θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, October 10, 2009

ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΣΑΒΙΑΝΟ: ΓΌΜΜΟΡΑ



ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

ΤΟ ΚΟΝΤΕΙΝΕΡ ΤΑΛΑΝΤΕΥΟΤΑΝ καθώς ο γερανός το μετέφερε στο πλοίο. Λες κι επέπλεε στον αέρα, το σπρίντερ, ο μηχανισμός που γαντζώνει το κοντέινερ στο γερανό, δεν κατάφερνε να δαμάσει την κίνηση. Οι πρόχειρα κλεισμένες πόρτες άνοιξαν ξαφνικά και δεκάδες σώματα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή. Έμοιαζαν με κούκλες. Στο έδαφος όμως τα κεφάλια συντρίβονταν σαν να ήταν αληθινά κρανία. Και ήταν πράγματι κρανία. Απ' το κοντέινερ έβγαιναν άντρες και γυναίκες. Ακόμη και παιδιά. Νεκροί. Παγωμένοι, στοιβαγμένοι, ο ένας πάνω στον άλλο. Στη σειρά, στριμωγμένοι σαν τις σαρδέλες στο κουτί. Ήταν οι Κινέζοι που δεν πεθαίνουν ποτέ. Οι αθάνατοι που περνούν τα χαρτιά ο ένας στον άλλο. Και να πού είχαν καταλήξει. Τα σώματα που οι πιο τολμηρές φαντασίες έβλεπαν μαγειρεμένα στα εστιατόρια, θαμμένα στους κήπους γύρω απ' τα εργοστάσια, πεταμένα στο στόμιο του Βεζούβιου. Βρίσκονταν εκεί. Έπεφταν κατά δεκάδες απ' το κοντέινερ, με το όνομα τους σημειωμένο σ' ένα καρτελάκι περασμένο με σκοινί γύρω απ' το λαιμό. Όλοι τους είχαν μαζέψει μερικά χρήματα για να τους θάψουν στα χωριά τους, στην Κίνα. Τους κρατούσαν ένα ποσοστό απ' το μισθό τους και σε αντάλλαγμα θα τους εξασφάλιζαν το ταξίδι της επιστροφής, όταν θα είχαν πεθάνει. Λίγο χώρο σε κάποιο κοντέινερ και μια τρύπα σ' ένα κομματάκι κινεζικής γης. Καθώς ο χείριστης του γερανού μού διηγούνταν το περιστατικό στο λιμάνι, έφερε τα χέρια στο πρόσωπο του και συνέχισε να με κοιτά μέσα από τα δάχτυλα του. Λες κι αυτή η μάσκα τού έδινε περισσότερο κουράγιο για να μιλήσει. Είχε δει πτώματα να πέφτουν και δε χρειάστηκε ούτε καν να σημάνει συναγερμό, να ειδοποιήσει κάποιον. Κατέβασε απλώς το κοντέινερ στο έδαφος και δεκάδες άτομα που εμφανίστηκαν απ' το πουθενά τα ξανάβαλαν όλα μέσα, αφού έπλυναν με μια αντλία τα κεφάλια. Έτσι έγιναν τα πράγματα. Δεν μπορούσε ακόμη να το πιστέψει, ήλπιζε πως δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση που οφειλόταν στις υπερβολικές υπερωρίες. Έκλεισε τα δάχτυλα καλύπτοντας τελείως το πρόσωπο του και συνέχισε να μιλά κλαψουρίζοντας, πλέον όμως δεν μπορούσα να τον καταλάβω.