θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, December 26, 2009

Το πήδημα της Σαπφούς στον Λευκάτα.


ΚΩΣΤΑ ΡΩΜΑΙΟΥ "ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ"

Θά επιχειρήσω αμέσως πιό κάτω νά συνεξετάσω δύο θρύλους. Ό ένας από αυτούς είναι αρχαίος, ό άλλος είναι νεοελληνικός. Και των δύο όμως θρύλων, ή υπόθεση εντοπίζεται πάνω στο ίδιο ακρωτή­ριο της νήσου Λευκάδας, στον «Λευκάτα» όπως ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες, καί στον «Κάβο της Κυράς» όπως ονομάζεται από τους σημερινούς.
Ό διπλός αυτός θρύλος είναι, όσο γνωρίζω, ό σπουδαιότερος νεοελληνικός άπ' όσους αναφέρονται ειδικά στή Λευκάδα. Δέν είναι όμως αυτό το μόνο χαρακτηριστικό του. Τό άλλο, και το σπουδαιό­τερο, είναι ότι πάνω στον ίδιο ψηλό βράχο εντοπίζεται και διατηρείται ώς θρυλική νεοελληνική ανάμνηση ένα αρχαίο λατρευτικό έθιμο, πού φαίνεται ότι ποτέ δεν έχασε την αδιάκοπη προφορική του παρά­δοση, στον κόσμο των κατοίκων του νησιού. Μεσολάβησαν όμως, ανάμεσα από τό πέρασμα τόσων αιώνων, πολλές μικρές παραμορφώ­σεις, πού έδωσαν στον αρχαίο θρύλο νεοελληνική φυσιο­γνωμία, ιδιαίτερη. Δύο ευθύνες προβάλλουν γιά τόν ερευνητή. Ή πρώτη, ότι οφείλει νά συγκρίνει καί νά εξακρίβωσει, ποια είναι τά κοινά στοιχεία πού ενώνουν τόν αρχαίο θρύλο καί τό νεοελληνικό διάδοχο του. Καί ή δεύτερη, ότι έχει τήν υποχρέωση νά εξηγήσει γιά ποιους ψυχολογικούς ή οποίους άλλους λόγους συνέβησαν οί παραμορφώσεις πού τυχόν μεσολάβησαν μέ το πέρασμα των αιώνων.
Ό νεοελληνικός θρύλος, γραμμένος γιά πρώτη φορά το 1903 και δημοσιευμένος το 1904 μέ σχόλια από τον Νικόλαο Πολίτη, έχει ώς έξης :


«Έναν καιρό βασίλευε εδώ στο νησί μας μια βασίλισσα, και αυτή έκανε νόμο, πώς οποία γυναίκα ήθελε λαθέψει, να πέφτη από τον κάβο. Και να ίδής πού έκανε ό Θεός νά λαθέψη αυτή πρώτη, και αν και όλοι την παρακαλούσαν νά μη σαλτήση, αυτή γιά νά δώση το καλό παρά­δειγμα επίμενε και έπεσε. Πολλοί κάτω από τον κάβο, τήν ώρα πού έτσάγκρησε, ήσαν μέ μικρά καΐκια και κρατούσαν παπλώματα και άλλα στρώματα, γιά νά τή γλυτώσουν και νά μήν πέσει στο πέλαο. Άλλα έστάθη αδύνατο και ή βασίλισσα πνίγηκε. Άπό τότε αυτόν τον κάβο τον λένε Κάβο της Κυράς».

Εντύπωση προξενεί ή τραγική ειρωνεία πού πλαι­σιώνει τήν πρόθεση και τα αποτελέσματα του νομοθετούντος προσώ­που. Πρόκειται γιά μιαν όχι σπάνια περίπτωση, σύμφωνα μέ τήν οποία κάποιος ισχυρός κυβερνήτης θεσπίζει κάποιον αυστηρό νόμο, και ή τύχη πού τόσο γοητεύεται μέ ανάλογες παραξενιές, τά φέρνει έτσι, ώστε πρώτος φταίχτης πού θά πλήρωση, νά είναι ό ίδιος ό νομοθέτης ή έστω κάποιο πρόσωπο του στενού του περιβάλλοντος και από τά πιο αγαπητά του. Άπό τά ανάλογα αρχαία παραδείγματα αξίζει ιδιαίτερα νά μνημονευθή, ένας μύθος πού τον αναφέρει ό Αριστοτέλης, όπως τό βεβαιώνει ό λεξικογράφος Στέφανος Βυζάντιος στή λέξη Τένεδος, ή και ό Σουΐδας στις λέξεις «Τενέδιος ξυνήγορος». Σύμφωνα μέ τήν αρχαία πληροφορία, ένας βασιλιάς στή νήσο Τένεδο νομοθέτησε ότι όποιος θά τύχη νά συλλαβή δύο μοιχούς, θά έχη τό δικαίωμα νά τους σκοτώνη και τους δύο. Ή τύχη όμως τό έφερε νά πιαστή μοιχός ό ίδιος ό γιος τού βασιλιά. Και τότε ό βασιλιάς εκείνος διάταξε νά έφαρμοσθή ό νόμος ακόμη και γιά τό παιδί του. Τό αρχαίο κείμενο στον Στέφανο Βυζάντιο έχει ώς έξης : «Βασιλεύς τις εν Τενέδω νόμον έθηκε τον καταλαμβάνοντα μοιχούς αναιρείν αμφότερους. Επειδή δέ συνέβη τον υιόν αυτού καταληφθήναι μοιχόν, έκύρωσε και περί του ιδίου παιδός τηρηθήναι τον νόμον».
Στο κείμενο τής πιο πάνω νεοελληνικής παράδοσης άπό τή Λευκάδα υπάρχουν και μερικές ιδιωματικές λέξεις. Τό ρήμα λαθεύω χρη­σιμοποιείται μέ τή σημασία πέφτω σέ λάθος, δηλ. γίνομαι μοιχός.
Και τό τσαγκράω σημαίνει ότι και τό σαλτάω, ειδικότερα πηδώ άπό τήν κορυφή του κάβου κάτω στή θάλασσα.
Άλλα τό πήδημα τούτο τής νεώτερης βασίλισσας του νησιού τής Λευκάδας φέρνει στή θύμιση όλα όσα μας είναι γνωστά άπό τήν αρ­χαία γραμματεία γιά ένα παρόμοιο πήδημα πού γινόταν επίσης στή Λευκάδα, στο ακρωτήριο Λευκάτας. Τό «πήδημα του Λευκάτα» έχει γί­νει ιδιαίτερα πασίγνωστο άπό τον καιρό πού συνδέθηκε μέ τό όνομα τής θρυλικής Λεσβίας ποιήτριας Σαπφώς.


Ή «Δεκάτη Μούσα», όπως ονομαζόταν, ήταν γνωστή γιά τους εξαίρετους λυρικούς στίχους της, ιδιαίτερα γιά μερικούς πού αναφέρονται στον έρωτα, στην ερωτική ζήλεια και στό πάθος τής μοναξιάς. Ονομαστό είναι ένα μικρό ποίημα της, αληθινά επιγραμματικό, πού λέει ότι βασίλεψε τό φεγγάρι, «δέδυκεν ά σελάνα», ότι έχουν φτάσει τά μεσάνυχτα, «μέσαι δέ νύκτες», και οτι εκείνη βρίσκεται μονάχη, χωρίς τον αγαπημένο της, «έγώ δέ μόνα καθεύδω». Άλλα, παράλληλα μέ τή λαμπρή λυρική ποίηση της, ονομαστοί είναι και διάφοροι θρύλοι γύρω από τήν ιδιωτική της ζωή και ειδικότερα άπό τον άτυχο ερωτά της προς έναν γεροδεμένο αθλητή, τόν Φάωνα, όπως ονομαζόταν.

Ό Μένανδρος, κύριος εκπρόσωπος τής μέσης Αττικής κωμωδίας και δημιουργός τόσων κωμικών «τύπων», έχει περισώσει τήν αρχαία πληροφορία ότι ή Σαπφώ τελικά πέθανε πηδώντας απελπισμένη από τήν κορυφή του Λευκάτα κάτω στην απύθμενη θάλασσα του Ιονίου πελάγους. Ή απελπισία της είχε αιτία τόν άτυχο ερωτά της προς τον αδιάφορο Φάωνα.
Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι δέν είναι μονάχα ή Σαπφώ πού βρίσκει τό θάνατο και τή λύτρωση, πηδώντας άπό τόν Λευκάτα τής Λευκάδας. Στην «Καινή Ιστορία» του Πτολεμαίου, γιου του Ηφαι­στίωνος, αναφέρονται τά έξης δύο επεισόδια, όπως άπό τόν Πτολε­μαίο τά έχει παραλάβει καί διασώσει στή «Βιβλιοθήκη» του ό πατριάρ­χης Φώτιος. Σύμφωνα μέ τό πρώτο, ή βασίλισσα τής Αλικαρνασσού Αρτεμισία τύφλωσε τόν εραστή της τήν ώρα πού κοιμόταν και απελπι­σμένη έβαλε τέρμα στή ζωή της, πηδώντας άπό τήν κορυφή του Λευ­κάτα κάτω στην αχανή θάλασσα του Ιονίου. Σύμφωνα μέ τή δεύτερη μαρτυρία, και αυτή ακόμη ή θεά του έρωτος 'Αφροδίτη εφάρμοσε στον εαυτό της την ίδια τιμωρία, όταν πηδώντας άπό τόν Λευκάτα αφέθηκε νά γκρεμιστή μέσα στή θάλασσα, απελπισμένη γιατί έγινε αιτία καί σκοτώθηκε ό αγαπημένος της Άδωνις.


Υπάρχει όμως καί μιά παλαιότερη μαρτυρία τού ίδιου τύπου του θανάσιμου πηδήματος, πού επίσης γίνεται γιά λόγους ερωτικής απελπισίας. Ό ποιητής Στησίχορος, πού ήταν από τους πρώτους πού «έστη­σαν χορό» και γι' αυτό ονομάσθηκε μέ το χαρακτηριστικό τούτο κύριο όνομα, είχε συνθέσει ένα τραγούδι μέ τό όνομα « Κ α λ ύ κ η ». Το όνομα του τραγουδιού οφείλεται στην ομώνυμη ηρωίδα. Σύμφωνα μέ τήν υπόθεση του τραγουδιού του Στησίχορου, πού τήν αναφέρει ό πολυγραφώτατος άνεκδοτογράφος της αρχαιότητας Αθηναίος στό Δέκατο Τέταρτο βιβλίο του, ή Καλύκη εκείνη γκρεμίστηκε από τήν κορυφή του Λευκάτα, επειδή αγάπησε κάποιο νέο, και εκείνος δεν ήθελε να τήν παντρευτή.

Ή Καλύκη του Στησίχορου και ή Σαπφώ τον αρχαίου θρύλου μοιάζουν μεταξύ τους, αφού και οί δύο πηδούν από τόν Λευκάτα, απελ­πισμένες γιά τόν άτυχο ερωτά τους. Στον Ίδιο κύκλο ανήκουν, ασφαλώς, και ή Αρτεμισία της Αλικαρνασσού, καθώς και ή Αφροδίτη του κύ­κλου του Άδώνιδος, αν και στις περιπτώσεις αυτές Αρτεμισία και Αφροδίτη χρησιμοποιούν τό πήδημα ώς είδος τιμωρίας, πού τους επι­βάλλεται γιά να εξιλεωθούν Ισως γιά τό έγκλημα πού έκαναν.
Άλλα, μέ τήν τελευταία περίπτωση του εξιλασμού, φτάνουμε τώρα και στον αρχαιότερο χαρακτήρα τού πηδήματος, πού γινόταν από τόν Λευκάτα της Λευκάδας. Γιατί; Διότι, ένώ οί πληροφο­ρίες γιά πήδημα πού γίνεται γιά λόγους ερωτικής απελπισίας φαίνονται νά είναι νεώτερες, ιδίως γύρω στους αιώνες της ελληνιστικής εποχής, άλλες μαρτυρίες αναφέρουν διαφορετικές αιτίες του πηδήματος. Άπό τήν εξέταση των σχετικών μαρτυριών γίνεται πιθανώτερο ότι έξιλαστική θυσία προς τόν θεό Απόλλωνα, σύμφωνα μέ ένα πάτριο έθιμο των Λευκαδίων, γινόταν κάθε χρόνο, μέ σκοπό νά αποτραπούν συμφορές και, παράλληλα, νά δημιουργηθούν άπό τόν θεό ΆπόλΛωνα καλλίτεροι όροι ζωής στό νησί. Ή ερμηνεία αυτή δέν είναι απλώς νεώτερη υπόθεση, άλλα πληροφορία αρχαία πού τήν αναφέρει ό γνωστός γεωγράφος Στράβων. Γκρέμιζαν μάλιστα άπό τό βράχο του Λευκάτα καταδικασμένους σέ θάνατο, ώστε μέ τόν τρόπο αυτό και ή δικαστική απόφαση νά πραγματοποιηθή, και τό έθιμο της εξιλαστήριας θυσίας νά τηρηθη. Ό Στράβων λέγει ότι «ην πάτριον... ριπτεϊσθαί τίνα των εν αίτίαις όντων». Μέ τήν έκφραση «οί έν αιτίαις όντες» εννοούνται όσοι στή διαδικασία αποδείχθηκαν ένοχοι.
Φώς περισσότερο ρίχνει μια πληροφορία του πατριάρχου Φωτίου πού βρίσκεται στό Λεξικό του, στή λέξη Λευκάτης.
Έγινε πιό πάνω λόγος γιά τήν ειρωνεία της τύχης πού τά κατα­φέρνει έτσι καμιά φορά, ώστε υφίσταται πρώτος τήν τιμωρία εκείνος, πού νομοθέτησε τό είδος της τιμωρίας.Ένα ανάλογο μέ τήν τραγωδία του Λευκάτα αναφέρεται στους αττικούς μύθους γύρο) άπό ένα λατρευ­τικό έθιμο τών Αθηναίων κατά τόν εορτασμό των Θαργηλίων. Τό έθιμο όριζε νά ρίχνονται οί λεγόμενοι «φάρμακοί» μέσα σέ βάραθρο, καί πρώτος θέσπισε τό είδος τούτο τής τιμωρίας ό Κέφαλος. Όταν όμως ύστερα άπό λίγο χρόνο ό Κέφαλος σκότωσε τή σύζυγο του, τήν Πρόκριν, υπήρξε ό πρώτος πού γκρεμίστηκε εκούσια μέσα στό βάραθρο, επιβεβαιώνοντας μέ τήν τραγική τούτη λύση τήν ισχύ του νόμου πού ό ίδιος νομοθέτησε.
Στή νεοελληνική παράδοση τής Λευκάδας τονίζεται ότι οί υπή­κοοι τής βασίλισσας, μπροστά στην επιμονή της νά πραγματοποίηση τό μοιραίο πήδημα, επήγαν κάτω στό πέλαγος μέ μικρά καΐκια καί κρατούσαν τεντωμένα παπλώματα καί στρώματα, προσπαθώντας νά τή γλυτώσουν. Εκπληκτική είναι στό σημείο αυτό ή ομοιότητα του επεισοδίου μέ ανάλογα έθιμα γιά τόν αρχαίο Λευκάτα του ιδίου νησιού. Ίσως μάλιστα, γι' αυτόν ειδικά τόν λόγο, ή λεπτομέρεια τής νεοελλη­νικής παράδοσης προέρχεται από προφορική ανάμνηση τών αρχαίων τοπικών συνηθειών. Ό ίδιος ό Στράβων μας βεβαιώνει ότι, όταν γκρέμιζαν τόν καταδικασμένο του θανάσιμου πηδήματος, πού επίσης γίνεται γιά λόγους ερωτικής απελπισίας.

Ό ποιητής Στησίχορος, πού ήταν από τους πρώτους πού «έστη­σαν χορό» και γι' αυτό ονομάσθηκε μέ το χαρακτηριστικό τούτο κύριο όνομα, είχε συνθέσει ένα τραγούδι μέ τό όνομα « Κ α λ ύ κ η ». Το όνομα του τραγουδιού οφείλεται στην ομώνυμη ηρωίδα. Σύμφωνα μέ τήν υπόθεση του τραγουδιού του Στησίχορου, πού τήν αναφέρει ό πολυγραφώτατος άνεκδοτογράφος της αρχαιότητας Αθηναίος στό Δέκατο Τέταρτο βιβλίο του, ή Καλύκη εκείνη γκρεμίστηκε από τήν κορυφή του Λευκάτα, επειδή αγάπησε κάποιο νέο, και εκείνος δεν ήθελε να τήν παντρευτή.
Ή Καλύκη του Στησίχορου και ή Σαπφώ τον αρχαίου θρύλου μοιάζουν μεταξύ τους, αφού και οί δύο πηδούν από τόν Λευκάτα, απελ­πισμένες γιά τόν άτυχο ερωτά τους. Στον Ίδιο κύκλο ανήκουν, ασφαλώς, και ή Αρτεμισία της Αλικαρνασσού, καθώς και ή Αφροδίτη του κύ­κλου του Άδώνιδος, αν και στις περιπτώσεις αυτές Αρτεμισία και Αφροδίτη χρησιμοποιούν τό πήδημα ώς είδος τιμωρίας, πού τους επι­βάλλεται γιά να εξιλεωθούν Ισως γιά τό έγκλημα πού έκαναν.
Άλλα, μέ τήν τελευταία περίπτωση του εξιλασμού, φτάνουμε τώρα και στον αρχαιότερο χαρακτήρα τού πηδήματος, πού γινόταν από τόν Λευκάτα της Λευκάδας. Γιατί; Διότι, ενώ οί πληροφο­ρίες γιά πήδημα πού γίνεται γιά λόγους ερωτικής απελπισίας φαίνονται νά είναι νεώτερες, ιδίως γύρω στους αιώνες της ελληνιστικής εποχής, άλλες μαρτυρίες αναφέρουν διαφορετικές αιτίες του πηδήματος. Από τήν εξέταση των σχετικών μαρτυριών γίνεται πιθανώτερο ότι έξιλαστική θυσία προς τόν θεό Απόλλωνα, σύμφωνα μέ ένα πάτριο έθιμο των Λευκαδίων, γινόταν κάθε χρόνο, μέ σκοπό νά αποτραπούν συμφορές και, παράλληλα, νά δημιουργηθούν άπό τόν θεό Απόλλωνα καλλίτεροι όροι ζωής στό νησί. Ή ερμηνεία αυτή δέν είναι απλώς νεώτερη υπόθεση, άλλα πληροφορία αρχαία πού τήν αναφέρει ό γνωστός γεωγράφος Στράβων. Γκρέμιζαν μάλιστα άπό τό βράχο του Λευκάτα καταδικασμένους σέ θάνατο, ώστε μέ τόν τρόπο αυτό και ή δικαστική απόφαση νά πραγματοποιηθή, και τό έθιμο της εξιλαστήριας θυσίας νά τηρηθεί. Ό Στράβων λέγει ότι «ην πάτριον... ρίπτεισθαί τίνα των εν αίτίαις όντων». Μέ τήν έκφραση «οί έν αιτίαις όντες» εννοούνται όσοι στή διαδικασία αποδείχθηκαν ένοχοι.
Φώς περισσότερο ρίχνει μια πληροφορία του πατριάρχου Φωτίου πού βρίσκεται στό Λεξικό του, στή λέξη Λευκάτης. Οι αρχαίοι Λευκάδιοι, του φορούσαν φτερά ή τόν έδεναν μαζί μέ μερικά μεγάλα πουλιά, γιά νά γίνη τό πέσιμο του ελαφρότερο. 'Ακόμη, λέει ό Στράβων, πολλοί πήγαιναν κάτω στή θάλασσα μέ μικρά πλοία καί περίμεναν νά δεχθούν και νά σώσουν τόν κατάδικο. Άπ' αυτή τήν εξέλιξη του αρχαίου εθίμου γίνεται πιθανό ότι τό κύριο ενδιαφέρον «περιοριζόταν» στό νά πραγματοποιηθή τό εξι­λαστήριο πήδημα, και ότι ενωρίς τους ήταν αδιάφορο αν θά επισφρα­γιζόταν ή όλη τελετή μέ μια πραγματική θανατική εκτέλεση.
Χαρακτηριστική, λοιπόν, καί στό σημείο τούτο, ή αντιστοιχία τής νεοελληνικής καί τής αρχαίας παράδοσης. Γιατί καί στις δύο περιπτώσεις βεβαιώνεται ότι άνθρωποι μέ μικρά πλοία μαζεύονταν κάτω άπό τόν τρομερό βράχο, μέ σκοπό νά σώσουν τή ζωή αυτού πού έκανε τό μοιραίο πήδημα. Ή πληροφορία του Στράβωνος έχει ώς έξης : «' Εξ απτόμένων έξ αυτού παντοδαπών πτερών και όρνέων άνακουφίζειν δυναμένων τη πτήσει το άλμα, υποδέχεσθαι δε κάτω μικραίς άλιάσι. κύκλω παοεστώτας πολλούς».
Ή πιο πάνω πληροφορία του Στράβωνος νομίζω ότι ασφαλώς ανήκει σέ νεώτερη φάση του αρχαίου εθίμου. Αναφέρεται σέ μιαν εποχή, οπότε τήν αρχική ανθρωποθυσία, τήν εξαναγκαστική γιά λό­γους λατρευτικούς, προσπαθούσαν να τή μετατρέψουν σέ μιαν αναί­μακτη τελικά θυσία, πού θά περιοριζόταν μόνο σέ μιά τελετή συμ­βατική. Ό αρχαϊκός δηλαδή κύριος του Λευκάτα, ό θεός Απόλλων, απαιτούσε νά πραγματοποιηθή ένα γκρέμισμα από τον πανύψηλο βράχο. Βεβαιότατα επρόκειτο γιά γκρέμισμα θανάσιμο. Μέ τόν καιρό όμως ή αρχαϊκή τοπική λατρεία έθεωρήθη ότι διατηρεί το «τυπικό» της, έστω και μέ τήν απλή πραγματοποίηση του γκρεμίσματος. Της ήταν πλέον αδιάφορο, τί γινόταν στή συνέχεια, αν δηλαδή ζοΰσε τό θύμα ή όχι. Της αρκούσε τό γεγονός ότι τό εξι­λαστήριο πήδημα — ό τρόπος δηλαδή της αρχικής «θυσίας» — είχε πραγματοποιηθή.