θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, November 12, 2011

Ο τελικός σκοπός της ελληνικής τραγωδίας.


Φρίντριχ Νίτσε «Η χαρούμενη γνώση»


Τέχνη και φύση.


— Οι Έλληνες (ή τουλάχιστον οι Αθηναίοι) αρέσκονταν να ακούν τους ανθρώπους να μιλούν ωραία. Τίποτε δεν τους ξεχωρίζει τόσο από τους μη Έλληνες όσο τους ξεχωρίζει αυτή η αληθινά άπληστη τάση. Ακόμη και από το πάθος που εμφανιζόταν στη σκηνή απαιτούσαν να μιλάει ωραία, και άκουγαν με έκσταση τη μη φυσικότητα των δραματικών στίχων. Στη φύση, το πάθος είναι τόσο τσιγκούνικο σε λόγια, τόσο βουβό, τόσο αμήχανο! Ή, όταν βρίσκει λόγια, είναι τόσο συγκεχυμένο και άλογο, ντρέπεται τόσο πολύ για τον εαυτό του! Χάρη στους Έλληνες, όλοι εμείς εξοικειωθήκαμε μ' αυτή τη μη φυσική θεατρική σύμβαση, όπως ακριβώς ανεχόμαστε πρόθυμα, χάρη στους Ιταλούς, εκείνη την άλλη μη φυσική σύμβαση: το πάθος που τραγουδάει. — Γεννήθηκε μια ανάγκη μέσα μας που δεν μπορεί να την ικανοποιήσει η πραγματικότητα: να ακούμε τους ανθρώπους να μιλούν ωραία και διεξοδικά ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις μαγευόμαστε όταν ο τραγικός ήρωας εξακολουθεί να βρίσκει λέξεις, αιτίες, να κάνει εύγλωττες χειρονομίες και, γενικά, να διατηρεί τη διανοητική του διαύγεια εκεί όπου η ζωή πλησιάζει σε βάραθρα και οι πραγματικοί άνθρωποι χάνουν το μυαλό τους και ασφαλώς την ωραία γλώσσα. Αυτό το είδος απόκλισης από τη φύση είναι ίσως το πιο ευχάριστο έδεσμα για την ανθρώπινη περηφάνια: για χάρη της ο άνθρωπος αγαπά την τέχνη ως έκφραση μιας υψηλής, ηρωικής μη φυσικότητας και σύμβασης. Δίκαια κατηγορούμε ένα δραματικό ποιητή όταν δεν μετατρέπει τα πάντα σε λογική και λέξεις, αλλά κρατάει πάντα στα χέρια του ένα υπόλοιπο σιωπής- και δυσαρεστούμαστε μαζί του όπως δυσαρεστούμαστε με το συνθέτη όπερας που δεν μπορεί να βρει μελωδίες για τα υψηλότερα αισθήματα αλλά μόνο ένα παθιάρικο «φυσικό» τραύλισμα και κραύγασμα. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να αντικρούεται η φύση. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει η χυδαία γοητεία της ψευδαίσθησης να παραχωρεί τη θέση της σε μια ανώτερη γοητεία. Σ' αυτόν το δρόμο οι Έλληνες προχώρησαν μακριά, πολύ μακριά, τρομαχτικά μακριά! Όπως ακριβώς έκαναν τη σκηνή ό σο το δυνατόν πιο στενή και απαγόρευσαν τα εφέ που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα βαθύ φόντο όπως ακριβώς απαγόρευσαν στον ηθοποιό το μιμικό παιχνίδι και την ευκολία στην κίνηση και τον μετέτρεψαν σε επίσημο, άκαμπτο και προσωπιδοφόρο μπαμπούλα — έτσι αφαίρεσαν και από το πάθος κάθε βαθύ φόντο, επιβάλλοντας του όμως το νόμο της ωραίας ομιλίας. Πράγματι, έκαναν τα πάντα για να εξουδετερώσουν το στοιχειώδες εφφέ των εικόνων που μπορούσαν να προκαλέσουν φόβο και οίκτο — γιατί οι Έλληνες δεν ήθελαν τον φόβο και τον οίκτο. Άξιος και πανάξιος ο Αριστοτέλης! Σίγουρα όμως δεν χτύπησε το καρφί, κι ακόμη περισσότερο το κεφάλι του καρφιού, όταν μίλησε για τον τελικό σκοπό της ελληνικής τραγωδίας. 38 Δείτε απ' αυτήν την άποψη τους Έλληνες τραγικούς ποιητές για να βρείτε τι κέντρισε πρωτίστως τον ζήλο τους, την εφευρετικότητα τους, το συναγωνισμό τους: σίγουρα δεν ήταν η πρόθεση να συντρίψουν το θεατή με τα αισθήματα. Ο Αθηναίος πήγαινε στο θέατρο για να ακούσει ωραίες ομιλίες. Και οι ωραίες ομιλίες ήταν αυτό που απασχόλησε τον Σοφοκλή: ας μου συγχωρεθεί αυτή η αίρεση!

— Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά με τη σοβαρή όπερα. Όλοι οι τεχνίτες της φροντίζουν να μας εμποδίσουν να καταλάβουμε τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν.