θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, May 22, 2011

Η υποβαθμισμένη θέ­ση τῆς γυναίκας στον Χριστιανισμό και η πολὺ σημαντική θέ­ση της στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ κοινωνία


H προπαγάνδα τοῦ δόγματος, ποὺ ἐπιβλήθηκε τοὺς τελευταίους 17 αἰῶνες στὸν τόπο μας, διαδίδει, ὅτι ἡ θέση τῆς γυναίκας στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἦταν ἄθλια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστιανισμοῦ βελτιώθηκε. Πρό κει ται πε ρὶ ἀ ναί σχυν του ψεύ δους: Ἀ πὸ τὶς δώ δε κα ὀ λύμ πι ες θε ό τη τες οἱ ἕ ξι εἶ ναι γυ ναῖ κες· ἡ Ἑλ λη νι κὴ Μυ θο λο γί α πε ρι λαμ βά νει πλῆ θος θη λυ κῶν μορ φῶν ὅ πως Θέ μι δα, Μνη μο σύ νη, Μῆ τις, Εὐ ρυ νό μη (τέσ σερις σύ ζυ γοι τοῦ ∆ί α), Νύμ φες, Μοῦ σες, Νη ρη ί δες, Χά ρι τες, Ὧ ρες, Ἐ ρι νύ ες κ.ἄ.· πα ρὰ τὶς τρα γι κὲς ἀ πώ λει ες τῆς Ἀρ χαί ας Ἑλ λη νι κῆς Γραμ μα τεί ας ἔ χουν δι α σωθῆ τὰ ὀ νό μα τα (καὶ ἐ λά χι στα ἔρ γα) πολ λῶν ἑ κα τον τά δων δι α κε κρι μέ νων σὲ κά ποι ο το μέ α ἀρ χαί ων Ἑλ λη νί δων, ὅ πως ἐ πι στη μό νων (κυ ρί ως μα θη μα τι κῶν κι ἀ στρο νό μων), ποι η τρι ῶν, ἀ θλη τρι ῶν, μου σι κῶν, ἰα τρῶν κ.τ.λ.· οἱ γυ ναῖ κες μπο ροῦ σαν νὰ ἀ να λαμ βά νουν κα θή κον τα ἱ ε ρει ῶν. Ὁ ρό λος ἑ πο μέ νως κι ἡ θέση τῆς γυ ναί κας στὴν ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ κοι νω νί α ἦ ταν πο λὺ ση μαν τι κοί

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν βελτίωσε, ἀλλὰ τοὐναντίον προσπάθησε -καὶ γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες τὸ εἶχε καταφέρει- νὰ ρίξῃ τὴ γυναῖκα στὸ χαμηλότερο σκαλὶ τῆς κοινωνίας, θεωρῶντας την κατώτερο ὂν καὶ ὑπαίτια γιὰ ὅλα τὰ κακὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄς δοῦμε τὶς βασικώτερες ἐπίσημες χριστιανικὲς θέσεις ἔναντι τῆς γυναίκας:
• «Κάθε γυναῖκα…μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλὴ ἐξευτελίζεται…∆ιότι, ἐὰν ἡ γυναῖκα δὲν καλύπτεται, ἂς κουρεύεται … Ἐὰ ν εἶναι αἰσχρὸ γιὰ τὴ γυναῖκα νὰ κουρεύεται ἢ νὰ ξυρίζεται, τότε ἂς καλύπτεται…Κάθε ἄνδρας…ἔχων καλυμμένη τὴν κεφαλή του ἐξευτελίζεται…Ὁ ἄνδρας δὲν ὀφείλει νὰ καλύπτῃ τὴν κεφαλή του, διότι ὑπάρχει ὡς εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ. ∆ὲν ἐπλάσθη ὁ ἄνδρας γιὰ τὴ γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα γιὰ τὸν ἄνδρα…Οἱ γυναῖκες στὶς ἐκκλησίες ἂς σιωπήσουν. ∆ὲν ἐπιτρέπεται σ’ αὐτὲς νὰ ὁμιλοῦν, ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται, καθὼς ὁ (μωσαϊκός) νόμος λέγει…Ἂν θέλουν νὰ μάθουν κάτι, ἂς ρωτοῦν στὸ σπίτι τοὺς ἄνδρες τους» («A΄ πρὸς Κορινθίους», ια΄ 4-12, ιδ΄ 31-40).

«Οἱ γυναῖκες, ὅταν ὑποτάξουν κάποιον στὴν ἐξουσία τους, τὸν καθιστοῦν εὐκολοκυρίευτο ἀπὸ τὸν ∆ιάβολο, περισσότερο ἀπρόσεκτο, ζωηρότερο, ἀδιάντροπο, ἀνόητο, ὀξύθυμο, θρασύ, ἐνοχλητικό, ταπεινό, ἀπότομο, ἀνελεύθερο, δουλοπρεπῆ, αὐθάδη, φλύαρο καὶ μὲ μία λέξη ὅλα τὰ γυναικεῖα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν αὐτές, τὰ ἀποτυπώνουν στὴν ψυχή του. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαρκῶς βρίσκεται μαζὶ μὲ γυναῖκες μὲ τόση συμπάθεια καὶ μεγαλώνει μὲ τὴ συναναστροφή τους, νὰ μὴν γίνῃ ἀγύρτης καὶ ἀργόσχολος καὶ μηδαμινός. Κι ἂν λέῃ κάτι, ὅλα θὰ εἶναι λόγια των ἀργαλειῶν καὶ τῶν μαλλιῶν, ἐπειδὴ ἡ γλῶσσα του θὰ ἔχῃ μολυνθῆ ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν γυναικείων λόγων. Καὶ ἂν κάνῃ κάτι, τὸ κάνει μὲ πολλὴ δουλοπρέπεια, ἐπειδὴ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἁρμόζει στοὺς Χριστιανοὺς καὶ γιὰ κανένα σπουδαῖο κατόρθωμα δὲν εἶναι χρήσιμος» (Ἰωάννης Χρυσόστομος, ∆΄ Λόγος «περὶ Νηστείας καὶ Σωφροσύνης»).

• Ἡ γυναῖκα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι «μόλυνση». Ἡ ἐρωτικὴ συνεύρεση μαζί της (ὅ,τι πιὸ φυσικὸ δηλαδὴ μπορεῖ νὰ συμβῇ στοὺς ἀνθρώπους) ἀποτελεῖ αἰτία μολύνσεως ὄχι μόνο γιὰ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ψυχή. Γὶ’ αὐτὸ ἐξαίρονται ἐκεῖ νοι, «ποὺ δὲν μο λύν θη καν ἀ πὸ τὶς γυ ναῖ κες, για τὶ εἶ ναι παρ θέ νοι» («Ἀ πο κά λυ ψη», ιδ΄ 4). Ἂν νομίσετε ὅτι τὸ ἀ πό σπα σμα αὐ τὸ μι λᾷ γιὰ ἐ ρω τι κὴ συ νεύ ρε ση, γυ ρί στε τὴν Και νὴ ∆ι α θή κη σας πιὸ μπρο στά, στὸν Ματ θαῖ ο (ε΄ 28) καὶ δι α βά στε τὰ λό για τοῦ ἴ διου τοῦ Ἰ η σοῦ: «κι ἐ γὼ σᾶς λέ γω ὅ τι αὐ τὸς ποὺ βλέ πει μί α γυ ναῖ κα καὶ τὴν ἐ πι θυ μεῖ, ἤ δη ἐ μοί χευ σε μέ σα στὴν καρ διά του». • Ο ΙΑ΄ Κα νό νας τοῦ Ἰ ω άν νη τοῦ Νη στευ τῆ (βλ. «Πη δά λιον», «∆», τ. 274, Νοέμ. 2004) ἐ πι βάλ λει 40 μέ ρες ξη ρο φα γί α (δη λα δὴ μό νο ψω μὶ καὶ νε ρό) καὶ 100 με τά νοι ες ἡ μερη σί ως (ἤ τοι 4.000 συνολικὰ) καὶ ἀ πο χὴ ἀ πὸ τὴν κοι νω νί α σὲ κά θε γυ ναῖ κα, ποὺ θὰ δε χθῇ «ἀ σπα σμοὺς ἀν δρός» καὶ «ἐ πα φὲς χω ρὶς ὡ στό σο νὰ δι α φθα ρῇ». Ἂν δι α φθα-ρῇ κι ό λας, μαῦ ρο φί δι ποὺ τὴν ἔ φα γε.
Οἱ ἐ πι στο λὲς εἶ ναι πο λὺ σα φεῖς, ὅ σον ἀ φο ρᾷ στὴν ἐ πί ση μη θέ ση τοῦ Χρι στι α νι σμοῦ ἀ πέ ναν τι στὴ γυ ναῖ κα: «Ἡ γυ ναῖ κα δὲν ἐ ξου σιά ζει τὸ ἴ διο της τὸ σῶ μα, ἀλ λὰ ὁ ἄν δρας» («Α΄ πρὸς Κο ριν θί ους», ζ΄ 4). «Οἱ γυ ναῖ κες νὰ ὑ πο τάσ σε σθε στοὺς ἄν δρες σας στὰ πάν τα» («πρὸς Ἐ φε σί ους», ε΄ 22-24). «Οἱ γυ ναῖ κες νὰ ὑ πο τάσ σε σθε στοὺς ἄν δρες» («πρὸς Κο λοσ σα εῖς», γ΄ 18). «Ὁ μοί ως οἱ γυ ναῖ κες ὑ πο τασ σό με νες στοὺς ἄνδρες τους» («Α΄ Πέ τρου», γ΄ 1). Νο μί ζω ὅ τι δὲν δι έ φυ γε τῆς προ σο χῆς σας, ἀ γα πη τὲς ἀ να γνώ στρι ες, ἡ ἐ πα νά λη ψη τοῦ ρή μα τος «ὑ πο τάσ σο μαι». Σὲ πε ρί πτω ση ποὺ δὲν ἐν νο ή σα τε κα λῶς τὴ ση μα σί α του, σᾶς πλη ρο φο ρῶ, πὼς ση μαί νει «ἐξ-ου σι ά ζο μαι», «ὑ πο δου λώ νο μαι». Πό σο μα κριὰ βρί σκον ται ὅ λα αὐ τὰ ἀ πὸ τὸν ἑλ λη νι κὸ τρό πο σκέ ψης; «Για τί ὁ ἄν τρας ὁ γεν ναῖ ος καὶ μυ α λω μέ νος τὴ γυ ναῖ κα του ἀ γα πᾷ καὶ φρον τί ζει» (Ὁ μή ρου, Ἰ λιὰς Ι, 341-342).

Χρι στι α νι κὴ κα τή χη ση
Πα ρ’ ὅ λα αὐ τὰ τὰ προ πα γαν δι στι κὰ χρι στι α νι κὰ φυλ λά δια κι οἱ ἑλ λη νορ θόδο ξοι ἑλ λα δέμ πο ροι τῶν τη λε ο πτι κῶν δια ύλων δι α τεί νον ται, πὼς ὁ Χρι στια νι σμὸς «διὰ τῆς ἠ θι κῆς του δι δα σκα λί ας ἐ ξύ ψω σε τὴ θέ ση τῆς γυ ναί κας καὶ κα θι έ ρω σε τὴν ἰ σό τη τα τῶν φύ λων». Πό τε τὸ ἔ κα νε αὐ τὸ καὶ σὲ ποι ά πε ρί πτω ση, ἀ φοῦ ἀ κό μα καὶ τὴ στιγ μὴ ποὺ παν τρεύ ε ται (ὑ παν δρεύ ο μια = τί θε μαι ὑ πὸ τὸν ἄν δρα) ἡ Ἐκ κλη σί α τῆς ἐ πι τάσ σει νὰ δι ε ξά γῃ τὰ συ ζυ γι κά της κα θή κον τα ὑ πὸ τὸ κα θε στὼς τοῦ «φό βου» τοῦ συ ζύ γου της; ∆ὲν ὑ πάρ χει, νο μί ζω, κα νέ νας Ἕλ λη νας, ποὺ νὰ μὴν γνω ρί ζῃ τὴ φρά ση: «…ἡ δὲ γυ νὴ ἵ να φο βῆ ται τὸν ἄν δρα» («πρὸς Ἐ φε σί ους» ε΄ 33). Νὰ «φο βῆ ται», ὄ χι νὰ ἐ κτι μᾷ ἢ νὰ σέ βε ται.
Ὁ δι α χω ρι σμὸς τῶν δυ ὸ φύ λων κα τὰ τὶς ὧ ρες τῆς λα τρεί ας εἰ σή χθη ἀ πὸ τὰ πρῶ τα κι όλας χρό νια, καὶ ἐ πί δρα ση σ’ αὐ τὸ εἶ χε ἡ ἴ δια συνήθεια στὶς ἰ ου δα ϊ κὲς συ να γω γὲς (Φί λων, «πε ρὶ Βί ου Θε ω ρη τι κοῦ»3): «Χω ρι στὰ οἱ ἄν δρες καὶ χω ρι στὰ οἱ γυ ναῖ κες» (προ φή της Ζα χα ρί ας, ιβ΄ 12-13). Γιὰ τὸν Παῦ λο («Α΄ πρὸς Κο ριν θί ους», ζ΄ 1) ἡ γυ ναῖ κα δὲν εἶ ναι κἄν ἄν θρω πος: «Εἶ ναι κα λὸ ὁ ἄν θρω πος νὰ μὴν ἀγ γί ζῃ γυ ναῖ κα». Τὸ ἴ διο καὶ γιὰ τὸν Ἰ η σοῦ: «ἕ νε κεν τού του κα τα λεί ψει ἄν θρω πος τὸν πα τέ ρα αὐ τοῦ καὶ τὴν μη τέ ρα, καὶ προ σκολ λη θή σε ται πρὸς τὴν γυ ναῖ κα αὐ τοῦ» («κα τὰ Μᾶρ κον», ι΄ 7).
Οἱ γυ ναῖ κες μέ σα στὸ Χρι στι α νι σμὸ εἶ ναι κα τώ τε ρες ἀ πὸ τὸ νό μο καὶ τὴ φύ ση, ὑ πο κείμε νες σὲ μί α κα τά στα ση μό νι μης τι μω ρί ας γιὰ τὸ προ πα το ρι κὸ ἁ μάρ τη μα καὶ ἀ κά θαρτες. ∆ὲν εἰ σέρ χον ται στὸ «Ἅ γιον Βῆ μα» τῶν ἐκ κλη σι ῶν, δὲν φο ροῦν ἱ ε ρὰ ἄμ φια, δὲν ἀγ γί ζουν ἱ ε ρὰ ἀν τι κεί με να καὶ δὲν λαμ βά νουν κοι νω νί α ἐ νῷ αἱ μορ ρα γοῦν. Ἐ πι πλέ ον, ὅ πως εἴ δα με, ὀ φεί λουν νὰ κα λύ πτουν τὰ κε φά λια τους, γιὰ νὰ δη λώ νουν ἔ τσι ὅ τι εἶ ναι ὑ πό δου λες στοὺς ἄν τρες τους, ἀλ λὰ καὶ για τί δὲν ἀ πο τε λοῦν αὐ θύ παρ κτα ὄν τα.
Τὸ πρότυπο τῆς γυναίκας, ὅπως τὴ
θέλει ὁ χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος ὅμως
διατείνεται ὅτι δῆθεν τῆς ἐξύψωσε
τὴ θέση.
Ὁ ΙΖ΄ κανόνας τῆς τοπικῆς Συνόδου τῆς Γάγγρας (340 μ.Χ.), ποὺ δὲν ἔχει καταργηθῆ ἕως σήμερα, ἀπαγορεύει στὶς γυναῖκες νὰ κουρεύουν τὰ μαλλιά τους. Μερικὰ χρόνια ἀργότερα ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος (ὁ ἐπονομαζόμενος Μέγας) διέταξε μὲ νομοθεσία νὰ ἐκδιώχνωνται ἀπὸ τὴν ἐκκλησία οἱ γυναῖκες ποὺ ἔχουν κοντὰ μαλλιά, ἐνῷ, ἂν κάποιοι ἀρχιερεῖς τύχῃ καὶ τὶς δεχθοῦν, νὰ καθαιροῦνται.
• Οἱ ἐπιλεγόμενοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν καλύτερη γνώμη γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, πρῶτος στὴ σειρὰ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Ὠριγένη, γράφει στὸ βιβλίο του «Παιδαγωγός» 2.33: «Μία γυναῖκα, ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψη μας ποιά εἶναι ἡ φύση της, πρέπει νὰ αἰσχύνεται γι’ αὐτήν».
• Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὑποστηρίζει: «Μὲ τὶς γυναῖκες δὲν εἶναι ἀσφαλὲς οὔτε ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφασίζῃ κανείς» («Α΄ περὶ εἰδωλολατρείας», ἀπὸ τὸ ἔργο του «κατὰ Ἑλλήνων» -ὡραῖος τίτλος!).
Ὁ Μέγας Βασίλειος (ὁ Ἁγιοβασίλης) περιγράφει τὶς σχέσεις τῶν δύο φύλων στὸ πλαίσιο τῆς ὀρθόδοξης οἰκογένειας: «Ἡ γυναῖκα δὲν ἔχει τὴν ἄδεια νὰ ἀφήνῃ τὸν ἄνδρα της, ἀλλά, κι ἂν δέρνῃ αὐτὴν ἐκεῖνος, πρέπει νὰ ὑπομένῃ κι ὄχι νὰ χωρίζεται, κι ἂν τὴν προῖκα της ξοδεύῃ, κι ἂν σὲ ἄλλες γυναῖκες πορνεύῃ, αὐτὴ πρέπει νὰ καρτερῇ. Ὥστε ἡ μὲν γυναῖκα, ἡ ἀφήσασα τὸν ἄνδρα της, μοιχαλὶς εἶναι ἂν πάρῃ ἄλλον, ὁ δὲ ἀφεθεὶς αὐτὸς ἄνδρας, ἂν πάρῃ ἄλλη, συγχωρεῖται» («Πηδάλιον», κανὼν Θ΄). Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἡ ἐκμετάλλευση, ὁ ξυλοδαρμὸς καὶ ἡ ὑποβάθμιση -γενικώτερα- τῆς συζύγου εἶναι ἔργο εὐλογημένο.

Ὁ λόγος τοῦ (μισέλληνα προστάτη τῆς παιδείας μας!) Ἰωάννη τοῦ Χρυσόστομου ξεχειλίζει ἀπὸ μῖσος κατὰ τῶν γυναικῶν. Στὸ «Πρὸς τοὺς Ἔχοντας Παρθένους Συνεισά-κτους» διαβάζουμε: «Γενικὰ ἡ γυναῖκα εἶναι ἕνα σκουλήκι ποὺ σέρνεται, ἡ κόρη τοῦ ψεύδους, ὁ ἐχθρός τῆς εἰρήνης. Ὁ κατάλογος τῶν ἁμαρτημάτων καὶ τῶν ἀδυναμιῶν της εἶναι ἀτελείωτος: εἶναι ἐλαφρόμυαλη, φλύαρη καὶ ἀκόλαστη. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι παθιασμένη μὲ τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς δαπάνες. Φορτώνεται μὲ κοσμήματα, πουδρά-ρει τὸ πρόσωπό της, βάφει τὰ μάγουλά της μὲ κοκκινάδι, βάζει μυρωδικὰ στὰ ροῦχα της κι ἔτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα γιὰ τὸν ἐκμαυλισμὸ τῶν νέων. Ὅσος καὶ νὰ εἶναι ὁ πλοῦτος, δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴ γυναικεία ἐπιθυμία. Μέρα καὶ νύκτα ἡ γυναῖκα δὲν σκέπτεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ χρυσάφι καὶ τὰ πολύτιμα πετράδια, τὰ πορφυρᾶ ὑφάσματα καὶ τὰ κεντήματα, τὶς κρέμες καὶ τὰ ἀρώματα. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ σεξουαλικὴ ἐπιθυμία, κανένας ἄνδρας μὲ τὰ σωστά του δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοιράζεται τὸ σπίτι του μὲ μιὰ γυναῖκα καὶ νὰ ὑφίσταται τὶς ἐπακόλουθες ζημιές, παρὰ τὶς οἰκιακὲς ἐργασίες ποὺ ἐκτελεῖ».
Ὁ ἐπίσκοπος Γάζης Πορφύριος, σὲ ἐκτέλεση τοῦ «ἐς ἔδαφος φέρειν» τοῦ Ἀρκαδίου, τὸ 401 μ.Χ. κατέστρεψε ὅλα τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ ἔργα τέχνης, τὶς δημόσιες κι ἰδιωτικὲς βιβλιοθῆκες κι ἰσοπέδωσε ὅλους τοὺς ἑλληνικοὺς ναοὺς τῆς πόλης. Ὅπως γράφει ὁ συναξαριστής του Μᾶρκος ὁ ∆ιάκονος, ὅταν ὁ Πορφύριος πυρπόλησε καὶ κατέστρεψε τὸ Μαρνεῖον (ξακουστὸ ναὸ τοῦ ∆ιὸς στὴ Γάζα), χρησιμοποίησε τὰ μάρμαρά του γιὰ τὴν πλακόστρωση ἑνὸς δρόμου. Ὅπως περήφανα εἶπε ὁ ἴδιος: «Γιὰ νὰ πατοῦν ὄχι μόνον ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ γουρούνια καὶ ἄλλα ζῷα»! («Βίος Πορφυρίου»).
Ἀπὸ τὰ 77 βιβλία, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ σύνολο τῆς «Ἁγίας Γραφῆς» (50 τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης καὶ 27 τῆς Καινῆς), οὔτε μία λέξη δὲν ἔχει γραφτῆ ἀπὸ γυναῖκα. Ὁ Ἰησοῦς εἶχε δώδεκα μαθητὲς ἀλλὰ καμμία μαθήτρια. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία δὲν ἔχουν πρόσβαση οἱ γυναῖκες. Στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα δὲν ἐπιτράπηκε σὲ κορίτσι νὰ κολυμβή-σῃ γιὰ νὰ πιάσῃ τὸ σταυρὸ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων στὸ Ναύπλιο. Οἱ γυναῖκες δὲν μποροῦν νὰ περπατήσουν στὸ Ἅγιο Ὄρος.
Σκεφθῆτε, πῶς θὰ ἦταν ὁ πλανήτης μας μὲ τὸ μισὸ πληθυσμὸ ἐκπαιδευμένο ὅπως τὸν θέλει ἡ θρησκεία τῶν νομάδων τῆς ἐρήμου.
BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Γιάννης Φώτης, «Τὸ Ἀσθενέστερον “Σκεῦος”», Ἐκδόσεις Μάριος Βερέττας, Ἀθήνα, 2003.
• Γεώργιος Γρηγορομιχελάκης, «Τὸ Βιβλίο ποὺ ἡ Ἐκκλησία σου δὲν Θέλει νὰ ∆ιαβάσῃς», Ἐκδόσεις «∆αδοῦχος», Θεσσαλονίκη, 2002.
• ∆ήμητρα Λιάτσα, «Τὰ Ψέματα ποὺ Λένε γιὰ τὴν Ἑλλάδα», Ἐκδόσεις «∆ήλιος», Θεσσαλονίκη, 2004.
• Νικόλαος Τσίτσος, «Ἡ Θέση τῆς Γυναίκας στὴ Χριστιανικὴ ∆ιδασκαλία», περιοδικὸ «∆αυλός», τεῦχος 236-237.
• ∆ιοτίμα - ∆ημόφιλος: «“Πηδάλιον”: Τὸ ἐπίσημο βιβλίο “ὁδηγιῶν” πρὸς τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἑλλάδος. Πῶς “νομιμοποιεῖται” ὁ σκοταδισμός», περιοδικὸ «∆αυλός», τεῦχος 274.

∆ΑΥΛΟΣ/ τ. 278, Μάρτιος 2005
Κίμων Ἐλευθερίου