θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 22, 2010

Ο όρκος και η Ιστορία του ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ




Του ΧΑΡΑΛ. ΑΓΓ. ΛΥΡΑ Αξιωματικού Β.Ν. ε.α.

Ο όρκος είναι γέννημα των σχέσεων των ανθρώπων αναμεταξύ των. Γι αυτό τον χρησιμοποιούν από των αρ­χαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, όλοι οι λαοί και αυτοί ακόμη οι απολίτιστοι. Καθώς είναι ευνόητο, η κυρία αφορμή του όρκου είναι η έλλειψις αμοιβαίας ε­μπιστοσύνης στη φιλαλήθεια και ειλι­κρίνεια εκείνων που συνάπτουν συμ­φωνίες. Εξετάζοντας τους σκοπούς που επεδιώκοντο με τον όρκο, από την αρχαιοτάτην εποχή μέχρι σήμερα, διακρίνομε σύμφωνα με τον τρόπο που επίστευσαν ότι θα ετιμωρείτο ο επίορκος, τρεις κε­φαλαιώδεις κατηγορίες.

Στην πρώτη εμφάνιση του ήτο κατάρα, την εκπλήρωσι της οποίας επεκαλείτο κατά του εαυτού του εκείνος που ωρκίζετο, στην περίπτωσι που κατέθετε ψέ­ματα ή παρέβαινε τους όρους της συμ­φωνίας. Και επίστευαν ότι η κατάρα αυ­τή είχε μυστηριώδη μαγική δύναμη, που θα ξέσπαζε κατά του τυχόν επιόρ­κου. Την κατάρα τη συνόδευαν με διάφορες συμβολικές πράξεις. Επιβίωση της αυτοκατάρας είναι μερικές φράσεις που χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα, π.χ. «να με κάψει τ' αστροπελέ­κι», «να θάψω τα παιδιά μου», «να μη τα χαρώ» και άλλες τέτοιες. Στην ίδια κατη­γορία πρέπει να περιλάβουμε και τη θεοκρισία, (δηλαδή, κρίσις του Θεού που εκδηλώνεται δι' υπερφυσικών σημείων), που την χρησιμοποιούν και στην εποχή μας, πολλοί απολίτιστοι λαοί. Κατ' αυτήν, ο κατηγορούμενος πίνει δηλητήριο ή πιάνει αναμμένα σίδερα ή πατεί στη φω­τιά ανυπόδητος με την προϋπόθεση ότι αν είναι αθώος, δεν θα πάθη καμία βλά­βη.
Αργότερα, με την ανάπτυξη του πολιτι­σμού και την πίστι σε ανώτερες δυνά­μεις, διεμορφώθη η δεύτερη κατηγορία του όρκου. Στην κύρωσι, δηλαδή, των συμφωνιών επικαλούντο τη συμμετοχή και την μαρτυ­ρία κάποιου θεού ή ήρωα, που θα ξέσπα­ζε την εκδικήτρια οργή και τιμωρία κατά του επιόρκου, γιατί με την επιορκία του έδειχνε και ασέβεια στο Θεό ή τον ήρωα, τον οποίο από κοινού επικαλέσθηκαν στην συμφωνία των. Έτσι, ο όρκος επή­ρε μία επισημότερη μορφή, γιατί την τήρησή του εποπτεύει το Θείον, Συχνά, ο Ό­μηρος αναφέρει την επίκλησι των ηρώων «Αι γαρ Ζευ τε πάτερ και Αθηναίη και Α­πόλλων».

Στη Γ' δε ραψωδία της «Ιλιάδος», έ­χουμε την παραστατικότερη μορφή της ιεροτελεστίας που ηκολούθει τις συμφωνίες που ησφαλίζοντο με όρ­κους. Μετά τη συμφωνία των Ελλήνων και των Τρώων να κριθή η τύχη του πολέμου με μονομαχία μεταξύ Μενελάου και Πάρι, οι κήρυκες έφεραν τα αρνιά του θα εθυσιάζοντο, ανακάτεψαν στους κρατήρες το κρασί κι έχυσαν νερό στους παριστάμενους Βασιλείς των Ελλήνων για να πλύνουν τα χέρια τους. Έπειτα ο Αγαμέμνων, ο Βασιλεύς των Μυκηνών κι αρχιστράτηγος των Ελλήνων, έκοψε τρίχες από τα κεφάλια των αρνιών και τις εμοίρασε διά των κηρύκων στους αρχηγούς των Τρώων και των Ελλήνων. Σηκώνοντας δε τα χέρια του και στρέφοντας το βλέμμα του προς τον ουρανό, απήγγειλε τους όρκους της συμφωνίας κι επεκαλέσθη ως μάρτυρας και φύλακας των όρκων το Δία, τον Ήλιο, τους ποτα­μούς, τη γη κι όλους του χθόνιους θε­ούς. Κατόπιν, έσφαξε τα αρνιά και καθέ­νας από τους παριστάμενους αρχηγούς Έλληνες και Τρώες, χύνοντας με κύπελ­λα κρασί στα θύματα, είπε αυτά τα λό­για: «Δία, πολυενδοξε, μέγιστε, και σεις οι άλλοι θεοί αθάνατοι. Είθε να χυθούν σαν το κρασί αυτό τα μυαλά τα δικά των και των παιδιών των εκείνων, που θα πα­ραβούν τους όρκους».
Κι εν γένει σε κάθε συνθήκη εμπορι­κή, πολιτική ή θρησκευτική, οι αρ­χαίοι λαοί επεκαλούντο ως μάρτυρες τους θεούς, επισφραγίζοντας την ιερο­τελεστία της συμφωνίας με σπονδές (έκχυσις οίνου ή άλλου υγρού) και θυ­σίες, κατά τις οποίες όμως δεν ετρώγοντο τα θύματα, και με διάφορες συμβο­λικές πράξεις, που μας δείχνουν τα ή­θη, τα έθιμα και τον πολιτισμό κάθε λα­ού.
Μία βάρβαρη συμβολική πράξη κατά μί­α συμφωνία των Λυδών και των Μήδων αναφέρει ο Ηρόδοτος. Οι πρέσβεις των δύο αυτών λαών, για επισφράγιση της συμφωνίας, εχάραξαν με αιχμηρά όρ­γανα τους βραχίονες των και έγλειψαν το αίμα που έτρεξε από τις αμυχές. Στην αρχαία Ελληνική Θρησκεία, ο όρ­κος εθεωρείτο παιδί της θεοποιημένης Έριδος. Και οι μεν άνδρες ορκίζοντο στις ανδρικές θεότητες και ιδίως στο Δία, τον Απόλλωνα και στους ήρωες Ηρακλέα και Θησέα, οι δε γυναίκες στις γυναικείες, και προ πάντων στη Δήμη­τρα, την Περσεφόνη, την Εκάτη και την Αφροδίτη.
Από τη δεύτερη αυτή μορφή επήγασε η τρίτη κατηγορία του υποχρεωτικού όρ­κου σε κάθε επίσημη εμφάνιση του αν­θρώπου, που συνδέεται με καθήκοντα, υ­ποχρεώσεις και δικαιώματα. Μεταξύ των ηθικολόγων, όμως, παρου­σιάζεται διαφωνία ως προς τη διατήρηση ή μη του όρκου.
Άλλοι μεν υποστηρίζουν την κατάργησι, γιατί μειώνει την ηθική υπόστασι κι αξιο­πρέπεια του ανθρώπου και γίνεται στους ασυνείδητους αφορμή εκδηλώσεως ασε­βείας, άλλοι δε, που είναι και οι περισσό­τεροι, τη διατήρησι, γιατί αφ' ενός μεν εί­ναι φραγμός κατά του κακού, αφ' ετέρου δε ως κάτι υψηλόν και μεγαλοπρεπές εξαίρον τον άνθρωπον σε κρίσιμες στιγ­μές, σε ανώτερες σφαίρες του πατριωτι­σμού και της ηθικής.
Θα ήτο ευχήν, η ηθική ανύψωσις του ανθρώπου να έφτανε στη βαθεία συγκίνησι του καθήκοντος, στην αγάπη και το σεβασμό προς τη φιλαλήθεια και σε τόσο μεγάλο αποτροπιασμό του ψεύδους, ώστε να μην εκδηλώνεται και η ελαχίστη δυσπιστία στους λόγους του και να μην παρατηρείται και η ελαχίστη παρέκκλισι από το καθήκον στις πρά­ξεις του.
Αλλ' αν η ανθρωπότης βαδίση την α­νιούσα κλίμακα της προόδου, δεν εννο­ώ της μηχανικής, αλλά της ψυχικής, και πιστεύση στην ακατάλυτη δύναμι των ηθικών αξιών, υπάρχει ελπίς να πραγ­ματοποίηση στο απώτερο μέλλον.