θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, June 12, 2010

Άξιζε νά ιδεί κανείς το θέαμα, πώς διάλεγε ή κάθε ψυχή τόν τρόπο της ζωής της.



Πλατων "ΠΟΛΙΤΕΙΑ Γ"

Αυτός ήταν άπό κείνους πού ήλθαν από τόν ουρανό, και είχε ζήσει κατά την προηγουμένη ζωή του σε μια πολιτεία καλά οργανωμένη, άλλα είχε αποκτήσει την αρετή, από συνήθεια και όχι άπό φιλοσοφική μόρφωση. Και μάλιστα μπορεί νά λεχθη πώς σε τέτοια κακά έπεφταν περισσότερες ούρανοφερμένες ψυ­χές, επειδή δεν ήξεραν άπό τά κακά της γήινης ζωής εκείνες όμως οι ψυχές πού ήσαν φερμένες άπό τη γη, και γιατί οι ίδιες είχαν υποφέρει πολλά βάσανα, και γιατί είχαν ιδεί και άλλους βασανισμένους, δεν έκαναν την εκλογή τους με βιασύνη. Γι αύτόν τόν λόγο λοιπόν, καθώς και εξαιτίας της τύχης του κλή­ρου, γίνεται σε πολλές ψυχές μεταβολή άπό καλό σέ κακό ή και το αντίθετο γιατί αν κανείς, κάθε φορά πού θάρχεται στην επίγεια ζωή, αφοσιώνεται σέ μιά υγιή φιλοσοφία και αν έχει την τύχη νά μήν πέση τελευταίος o κλήρος του κατά το διάλεγμα, φαίνεται, άpό όσα διηγείται ο αγγελιαφόρος, ότι όχι μόνο εδώ στη γη μπορεί νά ζή ευτυχής, αλλά και ο δρόμος πού θά διατρέξη άπό εδώ στον άλλον κόσμο και άπό κει πάλι στη γη, δεν θά· ναι υπόγειος και τραχύς, άλλα ουράνιος και μαλακός. Έλεγε λοιπόν πώς άξιζε νά ιδεί κανείς το θέαμα, πώς διάλεγε ή κά­θε ψυχή τόν τρόπο της ζωής της* ήταν θέαμα και ελεεινό νά τό βλέπη κανείς και γελοίο και θαυμάσιο ως έπί τό πλείστον ή εκλο­γή γινόταν σύμφωνα με τις συνήθειες της πρώτης ζωής. Γιατί είδε, καθώς έλεγε μιά ψυχή, πού κάποτε ήταν του Όρφέως, νά διαλέγη τή ζωή του κύκνου, γιατί δεν ήθελε νά ξαναγεννηθεί άπό γυναίκα, εξ αίτιας του μίσους πού είχε κατά των γυναικών επειδή τόν σκότωσαν. είδε τήν ψυχή του Θαμύρου νά διαλέγω τή ζωή του αηδονιού, είδε και έναν κύκνο νά άλλάζη τή ζωή του με ανθρώπινη, καθώς και άλλα μουσικά ζώα. Ή εικοστή στη σειρά ψυχή έδιάλεξε τή ζωή του λιονταριού αυτή ήταν ή ψυχή του Τελαμωνίου Αΐαντος, πού απέφυγε νά γίνει άνθρωπος, γιατί θυμόταν τήν κρίση των οπλών. Ύστερα άπ' αύτή ήλθε ή ψυχή του Αγαμέμνονος και αυτή άπό τό μίσος της κατά του ανθρω­πίνου γένους για τά όσα έπαθε, άλλαξε τήν ανθρώπινη ζωή μέ τή ζωή του αετού. Στή μέση είχε κληρώσει ή ψυχή της Άταλάντης, πού αμα είδε μεγάλες τιμές ενός ανθρώπου αθλητού, δεν μπόρεσε να προσπέραση αδιάφορη, και τις πήρε. Ύστερα άπ' αυτή είδε τήν ψυχή του Έπειοΰ, γυιού του Πανοπέως, να παίρνη τή φύση μιας άξιας τεχνίτρας γυναίκας πολύ μακρυά ανά­μεσα στις τελευταίες είδε τήν ψυχή του γελωτοποιού Θερσίτου να παίρνη τή ζωή πιθήκου. Κατά τύχη πέρασε και ή ψυχή του Όδυσσεως πού της είχε πέσει ο τελευταίος κλήρος γιά νά έκλέξη, και από τήν ανάμνηση των βασάνων πού πέρασε στή γη, είχε περιορίσει υπερβολικά τή φιλοδοξία της, καΐ γι αυτό γύριζε πολλή ώρα ζητώντας νά βρή ζωή ενός ανθρώπου απλοί χωρίς αξιώματα, και μόλις και μετά βίας τή βρήκε κάπου περιφρονη­μένη από όλες τις άλλες ψυχές· άμα τήν είδε έφώναξε πώς θα κανε τήν ίδια εκλογή, και άν ακόμα είχε τον πρώτο κλήρο, και τήν επήρε με όλη της τήν ευχαρίστηση. Και από τά άλλα θηρία το ίδιο, άλλαζαν τή ζωή τους με ανθρώπινη ή και μεταξύ τους, τα άδικα έπαιρναν τή ζωή των αγρίων, ενώ τά δίκαια έπαιρ­ναν τήν ζωή των ήμερων ζώων, και γενικά έγινόταν μεταξύ τους κάθε είδους ανάμιξη8. Αφού λοιπόν όλες οί ψυχές εδιάλεξαν τον τρόπο τής ζωής τους, μέ τήν ίδια τάξη πού τους είχε δώσει ό κλήρος επήγαν μπροστά στή Λάχεσι* εκείνη έδωσε στην κάθε μιά τό δαίμονα πού διάλεξε, γιά νά τήν προστατεύη στή ζωή της και νά έποπτεΰη στην εκτέλεση των υποχρεώσεων πού κάθε ψυχή εδιάλεξε. Αυτός ό δαίμονας οδηγούσε κατά πρώτον τήν ψυχή στην Κλωθώ, κάτω από τό χέρι της και τό στριφογύρισμα τοΰ αδραχτιού, γιά νά επικύρωση έτσι τή μοίρα πού διά­λεξε ή ψυχή μετά τήν επαφή του μέ τό αδράχτι, έφερνε τήν ψυ­χή στο γνέσιμο τής Άτρόπου, κάνοντας έτσι αμετάκλητα όσα ή Κλωθώ εμοίρανε από κει χωρίς νά γυρίσουν πίσω τους νά ίδοΰν επήγαιναν και περνούσαν κάτω από τό θρόνο τής Ανάγ­κης και έβγαιναν στην άλλην μεριά όταν πέρασαν και οι άλλοι, εκίνησαν όλοι νά πάνε στο πεδίο τής Λήθης3 μέ μιά φοβερή και αποπνικτική ζέστη γιατί αυτό τό πεδίο ήταν γυμνό από δέντρα και από κάθε άλλο πού φυτρώνει στή γη. Όταν πιά έφθασε τό βράδυ, κατασκήνωσαν όλοι τους κοντά στον Άμέλητα ποταμό, πού τό νερό του δεν μπορούσε νά τό κράτηση κανένα αγγείο. Κάθε ψυχή λοιπόν ήταν αναγκασμένη νά πιή μιά ώρισμένη πο­σότητα από τό νερό αυτό, αλλά όσοι δεν μπορούσαν νά κρατη­θούν, εξ αιτίας τής αφροσύνης τους, έπιναν περισσότερο από όσο έπρεπε όποιος όμως έπινε περισσότερο, λησμονούσε τά πάντα. Άμα κοιμήθηκαν και έφθασαν τά μεσάνυχτα, ακούσθηκε βροντή και έγινε σεισμός, και από κει πού ήσαν, ξαφνικά σκόρπισαν, άλ­λος άπ' εδώ άλλος άπ' εκεί, προς τή γένεση, επάνω, σάν διάττοντες αστέρες4.