θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, December 24, 2010

Οι Έλληνες είναι οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Μεσογείου.





ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ


Οι Έλληνες είναι οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Μεσογείου.
Ασύστατοι αι ανθελληνικαί θεωρίαι των ξένων περί της Ελληνικής φυλής, της Φιλοσοφίας και της Προϊστορίας μας.

Εις την επίδρασιν των παλαιοτέρων πολιτισμών —
Σουμερίων, Άσσυρίων, Βαβυλωνίων, Αιγυπτίων καί Φοινί­κων
— απέδιδαν μέχρι προ τίνος οί σπουδαιότεροι ξένοι Ιστορικοί, φιλόσοφοι καί άλλοι δήθεν «ειδικοί» επιστήμονες την απρόοπτο κατ' αυτούς ανάταση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, πού έσημειώθη μεταξύ των ετών 650 έως 250 π.Χ.
Ανίκανοι, αδιάφοροι, πολλάκις όμως και κακόπιστοι ορισμένοι έκ τών ξένων ιστορικών συγγραφέων καί επιστημόνων επιμελώς άπέφευγον ή δεν ηθέλησαν νά διερευ­νήσουν επισταμένως τά αρχαία ελληνικά κείμενα, όπως έχει άποδειχθή άπό τά κενά καί τάς παραλείψεις πού εμφανίζουν τά συγγράμματα των, διά νά ανεύρουν την έξήγησιν αυτού του φαινομένου. Πιθανώς όμως νά ήτο τού­το και αδύνατον είς αυτούς, διά νά αποδεχθώμεν την
γνώμην τού Αδαμ. Κοραή (Πρόλογος Ελληνικής Βιβλιοθήκης, Παρίσι 1804), διότι προφανώς, όπως έγραψεν ό έξοχος αυτός Ελλην και επιστήμων, ήσαν ανίκανοι νά συλλάβουν την βαθυτέραν έννοιαν ή νά εννοήσουν την εύρυτέραν σημασίαν τού περιεχομένου τών αρχαίων κει­μένων, όπως και τών άλλων σχετικών ελληνικών παρα­δόσεων.
Παρασυρόμενοι οι πλείστοι, εξ αυτών από τάς γνωστάς ανθελληνικάς απόψεις, πού είχαν καταλλήλως δημιουργηθή καί διαδοθή έκτοτε είς όλας τάς χώρας τής Ευ­ρώπης καί τής Αμερικής, κατέφευγαν εις πληροφορίας καί ισχυρισμούς ασυστάτους, αστήρικτους καί ανακριβείς διά νά ενισχύσουν τάς ανθελληνικάς αύτας θεωρίας των.
Και επειδή μετά τάς άνασκαφάς τού Σλήμαν είς τήν Τροίαν και τάς Μυκήνας καί του Έβανς είς τήν Κνωσόν αί άνθελληνικαί αύται θεωρίαι. είχαν κυριολεκτικώς έκμηδενισθή, άλλοι προθυμότατοι καί λίαν εφευρετικοί ξένοι συγγραφείς άνεκαλυψαν εσχάτως νέας μεθόδους καί θεω­ρίας, δια να μειώσουν τήν συμβολήν τών Ελλήνων είς τήν δημιουργία του πολιτισμού καί νά εξυπηρετήσουν γνω­στούς υπόπτους σκοπούς, πού δεν είναι άσχετοι με τάς παλαιάς άνθελληνικάς απόψεις πού γνωρίζαμεν, αφού με­ταξύ τών άλλων διετύπωσαν και τήν νέαν θεωρίαν ότι άπό τού 1200 έως τό 900 π.Χ. ό πληθυσμός τής κυρίως Ελ­λάδος είχε αφανισθεί άπό διαφόρους κλιματικός διαταραχάς, όπως περίοδοι θυελλώδεις πού ήμπόδιζον καί τήν παραγωγήν ή παρατεταμένης ξηρασίας καί αφορίας.
Αποτέλεσμα δε τών κλιματολογικών αυτών διαταραχών ύπήρξεν ή μετακίνησις του πληθυσμού πολλών πόλεων είς τον βορράν διά νά ζήσουν, ή έλλειψις σταθεράς εγκατα­στάσεως καί πνευματικής αναπτύξεως, με έπακόλουθον τον μαρασμόν καί τήν πτώσιν τών Μυκηνών καί διά τον λόγον αυτόν δέν υπάρχουν, κατά τάς θεωρίας αύτάς, πολι­τικοί καί πνευματικαί εκδηλώσεις τών Ελλήνων κατά τήν ως άνω περίοδον. Κατά συνέπειαν μόνον μετά τό 900 π.Χ. καί πάντοτε ύπό τήν επίδρασιν τών παλαιοτέρων πολιτι­σμών τής Μεσογείου ήρχισεν νά αναπτύσσεται ό αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός καί νά εμφανίζεται τό αρχαίον ελληνικό πνεύμα, όπως υποστηρίζουν εσχάτως μεταξύ τών άλλων καί ό Β. Γκόρντον Τζάϊλδ είς τό έργον του «Ή Αρ­χαιότατη Ανατολή» καί ό Ράις Κάρπεντερ είς τό έργον του «Ή πτώσις τών Μυκηνών καί αι κλιματολογικαί επι­δράσεις είς τον πολιτισμόν», πού έδημοσιεύθη είς συνε­χείας καί είς τήν εφημερίδα «Εστία» τον Άπρίλιον τού 1977.
Βεβαίως είναι αληθές ότι ώρισμένοι αρχαίοι συγγρα­φείς, μεταξύ τών οποίων ό Θουκυδίδης καί ό Πλάτων, ανα­φέρουν διαφόρους διαταραχάς τού κλίματος τής Αρχαίας Ελλάδος. Προσφέρομεν εις τους έφευρέτας τών θεωριών αυτών καί τήν πληροφορίαν, ότι καί είς τήν ίστορίαν τού Κόδρου, τού θρυλικού βασιλέως τών Αθηνών (1000 π.Χ. περίπου), αναφέρεται ότι οι κάτοικοι τής Πελοποννήσου εισέβαλαν τότε είς τήν Αττικήν, επειδή κατά τήν έποχήν έκείνην ολόκληρος ή Πελοπόννησος κατεχόμενη ύπό τών Δωριέων, οί όποιοι ώς γνωστόν δεν διεκρίνοντο διά τάς επιδόσεις των είς τήν γεωργίαν, έμαστίζοντο άπό σιτοδείαν καί γενικήν άφορίαν. 'Αλλά ούτε καί ή πληροφορία τής εποχής τού Κόδρου, ούτε αι πληροφορίαι τών άλλων συγγραφέων δύνανται νά στηρίξουν τήν άποψιν ότι είχαν αφανισθεί άπό τήν κακοκαιρίαν, τάς καταιγίδας ή άπό τήν ξηρασίαν καί τήν πείνα οι κάτοικοι τής Νοτίου 'Ελλάδος, όπως υποστηρίζουν οί έξοχοι(;) αυτοί σύγχρονοι συγγρα­φείς, καί φυσικά δεν δύναται νά στηριχθή καί ή άποψις ότι ή καταστροφή τών Μυκηνών ώφείλετο εις κλιματολογι­κάς επιδράσεις, αφού είναι γνωστόν καί ιστορικώς άποδεδειγιμένον, ότι αι Μυκήναι· κατεστράφησαν ύπό των 'Αργείων και πάντως κατά την περίοδον αυτήν αϊ πανάρ­χαιοι έλληνικαι παραδόσεις - παρέχουν απείρους πληρο­φορίας περί υπάρξεως και δράσεως διαφόρων παλαιότα­των ελληνικών φυλών, ατόμων, ηρώων κλπ. εις τον ελληνικόν χώρον.
Παρά ταύτα αι απόψεις αύται και κυρίως οι ισχυρισμοί περί απρόοπτου και αποτόμου εκδηλώσεως του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και καταγωγής τής ελληνικής φυλής άπό Ίνδοευρωπαίους κ.τ.λ. έχουν αρχίσει από τίνος νά διερευνώνται μέ μεγαλυτέραν προσοχήν, διότι και ή αναπτυχθείσα εν τω μεταξύ Ιστορία τής εξελίξεως του ανθρώπου και των πνευματικών του κατακτήσεων, δεν ήτο δυνατόν νά δικαιολογήσουν αυτάς τάς παλαιάς, ασυστά­τους και αναποδείκτους θεωρίας.
Άπόδειξις ότι και ή Μεγάλη Βρεταννική Εγκυκλοπαί­δεια, ή οποία παλαιότερον έφερεν τους Σουμερίους, 'Ασσυροβαβυλωνίους και Αιγυπτίους ώς αρχαιότερους τών Ελλήνων, ήδη είς την νέον έκδοσίν της (1974) είς το άρ­θρον Ευρώπη αναφέρει ώς άρχαιότερον λαόν είς τον χώρον τής Μεσογείου τους κατοίκους τής Ηπειρωτικής Ελλάδος και τής Αίγηίδος.
Κατόπιν τούτου κατέστη φανερόν ότι εις κάποιαν άπωτέραν έποχήν θά έπρεπε νά αναζητηθούν αϊ πρώται άρχαί του ανήσυχου πνεύματος τής ελληνικής φυλής, αι πρώται συστηματικαί παρατηρήσεις από τάς οποίας έξεπήδησαν ώς άστραπαί του ερευνητικού πνεύματος τών Ελ­λήνων αι καταπληκτικοί διαπιστώσεις των, πού κατηύγασαν και καταυγάζουν έκτοτε ώς άνέσπερον φωτεινόν μετέωρον τον πνευματικόν ορίζοντα τής άνθρωπότητος.
Χρειάζεται προς τούτοις νά τονισθή ότι και αι διά δια­φόρων μεθόδων καθωρισμέναι χρονολογίαι εντός τών οποίων ηθέλησαν και επεδίωξαν νεώτεροι επιστήμονες νά περιο­ρίσουν την έμφάνισιν και την έξέλιξιν τού αρχαίου ελληνι­κού πνεύματος είναι το όλιγώτερον αυθαίρετοι, αφού ου­δείς προσκομίζει στοιχεία θετικά ή αποδείξεις αδιάβλητους διά την ακρίβεια τών χρονολογιών που παρατίθενται. Αρχαιολόγοι, Γεωλόγοι, Φιλόσοφοι, Φιλόλογοι καί πλεί­στοι άλλοι έρευνηταί καί επιστήμονες κυριολεκτικώς μα­ταιοπονούν καί παραπαίουν, αφού τά όσα υποστηρίζουν σήμερον ανατρέπονται αύριον άπό άλλας ανακαλύψεις, με αποτέλεσμα αι σχετικοί χρονολογίαι νά είναι ασαφείς καί απαράδεκτοι.
Θύμα έν τούτοις τών αυθαιρέτων αυτών χρονολογικών προσδιορισμών τών ξένων επιστημόνων υπήρξεν χωρίς άμφιβολίαν, προ τών ανασκαφών του Σλήμαν καί τού Έβανς, ή ελληνική Προϊστορία. Άλλα καί ή ελληνική Φιλο­σοφία συμφώνως προς τους αστήρικτους αυτούς χρονολο­γικούς προσδιορισμούς τών ξένων, ανηλεώς άπεκόπη παρ' αυτών, μέ την μέθοδον τού Προκρούστου, από την Προϊστορικήν σύνδεσιν και καταγωγήν της, αφού, κατ' αυτούς, αι σημαντικώτεραι εκδηλώσεις του αρχαίου ελληνικού πνεύματος αρχίζουν κυρίως από τους επτά σοφούς ή μάλ­λον άπό τους προσωκρατικούς! Διότι κατά τους ισχυρι­σμούς τών ξένων μελετητών και συγγραφέων, κατά τών οποίων δυστυχώς ουδεμία αντίδρασις φανερά καί συστη­ματική έξεδηλώθη άπό τους ιδικούς μας πνευματικούς ηγέτες, τά αναφερόμενα προ του 1.200 π.Χ., δηλαδή προ του Τρωικού Πολέμου, είς τά διασωθέντα παλαιότερα ελληνικά κείμενα, θεωρούνται ύπό τών ξένων ώς μυθεύ­ματα ή κατασκευάσματα τών μετέπειτα Ελλήνων, όπως αποδεικνύει καί ή περίπτωσις τών Όρφικών, τά κείμενα τών οποίων όπως καί τάς σχετικός παραδόσεις των κυ­ριολεκτικώς έχουν αγνοήσει καί περιφρονήσει οι ξένοι έρευνηται καί συγγραφείς, άλλα καί οι Έλληνες ειδικοί.
Καί όμως πρό τίνων ετών καί μετά την έν μέρει άνάγνωσιν τής Ελλαδικής Γραμμικής Γραφής Α' καί κυρίως τής Β' καί του δίσκου τής Φαιστού καί μετά τάς διαπιστώσεις τών διαφόρων αρχαιολόγων ότι και είς την Ελλάδα ύ­πήρξεν παλαιολιθικός πολιτισμός, έχει άποδειχθή ότι τά γραπτά κείμενα τής ελληνικής γλώσσης καλύπτουν περίοδον τριών τουλάχιστον χιλιάδων ετών, όσην πλην της κινεζι­κής ίσως ουδεμία άλλη γλώσσα τής υφηλίου καλύπτει καί ότι τόσον οι Μυκηναίοι όσον καί οι Κρήτες ήσαν Έλληνες καί όχι Ινδοευρωπαίοι ή Σκύθαι πού κατήλθον άπό τον Βορράν διά νά... εκπολιτίσουν τους Έλληνας!!...
Αντιθέτως έχει διαπιστωθή ότι Κρήτες τής Μινωικής περιόδου είχαν Ιδρύσει καί αποικίας είς την Άγγλίαν, αρ­χαίοι Έλληνες έδιδαξαν τους προγόνους τών Βίκινγκς την ναυτικήν τέχνην καί τόσον οι Άργοναΰται όσον καί ό Όδυσσεύς είχον φθάσει καί μέχρι της Βορείου καί Νοτίου Αμερικής (βλέπε καί Α' τόμον γράμμα Α τής Εγκυκλο­παίδειας μας) καί επίσης πρέπει - νά διευκρινισθή, ότι έάν , δεν υπάρχουν πολύ πάλαια αρχαία κείμενα αυτό συμβαίνει διότι οί πανάρχαιοι προγονοί μας έγραφον αρχικώς επί ξύλινων σανίδων καί πολύ άργότερον ήρχισαν νά μεταχει­ρίζονται τον λίθον, τον πηλόν καί ακόμη άργότερον τάς διφθέρας καί τον πάπυρον, διά νά γράφουν έπ' αυτών..
Προς ενίσχυσιν δέ τών ανωτέρω άναφέρωμεν καί τάς γενομένας άνασκαφάς είς Θεσσαλίαν του Μιλόισιτς (1957 —1959), των Ούέης, Μυλωνά καί Παπαδημητρίου είς τάς Μυκήνας, του Πουλιανοΰ είς την Χαλκιδικήν, του Δ. Θεοχάρη είς Άλόνησον Σποράδων, του Ε. ΗIGGS είς Ηπειρον (πηγάς Λούρου, περιοχήν Κοκκινόπηλoυ καί σπηλαίου 'Ασπροχάλικο, 1967), του ΤΗ. JACOBSΟΝ είς σπήλαιον Φράχθι Έρμιονίδος καί την γενσμένην αποκρυπτογράφη­σαν του πίνακας της Φαιστού καί πινακίδων τής Γραμμι­κής Γραφής Α' υπό του Καθηγητού VLADIMIR GEORGIEF τών αναγομένων είς τάς αρχάς τής Β' χιλιετηρίδος π.Χ. καί άπό την οποίαν έχει διαπιστωθή ότι μία έκ τών δύο γλωσσών, πού έχουν γραφή αι πινακίδες αύται είναι ή Ελληνική, χρησιμοποιούμενη οπωσδήποτε κατά το 1500 π.Χ. Επίσης αναφέρομεν τάς μετρήσεις διά του C14 (άν­θρακος 14), τάς γενομένας ύπό του GÖTE ÖSTLUNG, αι όποίαι έδειξαν ότι χρονολογημένα ευρήματα ανασκαφών είς Κύπρον ανάγονται είς τάς αρχάς τής Ζ' χιλιετηρίδος π.Χ. καί όχι τής Δ' πού υπεστήριζαν μέχρι πρό τίνος οι αρχαιολόγοι, όπως καί τάς τελευταίας (1964) μετρήσεις διά του C14 τών ευρημάτων τής Νέας Νικομήδειας έν Μακεδονία, αί όποίαι δεικνύουν ότι ταύτα ανάγονται είς την Ζ' επίσης χιλιετηρίδα π.Χ. Σημειωτέον ότι μεταξύ τών έν λόγω ευρημάτων υπάρχουν καί 2000 περίπου απανθρα­κωμένοι σπόροι, έκ τών οποίων αποδεικνύεται δτι οι μακρυνοί εκείνοι πρόγονοί μας έγνώριζον νά καλλιεργούν την γήν καί συνεπώς είχαν ένα προηγμένον πολιτισμόν.
Πάντως είναι τελείως αντιφατικαί αι θέσεις πού ύπεστήριζον καί υποστηρίζουν ώρισμένοι ξένοι. Διότι έφ' όσον έχει άποδειχθή ότι ό ελληνικός χώρος είχε κατοικηθή ύπό γεωργών την Ζ' χιλιετηρίδα π.Χ., πώς είναι δυνατόν ταυτοχρόνως νά τίθενται έν άμφιβόλω αι έλληνικαι παρα­δόσεις περί τής ζωής τών Ελλήνων κατά την Β' χιλιετη­ρίδα; Αι απόψεις αύται, ασφαλώς, αποτελούν το όλιγώ­τερον κατάφωρον άδικίαν καί κακομεταχείρισιν τής Ελλη­νικής Προϊστορίας, διά νά μή είπωμεν καί κακοπιστίαν ε­κείνων, πού υποστηρίζουν παρόμοιας αντιτιθέμενος από­ψεις, αφού όπως είναι γνωστόν κατά την ανωτέρω περίοδο είχαν συμβή καί αναφέρονται ύπό τών ελληνικών πα­ραδόσεων πλείστα όσα γεγονότα πολεμικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά καί κοινωνικά καί έπί πλέον κατονομάζονται εκατοντάδες Ελλήνων πού επρωτοστάτησαν είς αυτά (βλέπε καί Τόμον Α', γράμμα Α τής Εγκυκλοπαίδειας του «ΗΛΙΟΥ»).
Έξ άλλου αι αρχαίαι ελληνικές παραδόσεις καί πλεί­στα κείμενα τών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων σαφώς αναφέρουν ότι πρό του Όμηρου καί του Ησιόδου υπήρ­ξαν καί άλλοι ποιηταί, ραψωδοί καί πνευματικώς ανεπτυ­γμένοι έρευνηταί, όπως ό Όρφεύς καί οί Όρφικοί, πού ήσχολήθησαν με την έρμηνείαν τών φυσικών φαινομένων καί τήν μελέτην τών κοινωνιών καί τών πολιτειών τών αν­θρώπων τής εποχής των.
Δεκάδες γνωστών ή ελάχιστα γνωστών αρχαίων συγ­γραφέων, πού έζησαν κατά διαφόρους περιόδους τής αρ­χαίας εποχής, αναφέρουν τον Όρφέα καί τους Όρφικούς καί παρέχουν πληροφορίας διά τά αρχαία ελληνικά φύλα πού έζησαν καί έδρασαν είς τον έλληνικόν χώρον κατά την προϊστορικήν περίοδον, είς την οποίαν αναμφισβητήτως έζησεν καί έδρασεν καί ό Όρφεύς, όπως αποδεικνύεται πλέον καί άπό αδιάσειστους αστρονομικάς παρατηρήσεις (βλέπε καί άρθρον Όρφεύς). Καί άναψέρομεν ενδεικτικώς μερικούς άπό τους αρχαίους συγγραφείς και τά έργα των, πολλά τών οποίων ύπό τίνων αποδίδονται είς τον Όρφέα καί μεταξύ αυτών του Ιωνος Τραγικού «Τριαγμοί», καί «Ίεροστολικά», Θεογνήτου Θεσσαλού «Νεωτευτικά», Κέρκωνος Πυθαγορείου «Ιεροί Λόγοι», Τιμοκλέους Συρακοσσίου ή Περσινού Μιλησίου «Κρατήρες» καί «Πέπλου δίκτυον», Ζωπήρου Ήρακλεώτου «Θρονισμοί καί Μητρώα», Νικίου του Έλεάτου «Βακχικά», Ήροδίκου Περινθίου « Άδου κατάβασιν», Φαινοδήμου «Αρχαιολογία Αθηναίων», Βροντίνου «Φυσικά», « Ύμνοι», «Κορυβαντικά», «'Ωτοθυτικά», «θυπολικόν», «Άμμοσκοπίαν ή Άμνοσκοπίαν», «Άστρονομίαν», «Καταζωστικόν». «Έπη», «Θεογονίαν» και Όνομαστικόν» καί Όνομακρίτου «Χρησμοί καί τελεταί». (Ό Όνομάκριτος είναι ό κυρίως ασχοληθείς κατ' εντολήν του Πεισι­στράτου πρό του 520 π.Χ. νά συλλέξη τάς αρχαίας Ρα­ψωδίας).
Επίσης ό Όμηρος («Ίλιάς» καί «Όδυσσεια»), ό Η­σίοδος («Εργα και Ήμέραι» καί «Θεογονία»), ό Ηρόδο­τος («Ίστορίαι»), ο Πίνδαρος, ό Αισχύλος, ό Φερεκύδης, ό Δαμαστής, ό Ευριπίδης, ό Αριστοφάνης, ό Ισοκράτης, ό Δημοσθένης, ό Ελλάνικος, ό Εμπεδοκλής, ό Πλάτων («Συμπόσιον», «Κρατύλος», «Ευθύδημος», «Τίμαιος», «Έπιναμίς»), ό Αριστοτέλης («Μεταφυσικά»), ό Θεόφρα­στος, ό Χρύσιππος, ό Αρχιμήδης («Ψαμιμίτης»), ό Πλού­ταρχος («Συμπόσιον» και «Περί άρεσκόντων εις τους Φι­λοσόφους»), ό Παυσανίας («Ελλάδος Περιήγησις», «Ήλειακά»), ό Αιλιανός, ό Δαμασκηνός, ό Παλαίφατος (πε­ρι «Απίστων Ίστορίαι»), ό Ιστορικός Τίμαιος, ό χρονο­γράφος Τιμόθεος, ό Διογένης Λαέρτιος («Βίοι Φιλοσό­φων»), ό Διόδωρος Σικελιώτης («Ιστορική Βιβλιοθήκη»), ό Στράβων, ό Στοβαίος, ό Πρόκλος, ό Τζέντζης, ό Εύσέβιος, ό Κλημης ό Άλεξανδρεύς, ό Σουίδας ή Σούδας, ό Πλίνιος («Φυσική Ιστορία») και άλλοι συγγραφείς ανα­φέρουν είς τά έργα των περί Όρφέως και Όρφικών και των κινήσεων των πανάρχαιων Ελληνικών φύλων είς τον χώρον της κυρίως Ελλάδος και της Μεσογείου.
Άλλα και είς τήν πεντάτομον «'Ωγυγίαν» του Άθαν. Σταγειρίτου (έκδοσις Βιέννης 1815) όπου υπάρχει κάθε σχετική πληροφορία περί Θρησκειών, Θεών, Ηθών, Εθί­μων, Πολιτειών, Ηρώων, Γιγάντων και άλλων εξεχόντων προσώπων όλων των αρχαίων Εθνών και Λαών (Α' τόμος σελ. 221 — 284, Β' τόμος σελ. 1 —258 και Ε' τόμος σελ. 14 — 93), ευρίσκονται σχετικαί πληροφορίαι περί Όρφέως (Α' τόμος σελ. 27 και Γ' τόμος σελ. 141 — 165) και περί Αργοναυτών και Αργοναυτικής Εκστρα­τείας είς τήν οποίαν είχε μετάσχει και ό Όρφεύς.
Φανερόν ώς εκ τούτου είναι ότι δια νά ασχοληθούν με τον Όρφέα και τους Όρφικούς τόσοι αρχαίοι συγγραφείς πρέπει να ύπήρξεν ασφαλώς ό άνθρωπος αυτός, ό ποιη­τής, ό πνευματικός επαναστάτης, όπως αποδεικνύουν τά κείμενα πού αποδίδονται είς αυτόν και συνεπώς δεν είναι πρόσωπον μυθικόν, όπως ίσχυρίζοντο οι ξένοι, οι όποιοι προσεπάθησαν και προσπαθούν νά περιορίσουν τήν εμφάνισιν και τήν άνάπτυξιν του ελληνικού πνευματικού παρά­γοντος είς τά γνωστά χρονολογικά όρια πού έθετον αυ­θαιρέτως, δηλαδή εντεύθεν του 900 π.Χ. με τήν λίαν εύδιάκριτον πρόθεσιν νά προβάλλουν και νά εξάρουν τους πολιτισμούς τών άλλων Λαών της Μεσογείου.
Άλλα και αί Ίνδικαί Βέδαι (Βισνού και Πουράνα) πε­ριέχουν στοιχεία πού ομοιάζουν καταπληκτικώς με ώρισμένα κείμενα τών Ορφικών. Και επειδή αι Ίνδικαί αύ­ται παραδόσεις θεωρούνται πανάρχαιαι λογικόν καί φυσικόν είναι και τά κείμενα τών 'Ορφικών νά θεωρούνται πο­λύ παλαιότερα τών γνωστών χρονολογικών προσδιορισμών τών ξένων περί καταγωγής της ελληνικής φυλής και γρα­φής και εκδηλώσεως του ελληνικού πνεύματος μετά το 900 π.Χ., αφού ακόμη δεν έχει έξακρυβωθή έάν τά Ίνδικά κείμενα είναι παλαιότερα τών Όρφικών ή τά Όρφικά είναι παλαιότερα τών Ινδικών.
Ανεξαρτήτως όμως τών όσων υποστηρίζουν οι ξένοι, ημείς πιστεύομεν — και αυτό αποδεικνύεται ευκόλως έκ τών αρχαίων κειμένων — ότι τά ελληνικά, ορφικά κείμε­να είναι πολύ παλαιότερα τών Ινδικών, αφού και κατά τήν ίστορικήν περίοδον έχουν σημειωθή, όπως γνωρίζομεν, επι­δράσεις έλληνικαί — περίοδος προ και μετά τον Μέγαν Άλέξανδρον — έπί τών Ινδιών και όχι τών Ινδιών επί τών Ελλήνων και προς τούτοις γνωρίζομεν από τήν Ιστορίαν τών εξερευνήσεων και τών διαπιστώσεων τών αρχαίων Ελλήνων Γεωγράφων, ότι οι Ελληνες από τήν παναρχαίαν έποχήν είχαν πλεύσει προς τήν Ίνδικήν και τήν Κίναν α­κόμη, ένώ αντιθέτως ούδαμού αναφέρεται ότι οί Ίνδοι είχον έπισκεφθή και διερευνήσει τήν Δύσιν.
Και ασφαλώς δεν είναι άσκοπον νά προστεθή ότι και είς τήν Ίαπωνίαν ύπηρχεν επί μακρούς αιώνας πολυάν­θρωπος φυλή λευκών (Άϊνού) άλλα και είς τάς Φιλιππίνας, κατά μαρτυρίαν του Ελληνος πλοιάρχου του Ε. Ναυ­τικού Γερ. Κ. Καλαΐτου, όστις έχει διασχίσει διά πλοίου τρεις φοράς τήν υδρόγειον, ευρίσκεται και σήμερον ακόμη ομάς λευκών ανθρώπων, πληροφορίαι που αποδεικνύουν ότι πανάρχαιον Ελληνικόν φυλον — οι Υπερβόρειοι — είχαν φθάσει διά ξηράς είς τήν Απω Άνατολήν καί άλλοι διά θαλάσσης είς τάς Φιλιππίνας, ένώ έμφάνισις Ινδών είς τον ελληνικόν χώρον ούτε έσημειώθη ποτέ ιστορικώς, ούτε κατ' άλλον τρόπον έξηκριβώθη. (Βλέπε και «Ελλη­νες Γεωγράφοι» έκδοσις Βιέννης 1804—1805 καί άρθρα «Κοσμάς Ίνδικοπλεύστης» είς τον παρόντα τόμον της Εγκυκλοπαίδεια μας και άρθρα «Ευήμερος», «Νέαρχος» είς τά ανάλογα άρθρα της Εγκυκλοπαίδειας μας).
Υπάρχει όμως και μία άλλη αναμφισβήτητος άπόδειξις περί τής προϊστορικής τοποθετήσεως του Όρφέως καί τών Όρφικών. Είναι η όμοιότης πού παρουσιάζεται είς τά Ομηρικά έπη με τά Όρφικά, από τήν έπίκλησιν τής θεάς Μσύσης ύπό του Ομήρου. Διότι παρόμοια επίκλησις υ­πάρχει καί είς τους «Υμνους» του Όρφέως και που αποδεικνύει ότι ό Ομηρος άπό τον Όρφέα έλαβεν, έδανείσθη, το έκφραστικόν αυτό σχήμα καί συνεπώς ό Όρφεύς είναι οπωσδήποτε παλαιότερος του Ομήρου καί ασφαλώς περισσότερον άπό ένδεκα γενεάς όπως αναφέρει το Λεξικόν του Σουίδα (τόμος τρίτος σελ. 564 παρ. 654). Αλλωστε αι άστρονομικαί απόψεις τών Όρφικών πού υπάρχουν είς τους Ύμνους κυρίως αποδεικνύουν ότι οι Όρφικοί περί το 2000 π.Χ. έγνώριζον επακριβώς καί αναφέρουν διάφο­ρα αστρονομικά φαινόμενα, τά όποία έχουν επιβεβαιώσει οι σύγχρονοι αστρονόμοι καί φυσικά οί Όρφικοί δεν θά έπληροφορήθησαν αυτά τά φαινόμενα κατά τήν περίοδον πού αναφέρονται άλλα προφανώς θά ήσαν αποτέλεσμα πα­ρατηρήσεων πολλών αιώνων προ τής εποχής πού διετυ­πώθησαν ύπ' αυτών.
Συνεπώς ό ισχυρισμός καί ή άποψις τών ξένων ότι ή Ελληνική φιλοσοφία αρχίζει άπό το 900 ή 1200 π.Χ. καί ότι είναι δημιούργημα τής επιδράσεως άλλων πολιτισμών είναι όχι μόνον απαράδεκτος, αστήρικτος καί ανέντιμος άλλα καί εξοργιστική, αφού ή εποχή κατά τήν οποίαν έζη­σαν ό Όρφεύς καί οι μαθηταί του δεν έχει επακριβώς πρασδιορισθή καί πάντως πρέπει νά ευρίσκεται αύτη καί πέραν του 2500 π.Χ. Άλλα καί άργότερον ακόμη, δηλαδή καί μετά το 1000 π.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίαι αδιά­βλητοι καί συνεπώς θετικαί, παρά τήν φιλότιμον προσπάθειαν δαφόρων ξένων αρχαιολόγων νά προσαγάγουν σχε­τικά στοιχεία άπό άνασκαφάς πού διενήργησαν είς τήν Μεσοποταμίαν, ότι ξένοι λαοί ή πολιτισμοί έγνώριζον δο­ξασίας και θεωρίας όπως αύτάς πού περιέχονται είς τά κείμενα τών Όρφικών (βλέπε καί Χέρμαν Ντίλς «Δοξογράφοι» έκδοσις Βερολίνου 1859 καί «Προσωκρατικοί» Α­ποσπάσματα, έκδοσις 1952 τόμος Α' Όρφεύς σελ. 1 — 19 καί Μουσαίος σελ. 20—27, Ηρόδοτος VIΙ 6, Παυσα­νίας VIII 31, Πλάτων Τίμαιος XVIII 40, Αριστοτέλης Μεταφυσικά XI 1071 καί άρθρον Όρφεύς είς τον παρόν­τα τομον σελ. ζ' καί Όρφικοί είς το ανάλογον άρθρον τής Εγκυκλοπαίδειας μας.
Ό Ορφισμός προς τούτοις, όπως αποδεικνύεται έκ τών κειμένων, ήτο μία διαμορφωμένη θρησκεία καί μάλιστα όχι μόνον πανάρχαια άλλα καί πολύ διάφορος τής γνω­στής παλαιάς ελληνικής θρησκείας του δωδεκαθέου, πού θεωρείται ώς ή αρχαιότερα ελληνική και ευρωπαϊκή θρη­σκεία καί συνεπώς ή θρησκεία τών Όρφικών είναι ασφα­λώς καί είς παγκόσιμιον έπίπεδον αρχαιότερα.
Είναι επίσης γνωστόν ότι ό Όρφισιμός ήτο συγχρόνως καί μία πανάρχαια μυστικιστική κίνησις, όργάνωσις, θεω­ρία ή πίστις, τήν οποίαν καθιέρωσεν είς τήν 'Ελλάδα, είς έποχήν άπροσδιόριστον χρονολογικώς, ό Όρφεύς ή οι οπαδοί του καί πάντως πανάρχαιοι Έλληνες, καί ή οποία σχετίζεται προφανώς καί με τήν λατρείαν του Διονύσου και διετηρήθη ώς ανωτέρα μύησις ώρισμένων επιφανών α­τόμων κυρίως καί μέχρι τών Ιστορικών χρόνων, περιείχετο δέ καί έδιδάσκετο είς τά Ελευσίνια μυστήρια (βλέπε καί άρθρον «Όρφικοί» είς το άνάλογον άρθρον τής Εγκυκλο­παίδειας μας).
Κατά τήν παλαιοτέραν έξ άλλου έποχήν είναι γνωστόν ότι δεκάδες συγγραφέων ήσχολήθησαν με τά Όρφικά και μέ τήν περισυλλογήν τών Όρφιικών η με τήν ζωήν και το έργον αρχαιοτέρων ελληνικών φύλων, πού κατοικούσαν τον ελληνικόν χώρον, όπως οι «Ίδάΐοι Δάκτυλοι», πού κατά τήν παράδοσιν ήσαν καί διδάσκαλοι του Όρφέως, οι Κουρήται, οι Κορύβαντες, οι Κάβειροι, οι Τεχλίνες, οι Λέλεγες, οί Λαπίθαι καί άλλοι πανάρχαιοι λαοί.
Πάντως ό Όνομάκριτος, ό Κέρκωψ, ό Λάσος, ό Ιππαρχος καί άλλοι αρχαίοι επίσημοι άνδρες συγγραφείς καί ποιηταί, όπως ό Αισχύλος, ό Περικλής, ό Πλάτων, ό Ευ­ριπίδης καί άλλοι, πού αναφέρονται είς τά αρχαία κείμενα παρουσιάζονται είς τά σωζόμενα έργα άλλων συγγραφέων τής αρχαιότητος ώς μεμυημένοι είς τόν Όρφισμόν καί διά τον λόγον αυτόν ένδιεφέρθησαν ασφαλώς καί εφρόντισαν νά περισυλλέξουν τάς δοξασίας τών Όρφικών.
Άλλα τά διασωθέντα γνωστά Όρφικά κείμενα καί οι «Υμνοι» που περιέχονται είς αυτά όπως και αι κοσμογο­νικοί διδασκαλίαι τών Όρφικών, αι οποίαι στενώς συνδέον­ται με τάς θεογονικάς τοιαύτας περιλαμβάνουν μεταξύ τών άλλων θεωριών και πληροφορίας περί κινήσεως του Ουρανού, του Ηλίου, τών αστέρων, τής γής, περί Φύσεως καί γενικά περί διαμορφώσεως του Κόσμου, πού προδίδουν ότι τά ενδιαφέροντα καί αι έρευναι τών Όρφικών είχαν όχι μόνον εύρυτάτην μορφήν καί έκτασιν αλλά καί πρωτοτυπίαν, αφού παρόμοιαι έρευναι, καί πληροφορίαι δεν ανα­φέρονται ώς γνώσεις άλλων παλαιοτέρων λαών.
Οπωσδήποτε άπο τάς Κοσμογονικός, τάς Θρησκειολο­γικάς καί τάς Άστρονομικάς πληροφορίας τών Όρφικών — Όρφεύς, Μουσαίος, Λίνος κλπ. — πού περιλαμβάνον­ται είς τά διασωθέντα αποσπάσματα των, αποκαλύπτεται ότι αι περισσότεραι άπό τάς γνώμας και άπόψεις τών έπτά σοφών, τών Προσωκρατικών, όπως και τών άλλων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων περιέχονται έν σπέρματι είς τάς δι­δασκαλίας τών Όρφικών και συνεπώς είχεν δίκαιον ό Αρι­στοτέλης όταν διεκήρυσσεν ότι αι άρχικαί, αι βασικαί γνώσεις τών διανοητών τής εποχής του είχαν παραληφθή, ώς έπί το πλείστον, από τους παλαιοτέρους έρευνητάς και σοφούς.
'Αλλά πέραν τών ανωτέρω υπάρχουν και άλλα ενδια­φέροντα και σημαντικά στοιχεία διά τών οποίων θά ήδύναντο νά καταπολεμηθούν άποτελεσματικώς αι άναφερθείσαι ανθελληνικαί θεωρίαι τών ξένων, και τά όποια έν τού­τοις έπιδεικτικώς και επιμόνως ήγνόησαν, δυστυχώς, α­γνοούν και περιφρονούν οι Έλληνες ιστορικοί, επιστήμο­νες και ερευνηταί, διότι προφανώς δεν ελκύουν το ενδια­φέρον των, επειδή δεν έχουν τύχει της... εγκρίσεως τών ξένων!!...
Και άναφέρομεν τάς διατιπώσεις της Αμερικανίδας δικηγόρου και αρχαιολόγου Έρ. Μέρτζ, περί τών Αργο­ναυτών και του Οδυσσέως καί του εξαιρετικού Ελληνος επιστήμονος, Μαθηματικού και ερευνητού Θεοφ. Μανιά, περί τών μαθηματικών και γεωμετρικών γνώσεων και με­θόδων τών πανάρχαιων Ελλήνων, τάς οποίας έάν είχον εγκρίνει οι ξένοι, ασφαλώς, κατά την συνήθειάν μας, θά είχαν εγκρίνει καί οι δικοί μας επιστήμονες καί θά είχομεν αποθεώσει τους ανωτέρω μελετητάς καί έρευνητάς, ένώ τώρα, επειδή οι ξένοι δεν έχουν εγκρίνει τάς εργασίας των πού είναι τόσον σημαντικοί καί υψίστου εθνικού συμφέ­ροντος, τάς άγνοούμεν ...
Ή Άμερικανίς αρχαιολόγος Έρ. Μέρτζ είς έμπεριστατωμένην μελέτην της, περιεχομένην είς το βιβλίον της «Ή βαθύχρωμος θάλασσα» («ΤHΕ WΙΝΕ DΑRΚ SΕΑ» ΗOΜΕR'S ΗΕRΟΙC ΕΡΙC ΟF ΤΗΕ Ν. ΑΤLΑΝΤΙC 1964) πού έξέδωσεν εσχάτως είς το Σικάγον, και άντίτυπον του ο­ποίου είχε κατατεθή ύπό τής ιδίας από το 1972 είς τήν βιβλιοθήκην τής Αρχαιολογικής Εταιρείας καί τής βι­βλιοθήκης τής Βουλής, αποδεικνύει , βάσει αστρονομικών πληροφοριών πού παρέχει είς τά «Αργοναυτικά» του ό Απολλώνιος ό Ρόδιος καί είς την «'Οδυσσειαν» ό Όμηρος, ότι οι μεν Άργοναύται είχαν φθάσει μέχρι τών νοτίων ακτών τής Βραζιλίας, ό δε 'Οδυσσεύς είχεν άποβιβασθή είς τήν Φλώριδα καί τον κόλπον του Μεξικού, παρασυρό­μενοι άπό το κόλπειον ρεύμα. Παραθέτει δε ή κ. Μέρτζ «αΐ έπιγραφές μέ ελληνικά γράμματα, πού άνευρέθησαν είς τά σύνορα τής Βραζιλίας καί της Ουρουγουάης καί πλήθος ονόματα εντοπίων περιοχών και αρχαίων καί νεω­τέρων πόλεων πού ομοιάζουν πλήρως με ελληνικά ονόμα­τα, όπως καί λεπτομερή σχεδιαγράμματα τών κινήσεων του 'Οδυσσέως είς τον χώρον του Ατλαντικού Ωκεανού, βάσει τών περιγραφών της Όδυσσείας, πού έχουν δημοσιευθή εις τον Α' τόμον τής Εγκυκλοπαίδειας του «Η­λίου», σελ. 48 (βλέπε έπίσης καί Προϊστορίαν είς τον τόμον «ΕΛΛΑΣ» καί τό άρθρον 'Οδυσσεύς είς τήν ΝΕΑΝ Έγκυκλοπαιδείαν τού «Ηλίου»).
Ο Θεοφ. Μανιάς έξ άλλου, βάσει μετρήσεων καί ερευ­νών πού ένήργησεν μέ την βοήθειαν της Γεωγραφικής Υ­πηρεσίας Στρατού, άπέδειξεν ότι ή έγκατάστασις καί ή θέσις των αρχαίων ιερών, πόλεων, σταδίων, θεάτρων καί μνημείων γενικώς, δεν είναι τυχαίαι έκεί πού ευρίσκονται καί έχουν τοποθετηθή καί ότι διά μετρήσεως τών αποστά­σεων αυτών κατ' ευθείαν γραμμήν έπί γεωγραφικών γνωμονικών χαρτών ακριβείας σχηματίζονται τρίγωνα ανήκον­τα είς κανονικά γεωμετρικά σχήματα καί ότι ή επιφάνεια μέ αναλογίας καί μέ όλα τά χαρακτηριστικά τής όλης τής αρχαίας Ελλάδος αποτελεί τριγωνομετρικόν δί άρμονίας, τής ακριβείας καί τού κάλλους, πού είναι τό κυριώτερον γνώρισμα τής ελληνικής φυλής και τού ελληνι­κού πνεύματος καί τό όποιον προδίδει, ότι οι πανάρχαιοι κάτοικοι τής Ελλάδος, τής προϊστορικής εποχής, έγνώριζον όχι μόνον Γεωμετρίαν, άλλα καί άστρονομίαν, όπως αποδεικνύουν καί τά κείμενα τών «Υμνων» τών Όρφικών (βλέπε σχέδια καί άρθρον Γεωμετρία, τόμου Ζ', σελ 256—257 τής Νέας Εγκυκλοπαίδειας τού «Ηλίου» καί άρθρον «'Ορφεύς»).
Καί ένώ ξένοι επιστήμονες ήσχολήθησαν μέ τά θέματα αυτά και ώρισμένοι έξ αυτών ευμενώς έσχολίασαν τάς διαπιστώσεις τής Ενρ. Μέρτζ καί τού Θ. Μανιά έπί τής Ελληνικής Προϊστορίας, είς τήν έξοχον αύτην χώραν, τήν πατρίδα μας, ουδείς ήσχολήθη μέ τάς ανωτέρω απόψεις τής Μέρτζ, ή οποία ήλθε καί δύο φοράς είς τήν Ελλάδα (την δευτέραν φοράν τό 1972) προς τόν σκοπόν αυτόν, καί τού Μανιά, διότι ουδείς Έλλην επιστήμων αναλαμβά­νει τήν εύθυνην προφανώς νά αντίκρουση τάς άνθελληνικάς καί κακόπιστους θεωρίας τών ξένων κατά τάς οποίας οι Φοίνικες είναι παλαιότεροι τών Ελλήνων, ότι οι Έλληνες δεν είναι γηγενείς είς τόν τόπον αυτόν καί ότι ή Ελλη­νική Φιλοσοφία προήλθεν από τήν έπίδρασιν τής Φιλοσο­φίας τών άλλων Λαών τής Μεσογείου!!... Πραγματικά έξο­χος τρόπος εξυπηρετήσεως καί υπερασπίσεως τού Εθνι­κού μας συμφέροντος διά τόν οποίον θά πρέπει νά είναι... Υπερήφανοι οι πολιτικοί καί πνευματικοί ήγέται μας!... Διά νά μη είμεθα όμως άδικοι πρέπει νά ομολογηθεί ότι τό 1972 ό τότε Πρωθυπουργός εδέχθη τήν κ. Μέρτζ και τής απένειμεν καί παράσημον, αλλά ένώ είχεν δώσει έντολήν νά ανατυπωθεί τό βιβλίον της είς ε­κατοντάδες χιλιάδες αντιτύπων καί νά διανεμηθή, πολύ ορ­θώς, μεταξύ τών πνευματικών ηγετών όλων τών χωρών τής υφηλίου, φροντίδι επιφανούς αρχαιολόγου καί ενός υφυ­πουργού — ας ανάπαυση ο Θεός τάς ψυχάς των έάν τό επιτρέψει ή προδοθείσα ψυχή της Ελλάδος — ή εντολή δεν έξετελέσθη καί τό βιβλίον απλώς μεταφρασθέν έδημοσιεύθη είς συνεχείας είς ήμερησίαν εφημερίδα τών Αθη­νών!... Εμπάθεια, κακία, αμάθεια, στενοκεφαλιά; Όλα μαζί καί ή δυσαρέσκεια διότι ή κ. Μέρτζ δεν είχε άπευθυνθή είς αυτόν, τόν Μεγαλειότατον τής Αρχαιολογίας καί τόν... ύψηλότατον ύφυπουργόν τής Πολιτείας καί διά τόν λόγον αυτόν παρεμερίσθη, περιεφρονήθη καί ήγνοηθη τό συμφέρον τής Ελλάδος!... Αύτη είναι ή κατάντια μας!...
Έξ όσων συνεπώς εκτίθενται ενταύθα, είναι φανερόν καί αύταπόδεικτον ότι τόσον τό Ελληνικόν Κράτος όσον καί ή πνευματική ηγεσία τής Χώρας αυτής ουδέποτε ένδιεφέρθησαν σοβαρώς διά τήν προβολήν παρομοίων υψί­στης Εθνικής σημασίας θεμάτων (βλέπε ανωτέρω περί­πτωσιν κ. Μέρτζ) καί αντιθέτως χωρίς καμμίαν διαμαρτυρίαν έδέχθησαν πάντοτε νά ενταφιασθούν καί νά κατα­δικασθούν από τους ξένους είς αφάνειαν αι πλευραί αύται της αρχαίας ελληνικής διανοήσεως και γενικωτερον ή Ελ­λάς, ή προ του 800 π.Χ., αφού καί αυτά τά Ομηρικά Έ­πη είχαν χαράκτηρισθή ανέκαθεν ώς μυθεύματα ύπό των ξένων, όπως ανεφέρθη καί ανωτέρω. Καί ασφαλώς χωρίς τάς εργασίας τού Σλήμαν καί τού Έβανς, έπαναλαμβάνομεν, τά όρια τής Ελληνικής Ιστορίας καί Φιλοσοφίας θά είχαν ακόμη καθηλωθή είς τό 776 π.Χ. φροντίδι τών φίλων μας Ευρωπαίων ιστορικών καί επιστημόνων άλλα καί τής αδιαφορίας ή τής ανοχής τών ιδικών μας ιστορι­κών καί άλλων αρμοδίων. Είναι τόση άλλωστε... ή άνωτερότης, ή... ειλικρίνεια καί ή... καλή διάθεσις (!;) τών ανωτέρω «δήθεν» φίλων τής Ελλάδος ώστε καί σήμερον ακόμη αποκαλούν τόν Σλήμαν «ερασιτέχνην» άρχαιολόγον, διότι διά τών ερευνών του είς τήν Τροίαν καί τάς Μυκήνας κατεξηυτέλισεν ως άμαθείς και στενοκέφαλους τους επιστήμονας αρχαιολόγους όλων τών χωρών καί κυριολε­κτικώς άνετίναξεν τά «Σινικά Τείχη», εντός τών οποίων είχαν περικλείσει καί άποπνίξει τήν Ελληνικήν Προϊστορίαν, Ίστορίαν καί Φιλοσοφίαν, οι ξένοι αυτοί επιστήμονες αρχαιολόγοι καί... θαυμασταί μας!!...
Καί φυσικά ή κυριωτέρα αιτία έξ αφορμής τής οποίας παρέμειναν άγνωστα, παρερμηνεύθησαν ή καί παρεποιήθησαν ακόμη τά περιεχόμενα τών αρχαίων ελληνικών κει­μένων καί δέν προεβλήθησαν επαρκώς καί μέ ανάλογα σχόλια καί ερμηνείας καί εις τήν Ελλάδα καί διεθνώς, δέν οφείλεται μόνον είς τους ξένους, διά νά είμεθα δίκαιοι, άλ­λα είς ημάς κυρίως τους Ελληνας, οι οποίοι ουδέποτε πραγματικώς ήσχολήθημεν καί ένδιεφέρθημεν διά τήν άφθαστον αυτήν πνευματικήν κληρονομίαν μας. Συνεπώς ό ισχυρισμός ότι μόνον οι ξένοι ευθύνονται διότι έξέδιδον καί εκδίδουν τά αρχαία ελληνικά κείμενα σύμφωνα μέ τάς απόψεις των, μέ ερμηνείας ίδικάς των καί περικόπτοντες ή διαστρέφοντες πολλάκις τά κείμενα, είναι τουλάχιστον υπερβολή, έάν δέν είναι υπεκφυγή ιδική μας, αφού πρώ­του ημείς οι Έλληνες έχομεν αγνοήσει, άγνοούμεν καί έχομεν περιφρονήσει, όπως αποδεικνύεται καί σήμερον ακόμη, τους ανεκτίμητους αυτούς πνευματικούς θησαυρούς τών προγόνων μας, κακομεταχειριζόμενοι καί την γλώσσαν
μας.
Απόδειξις αδιάσειστος τών ανωτέρω είναι ότι ένώ έ­χουν παρέλθει από τήν άπελευθέρωσιν του τόπου αυτού 150 καί πλέον έτη δέν έχουν ακόμη έκδοθή είς τήν Ελλη­νικήν, συστηματικώς καί μέ τήν έπιβαλλομένην επιμέλειαν, τά αρχαία ελληνικά κείμενα καί μεταξύ αυτών καί τά Όρφικά, τά όποια κυριολεκτικώς άγνοούμεν, όπως ήδη άποδεικνύεται έκ τών όσων αναφέρονται ενταύθα καί είς τά άρθρα «Όρφεύς» και «Όρφικά» τού παρόντος Τόμου καί τά οποία αποτελούν τήν άναμφισβήτητον άπόδειξιν τής καταγωγής μας καί τήν άφετηρίαν τής πνευματικής αναπτύξεως τών αρχαίων Ελλήνων και κατ' έπέκτασιν ολοκλήρου τής ανθρωπότητας. Σημειώτεον ότι καί τό 1949, δηλαδή προ 25 καί πλέον ετών, έχω γράψει τά ίδια είς τήν «Εισαγωγήν» του Τόμου «ΕΛΛΑΣ» τής πρώτης εκδό­σεως τής Εγκυκλοπαίδειας μας, άλλα ουδείς συνεκινήθη...
Μολονότι· δε και σήμερον ακόμη οί ξένοι εξακολουθούν νά προβαίνουν εις αλλεπάλληλους εκδόσεις μετά σχολίων των αρχαίων κειμένων, μηδέ των Ιαπώνων εξαιρουμένων, ημείς οί Έλληνες είμεθα ικανοποιημένοι μέ την αχαρακτήριστον άδράνειάν μας και δεν διστάζουν οί διάφοροι πνευ­ματικοί ήγέται μας νά επαναλαμβάνουν ό,τι λέγει ό οιοσ­δήποτε έκ των ξένων σχολιαστών περί τών αρχαίων κει­μένων, χωρίς νά έλέγχωμεν τάς απόψεις του, ή ακόμη χειρότερον, άποκλείαμεν τα κείμενα αυτά και άπό τά Σχο­λεία μας, όπως γίνεται σήμερον (1978). Και το πλέον έξευτελιστικόν είναι ότι έχομεν περιέλθει εις τοιαύτην κατάπτωσιν, και άμάθειαν προφανώς, ώστε δέν δισταζομεν νά μεταφράζωμεν, χωρίς έντροπήν, τά αρχαία ελληνικά κείμενα άπό την Γαλλικήν, την Άγγλικήν ή την Γερμανικήν γλώσσαν, εις τάς οποίας έχουν μεταφρασθή, και όχι άπό τά πρωτότυπα, δηλαδή από την άρχαίαν Έλληνικήν, διότι το Έλληνικόν Κράτος ουδέποτε ένδιεφέρθη σοβαρώς νά συγκρότηση κατάλληλον όργανον, από ομάδα ειδικών Αρχαιολόγων - Φιλολόγων και άλλων ειδικών επιστημό­νων, διά νά εκδώσουν και νά μεταφράσουν τά αρχαία κεί­μενα, όποτε αι εκδόσεις τών ξένων θά είχαν τουλάχιστον παραμερισθή ή άγνοηθή, αφού, τά κείμενα πού θά έξεδίδοντο άπό Ελληνας, οι όποιοι θά έπρεπε και πρέπει, νά είναι άρμοδιώτεροι και είδικώτεροι διά την έργασίαν αυ­τήν, όπως έχει γράψει και ό Κοραής άπό το 1804, θά ή­σαν περισσότερον ένδαφέροντα άπό οίασδήποτε ξένας εκ­δόσεις. Και θά ήτο άδικία νά μή έξαρθή και άπό της θέ­σεως αυτής το γεγονός ότι και αι γενάμεναι μέχρι σήμε­ρον μερικαί εκδόσεις άρχαίων συγγραφέων και μεταφράσεις, οφείλονται εις την άξιοθαύμαστον πάντοτε ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν πού συνήθως άντικαθιστά εις τον τόπον αυ­τόν την Κρατικήν άβουλίαν και άδράνειάν, δηλαδή εις τήν ποοσπάθειαν ώρισμένων εκδοτών προς τους οποίους πρά­γματι ανήκει εθνικός έπαινος.
Και ένώ είς άλλας χώρας έπεστρατεύθησαν φιλόλογοι, μαθηματικοί· και αστρονόμοι διά νά μελετήσουν Ασσυρο-Βαβυλωνιακάς πινακίδας, Αιγυπτιακούς παπύρους ή κεί­μενα Ινδικά προς έξακρίβωσιν τών γνώσεων τών αρχαίων αυτών λαών άλλα και διά νά χρονολογηθή επακριβώς ή Ιστορία των, ήμεΐς όχι μόνον ουδόλως ένδιεφέρθημεν διά τήν άξιοποίησιν της πνευματικής κληρονομιάς μας, άλλα έδέχθημεν ανεπιφυλάκτως και υιοθετήσαμε τά οσα υπεστήριζον οι ξένοι συγγραφείς διά τήν εθνικήν και πνευματικήν μας καταγωγήν, δηλαδή, ότι βάρβαρα και όχι ελλη­νικά φύλα κατώκουν τήν Ελλάδα προ του 900 π.Χ., ότι ή ελληνική Ιστορία ήρχιζεν άπό το 776 π.Χ., ότι ή ελλη­νική φιλοσοφία ήτο επηρεασμένη άπό τήν φιλοσοφίαν τών άλλων λαών τής Ανατολής και το πλέον έξοργιστικόν ότι και οί Φοίνικες ήσαν αρχαιότεροι τών Ελλήνων, όπως δι­δάσκονται και σήμερον ακόμη οί Ελληνες μαθηταί είς τά σχολεία μας!..., ένώ όπως εχαμεν αποδείξει άπό τήν έπισταμένην μελέτην των αρχαίων κειμένων, οί Φοίνικες είναι απόγονοι και δημιούργημα τών 'Ελλήνων, τών Άχαιών -Κρητών και τής περιόδου 1100—900 π.Χ. (βλέπε Τομον Α', γράμμα Α τής Εγκυκλοπαίδειας μας).
Και όλη αυτή ή διαστροφή και ή παραποίησης της Έλληνικής Ιστορίας και Φιλοσοφίας, όπως τονίζομεν και ανω­τέρω, οφείλεται είς το γεγονός ότι τά αρχαία ελληνικά κείμενα που αναφέρονται είς τήν ύπαρξη και τήν δράσιν της ελληνικής φυλής προ του 1000 π.Χ., είχαν χαρακτηρισθή ώς μύθοι υπό τών ξένων ερευνητών και συγγραφέων, άποψις η οποία δυστυχώς είχε γίνει γενικά αποδεκτή υπό τών ξένων, άλλα και από ημάς τους Ελληνας, μέ αποτέ­λεσμα ή άνάτασις του αρχαίου ελληνικού πνεύματος νά καθορίζεται ώς αρχομένη άπό του 7ου αιώνος π.Χ., ή δε Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη νά θεωρήται δημι­ούργημα τών άλλων Λαών τής Μεσογείου.
Το φαινόμενον βεβαίως δέν είναι μόνον θλιβερόν και οικτρόν άλλα και έγκληματικόν, άφού αρκετοί άπό τους ιθύνοντας Ελληνας τής εποχής μας, όχι μόνον έχουν περι­φρονήσει, άλλα και κακομεταχειρίζονται, κυριολεκτικώς τήν ασύγκριτον πνευματικήν κληρονομίαν μας, τήν οποίαν ίσως νά θεωρούν και ώς δυσβάστακτον βάρος, διά τον λόγον δέ αυτόν προφανώς και τήν άπελάκτισαν.
Επηρεαζόμενοι ούτοι, παρασυρόμενοι και κατευθυνό­μενοι περισσότερον άπό τάς ουτοπιστικός θεωρίας τών νεωτέρων δήθεν κοσμοδιορθωτών, πού είναι αδύνατον νά εφαρμοσθούν επί ελευθέρων ανθρώπων, δέν αντελήφθησαν όπως και ώρισμένοι άπό τους συμπατριώτας μας, πού έ­χουν παρασυρθή και θαυμάζουν τάς καινοφανείς αυτάς θεωρίας, έκ τών οποίων προήλθαν τά νεώτερα πολιτικο­κοινωνικά συστήματα, ότι αι θεωρίαι αυται δέν είναι διό­λου ΝΕΑΙ και διάφοροι άπό τάς απόψεις τών σοφιστών και
τών φιλοσόφων τής παρακμής, πού κατέστρεψαν και ύπεδούλωσαν τήν άρχαίαν 'Ελλάδα και πού δέν αποκλείεται νά καταστρέψουν και νά υποδουλώσουν και τήν σημερινήν, ένώ ταυτοχρόνως υπονομεύουν και διαλύουν όπως είναι τούτο αρκετά εμφανές και τάς συγχρόνους δήθεν προο­δευτικός κοινωνίας και πολιτείας.
Δέν είμαι απαισιόδοξος, διότι ή απαισιοδοξία αποδυ­ναμώνει τον άνθρωπον, τον εξωθεί εις νοσηράν άδιαφορίαν διά τήν ζωήν και τον οδηγεί τελικώς είς ψυχικήν κατάπτωσιν πού εγγίζει τον θάνατον. Αντιθέτως ή ανησυχία πού επισημαίνω και ή προσπάθεια άφυπνίσεως εκείνων πού πρέπει νά δράσουν διά νά άποφυγωμεν τήν ύποδούλωσιν που μας απειλεί προδίδουν προσήλωσιν και πίστιν είς την ζωήν. Αι θεωρίαι του Μαρξ και του Λένιν και τής λοιπής χορωδίας τών οπαδών του έπιστημονικού σοσιαλισμού, πού δεν υπάρχει ή μάλλον υπάρχει και χρησιμοποιείται όπου είναι συμφέρον τούτο είς τους οπαδούς του και διά τών οποίων κατασκευάζονται και πολιτικοκοινωνικά συστήμα­τα, όπως και τών βιολόγων πού επιδιώκουν νά συλλάβουν τήν αρχήν τής ζωής, είναι το ολιγότερον ουτοπιστικοί. Διότι αγνοούν και περιφρονούν το ζωντανόν, το σπαρταριστόν, το πρώτιστον θέμα, μέ το όποιον έπρεπε κυρίως νά ασχολούνται, τήν «ούσίαν» τού άνθρωπου, όπως πρώτος έδίδαξε τούτο ό Σωκράτης, ό όποιος είπεν ότι πρωτίστως τον ένδιέφερεν ό άνθρωπος ώς όντότης και έκδήλωσις και α­κολούθως όλα τα άλλα («Φαίδρος Πλάτωνος). Ή ανησυχία συνεπώς διά τήν έμφάνισιν και τήν έξέλιξιν τών ατόμων και τών συγχρόνων κοινωνιών και ό καθορισμός τών κιν­δύνων άπό τάς έκτροπάς πού παρουσιάζουν αύται είναι έργον υψίστης φρονήσεως και ένδαφέροντος διά τους ανθρώπους, διότι ό άνθρωπος μόνον εάν εξασφάλιση τήν φυσικήν και ψυχικήν ίσορροπίαν του θά κατορθώση νά σωθή και αυτό θά το έπιτύχη έάν άπαλλαγή άπό τάς παραλό­γους απαιτήσεις και ψευδαισθήσεις του και τάς ανικανο­ποίητους επιθυμίας του πού του υπόσχονται ότι θά τάς ικανοποιήσουν, μέχρις ότου τον υποδουλώσουν, όπως συνέ­βη είς τάς χώρας του παραπετάσματος, οι σύγχρονοι κοσμοδιορθωταί, (βλέπε και Φρανσουάζ Ζακόμπ βραβείον Νόμπελ «Ή λογική του ζώντος» σελίς 416 και εφεξής, Ζάκ Μονώ βραβείον Νόμπελ Φυσιολογίας «Ή τύχη και ή άναγκαιότης» σελ. 406 και εφεξής, Φρανσίς Γκρίκ βραβείον Νόμπελ Ιατρικής «Περί μορίων και ανθρώπων» σελ. 23 και εφεξής, Άντονι Σμίθ «Το σώμα» σελ. 278 και εφεξής, Νιζέλ Καλντάρ «Το βίαιο σύμπαν» σελ. 75 και εφεξής, Πιέρ - Πώλ Γκρασέ τής Γαλλικής Ακαδημί­ας τών Επιστημών «Έσύ ό μικρούλης Θεός» σελ. 297 και ακολούθως) έκ τών οποίων αποδεικνύεται είς ποίον άδιέξοδον έχει περιέλθει και ή σημερινή επιστήμη, ή οποία αγωνιώδεις καταβάλλει προσπάθειας διά να συλ­λαβή τήν αρχήν, τήν μορφήν και τήν καταγωγήν τής ζωής, ένώ ταυτοχρόνως επιδιώκει νά στήριξη τήν άποψίν της ότι τά χρεοκοπημένα οίκονομικοπολιτικά συστή­ματα τών συγχρόνων κοσμοδιορθωτών, είναι δυνατόν νά εξασφαλίσουν έλευθερίαν, εύτυχίαν και εύδαιμονίαν είς τους ατυχείς ανθρώπους, πού παρασύρονται και πιστεύουν τάς άνελευθέρας αυτάς θεωρίας.
Είναι γνωστόν έξ άλλου δτι δλοι οί νεώτεροι λαοί έσταδιοδρόμησαν, άνεπτύχθησαν και έξεπολιτίσθησαν χάρις είς τάς διδασκαλίας και τά παραγγέλματα τών αρχαίων Ελλήνων σοφών, αυτός δέ ό πολιτισμός ό όποιος είχε δημιουργηθή ύπό τήν έπίδρασίν των κινδυνεύει σήμερον νά κατάρρευση και νά έξουθενωθή άπό τήν άχαλίνωτον και άλόγιστον τεχνικήν πρόοδον τής εποχής μας και τήν κυρίαρχον τεχνοκρατίαν. Δυστυχώς πάντες έχουν λησμονή­σει σήμερον ότι οι λαοί πού άπεμακρύνθησαν και εγκα­τέλειψαν το ΜΕΤΡΟΝ ΒΙΟΥ, πού έδίδαξαν οι αρχαίοι, αρχικώς ύπεδουλώθησαν και τελικώς κατεστράφησαν, οί δέ περισσότεροι έξ αυτών έξηφανίσθησαν και άπό το προσκήνιον τής Ιστορίας, διότι είχον περιφρονήσει τάς διδασκαλίας και τήν έμπειρίαν τών αρχαίων, οί όποίοι ένώ έγνώριζον τά πάντα συστηματικώς άπέφευγον τάς τεχνι­κός έφαρμογάς, επειδή τάς έθεώρουν ώς επικίνδυνους διά τήν ήρεμίαν τών ατόμων, τών κοινωνιών και τών πολιτειών, όπως κατέδειξεν τούτο και ή σημερινή πείρα και πράγμα­τικότης.
Περίεργος πάντως είναι πολλάκις ή εκδικητική και τι­μωρός πράγματι διάθεσις τής Ιστορίας, όταν οί άφρονες περιφρονούν τά διδάγματα της και άς υποστηρίζουν οί ανόητοι σύγχρονοι κοσμοδιορθωταί, ότι ή έξέλιξις δημιουρ­γεί νέας καταστάσεις, ένώ ή άνακύκλησις και ή επιβολή τών ακατανίκητων νόμων της, είναι τόσον έντονος και αι­σθητή, ώστε μόνον όσοι παραλογίζονται και έχουν παρω­πίδας ή έχουν τυφλωθή λόγω τής αμάθειας των ή τής μονοπλεύρου καταρτίσεως των, δεν διακρίνουν ή δεν θέ­λουν να διακρίνουν τήν πραγματικότητα και τάς συνε­πείας της.
Τουλάχιστον ή σημερινή αγχώδης ζωή των ατόμων εντός των κοινωνιών, ή αγωνιώδης ανησυχία διά τήν αύριον και ό αυξανόμενος συνεχώς άναρχισμός δηλαδή ή περιφρόνησις των ακατάλυτων και αιωνίων ήθικων αξιών ύττό τήν έπίδρασιν τών όποίων έσταδιοδρόμησεν και έξεπολιτίσθη ή άνθρωπότης, δια να καθιερωθούν ή άρνησις πάσης εννοίας Κρά­τους και ό νόμος της ζούγκλας, προδίδουν και καθορίζουν το μέλλον και της σημερινής άνθρωπότητος και το οποίον, έάν δεν ανακοπή το θλιβερόν αυτό κατρακύλισμα ατόμων και κοινωνιών, ταχέως θά έκδηλωθή και εις τήν έποχήν μας ή τιμωρός διάθεσις της Ιστορίας δια της ύποδουλώσεως και του εξευτελισμού τών ατόμων και της διαλύσεως τών κοινωνιών και τών πολιτειών, όπως συνέβη και παλαιότερον.
Και επειδή είναι πλέον αύταπόδεικτον, μετά τά όσα εξετέθησαν ανωτέρω, ότι οι υπεύθυνοι πολιτικοί και πνευ­ματικοί ήγέται τοΰ τόπου αυτού δεν πρόκειται νά αφυπνι­σθούν και νά ενδιαφερθούν δια τά τεράστια και επικίνδυνα προβλήματα, πού άντιμετωπίζομεν σήμερον και ώς άτομα και ως Εθνος, χρειάζεται ΒΑΘΕΙΑ ΤΟΜΗ διά νά έπιτευχθη ή επιβεβλημένη άνανέωσις τών πολιτικών και πνευ­ματικών δυνάμεων του Εθνους άνευ της οποίας το μέλλον μας δεν διαγράφεται και τόσον εύχάριστον.
Και τήν τομήν αυτήν πρέπει νά επιχειρήσουν και να τήν πραγματοποιήσουν συντό|μως, έπισιώκοντες τήν άνανέωσιν και τήν έπιβεβλημένην πολιτικήν και πνευματικήν αλλα­γήν, ΜΟΝΟΝ 0Ι ΝΕΟΙ και κυρίως εκείνοι, που δεν έχουν εκτροπή και παρασυρθη από τάς ανεκπλήρωτους υπο­σχέσεις τών σημερινών κοσμοδιορθωτών και οί όποιοι πι­στεύουν είς τά εθνικά ιδεώδη, εις τά ανώτερα ιδανικά του άνθρωπου και εις τήν δύναμιν της αδάμαστου αυτής φυ­λής, οί ΝΕΟΙ πού είναι είς θέσιν νά αντιληφθούν τήν άδιάσειστον άλήθειαν, ότι ή Ελλάς διά νά όρθοποδήση και νά σταδιοδρομήση δεν έχει ανάγκην νά είσαγάγη άπό το έξωτερικόν οίκονομικοπολιτικά και κοινωνικά συστήμα­τα, διότι τά συστήματα αυτά, πού έχουν αναστατώσει τήν έποχήν μας ήσαν αρκετά γνωστά και κατά τήν άρχαίαν έποχήν, αλλά έχρεωκόπησαν και τότε έκεί πού έφηρμόσθησαν, όπως αναφέρει και ή Ιστορία, οι δε Λαοί πού τά είχον δεχθη κατήντησαν άπό έλεύθεροι δούλοι (βλέπε και άρθρον «Κομμουνισμός» κεφάλαιον Προϊστορία της Έγκυκλοπαιδείας μας).
Συνεπώς διά νά αντιμετωπισθούν αι σκοτειναί σκευωρίαι και αι καταφανείς δολοπλοκίαι τών ξένων μεγάλων φίλων μας αλλά και τών εντοπίων εχθρών μας, πού επι­διώκουν νά μας αφανίσουν, δεν χρειάζεται παρά Ο­ΜΟΝΟΙΑ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΣ και ΠΙΣΤΙΣ εις τήν δυναμικότητα της αθανάτου αυτής φυλής, οπότε οί ξένοι, πού επιδιώκουν νά μας εκμηδενίσουν, θά αντιλη­φθούν ότι δεν είναι και τόσον εύκολον νά μας άποπνίξουν και ότι είναι τουλάχιστον ανίσχυροι, όπως διδάσκει ή Ι­στορία μας, νά δαμάσουν τήν αίωνίαν και άκατάβλητον αυτήν φυλήν, διότι ή φυλή αυτή είναι εκείνη, ή οποία έδημιούργησε τον πολιτισμόν διά τόν όποίον υπερηφανεύονται οι σημερινοί δήθεν πολιτισμένοι φίλοι μας, λησμονούντες ότι αυτή ή φυλή τους άνέσυρεν άπό τήν βαρβαρότητα. Λέξεις σκληραί αλλά αρμόζουσαι διά αχάριστους και ύποκριτάς, διότι πάντοτε τοιούτοι υπήρξαν αυτοί πού παριστάνουν και σήμερον τους φίλους μας εμφανώς, ένώ έκ τών όπισθεν συστηματικώς μας υπενόμευον και μας υπονομεύουν, όπως μας διδάσκει τόσον ή παλαιά όσον και ή πρόσφατος ιστορία μας.
Αλλά και οί Νεοέλληνες, οί συμπατριώτες μας, δεν πρέπει νά αγνοούν ότι ύπέρτατον αγαθόν τού άνθρωπου είναι ή ελευθερία, όπως διεκήρυξαν οί προγονοί μας και όχι ό ευδαιμονισμός προς τόν όποιον μας παρασύρουν και είς τόν όποίον μάς εξωθούν οί ξένοι δήθεν φίλοι μας και οί εντόπιοι εχθροί μας, οπότε δεν αποκλείεται νά άπολέσωμεν το ύπέρτατον αυτό αγαθόν, τήν έλευθερίαν μας. Ή τακτική της υπακοής και της υποταγής πού άκολουθούμεν έναντι εχθρών και φίλων μας, είναι επαίσχυντος ραγιαδισμός και ασύμφορος και αδύναμος μέθοδος υπερα­σπίσεως τών συμφερόντων ενός ελευθέρου Εθνους, ενός ελευθέρου Λαού, αφού είς τήν άτομικήν έποχήν που ζώμεν έάν ύπαρξη φαντασία και θάρρος είναι δυνατόν νά άνεύρωμεν φίλους μακρυνούς άλλα περισσότερον ειλικρι­νείς και συμμάχους όλιγώτερον ιδιοτελείς.
Διότι αν δεν άντιμετωπίσωμεν με θάρρος, εύελιξίαν και αποφασιστικότητα και δεν άντιδράσωμεν τόσον ώς Λαός όσον και ώς Εθνος είς τους κινδύνους πού μάς απειλούν, πολύ φοβούμεθα ότι και ό Θεός της Ελλάδος, έπί του οποίου συνήθως έπαναπαυόμεθα έφησυχάζοντες, θά μάς βαρεθή τελικώς και θά μάς εγκατάλειψη οριστικώς άηδιασμένος, απογοητευμένος και αγανακτισμένος άπό τήν άδράνειαν και τήν μακαριότητα, -είς τήν οποίαν έχομεν πε­ριέλθει... Και δεν θά εχη άδικον, αφού θά είμεθα άξιοι της τύχης μας και της καταισχύνης πού μάς αναμένει...

ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ