θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, February 04, 2010

ΕΝΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ: Πως το ιερατείο χρησιμοποιούσε ηθοποιούς για να τρομοκρατούν και να υποτάσσουν τον δύσμοιρο λαό μας


ΕΝΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ: Πως το ιερατείο χρησιμοποιούσε ηθοποιούς για να τρομοκρατούν και να υποτάσσουν τον δύσμοιρο λαό μας που τον είχαν ρίξει στην αμάθεια και την έσχατη πενία.
Στο ΣΥΝΑΞΑΡΙ αυτό ο ηθοποιός «περιπάτει εις τάς εκκλη­σίας καί ρίπτων εαυτόν κάτω είς τήν γήν έφώναζε μέ δυνατήν φωνήν καί μέ πολλά δάκρυα" άλλοίμονον! άλλοίμονον εις εκείνους, ό­σοι άμαρτάνουν καί δέν μετανοούν. "»



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΤΕ ΤΙΣ ΠΟΤΑΠΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ.


ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΑΥΤΑ ΕΜΦΑΝΩΣ, ΔΙΟΤΙ ΣΙΓΟΥΡΑ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΝΑΜΕ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ.



Διήγησις περί του γενομένου θαύματος κατά την Άφρικήν, εν τη πόλει Καρθαγένη.
Εκστηθυ, λάγνε, ώδε μοιχείας βλέπων
Την εκδίκησιν και μακράν ταύτης γίνου.


Κατά τους χρόνους Ηρακλείου του βασιλέως και Νική­τα Πατρικίου, έν ετει χκε' (625), έγινεν είς την Άφρικήν τοιούτον θαυμάσιον. Είς τήν Καρθαγένην (ήτις νυν ονομάζεται Τούνεζι) ήτο στρατιώτης τις βασιλικός· επειδή δε ακολούθησεν είς τήν πόλιν θανατικόν (ήτοι πανώλης), επηρεν ό στρατιώτης τήν γυναικά του και ύπηγεν είς έν προάστειον δια νά σωθή άπό τον θάνατον.
Άλλ' ό διάβολος παρακινήσας αυ­τόν είς σαρκικήν αμαρτία τόν έκαμε νά μοιχεύση τήν γυναί­κα του γεωργού του έπειτα κτυπηθείς από τό πάθος τής πανώλους είς τον βουβώνα απέθανε και μετά τρεις ώρας ήρχισε νά φωνάζη από τόν τάφον και νά λέγη· «ελεήσατε με».
Όθεν άνοίξαντες οι εκείσε τόν τάφον εύρον
μεν αυτόν ζωντανόν, μή δυνάμενον δε νά λαλήση. θαλάσσιος δέ ό τότε Πάπας τής Αφρικής παρηγόρησε αυτόν μετά δέ τρεις ημέρας, άφ' ου ήλθεν είς τόν εαυτόν του, έδιηγήθη ταύτα. Οτε ή ψυχή μου έμελλε νά έκβή άπό τό σώμα μου, έβλεπον τινάς Αιθίοπας μαύρους και φοβερούς είς τό είδος, οί οποίοι έσηκώθησαν κατ' επάνω μου και με έπολέμουν. Μετά ταύτα ειδών δύο νεανίσκους ωραίους, οίτινες ήλθον εκεί, δια τους οποίους έχαροποιήθη ή ψυχή μου83. Αυτοί λοιπόν λαβόντες με μέ αναβίβαζαν είς τόν ούρανόν, τά δέ τελώνια τών έν τω αέρι μαύρων δαιμό­νων εξετάζον πασαν αμαρτία μου. Και άλλο μεν τελώνιον ε­ξέταζε τό ψεύδος, άλλο δέ τόν φθόνον, άλλο τήν πλεονεξίαν. Εις ταύτας δέ τάς αμαρτίας άνταπεκρίνοντο και οί νέοι εκείνοι φέροντες τάς άρετάς όσας έπραξα· οτε δέ άνέβημεν είς τήν πύλην του ουρανού, απήντησε εις ημάς τό τελώνιον της μοι­χείας και έπρόβαλε τήν προ ολίγου πραχθείσα αμαρτία μου. Οθεν νικήσαντες μέ κατεβίβασαν είς τά κατώτερα μέρη τής γής, οπου ευρίσκονται αί τών αμαρτωλών ψυχαί, αί οποίοι πόσην οδύνη εκεί δοκιμάζουσιν αδυνατεί γλώσσα άνθρωπου νά είπή.
Έγώ δέ εκεί καταβιβασθεις έθρήνουν και έκλαιαν όθεν έφάνησαν πάλιν είς έμέ οί δύο εκείνοι νέοι, είς τους οποίους κλαίων έλεγαν «ελεήσατε με και δότε μοι καιρόν νά μετα­νοήσω». Τότε οί νέοι είπαν ό είς εις τόν άλλον συμφωνείς μέ αυτόν ότι θα μετανοήση, καθώς λέγει; Ό δέ άπεκρίθη· ναί, συμφωνώ. Τότε λοιπόν ανέβασαν τήν ψυχήν μου και τήν έμ­βασαν εις τον τάφον εκεί δέ
βλέπων εγώ τό σώμα μου ώς βόρβορον και λάσπην δέν ήθελον να έμβω είς αυτό. Οι δέ νέοι ειπόν μου αδύνατον είναι κατ' άλλον τρόπον να μετανοήσης, αν δέν έμβης είς τό σώμα σου και άν μέ αυτό δέν κοπιάσης να μετανοήσης, καθώς και μέ αυτό έκαμες τήν άμαρτίαν τότε λοιπόν έμβήκα είς τό σώμα μου καί, άφ' ου αυτό ένεψυχώθη και έζωντάνευσε, τότε ήρχισα να φωνάζω. Ταύτα είπών
έζησε τεσσαράκοντα ημέρας, χωρίς νά φάγη ή να πίη· οθεν κλαίων και όδυρόμενος πάλιν έκοιμηθη .

84. Σημείωσαι οτι έν τω χειρογράφω Κουβαρα της Μονής του Διονυσίου, κατά τήν 87 ερωταπόκριση Αναστασίου του Σιναΐτου τήν έκείσε γραφομένην, αναφέρεται και ή ρηθείσα αύτη διήγησις, ής έν τω τέλει και ταύτα προστίθενται, οτι πάντες άκούσαντες αυτού νά φωνάζη από τον τάφον «ελεήσατε με» ώφελήθησαν και φοβηθέντες διά τήν φοβεράν ταύτη διήγησιν έθρήνει ό καθείς τάς έδικάς του αμαρτίας. Βλέποντες δέ τόν άνθρωπον άποκαμωμένον και γεμάτον από δάκρυα παρεκάλουν αυτόν νά φάγη, εκείνος δέ δέν ύπήκουσε τελείως άλλ' άφήσας αυτούς περιπάτει εις τάς εκκλη­σίας καί ρίπτων εαυτόν κάτω είς τήν γήν έφώναζε μέ δυνατήν φωνήν καί μέ πολλά δάκρυα" άλλοίμονον! άλλοίμονον εις εκείνους, ό­σοι άμαρτάνουν καί δέν μετανοούν. "Ω ποία φοβερά κόλασις και κρίσις ακριβής αυτούς περιμένει! ούτω λοιπόν διανύσας τεσσαρά­κοντα ημέρας νηστεύων και άγρυπνων καί κηρύττων καί πολλούς αμαρτωλούς επιστρέφων είς μετάνοιαν έκοιμηθη έν Κυρίω προγνωρίσας τόν θάνατον του προ ήμερων δώδεκα. Δίδω δέ είδηση του Σιναΐτου, αϊ έν τω ανωτέρω Κουβαρα του Κοινοβίου του Διο­νυσίου περιεχόμεναι, είναι πολύ πλουσιώτεραι από τάς έκδιδομένας καί, εις τις ποτέ εύρεθείη νά τάς μετατυπώση, ας κάμη τρόπον νά βάλει έκείνας είς χείρας του. Είσί δέ αύται πόνημα ουχί του πα­λαιοτέρου Αναστασίου, αλλά του νεωτέρου, καί δρα είς τήν ύποσημείωσιν του Συναξαρίου Αναστασίου του Σιναΐτου, κατά τήν κα' Απριλίου.