θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, December 05, 2009

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΑΣΙΩΝ


 
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΑΣΙΩΝ "ΗΧΟΣ & ΗΙ-FΙ" ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ '95

του Γ. Χαραλαμπόπουλου

Η πρόσφατη μουσική διερεύνηση του 198ου επιγράμματος της Θάσου, που ανακοινώθηκε στο 2ο Συμπόσιο Αρχαιομετρίας στη θεσσαλονίκη το 1993, αποτελεί συνδετικό κρίκο της συνεχούς οπτικοακουστικής δραστηριότητας των αρχαίων θασίων. Η μουσική ιστορία του νησιού αρχίζει ταυτόχρονα με την εγκατάσταση του πρώτου οικιστή του Τελεσικλή, πατέρα του ποιητή και μουσικού Αρχίλοχου του Πάριου, και τελειώνει τη ρωμαϊκή περίοδο. Οι επιγραφές και οι ιστορικές μαρτυρίες που διασώθηκαν μαρτυρούν την ύπαρξη σχολής που διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στο βορειοελλαδικό χώρο για αρκετούς αιώνες.



Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΘΑΣΙΩΝ
Ο μουσικός πολιτισμός των Θασίων αρχίζει περίπου τον 7ο αιώνα, όταν αποικιστικός χρησμός του μαντείου των Δελφών παρακινούσε τους Πάριους:
"Άγγειλον Πάριοις Τελεσικλέες ως σε κελεύω. Νήσω εν Ηερίη (Θάσο) κτίζει ευδείελον άστυ".
Όπως ήταν φυσικό η δελφική συμβουλή είχε αποδέκτη τον Τελεσικλή ο οποίος κατείχε ιερατικό αξίωμα. Ο Τελεσικλής μαζί με το γιο του, τον γνωστό ποιητή και μουσικό Αρχίλοχο τον Πάριο, ηγήθηκαν της αποικιστικής αποστολής στη Θάσο. Αυτά αναφέρονται στα γραπτά του έγκυρου ιστορικού Θουκυδίδη. Μια άλλη πληροφορία που μας δίνει έμμεσα ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρεται σε έναν πίνακα του διάσημου Θασιου ζωγράφου Πολυγνώτου. Στον πίνακα του Πολυγνώτου εικονίζεται η ιέρεια της
Χαρακτηριστικά προσωπεία της Νέας Κωμωδίας που βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καβάλας (αρχές 3ου π.Χ. αιώνα). Στη μουσική σχολή της Θάσου αναφέρονται οι περισσότερες μουσικοχορευτικές και Θεατρικές παραστάσεις της κλασικής περιόδου.
Πάρου Κλεόβοια, σύγχρονη του Τέλη, από την τρίτη γενιά του οποίου καταγόταν ο Αρχίλοχος. Από τις δύο αυτές μαρτυρίες διαπιστώνουμε ότι στην αποίκηση της Θάσου πρωτοστάτησαν οι ιεροκράτες της Πάρου, οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, μετέφεραν στο νησί τη θρησκευτική μουσική, την ποίηση και τις λατρευτικές παραδόσεις. Πράγματι αναφέρεται ότι η Κλεόβοια εισήγαγε τη λατρεία της Δήμητρας. Στη λατρεία της Δήμητρας, οπωσδήποτε, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που συνέθεταν και την παραδοσιακή λατρευτική μουσική του εθνικού κέντρου της θεάς, δηλαδή την Ελευσίνα. Μάλιστα, στην ιστορική πορεία αυτού του είδους της μουσικής διαπιστώνουμε και την ολοκλήρωση του μουσικού κύκλου που ξεκινάει από τον Θράκα Ευμολπό (Θρακική εκδοχή στην οποία θεωρείται γιος του Ποσειδώνα και της Χιόνης), διέρχεται όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας, και μέσω των Παρίων, επανέρχεται στα πάτρια εδάφη. Ίδια φυσική πορεία παρατηρούμε και στη δραστηριότητα του Αρχίλοχου. Ο Αρχίλοχος, στον οποίο αποδίδονται πολλές καινοτομίες της ρυθμοποιίας, υπήρξε βασικός συντελεστής στη μουσική εξέλιξη των Θασίων, Εισάγοντας την παρακαταλογή (είδος συνοδευόμενου ρετσιτατίβου) και την ελεύθερη συνοδεία του τραγουδιού στην κιθάρα (κρούσιν υπό την ωδήν), αντί του διπλασιάσματος του φωνητικού μέρους, έγινε γνωστός σε όλους τους' μουσικούς κύκλους της εποχής του. Ο ίδιος δεν ρίζωσε στη Θάσο, όπου άφησε κάποια θετικά στοιχεία από το δημιουργικό του έργο. Βρέθηκε στη Σπάρτη και ύστερα από περιοδείες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, επέστρεψε στην Πάρο. Τα στοιχεία των Παρίων Κλεόβοιας και Αρχίλοχου αφομοιώθηκαν στη χοάνη των διονυσιακών ήχων. Το δημοκρατικό πολϊτευμά της Θάσου, η αξιοποίηση των χρυσοφόρων κοιτασμάτων του κοντινού Παγγαίου και οι σχέσεις των Θασίων με το Μαντείο του Διόνυσου που βρισκόταν στην κορυφή του βουνού αυτού, υπήρξαν ευνοϊκοί συντελεστές για μια εξαγωγή του μουσικού πολιτισμού, τον οποίο συναντάμε στην περιοχή που έμεινε γνωστή σαν «Θασίνων Ηπειρος», δηλαδή στις αποικίες της ανατολικής Μακεδονίας, Νεάπολη (Καβάλα), Κρηνίδες (Φίλιπποι), Σκαπτή Ύλη, Οισύμη, Γαλυψώ και άλλες. Στις αρχαιότητες της Θάσου (κτίρια, ναοί, αγάλματα, νομίσματα, κοσμήματα, αγγεία) είναι έντονη η παρουσία μουσικών συμβόλων και αντικειμένων, γεγονός που επιβεβαιώνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Θασίων στις οπτικοακουστικές εκδηλώσεις. Από τα τρία λατρευτικά αγάλματα που βρέθηκαν στη Δίοδο των Θεωρών, μια ιδιόμορφη οικοδομή με θρησκευτικό χαρακτήρα, μεταξύ των χρόνων 1863 και 1864, το ένα παριστάνει τον Απόλλωνα με τις Νύμφες, μία από τις οποίες τον στεφανώνει. Στη νοτιοανατολική στοά της Αγοράς βρέθηκε το μνήμα του Γλαύκου του Πάριου, φίλου του ποιητή Αρχιλόχου. Ο πρώτος που αναφέρεται στο αρχαίο θέατρο του νησιού είναι ο Ιπποκράτης. Ανακαινίσθηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα, την περίοδο της έκρηξης των οπτικοακουστικών εκδηλώσεων, ενώ κατά τη ρωμαϊκή εποχή τού δόθηκε η μορφή που έχει σήμερα. Το μήκος του προσκηνίου είναι 8 μέτρα και η διάμετρος της ορχήστρας 23 μέτρα. Από τις μέχρι τώρα ανασκαφές, επίσης, συμπεραίνουμε ότι και το ωδείο της Θάσου θα πρέπει να ήταν σπουδαίο οικοδόμημα. Είχε πρόσοψη 52 μέτρα και χωρητικότητα περίπου 1500 ατόμων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ανακαινίσθηκε κατά τη. διάρκεια του 2ου μ.Χ. αιώνα πάνω στις βάσεις της παλιάς αρχιτεκτονικής δομής που καταστράφηκε από φωτιά. Η ύπαρξη του ωδείου επιβεβαιώνει την έφεση των αρχαίων Θασίων προς τις οπτικοακουστικές εκδηλώσεις. Φυσικά δεν είναι γνωστό τίποτα για τη μουσική τους όπως άλλωστε και για τη μουσική των αρχαίων Ελλήνων. Από τα λίγα ονόματα Θασίων που δέπρεψαν στον τομέα της μουσικής και του θεάτρου, σαν δημιουργοί ή εκτελεστές, αναφέρεται ο κωμωδιογράφος και εφευρέτης της παρωδίας Ηγήμονας. Από τις ανασκαφικές εργασίες που έγιναν στο Ιερό του Διόνυσου, αποκαλύφθηκε ένα χορηγικό μνημείο διαστάσεων 10,90 επί 10,90 μέτρων. Πάνω σε μία ημικυκλική εξέδρα βρέθηκαν γραμμένα τα παρακάτω ονόματα μουσικών και ηθοποιών: Τραγωδία. Θεόδωρος υπεκρίνετο, Κωμωδία, Φιλήμων υπεκρίνετο, Διθύραμβος. Αρίστων Μιλήσιος πύλει. και Νυκτερινός. Βάταλος πύλει. Επίσης βρέθηκε το άγαλμα.της Κωμωδίας (ακέφαλο), ένα τραγικό προσωπείο τυφλού που αποδόθηκε στο άγαλμα της Τραγωδίας και το κεφάλι του Διόνυσου. Στο ιερό του Πάνα. μία τεχνητή σπηλιά, με είσοδο 3.50 και βάθος 2,30 μέτρων, υπάρχει ένα ανάγλυφο αέτωμα στο οποίο εικονίζεται, ο ποιμενικός θεός Πάνας να παίζει την φλογέρα, ένας νέος σάτυρος που χορεύει και άλλες παραστάσεις. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι στα νομίσματα των Θασίων κυριαρχούν οι παραστάσεις του Διόνυσου και των Σατύρων. Ο Ηγήμων φ Θάσιος, τον οποίο αποκαλούσαν 'φακήν" (Αθηναίος 'Δειπνο-
σοφιστές" 15.698) ήταν ένας από τους γνωστότερους παρωδούς της αρχαιότητας και ο πρώτος που εισήλθε στους θυμελικούς αγώνες. Κατά την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου τον βρίσκουμε στην Αθήνα. Επί άρχοντος των Δελφών Αισχύλου, το 361 π.Χ., σε έναν κατάλογο εισφορών υπέρ του ναού του Απόλλωνα, ο αναγραφόμενος Ηγήμων θα πρέπει να ταυτίζεται με αυτόν που αναφέρουμε, αφού συμπίπτει και η ίδια χρονολογία. Από τα υπόλοιπα ονόματα που βρέθηκαν στην επιγραφή της ημικυκλικής εξέδρας, ο Θεόδωρος ταυτίζεται με τον ομώνυμο Μεγαρέα τραγωδό ενώ κατ' άλλους ήταν ο τραγικός Θεόδωρος ο Αθηναίος (ο αποκαλούμενος "πελεθόβαψ"). Από τους δύο αυλητές ο Αρίστωνας ο Μιλήσιος ήταν γνωστός μουσικός του 4ου π.Χ. αιώνα, εποχή στην οποία ανήκει και ο Βάταλος ο Εφέσιος. Το όνομα του τελευταίου αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής έρευνας τα τελευταία χρόνια. (LAMBIN “LE SURNOM BATALOS ET LES MOTS DE CETTE FAMILLE “ R PH 56.1982) γιατί το ίδιο εχρησιμοποι-είτο και σαν σκωπτικό παρωνύμιο του Δημοσθένη. Ωστόσο, οι λεξικογράφοι κατέληξαν στην ιστορική υπόσταση του Βάταλου του Εφέσιου, η μουσική του αυλού του οποίου επένδυσε τα δρώμενα του Νυκτερινού... Τι θεότητα ήταν αυτή δεν γνωρίζουμε, αλλά από δύο σχετικές αναφορές του Πλούταρχου και του Λουκιανού, υποδηλώνεται η σεξουαλική φύση της. Ο πρώτος, στην βιογραφία του Δημοσθένη αναφέρει:
«Από μικρός (ο Δημοσθένης) ήταν αδύναμος και αρρωστιάρης γι" αυτό λένε πως το παρατσούκλι "Βάταλος του το κόλλησαν τα παιδιά κοροιδευ οντάς τον για το σώμα του. Ο Βάτα λος, όπως υποστηρίζουν μερικοί ήταν ένας θηλυπρεπής αυλητής. Ο Αντιφάνης μάλιστα έγραψε ένα μικρό έργο που τον διακωμωδούσε γι' αυτό. Αλλοι πάλι λένε ότι ο Βάταλος ήταν ποιητής που έγραψε ερωτικά ποιήματα και άλλα που αναφέρονται στο κρασί. Φαίνεται όμως πως με τη λέξη "Βάταλος" οι Αθηναίοι τότε δήλωναν ένα μέρος του σώματος που δεν είναι ευγενικό να το πούμε τώρα». (Πλούταρχος "Δημοσθένης" 4) Ο δεύτερος, σε ένα έργο του στο οποίο ψέγει κάποιον νέο που παριστάνει τον φιλομαθή, γράφει σχετικά: "Αλλά πες μου και τούτο: Αν ο Βάσ-σος ο οποίος είναι καθηγητής σας στην αισχρότητα, ή ο Βάταλος ο Αυλητής, ή ο Ίναιδος Ημιθέων ο Συβα-ρίτης, ο οποίος σας συνέγραψε τους θαυμαστούς κανόνες, δηλαδή πώς πρέπει να γίνεστε λείοι και να αφαιρείτε τις τρίχες και να παθαίνετε και να κάνετε τα ακατονόμαστα..." (Λουκιανός, "Προς τον απαίδευτον" 23)
Από τα δύο αυτά αποσπάσματα ουμπαραινουμε πως στο έργο που ήταν αφιερωμένο στη θεότητα του Νυκτερινού, οι ορχήστες θα χόρευαν άσεμνους χορούς (κόρδαξ. αιμωδία η καλλαβίς), υπό τους ρυθμικούς ήχους του αυλού του Βάταλου. Στη Θάσο βρέθηκαν και αρκετές επιγραφές. Πολλές είναι αναθηματικές, άλλες περιέχουν τυπικά λατρείας, τιμητικά ψηφίσματα άλλων πόλεων, ονόματα θεωρών και άλλα. Χαρακτηριστικές από αυτές είναι μια επιγραφή-νόμος για το εμπόριο του κρασιού, ένας νόμος για την καταστολή επανάστασης και ένας κανονισμός για το πολεμικό λιμάνι. Σε ένα επιτύμβιο επίγραμμα όπου αναγράφεται "ος πλείστους κύκλιος των εδίδαξα χορούς" διακρίνεται το τελικό "ς" ενός ονόματος και το πατρώνυμο "Επιπείθου" το οποίο προφανώς αναγράφεται σε κάποιο ονομαστό Θάσιο δάσκαλο. Στα μάρμαρα της Ακρόπολης, κοντά στη θάλασσα, βρέθηκε το 1896 μία πολύτιμή για την ιστορία της μουσικής επιγραφή. Πρόκειται για 37 "σήματα" σε τρεις στίχους με 4,14 και 19 χαρακτήρες γραμμάτων αντίστοιχα στον καθένα που αποτελούσαν μέχρι τα τελευταία χρόνια μια "αχαρακτήριστη" επιγραφή. Ο Μαργαρίτης Γ. Δημήτσας στο έργο του "Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημειοις σωζομένοις" αναφέρει ότι "τα σήματα ταύτα εύρεν ο Οικονομίδης επί μαρμάρων της ακροπόλεως γεγραμμένα πλησίον της θαλάσσης". Κατατασσσει δε την επιγραφή σαν 198η στο σύνολο των επιγραφών της Θάσου.

Αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον του επίκουρου καθηγητή ακουστικής-φυσικής της μουσικής, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τότε, Χαραλάμπου Χ. Σπυρίδη. Χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια, μέχρι το Μάρτιο του 1993, όταν ο καθηγητής Σπυρίδης, στο Δεύτερο Συμπόσιο Αρχαιομετρίας που έγινε στη Θεσσαλονίκη έκανε την ενδιαφέρουσα ανακοίνωση με τίτλο "Το Μουσικό Επίγραμμα της Θάσου". Το όλο έργο της ανακοίνωσης αυτής πρόκειται να παρουσιαστεί στα υπό έκδοσιν Πρακτικά του Συμποσίου και · στο ειδικό για τις αρχαίες επιγραφές αρχαιολογικό περιοδικό "ΗΟROS". Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του καθηγητή που τον συναντήσαμε στη νέα του θέση στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας με τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή μουσικής-ακουστικής, πληροφορικής στο τμήμα μουσικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής να ασχολείται με το ίδιο αντικείμενο έρευνας.
"Το μουσικό επίγραμμα της Θάσου αντιμετωπιζόμενο στο σύνολο του εντάσσεται στο Λύδιο τρόπο και το Χρωματικό γένος. Αντιμετωπιζόμενο κατά στίχους ο πρώτος στίχος εντάσσεται στον Αιόλιο τρόπο και Διατονικό γένος, ο δεύτερος στίχος εντάσσεται στο Λύδιο τρόπο και στο Χρωματικό γένος και, τέλος, ο τρίτος στίχος εντάσσεται στο Λύδιο τρόπο και ισοπίθανα στο Διατονικό ή Χρωματικό γένος. Μπορούμε να σχολιάσουμε και να πούμε ότι πρόκειται για μία μελωδία γραμμένη σε μουσικούς τρόπους που χρησιμοποιούν και ο γείτονες τους Θράκες και Μικρασιάτες (στην περιοχή της Τροίας)". Όπως τονίζει στις έρευνες του ο καθηγητής, τη μουσική σημειογραφία (παρασημαντική) των αρχαίων Ελλήνων αποτελούσαν γράμματα του αλφαβήτου τα οποία γράφονται πάνω από το ποιητικό κείμενο. Υπήρχαν δύο παρασημαντικές, μία για τη φωνητική μουσική και μία για την ενόργανη. Τα σύμβολα της φωνητικής ήταν γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου, ενώ της οργανικής ήταν κυρίως παλαιοδωρικά σύμβολα. Πιστεύεται " οτι αρχικά στη μουσική σημειογραφία χρησιμοποιήθηκαν μόνο επτά γράμματα, ένα για τον κάθε φθόγγο. Αργότερα θέλοντας να επισημάνουν διάφορους μουσικούς όρους, μεγέθη, συνθήκες και λειτουργίες χρησιμοποίησαν 810 σύμβολα τα οποία αναφέρει ο θεωρητικός της μουσικής Αλύπιος (3ος ή 4ος μ.Χ. αιώνας).
Η μουσική επιγραφή της Θάσου που διερευνήθηκε και αποκωδικοποιήθηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή μούσiκής - ακουστικής του μουσικού τμήματος του Πανεπιστημίου της Αθήνας Χαράλαμπο Σπυρίδη.
Από το πλήθος των συμβόλων αυτών, σήμερα γνωρίζουμε τα 642, τα οποία έχουν διασωθεί. Για να επιτευχθεί αυτό το πλήθος των μουσικών συμβόλων, οι αρχαίοι έγραφαν τα 26 γράμματα του αλφαβήτου με τους εξής δεκαέξι διαφορετικούς τρόπους: Ορθά. πλάγια, ύπτια, κάτω νεύοντα. απεστραμμένα. ανεστραμμένα, ελλιπή, ημίση αριστερά, ημίση δεξιά, ημίση αριστερά κάτω νευοντα, ημίση δεξιά κάτω νεύοντα. διεφορότα, διπλά, τετράγωνα, καθειλκυσμένα και αμελητικά. Με τέτοια και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η προαριστοτελικη πληροφορία του F.C. WΕΙΤΖΜΑΝ όπου "η μεν Δώριος αρμονία σεμνή ην και μεγαλοπρεπής, η δε Λύδιος λείαν και τερπνή, η δε Φρύγιος βακχική καιδιεγερτική, η δε Αιολική απλή και χαρίεσσα και γλυκεία, η δε παλαιά Ιαστίαρμονία σκληρά και αυστηρά", διερεύνησε με τη βοήθεια ηλεκτρονικούυπολογιστή τη μουσική επιγραφή για την οποία διευκρίνιζε: "Η αντιμετώπιση του επιγράμματοςτης Θάσου ως μουσικού κείμενου σεμουσική παρασημαντικη και το γεγονός οτι αυτό εν όλων και εν μέρειεντάσσεται σ' ένα μόνον απο τους δεκαπέντε μουσκούς τρόπους των αρχαίων Ελλήνων και αυτός ο τρόποςχρησιμοποιείται και απο τους γειτονικούς προς τη Θάσο λαούς με τουςοποίους υπάρχει πολιτισμική αλληλεπίδραση συνηγορεί υπεο της προτεινόμενης άποψης. Στο μουσικό επίγραμμα που συνυπάρχουν μουσικάσύμβολα της φωνητικής και της οργανικής μουσικής κατά τη γνώμη μου θαπρουποτίθετο η ύπαρξη κειμένου. Το κείμενο ίσως επειδή ήταν γνωστό να παραλήφθηκε. Λαμβάνοντας υπόψηότι το επίγραμμα εντάσσεται στοχρωματικό γένος και η εκτέλεση του είναι δύσκολη λόγω των ιδιόμορφαμικρών μουσικών διαστημάτων καιτης ιδιάζουσας εξέλιξης του μέλους,ήταν απαραίτητο να υπάρχει το μουσικό κείμενο. Ο Αριστείδης ο Κοιντιλιανός αναφέρει: "...τεχνικώτατον δε τοχρώμα παρά γαρ μόνοις μελωδείταιτοις πεπαιδευμένοις..." Στο μουσικό επίγραμμα η υπάρχουσαομαδοποίηση των "σημάτων" από μόνη της δίνει πληροφορίες για τη χρονική διάρκεια των φθόγγων. Αλλωστευπάρχει δύο φορές η δίχρονη μακρά(ρυθμικό σύμβολο) που διαφοροποιείτη χρονική διάρκεια δυο μεμονωμένων φθόγγων (Δ. ΘΕΜΕΛΗΣ. Ειδικοίτομείς ιστορίας της μουσικής: "Λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής"Θεσσαλονίκη 1990). Ετσι παρουσιάζεται ποικιλία χρονικών διαρκειών αποτελούμενη από ήμιση τέταρτα, όγδοα και τρίηχα.
Η εξέλιξη της μελωδίας βαίνει ομαλά και ευφωνα εκτός από το μέσον του τρίτου στίχου που κατά την άποψη μου ό.τι γίνεται, γίνεται σκόπιμα από το συνθέτη. Στο εν λόγω σημείο τρεις φορές επαναλαμβάνεται το εντελώς παράφωνο διάστημα του τριτόνου (Μι υφεση-Λα), το επαναλαμβανόμενο άκουσμα του οποίου προκαλεί έντα-

Στο συμπέρασμα που κατέληξε μπορουμε να διακρίνουμε την ιστορική συνέχεια της μακεδόνικης μουσικήςνια την οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: "Το ότι το μουσικό επίγραμμα της Θάσου εντελώς αβίαστα αποκωδικοποιήθηκε με τη βοήθεια των Πινάκωντου Αλυπιου σημαίνει ότι οι Μακεδόνες χρησιμοποιούσαν την ίδια μουσική παρασήμανση (φωνητική και οργανική! με όλους τους άλλους κατοίκους της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα στοιχεία από το χώροτης Μουσικής που μαρτυρεί την Ελληνικότητα των Μακεδόνων Από τα αρχαία χρόνια", Ωστόσο, στον ευρύτερο θρακομακεδονικο χώρο του 5ου π.Χ. αιώνα καταγράφεται και μια άλλη μουσική επιγραφή.
Το 1912 έγινε εκσκαφή τούμπας (Τούμουλους) στο χωριό Εσέροβο της Βουλγαρίας και αποκαλύφθηκε ένας τάφος του 5ου π.Χ. αιώνα με πολλά κτερίσματα. Ανάμεσα στα κτερίσματα υπήρχε και ένα χρυσό δαχτυλίδι, το οποίο φέρει χαραγμένο πάνω στη στρόγγυλη πλάκα του Θρακικό επίγραμμα με 61 ελληνικούς χαρακτήρες, εξαιρετικής αρχαιολογικής σπουδαιότητας.
Οι γλωσσολόγοι που δεν γνωρίζουν τη Θρακοφρυγική γλώσσα ακόμη, στηριγμένοι στο λεξιλόγιο γνωστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, με μεθόδους της συγκριτικής γλωσσολογίας, προσπάθησαν να μεταφράσουν τα διάφορα φθογγικά σύνολα της επιγραφής. Έτσι μέχρι σήμερα έχουν δοθεί 25 περίπου διαφορετικές υποθετικές ερμηνείες για το επίγραμμα του δαχτυλιδιού του Εσέροβο. Στις ερμηνείες αυτές προστέθηκε πρόσφατα και η μουσική ταυτότητα του επιγράμματος για το οποίο ο καθηγητής Σπυρίδης ανακοίνωσε στο 1ο Βαλκανικό Συνέδριο Φυσικής της Βαλκανικής Ενωσης Φυσικών: "Με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη βοήθεια των πινάκων του Αλύπιου έγινε αποκωδικοποίηση των ιωνικών μουσικών συμβόλων (που είναι όλα φωνητικά) σε νότες σημερινής μουσικής σημειογραφίας. Διαπιστώθηκε ότι τρεις γραμμές της μελωδίας ανήκουν στον Υπεριώνιο (ή Υπεριάστιο) τρόπο και οι υπόλοιπες πέντε γραμμές ανήκουν στον Υπεραιόλιο τρόπο. Στη μελωδία υπερτερεί το χρωματικό γένος. Το μουσικό εύρος της μελωδίας μπορεί να τραγουδηθεί από όλες τις ανθρώπινες φωνές. Η εξέλιξη της μελωδίας είναι μουσικά και μουσικολογικα ορθή καθώς επίσης και αισθητικά αποδεκτή. Πιθανώς ο ρυθμός της μελωδίας είναι 6/8. Με την προτεινόμενη εκδοχή το επίγραμμα του δαχτυλιδιού του Εεβτονο είναιμέχρι και αρχαιοελληνική παρασημαντικη με τη χρήση αποκλειστικά καιμόνο φωνητικών χαρακτήρων".


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.1. Ε. Στεφανής, "Διονυσιακοί Τεχνίται", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1988.
Χ. Σωτηρέλης, Ιστορία της Θάσου", Καβάλα 1967. ,
Αθηναίος "Δειπνοσοφιστές", Πλούταρχος "Δημοσθένης", Λούκιανός Προς Απαίδευτον", Γεωργιάδης Αθήνα 1970.
Σπύρίδης Χαράλαμπος "Το μουσικό επίγραμμα της Θάσου", 2ο Συμπόσιο Αρχαιομετρίας, Θεσσαλονίκη