τους είδα τόν έφημεριδοπώλη τής γειτονιάς μου, έναν λαϊ­κό παλαιστή κτλ. κτλ.
Έκεί, στήν ’ίδια πλαγιά, ύπήρχε κι ένας πρόχειρος τάφος μέ τιμητική ταμπέλα καί φωτογραφία. Έπρόκειτο γιά έναν έφεδροελασίτη. Ή ιστορία είναι άπλή. 'Έ­να άπόγεμα οί έκτελεστές πήραν λίγους έθνοπροδότες καί άρχισαν νά τούς σκο­τώνουν. Οί γερμανοί είδαν, μέ τά κιάλια, τήν σκηνή άπό τό Γεντί-Κουλέ (άπέχει περίπου έξακόσια μέτρα) καί βαλθήκανε νά ρίχνουν μέ τό πολυβόλο. Έτσι σκο­τώθηκε αύτός ό ηρωικός έφεδροελασίτης.
Οί έφεδροελασίτες πού οδηγούσαν τούς έθνοπροδότες στόν Χορτιάτη ήσανε αρ­κετά φανατισμένοι (ώστε νά σκοτώνουν κάμποσους αιχμαλώτους καθ’ όδόν) καί άρκετά διεφθαρμένοι (ώστε νά άφήνουν έλεύθερους όσους μελλοθάνατους είχαν παραδάκι). Στην περιοχή άνάμεσα Θεσ­σαλονίκη καί Χορτιάτη βρήκαν μερικά κουφάρια. Μιά μέρα έμφανίστηκε στό Άσβεστοχώρι ένας μαντρόσκυλος πού έ­σερνε τό κεφάλι κάποιου πτώματος. Στήν Θεσσαλονίκη εγνώρισα έναν καλότατο άνθρωπο, πού τήν είχε γλιτώσει στό Φίλυρο, δίνοντας στόν συνοδό έκτελεστή δυό λίρες, πού τις φύλαγε στό τσεπάκι τού παντελονιού του. Αύτός ό τυχεράκιας διέθετε ένα μεσιτικό γρα­φείο στήν όδό 'Αγίας Σοφίας, όπου τόν συναντούσα έπί έτη καί έτη. "Αλλωστε, είχα αναπτύξει φιλία μέ τόν Μαύρο Πέ­τρο, καπετάνιο τής Πορτάρας, μετά τήν φυλάκισή του γιά τά όσα είχε πράξει. Ό Μαύρος Πέτρος μέ διαβεβαίωνε, ψευδέστατα, πώς δέν ήξερε τίποτα γιά τις έκτελέσεις. Κουβεντιάζαμε μέ τις ώρες στό πανεπιστήμιο (σπούδαζε στήν Φυσικομαθηματική), άλλά δέν έθιγε τά καί­ρια σημεία...
Τούς έθνοπροδότες πού έφταναν στόν Χορτιάτη τούς έκλείδωναν στην αποθήκη τού σχολείου. Τόν Χορτιάτη τόν εί­χαν κάψει, γιά άντίποινα, τό καλοκαίρι τοϋ ’44. Τό πυρπολημένο σχολείο βρίσκεται στόν λόφο άτιέναντι στό παλιό χωριό. Τό σχολείο ήταν ένα όμορφο νε­οκλασικό κτίριο, περιτριγυρισμένο άπό έ­ναν μεγάλο κήπο, γεμάτο σπάνια λου­λούδια καί όπωροφόρα. Διευθυντής του ύπήρξεν ό Βαλαχάς — θαυμάσιος άν­θρωπος, πού έδρασε σάν καπετάνιος τοϋ ΕΛΑΣ καί, κατόπιν, σάν ταξίαρχος τοϋ Δημοκρατικού Στρατού. Δυστυχώς, αύτήν την περίοδο δέν βρισκότανε στόν Χορτιάτη. Κι έτσι, οί άδαείς έλασίτες παρελάμβαναν τούς έθνοπροδότες, πού προωθούσε στό βουνό ή οργάνωση τής Θεσσαλονίκης καί πού τούς έξαναγκάζανε νά βαδίσουν πρός τήν Άρναία. Τούς σκότωσαν όλους μέσα στό πυκνό δάσος του  Χολομώντα, άνάμεσα Τα­ξιάρχη καί Παναγία. Οί λύκοι καί τά τσακάλια τής Χαλκιδικής χορτάσανε αν­θρώπινό κρέας...
Όλοι αύτοί οί έθνοπροδότες ήσαν ΑΘΩ­ΟΙ. 'Ωστόσο, γιά νά μην άδικήσω τούς παλιούς μου συναγωνιστές, θά προσθέ­σω ότι, πάνω σ’ έναν λόφο πρός τήν Νέα Ευκαρπία, είδα δύο έκτελεσμένους πού ό θάνατός τους ή το ΚΑΠΩΣ αιτιολο­γημένος: έναν ταγματασφαλίτη (έν στο­λή) καί μιά νέα κοπέλα. Στόν λόφο υπήρχαν (καί θά υπάρχουν) ένα πλατύ πηγάδι κι ένα λοξό λαγούμι, όπου είχαν κάνει δειγματοληψία χώματος γιά λογαριασμό κάποιας φάμπρικας πιάτων. Ό ταγματασφαλίτης βρισκότανε ανάσκελα, έκτάδην, στόν πάτο τοϋ πηγαδιού μέ τό κομένο του κεφάλι δίπλα, ένώ ή κοπέλα ήταν σκοτωμένη μέ πιστολιές μέσα στό λαγούμι. Μπρός στό λαγούμι είδα, τούφες-τούφες, τά ξεριζωμένα μαλλιά της καί πολλά τσιμπιδάκια. Κατάλαβα ότι, τό άμοιρο κορίτσι είχε νιώσει πώς θά τό σκοτώσουν κι ότι είχε παλέψει μέ τούς έκτελεστές γιά νά σώσει τή ζωούλα του. Τό τρομερό θέαμα μέ ξετρέλανε καί άναστατωμένος έτρεξα γρήγορα στήν Πορτάρα, γιά νά ζητήσω πληροφορίες άπό κάποιον άρχίδη τής οργάνωσης, πού μέ καθησύχασε: συναγωνιστή, αύτή ή κοπέλα ήταν δακτυλογράφος τής Κομαντατούρας καί τό ΕΑΜ τήν είχε διπλαρώσει γιά νά άποσπάσει κάποια ονόμα­τα συνεργατών τών γερμανών κτλ. άλλά ή κοπέλα άρνήθηκε συνεργασία καί, συνεπώς, καλά νά πάθει!  Είμαι βέβαιος, εί­μαι πολύ βέβαιος, ότι αν πάω, έστω σή­μερα, σ’ αύτό τό πλάγιο λαγούμι θά βρω κι άλλα σκουριασμένα τσιμπιδάκια...
Στήν διάρκεια τής έαμοκρατίας δέν άκουσα τίποτα γιά εκτελέσεις. Οι πρώτες μέρες μετά τήν άπελευθέρωση ήσαν βα­ριές. Στίς άρχές τού Νοεμβρίου τού ’44 έγινε ή τρομερή διαδήλωση μέ τά τσεκούρια. Ή οργάνωση προχωρούσε στήν καθολική κατάληψη τής έξουσίας. Τό ΕΑΜ διαδέχτηκε τήν Κομαντατούρα στό κτίριο τού Μάζεστικ. ’Απέναντι έγκαταστάθηκε τό ΚΚΕ, πού κούρντισε δύο τε­ράστιες ταμπέλες. Ή ΧΑΝ, όπως είπα, είχε καταλήξει κεντρική λέσχη τής ΕΠΟΝ. Στό ίδιο κτίριο έτοιμαζόντουσαν νά μετατρέπουν τό κλειστό γυμναστήριο σέ Λαϊκό Δικαστήριο. Ό άστννομικός διευθυντής Βενετσανόπουλος (τό γρα­φείο του βρισκότανε στό Μέγαρο Δρό­σου) έδειξε μετριοπάθεια. Ή ’Εθνική Πολιτοφυλακή είχε έγκατασταθεϊ στά παλιά άστυνομικά τμήματα. Πέρναγα τις μέρες μου στήν κεντρική λέσχη τής ΕΠΟΝ, ή στά κρυφά γραφεία πού είχαμε στόν πέμπτο όροφο του κτιρίου τής μετέπειτα Γενικής ’Ασφάλειας (στήν οδό Πολονίας), όπου παρίστανα τόν βοηθό- διαφωτιστή, ή καί στήν Ειδική Υπηρε­σία του ΕΛΑΣ στό έπιταγμένο ξενοδοχείο Άθήναι, άπέναντι στό χαμάμ Παρά­δεισος. Ήμουνα μουδιασμένος άπό τήν κομματική ρουτίνα.
 Ομως, όλ’ αύτά έμοιαζαν λίγο έπιφανειακά. Στήν Θεσσαλονίκη ύπήρχε ένας γενικός διοικητής σταλμένος άπό τόν Παπανδρέου. Τό γραφείο του βρισκό­τανε στήν Γενική Διοίκηση, στό Μέγαρο Μόδη, πάνω άπό τό βιβλιοπωλείο του Μόλχο. Στό λιμάνι καί στό Καραμπουρ νάκι είχαν φτάσει κάτι έγγλέζικες μονάδες. Καί τό χειρότερο: άρχισαν τά Δε­κεμβριανά. Οί τρομοκρατημένοι δεξιοί γλιστράγανε τή νύχτα μέ βάρκες ττρός τά άγγλικά πολεμικά, πού ήσανε άγκυροβολημένα στά άνοιχτά τοϋ κόλπου, γιά νά διαφύγουν στην Άθήνα. Μαζί τους τόσκασε κι ό έπιτελάρχης του Μάρκου — ήταν ένα βαρύ πλήγμα γιά την ΟΜΜ. 'Όσοι χωροφύλακες δέν μπο­ρούσαν νά φύγουν στήν Άθήνα κρυβόντουσαν. 'Όλο τόν Δεκέμβρη του  ’44 πή­γαινα κρυφά φαγητό στόν ύπομοίραρχο Χρυσόστομο Μούστο, πού τόν έκρυβε σέ κάποιο ύπόγειο τής όδού Παστέρ ό ταξίαρχος του ΕΛΑΣ Σεραφείμ Καρασάββας, μετέπειτα πρόεδρος του δημο­τικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης. Τό στρατόπεδο Παύλου Μελά ξαναγέμισε — αυτή τή φορά μέ έθνικόφρονες. Μετά τήν Βάρκιζα ό ΕΛΑΣ άποχώρησε, σέρνο­ντας μαζί του καί τούς όμηρους. Πολλούς άπ’ αυτούς τούς σκότωσαν μέ ρό­παλα οί χωριάτες τής Μακεδονίας.

ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ
ΣΤΗΝ Βουλγαρία


Μετά τήν Βάρκιζα.

Στά μέσα τού Γενάρη τοϋ ’45 πλάκωσαν στην Θεσσαλονίκη οί μπουραντάδες. Μαζί τους καί ή τρομοκρατία τής Δε­ξιάς. Οί έδεσίτες καί οί βενίτες έκαιγαν τις λέσχες τής ΕΠΟΝ καί κούρευαν τίς έπονίτισες. Οίχίτες σκότωναν άβέρτα. Τό­τε έκαιραν την λέσχη τοϋ 'Αγίου Παύ­λου, την λέσχη τού Σιντριβανιού, τήν λέ­σχη τής όδού Κασσάνδρου, τήν λέσχη τής 'Αγίας Φωτεινής. Παράλληλα, τά έφετεϊα καταδίκαζαν σέ θάνατο τούς έλασίτες πού έπεφταν στά νύχια τους. Ή διαδικασία ήταν σύντομη. Χρησιμοποιού­σαν σάν μάρτυρες κατηγορίας διάφο­ρους φασίστες χωρικούς, άστυνομικούς, καί, μαυροφόρες χήρες τής Εθνικής Έ­νωσης Σφαγιασθέντων Έθνικοφρόνων (είχαν τά γραφεία τους σέ κατάστημα, γωνία Έρμού-Καρόλου Ντήλ). Οί καταδικαστικές άποφάσεις δέν μέναν στό χαρτί. Όλους τούς καταδικασμένους έλασίτες τούς περάσανε άπό τό μουσκέ­το.
Κι ένώ αύτά συνέβαιναν στίς πόλεις, έξω, στην ύπαιθρο, οργίαζαν οί πρώην ταγ­ματασφαλίτες. Στήν Ελασσόνα βασί­λευε, άλλη μιά φορά, ή Λεγεώνα των ρουμανόβλαχων. Στην Θεσσαλία κυ­ριαρχούσε ό Σούρλας, στό Κιλκίς ό Παπαδόπουλος, στην ’Ανατολική Μακεδο­νία ό Τσαούς-Άντών. Κοντά στην Κατε­ρίνη δολοφόνησαν τόν καπετά-Νικήτα (Κώστα Συννεφάκη). Στην Καρδίτσα έ­κοψαν μέ πριόνι τά πόδια τοϋ καπετάν- Ζαχαριά (γι αυτό στό Λεύτερο ’Αντάρτι­κο λέγανε τό τραγούδι: Ξύπνα, καημένε Ζαχαρία, / ξύπνα, νά δείς έλευθεριά,). Τό­τε οί έαμίτες αγρότες άρχισαν νά φτά­νουν στην Θεσσαλονίκη, όπου περνάγα­νε άμέσως στην παρανομία. Τούς αποκαλούσαμε καταδιωκόμενους. Σέ λίγο έπέστρεψε κι ό άνεκδιήγητος Νίκος Ζαχαριάδης, πού ήταν καί μεγάλος έραστής. Ό Ζαχαριάδης άφησε άβοήθητο τόν Βελουχιώτη. Όλη ή ’Αριστερά περίμενε (περιμέναμε) τό έκάστοτε οχτά­στηλο άρθρο τού ’Αρχηγού γιά νά μάθει τί τής μέλλεται. Ό Ζαχαριάδης άμφιταλαντευότανε: τήν μιά συμβούλευε Τό ό­πλο παρά πόδας καί τήν άλλη άπειλούσε μέ τό Δεινόν πρός κέντρα λακτίζειν. Τελικώς, έλαβε τήν μεγάλην άπόφαση. Τό χτύπημα στό Λιτόχωρο έτοιμάστηκε έπιμελώς. Ό άφελής Τσαλδαρίκος προ­σπάθησε νά κλιμακώσει τήν έξέλιξη, άλλά οί σύμμαχοι καί οί άνεξέλεγκτες φα­σιστικές δυνάμεις έτσάκισαν τήν όποια παλαιοκομματική μέθοδο. Ή άστυνομία έκλεισε τήν ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ καί, σέ λίγο, τήν ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ τής Θεσσαλονίκης. Ό μα­καρίτης ό Ήλίας Άποστολίδης πετάχτηκε στην Βέροια γιά νά τονώσει κά­πως τό ήθικό τής τοπικής οργάνωσης. Τόν βουτήξανε καί τόν καταδίκασαν, στό πί καί φί, σέ θάνατο (— πέθανε στά μέσα τής δεκαετίας τού ’50 άπό καρκίνο). Ό Ζεύγος, πού άνέβηκε στην Θεσσαλο­νίκη, δολοφονήθηκε μπρός στοϋ Κερα­μέα τό μπακάλικο (πλάι στό σινεμά ΔΙΟ­ΝΥΣΙΑ,) άπό έναν δήθεν άντεραστή του. Τόν έθαψαν, στά μουγγά, στό νεκροτα­φείο τής Βαγγελίστρας (φαντάζομαι πώς είμαι ό μόνος πού είδε τόν τάφο του). Τό Δεύτερο ’Αντάρτικο φούντωσε γιά τά καλά. Τό ’47 ό ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ έδημοσίευε φωτογραφίες ανταρτών, αλλά πιά ή Άθήνα ήταν μιά νησίδα φαινομενικής έλευθερίας. Ό Νίκος Ζαχαριάδης, πη­δώντας άπό τίς κερκίδες τού ΗΡΑΚΛΗ, βγήκε στό κλαρί...
Στην Θεσσαλονίκη θεριεύανε οί κρυφές οργανώσεις. Συνδέθηκα μέ τόν άρχηγό τής παράνομης νεολαίας, τόν θρυλικό
Μίχο. Έτσι τόν ξέρανε στην οργάνωση. Τό άληθινό του δνομα είναι Νάσος Μιχαλόπουλος. Ό Μίχος ύπήρξε ένας πα­νέξυπνος καί δραστήριος οργανωτής. Ζει πάντα στήν Θεσσαλονίκη, όπου έργάζεται σάν πολιτικός μηχανικός. Δού­λεψα ένα διάστημα μαζί του. Είχαν άρχίσει νά τουφεκίζουν τούς κομουνιστές δέκα-δέκα. Έτρεμαν τά φυλλοκάρδια μου άπό τόν φόβο. Μέ πιάσανε μερικές φορές. Έτυχε νά γλιτώσω. Μυαλό δέν έ­βαζα. Συγχρόνως, είχα κάποιες διασυνδέ­σεις μέ οργανωμένους φοιτητές καί μέ τήν ΜΛΑ τής Καμάρας. Ένα βραδάκι ήρθε καί μέ βρήκε ό Στέλιος X. πού ήταν έκτελεστής τής ΜΛΑ καί μέ ρώτησε αν έξακολουθώ νά κάνω παρέα στά γυ­μναστήρια μέ τόν βενίτη Φώτη Χειλαδάκη. Τού άπάντησα: ναί. Καί τότε μου εί­πε νά παρασύρω μιά νύχτα τόν Φώτη πρός τά σκοτεινά τής Βαγγελίστρας, ό­που θά άναλάμβαναν οί έκτελεστές τά περαιτέρω. Άντέδρασα άσχημα κι ό Στέ­λιος (μέ τό σκατοσοβαρό ύφος τών κομ­ματικών) μου έτόνισε ότι αύτή είναι ή γραμμή καί νά μήν τσινάω πολύ-πολύ. Σηκώθηκα καί πήγα στούς οργανωμέ­νους φοιτητές καί τούς έξήγησα τό μπλέ­ξιμο. Όλοι τους έγνώριζαν τόν Φώτη καί τόν άγαπούσαν, άσχετα αν ήταν δεξιός. Οι φίλοι μου οί φοιτητές ήσανε παλιοί έλασίτες καί καραμπουζουκλήδες.
Γιά νά τούς τιμήσω θά πώ όσα ονό­ματα θυμάμαι: Τόφαλος (παρατσού­κλι ένός λεβέντη πόντιου άπό την Κατερίνη — ήτανε πολυβολητής τού ΕΛΑΣ), Κουτουκίδης (έλασίτης άπό τήν Κατερίνη), Τζιβανίδης (τού Αποκρυπτογραφείου τής ΟΜΜ), Καρβούνης (αξιωματικός του ΕΛΑΣ — γιατρός στήν Θεσσαλονίκη), Κωστόπουλος (δάσκαλος άπό τήν Μελίκη — σύνδε­σμος τοϋ Παμμακεδονικοϋ), ένας άλ­λος πόντιος μέ μουστάκες καί, καί... Αύτοί, λοιπόν, οί φοιτητές μέ συμβουλέ­ψανε νά κρύψω στό σπίτι μου τόν Φώτη Χειλαδάκη. Πράγματι, πρότεινα μέ γα­λιφιά στόν Φώτη νά μείνει ένα διάστημα σπίτι μου, δίχως νά τοϋ άποκαλύψω τά αίτια τής προσφοράς μου. Ό Φώτης ήρθε σπίτι κι έτσι γλίτωσε άπό τού Χάρου τά δόντια. Ποτέ μου δέν τοϋ είπα τίπο­τα. ’Αργότερα, ό Φώτης κατετάγη ώς λοχίας στά τεθωρακισμένα καί μόλις τέλειωσε ό Ανταρτοπόλεμος μπήκε στήν Σχολή Εύελπίδων. Είκοσι χρόνια μετά (ένώ ήτανε άντισυνταγματάρχης) τόν πέταξε ή Χούντα άπό τόν στρατό ώς ύποπτο κρητικό. Διάβασα την σχετικήν εί­δηση στίς έφημερίδες μέ μεγάλην ικα­νοποίηση...

Τά στρατοδικεία.

Στήν διάρκεια του Άνταρτοπολέμου τά στρατοδικεία τής Θεσσαλονίκης δου­λεύανε ρολόι. Μέ τόν ίδιο ρυθμό δου­λεύανε καί τά έκτελεστικά άποσπάσμα τα. Οι εκτελέσεις γινόντουσαν πίσω άπό τό Γεντί-Κουλέ. Τά πτώματα τά έθαβαν έπί τόπου. Εκείνη την έποχή πίσω άπό τό Γεντί-Κουλέ ήταν μιά άπέραντη έρημιά. Τά κοντινότερα σπίτια (Συκιές με­ριά) άπείχαν τουλάχιστον πεντακόσια μέ­τρα. Τά μοναδικά πράματα πού έβλεπες πίσω άπό τό Γεντί-Κουλέ ήσανε τό γκρεμισμένο μνήμα του Μπαμπά, ένα μαρμαρένιο κολονάκι καί μιά κερασιά. Αύτός ό Μπαμπάς ήταν κάποιος άγιος δερβίσης. Στόν τάφο του έκαιγε ένα άκοίμητο καντήλι, πού τό τροφοδοτού­σαν μέ λάδι οι τούρκοι προσκυνητές (έρχόντουσαν από την Ξάνθη καί τήν Κομοτινή), αλλά καί δικές μας γριούλες. Τό κολονάκι φαίνεται νά ήταν κατάλοι­πο άπό κάποιο άλλο μνήμα. Όσο γιά τήν κερασιά λέγανε πώς έκεί, άκριβώς μπροστά της, έστηναν τούς μελλοθάνα­τους.
Άπό τήν κερασιά καί πέρα, στά βορειο­δυτικά, ή έπιφάνεια τής κακοτράχαλης  γης (τής γεμάτης μπάζα άπό κάποιο πα­λιό βαρόσι) σχημάτιζε πολλές-πολλές καμπουρίτσες: ήσανε οί τάφοι τών τουφεκισμένων. Αυτοί οί τάφοι δέν είχανε μήτε πλάκα, μήτε σταυρό, μήτε τίποτα. Ή κάθε μάνα ήξερε τόν τάφο του παι­διού της άπό ένα μικρό σημάδι (παλουκάκι, τούβλο, κονσερβοκούτι κτλ.). Κάπου-κάπου έρχότανε στό, έπισήμως ανύ­παρκτο, Νεκροταφείο τών Τουφεκισμένων μιά χαροκαμένη καί σιγόκλαιγε, ένώ άπό τήν πίσω σκοπιά τής φυλακής ό χωροφύλακας κοίταγε μέ περιέργεια. Αύτή ήταν ή κατάσταση στό νεκροταφείο- κι άπό τό καλοκαίρι τοϋ ’49, πού κάπως κοπάσανε οί τουφεκισμοί, μέχρι τή νίκη τοϋ Πλαστήρα. Μέ τήν κυβέρνηση Πλαστήρα οί μανάδες ξεθάρρευαν  καί έχτι­σαν, μέσα σέ χρόνο ρεκόρ, όλους τούς τάφους. Αύτή τή φορά ό τυχόν έπισκέπτης βρισκότανε μπροστά σ’ ένα πραγ­ματικό νεκροταφείο. Μόλις έπεσε ό Πλαστήρας, ό διοικητής τοϋ Γ' Σώματος Στρατού (τό γουρούνι!) έστειλε τήν μπουλντόζα πού κατέστρεψε διά πα­ντός τό σεπτό Νεκροταφείο τών Τουφεκισμένων Κομουνιστών. Καί σάν νά μήν έφτανε αύτό, διέταξε (τό ίδιο γου­ρούνι!) νά σπείρουν πάνω στούς τάφους κριθάρι.
Έχω έπισκεφτεί άπειρες φορές τό Νε­κροταφείο τών Τουφεκισμένων. Άπεχθάνομαι την έπίσημη ιστορία, όπως μάς την πασάρουν στό σχολείο. Ή μαρξιστι­κή ιστοριογραφία είναι κι αύτή έπίσημη καί γι' αυτό τενεκεδένια. Στό Νεκροτα­φείο τών Τουφεκισμένων τά παιδάκια τής Κιουτσούκ-Σελανίκ (δηλαδή, του, ε­ντός Άκροπόλεως, συνοικισμού Έπταπυργίου) μου έδιναν μαθήματα ιστορίας. Αύτά τά παιδάκια διέθεταν μιά πρόωρη γεροντίστικη σοφία. Σάν παιδιά πού ήσανε έτρεχαν στό βουνό πίσω άπό τό Γεντί-Κουλέ, γιά νά παίξουν, γιά νά πιάσουν πουλιά, γιά νά καντηλιάσουν χαρ­ταετούς. Συχνά, άπό διάφορες ένδείξεις καταλάβαιναν ότι τήν έπομένη θά έπακολουθούσε έκτέλεση. Κι έτσι τό άλλο πρωί τά έβρισκε στό πόστο τους, γιατί δέν ϋέλαν νά χάσουν τήν παράσταση. Σύμφωνα μέ τά λεγόμενό τους, μόνο στίς ομαδικές έκτελέσεις έρχότανε τό έκτελεστικό άπόσπασμα. Τις έκτελέσεις μεμονωμένων κομουνιστών τίς έκαναν πάντα κατάδικοι κοινού ποινικού δι­καίου, πού, βέβαια, ήσανε κάτι φονιάδες ισοβίτες, πού μ’ αύτόν τόν τρόπο έξασφάλιζαν άρκετές άβάντες.
Τά ίδια αύτά παιδάκια μου αφηγόντουσαν (ξεκαρδισμένα στά γέλια) σκηνές άπό τις έκτελέσεις. Λόγου χάρη, μού εί­παν πώς ένός τουφεκισμένου τού έφυγε ή τραγιάσκα όταν δέχτηκε τις σφαίρες, πώς έσκυβαν οί λοχίες γιά νά δώσουν την χαριστική βολή, πώς έσερναν τά πτώματα ώς τόν παραδιπλανό τάφο κι άλλα τέτοια φοβερά καί τρομερά. Οί διη­γήσεις τών παιδιών ήσαν έξαιρετικώς πειστικές καί παραστατικές, χάρη στήν παντομίμα τους καί στις κωλοτούμπες πού έκαναν.
Γύρω στό ’55 ήρθε νά μέ συναντήσει, κρυφά, στή Θεσσαλονίκη ή Έντγκάρα Κλάνσκα, διευθύντρια τής έλληνικής έκπομπής τοϋ ΡΑΔΙΟ-ΠΡΑΓΑ. Την πή­γα νά ίδεί τό Νεκροταφείο τών Τουφεκισμένων. Κάτι παιδάκια έστεκαν πλάι στούς γκρεμισμένους τάφους καί τά πλησιάσαμε. Παριστάνοντας τούς χαζούς, ρωτήσαμε τί είναι αύτά τά σπασμένα μάρμαρα. Τά παιδάκια άρχισαν, μέ προθυμία, τίς μακάβριες αφηγήσεις. Ή Έντγκάρα, πού ήξερε θαυμάσια τή γλώσσα μας, άκουγε καταταραγμένη.
Τά στρατοδικεία τής Θεσσαλονίκης καί τό Νεκροταφείο τών Τουφεκισμένων θά άποτελούσαν, ένδεχομένως, ένα καλό θέμα γιά μιά διδακτορική διατριβή. Ό τυ­χόν ένδιαφερόμενος θά μπορούσε νά προσποριστεί άφθονα στοιχεία άπό τίς τοπικές έφημερίδες καί άπό τό άρχείο τών στρατοδικείων. Όσο γιά τόν άπαί­σιας μνήμης βασιλικό έπίτροπο Ταμβακά θά χρειαζότανε μιά ειδική ψυχαναλυ­τική μονογραφία.
Λέν έπιθυμώ νά γράψω κάτι γιά τίς έκτελέσεις τής ομάδας τού Μπελογιάννη καί του Πλουμπίδη, άφού όλοι μας ξέ­ρουμε τί συνέβη. ’Αλλά, τό βρίσκω ώφέλιμο νά ξαναθυμηθούμε τήν μνημειώδη γκάφα τής ΑΥΓΗΣ, που τήν επομένη τής έκτέλεσης βγήκε μέ τόν τίτλο: Ο ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ ΦΥΓΑΔΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (ή κάτι ανάλογο). Ή ΑΥΓΗ εξακολουθεί, πάντα, τήν ένδοξη ηλίθια πολιτική της. Δέν είμαι ιστορικός. Άν μίλησα γιά πτώματα τό έκανα γιατί αύτά τά πτώματα δέν μ’ άφηναν νά κοιμηθώ έπί είκοσι χρόνια. Τώρα πού γέρασα ηρέμησα λιγάκι. Ήταν ή πιό κατάλλη­λη στιγμή γιά νά μιλήσω γιά τούς σκοτωμένους πού είδαν τά μάτια μου. Πολύ περισσότερο πού, έγώ, δέν σκό­τωσα κανένα συνάνθρωπό μου.

Παρίσι, 26-29 Μαΐου 1988.