θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, March 10, 2012

Τα δάνεια του 1832: οι δυνάμεις και η Ελλάς




ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ + 13
09.03.12

Από τους πρώτους μήνες της ανεξαρτησίας τέθη­κε επιτακτική η ανάγκη ενός δανείου. Ήδη από το 1830 ο Καποδίστριας υπολόγιζε ότι 60.000.000 φράγκα ήταν το ε­λάχιστο κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οικοδομήσει ένα κράτος που θα μπορούσε να καλύψει τις άμεσες υποχρεώσεις του, και για να γίνουν οι πρώτες δημόσιες δα­πάνες που θα κινούσαν ξανά το μηχανισμό της οικονομίας. Ο κυβερνήτης υπέβαλε τις απόψεις του αυτές στην Δ' εν' Αργει Εθνική Συνέλευση, η οποία, με το τρίτο ψήφισμα της ενέκρινε τη σύναψη εξωτερικού δανείου. Υπήρχαν δύο μόνο τρόποι για να πετύχει ένα τέτοιο δάνειο. Ο έ­νας ήταν να επαναληφθούν οι πληρωμές για το προηγούμενο, ώστε να αναστηλωθεί η διεθνής πίστη της χώρας. 0 άλλος ήταν να περιβληθούν οι νέες ομολογίες με ισχυρές εγ­γυήσεις.
Στην περίπτωση αυτή θα σταμα­τούσε, έστω και προσωρινώς, ο αποκλεισμός του ελληνικού κρά­τους από τα διεθνή χρηματιστή­ρια ώσπου να απορροφηθούν οι εγγυημένες ομολογίες.
Οι δύο λύσεις
Από τις δύο λύσεις, η πρώτη ήταν ανέφικτη: ήταν αδύνατη η επανά­ληψη πληρωμών με άδεια ταμεία. Μόνη εφικτή λύση απέμεινε η εγ­γύηση: και με δεδομένο το ιδιό­τυπο εμπάργκο που είχαν επιβά­λει οι χρηματαγορές, μόνοι πιθα­νοί εγγυητές ήταν οι Δυνάμεις. 0 κυβερνήτης θεωρούσε μάλιστα ότι ένα τέτοιο εγγυημένο δάνειο θα ήταν υπόβαθρο αξιοπιστίας και φερεγγυότητας απαραίτητο για να οικοδομηθεί ένα ελληνικό νομισματικό σύστημα και μια αντί­στοιχη «εθνική» τράπεζα. Παρά τις προσπάθειες του, ο Κα­ποδίστριας δεν θα μπορέσει τελι­κώς να εξασφαλίσει το εγγυημέ­νο από τις Δυνάμεις δάνειο. Αλλά μπόρεσε να προωθήσει αποφασι­στικά την ιδέα. Στο Συνέδριο του Λονδίνου του 1830 οι Δυνάμεις θα δεχθούν να εγγυηθούν ένα μελλοντικό δάνειο, του οποίου το ποσό καθορίστηκε έκτοτε στα 60.000.000.
0 κυβερνήτης προώθησε κατόπιν ακόμη περισσότερο τη διαπραγμάτευση. Αλλά δεν πρόλαβε να ε­ξασφαλίσει οριστική συμφωνία πριν από το θάνατο του.
Αναρχία
Η αναρχία που ακολούθησε το μοιραίο εκείνο γεγονός ανάγκα­σε τις Δυνάμεις να καταβάλουν στον 'Οθωνα ό,τι δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να παράσχουν ε­γκαίρως στον Καποδίστρια. Γιατί η αναρχία απειλούσε την ειρήνη και την ισορροπία στην Ανατολή, την εύθραυστη ισορροπία που εί­χαν διαμορφώσει με κόπο οι Με­γάλοι της Ευρώπης. Επιπλέον, η κοινωνική αναταραχή στην Ελλά­δα θα μπορούσε να μολύνει ξανά το κοινωνικό κλίμα στη Δύση, να δημιουργήσει νέα προβλήματα στα δυτικοευρωπαϊκά κέντρα ε­ξουσίας, που δύσκολα θα συνέρχονταν από τις εξεγέρσεις του 1830.
Το ζήτημα της εγγύησης τέθηκε λοιπόν ως προϋπόθεση για να στηθεί και να επιβιώσει μια νέα εξουσία στην Ελλάδα, υπό τη σκέπη μιας μοναρχίας και η εγ­γύηση κανονίστηκε με την ίδια τη διεθνή συμφωνία που καθόρισε . την πολιτειακή τύχη του βαλκανι­κού κρατιδίου, τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1832. Με τη Συν­θήκη αυτή μεταξύ των "Προστάτι­δων" και του βασιλιά της Βαυα­ρίας, ο γιος του τελευταίου, ο α-
Ο Οθων.
Ο Ανήλικος Όθων, απέκτησε το ελληνικό Στέμμα και προικοδοτήθηκε με δάνειο 60.000.000 με ειδική
ρήτρα της Συνθήκης, οι Δυνάμεις ανέλαβαν να εγγυηθούν τις ομολογίες.
Διεθνής
Οικονομικός Έλεγχος
Από την άλλη πλευρά, ο νέος μονάρχης της Ελλάδας και, κατά προέκταση, οι ελληνικές κυβερνήσεις ανέλαβαν τη ρητή υποχρέωση να διαθέτουν με απόλυτη προτεραιότητα τις κρατικές ει
σπράξεις για την πληρωμή του τοκοχρεολυσίου. Σε περίπτωση παράβασης αυτού του όρου, οι εγγυήτριες είχαν το δικαίωμα να επιβάλουν διεθνή οικονομικό έλεγχο, δηλαδή να ελέγχουν τις τελωνειακές εισπράξεις του ελληνικού κράτους. Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε
να επιτρέψει ακόμη μια επέμβαση στρατιωτικού τύπου - αυτή ήταν, τουλάχιστον, η ερμηνεία της Συνθήκης που υποστήριζαν οι Δυνάμεις.
Το κείμενο του άρθρου, σε ελεύθέρη μετάφραση, έχει ως εξής:
Για την πληρωμή του τόκου και του χρεολυσίου των οποιωνδήποτε τμημάτων του δανείου, τα οποία ενδεχομένως θα εισπραχθούν με την εγγύηση των τριών
Στεμμάτων, ο ηγεμών της Ελλάδας και το ελληνικό κράτος θα εί­ναι υπόχρεοι να διαθέτουν τα πρώτα κατά σειρά εισπράξεως δημόσια έσοδα με τέτοιο τρόπο, ώστε οι εις χρήμα εισπράξεις του ελληνικού δημοσίου ταμείου να αφιερώνονται κατά προτεραιότη­τα στην πληρωμή του τόκου και του χρεολυσίου και να μη χρησι­μοποιούνται για κανέναν άλλον σκοπό μέχρις ότου να έχουν πλή­ρως εξασφαλισθεί, για το εκά­στοτε τρέχον έτος, οι πληρωμές (τοκοχρεολυσίων) έναντι των τμη­μάτων του (δανείου) που θα ει­σπραχθεί (έως το εν λόγω έτος α­πό την Ελλάδα) με την εγγύηση των τριών Στεμμάτων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία). Ο τρόπος με τον οποίο οι Δυνά­μεις έδωσαν τις εγγυήσεις τους ήταν επιβλαβής για τα ελληνικά συμφέροντα.
Το δάνειο χωρίστηκε σε τρεις σειρές των 20.000.000. Αρχικά, η εγγύηση δόθηκε μόνο για τα δύο πρώτα τμήματα. Από αυτά, περίπου 11.000.000 καταβλή­θηκαν στην Τουρκία για την εξα­γορά των επαρχιών Ευβοίας, Φθιώτιδος, και Φωκίδος, 2.000.000 συμψηφίσθηκαν με την εξόφληση παλαιών οφειλών, κυρίως των προκαταβολών που είχαν δοθεί στον Καποδίστρια έτσι, από τα 40.000.000 απέμει­ναν περίπου 27.000.000.


«Η πενία του δημοσίου»
Έτσι κι αλλιώς, το ποσό των 27.000.000 δεν επαρκούσε. Η ελληνική κυβέρνηση πιεζόταν α­πό την πενία του δημοσίου ταμεί­ου και τις δαπάνες της βαυαρι­κής διοίκησης, στις οποίες και α­φιέρωσε ολόκληρο το ποσό. Ελά­χιστα ήταν τα κονδύλια που μπό­ρεσε να διαθέσει για την υποδο­μή της οικονομίας, και αυτά ανα­βάλλοντας ή αναστέλλοντας τις πληρωμές τοκοχρεολυσίων και αυξάνοντας έτσι ακόμη περισσό­τερο το δημόσιο χρέος. Όπως παραδέχτηκαν σε μεταγενέστερη έκθεση τους για το δάνειο οι ίδιοι οι Γάλλοι:
Η διοίκηση ανατέθηκε σε ανθρώ­πους κατά το πλείστον ξένους και άπειρους και η Αντιβασιλεία, ενώ έπρεπε (...) να αποκλείσει και το παραμικρό περιττό έξοδο μπρο­στά στο πλήθος των δαπανών που ήταν απολύτως αναγκαίες, σπατάλησε το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος του Δανείου σε ά­χρηστα πράγματα, όπως ήταν η πολυέξοδη συντήρηση ενός βαυ­αρικού σώματος στρατού (...). Πράγματι, ολόκληρο το ποσό το "κατεσώτευσαν" οι Βαυαροί στους μισθούς της διοίκησης τους και, κυρίως του βαυαρικού στρατού. Με χαρακτηριστική φρασεολογία, ένα φυλλάδιο του 1843 κατηγορεί τους Βαυαρούς Επιπεσόντας ακορέστως επί των δημοσίων ημών θησαυρών (...) Τα δανεισθέντα εθνικά χρήματα των εξήκοντα εκατομμυρίων, με-τεφέρθησαν σχεδόν ολόκληρα
εις την πατρίδα των, ίνα τοις χρησιμεύσωσι μετά την επάνοδόν των.

Το κόστος των Βαυαρών
Η διατύπωση είναι εμπαθής, αλ­λά η μαρτυρία συμφωνεί με την κοινή λογική: με δεδομένο το χαμηλό κόστος ζωής στην Ελλάδα, ένα μέρος των βαυαρικών αμοι­βών δεν ήταν δυνατόν να δαπανήθηκε στην εγχώρια αγορά. Επομένως, οι μισθοδοτικές στρα­τιωτικές δαπάνες δεν ωφέλησαν ούτε εμμέσως την ελληνική οικο­νομία. Είναι αλήθεια επίσης, ότι τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του το βαυαρικό σώμα κόστισε το τεράστιο ποσό των 4.748.050 δραχμών, περίπου το μισό ενός μέσου Προϋπολογισμού και το σύνολο των στρατιωτικών δαπα­νών της ενδεκαετίας 1833-1843 έμελλε να φθάσει τις 67.344.044 δραχμές. Αλλά και οι επικριτές, Έλληνες και Γάλλοι, ήταν υπερβολικοί- οι μεν Έλλη­νες υπερέβαλλαν από αντιπολι­τευτικό συμφέρον ή από αντιμο­ναρχικό φανατισμό, οι δε Γάλλοι, επειδή οι αντιμοναρχικές τους ε­πικρίσεις ωφελούσαν το γαλλικό κόμμα και υπηρετούσαν την γαλ­λική επιρροή στην Ελλάδα. Υπερβολικές, λοιπόν, οι επικρί­σεις, η παρουσία στρατιωτικής δύναμης, έστω ξενικής προέλευ­σης, ήταν αναγκαία για την επι­βίωση του κράτους. Οι διαμάχες που χώριζαν στο παρελθόν τις έ­νοπλες ομάδες και παρατάξεις ξέσκιζαν τη χώρα σε μικρά τοπι­κά φέουδα με ασαφή όρια και ε­ξωθούσαν όλα τα κοινωνικά στρώματα στην αναρχία, σε καθολική ανομία και στη συνακόλουθη κατάλυση κάθε έννοιας νομιμότη­τας. Αυτή η κατάσταση δεν μπο­ρούσε να αφεθεί ανεξέλεγκτη. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν τερά­στιες σε σχέση με τις ισχνές δη­μόσιες εισπράξεις, και το δάνειο μόλις επαρκούσε για να τις καλύ­ψει, ενώ, προφανώς, άλλες ήταν οι επιτακτικές ανάγκες που έπρε­πε να αντιμετωπίσει.
Τα τοκοχρεολύσια
Οι τεράστιες στρατιωτικές δαπά­νες, συνδυασμένες μάλιστα με διοικητικές δαπάνες επίσης διο­γκωμένες, δεν ήταν το μόνο πρό­βλημα του δημοσίου ταμείου. Υπήρχαν και τα τοκοχρεολύσια του δανείου, που είχαν αρχίσει να τρέχουν. Οι πρώτες δόσεις τους άρχισαν να καταβάλλονται α­μέσως μετά την είσπραξη των πρώτων δόσεων από το κεφά­λαιο. Πρόκειται για τυπική περί­πτωση δημοσίου χρέους που έχει εισέλθει σε φαύλο κύκλο. Πράγ­ματι, την 1η Μαρτίου 1836, στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, ο εκ­πρόσωπος του Όθωνα δήλωσε απεριφράστως ότι ολόκληρο το ποσό που είχε εισπραχθεί από τις δύο πρώτες σειρές είχε ήδη εξα­ντληθεί και ότι το δημόσιο ταμείο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την εξαμηνιαία δόση των τοκο­χρεολυσίων, που ήταν ληξιπρόθε­σμη, εκτός αν οι Δυνάμεις δέχο­νταν να εγγυηθούν αμέσως και την τρίτη σειρά, ώστε να εισπρα­χθεί ένα ποσό και να εξοφληθεί η δόση.
Οι Δυνάμεις αρνήθηκαν και το ελ­ληνικό κράτος ανέστειλε άλλη μία φορά τις πληρωμές του.





Η αναστολή πληρωμών
Από το 1836 και έπειτα, η ελληνι­κή κυβέρνηση δικαιολογούσε την αναστολή των πληρωμών με το ε­πιχείρημα ότι οι Δυνάμεις δεν ε­κτελούσαν την υποχρέωση τους να εγγυηθούν το τρίτο τμήμα του δανείου, τα τελευταία 20.000.000, και εκείνες αντέστρεφαν το επιχείρημα και αρνιό­ταν την εγγύηση, λέγοντας ότι οι Έλληνες δεν επλήρωναν. Η εγ­γύηση έγινε ένα απλό μέσο πίε­σης στο οπλοστάσιο των Προστά­τιδων Δυνάμεων, ενώ ήταν ανα­γκαία προϋπόθεση για να λειτουρ­γήσει και να αποδώσει το Δάνειο.
Πράγματι, οι Δυνάμεις έδωσαν τε­λικώς τις εγγυήσεις τους όχι για ολόκληρο το ποσό της τρίτης σει­ράς, αλλά μόνο για ένα τμήμα της κάθε χρόνο, όσο χρειαζόταν για να πληρώνονται τα τοκοχρεολύσια των δύο προηγουμένων σει­ρών. Έτσι ανατροφοδοτήθηκε ο φαύλος κύκλος ενός δανεισμού που θα αναπαράγεται στο εξής συνεχώς. Όταν δινόταν η εγγύηση για το τμηματικό ποσό, τα χρήμα­τα πήγαιναν κατευθείαν στα τοκοχρεολύσια. Και ενώ το χρέος της Ελλάδας αυξανόταν με το ισόπο­σο, το ταμείο της δεν εισέπραττε ούτε μία δραχμή.

Περιπλοκές
Το 1843 το ονομαστικό κεφάλαιο του εξωτερικού δημοσίου χρέους της χώρας είχε ανέλθει σε 130.000.000 χρυσά φράγκα. Αντιστοιχούσε, δηλαδή, σε 14 ε­τών φορολογικά έσοδα της χώ­ρας ή περίπου στο 156% του ΑΕΠ (ακαθάριστο εγχώριο προϊ­όν). Ωστόσο, το ονομαστικό κε­φάλαιο δεν δείχνει το πραγματικό ύψος του εξωτερικού δημοσίου χρέους.
Κανονικά, θα έπρεπε να περιλαμ­βάνει και τους τόκους που δεν εί­χαν καταβληθεί, ποσό που ήταν υπό αμφισβήτηση. Άλλα ποσά α­ποδεχόταν το ελληνικό κράτος, άλλα απαιτούσαν οι ομολογιούχοι του δανείου του 1825, άλλα α­παιτούσαν οι Δυνάμεις για το δά­νειο του 1832 και μάλιστα οι α­παιτήσεις των Δυνάμεων δεν ή­ταν ποτέ σαφείς, διέφεραν από τη μία στην άλλη και κυμαίνονταν ανάλογα με τη συγκυρία. Με την πάροδο των ετών, οι περιπλοκές αυτές κατέστησαν αδύνατο τον υ­πολογισμό των οφειλομένων τό­κων. Έκτοτε, όσοι συγγραφείς α­σχολήθηκαν με το θέμα περιορί­ζονται σε εκτιμήσεις. Αυτές τις επιπτώσεις, λοιπόν, εί­χε στο ελληνικό δημόσιο χρέος η τακτική των Δυνάμεων γύρω από το δάνειο του 1832-1833».