θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, October 04, 2009

Η σημασία της λέξεως «ήρως» εις τά αρχαία ελληνικά κείμενα


ΗΡΩΣ

Έκ της έρεύνης τής σημασίας της λέξεως «ήρως» εις τά αρχαία ελληνικά κείμενα ευρέθη, ότι αύτη είχε αλληλοδιαδόχους αυξομειώσεις του πλάτους της σημασίας της κατά διαφόρους έποχάς. Ούτω κατά τους χρόνους του Όμηρου κυρίως μεν ήρωες είναι οι διογενείς βασιλείς, οί ηγεμόνες δηλαδή, εις τάς φλέβας τών οποίων έρρεε θείον αίμα (ό Αχιλλέας, ό Αινείας) και είχον τό σκήπτρον σύμβολον της εξουσίας των) άπό του Διός (ό Αγαμέμνων) παρ' αυτούς όμως ό Όμηρος διά του τιμητικού αυτού επιθέτου προσφωνεί και πάντα διακρινόμενον διά την φυσικήν ρώμην του (τόν Αίαντα), την πνευματικήν εύστροφίαν του (τόν Όδυσσέα), τήν άφοβίαν καί πολεμικήν ορμήν του (τόν Διομήδη), τήν εις ύπέρτατον βαθμόν φρόνησίν του (τόν Νέστορα) καί ακόμη πάντα έχοντα ύπερτάτην επιδεξιότητα εις τό έργον του (ώς τόν θεΐον άοιδόν Δημόδοκον και τόν κήρυκα Μούλιον, Όδ. σ. 422). Είναι δηλαδή οι ήρωες του Όμηρου ανώτεροι τών ανθρώπων κατά τά δώρα, τά όποια έδωσαν εις αυτούς οί θεοί ή η φύσις, άλλα δεν είναι άπηλλαγμένοι τών ανθρωπίνων περιπετειών άποθνήσκουσι καί ούτοι ώς οί λοιποί άνθρωποι καί αί ψυχαί των έχουσα τήν αυτήν εν τω Αδη κατοικίαν. Μόνον ό Μενέλαος ετυχεν εξαιρετικής . εύνοιας τών θεών, μεταφερθείς ζών εις τά Ηλύσια πεδία (Όδυσ. δ, 566 κ.εξ.) καί κατά τίνα μεθομηρικήν παράδοσιν (Πινδ. Νέμ. Χ) καί ό Διομήδης. Παρά τόν κοινόν όμως προς τους λοιπούς ανθρώπους κλήρόν τον, οι ομηρικοί ήρωες, καί Ιδίως έκ τούτων οί πολεμικοί, μέ τήν έξύμνησιν τών κατορθωμάτων των ήσκησαν τοσαύτην γοητείαν εις τήν έλληνικήν φαντασίαν, ώστε είς τους οφθαλμούς τών άνθρώπων, οί όποιοι ήκουον τά κλέα αυτών, άνυψώθησαν ούτοι είς θεούς. Τήν άντίληψιν ταύτην τών συγχρόνων του μετωχέτευσεν εις τά ποιήματα του ό Ησίοδος, όστις αποκαλεί ημιθέους πάντας τους γενναίους πολεμιστάς, οΐτινες έπεσαν εν Τροία ή προ τών τειχών τών Θηβών. Ήσαν ανδρειότεροι καί γενναιότεροι, λέγει, καί διά τούτο ό Ζευς εν τη δικαιοσύνη του έδωκε είς αυτούς ώς κατοικίαν μετά θάνατον τάς νήσους τών μακάρων, ένθα «τρις ετεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος άρουρα μελιηδέα καρπών» (Ήσιόδ. Εργ. καί Ήμ. 158 κ.εξ.). Ή εκφρασθείσα όμως γνώμη του ποιητή περί της κατοικίας τών ηρώων δεν έγινεν άσπαστή από του ελληνικού λαού, διότι τό θρησκευτικόν αίσθημα του έχρειάζετο κατοικίαν των ηρώων προσιτωτέραν είς αυτόν διά τούτο οι αρχαίοι Έλληνες ήκολούθησαν τήν όμηρικήν παράδοσιν, πιστεύοντες ότι, πλην του Ηρακλέους, όστις άνήλθεν είς τόν Όλυμπον, οί λοιποί κατοικούσαν είς τόν Αδην, όπου καί πάντες οί ζήσαντες εν τη γη καθαυτός ακόμη ό κριτής γενόμενος τών ψυχών τών αποθνησκόντων Αιακός, ώς ό καταποθείς μετά του άρματος του εντός χάσματος καταποθείς μετά του άρματος του εντός χάσματος γης, άνοιγέντος αιφνιδίως υπό του Διός (διότι ηθέλησε νά καταστήση αυτόν άθάνατον), Αμφιάραος, του οποίου ή φωνή από του Άδου έγίνετο ακουστή υπό τών συμβουλευόμενων αυτόν είς τό παρά τό χάσμα άνεγερθέν κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους ιερόν του. Ούτε όμως είς τους χρόνους του Όμηρου, ούτε είς τους χρόνους του Ησιόδου έπίστευον, ότι οί ήρωες είχον τήν δύναμιν, ώς οί θεοί, νά ώφελήσωσιν ή βλάψωσιν τους ανθρώπους.
 
Ήρωολατρεία. Ή λατρεία τών ηρώων, της όποιας πρώτα ίχνη δύνανται νά θεωρηθούν οί κατά τήν ταφήν τών ηρώων τελούμενοι προς τιμήν των αγώνες (Ίλ. Ψ, «άθλα επί Πατρόκλω») άνεφάνη κατά τό δεύτερον ήμισυ του Ζ' π. Χ· αιώνος (έν Αθήναις έπί Δράκοντος, όστις διέταξε τους πολίτας νά τιμώσι τους ήρωας κατά τά ήθη τών πατέρων των, όπερ μαρτυρεί επίσης ότι προϋπήρχεν ή λατρεία τών ηρώων και ενίσχυσε μόνον ταύτην ό Δράκων. Έπι Σόλωνος, όστις άνεκήρυξε τους τάφους τών ηρώων ιερούς, ή ήρωολατρεία έτονώθη περισσότερον, και επί Κλεισθένους, όστις από τών ηρώων ονόμασε τάς 10 φυλάς της Αττικής και άνήγειρεν ανδριάντας είς αυτούς έν τη αγορά τών Αθηνών, οί ήρωες έτιμώντο είς τό κλεινόν άστυ, όσον και οί θεοί), και προήλθε, φαίνεται, ουχί τόσον από θαυμασμόν προς τους ήρωας, όσον άπό φιλοκερδή αίτια. Έσκέφθησαν ότι, αφού οί ήρωες έζων ώς αθάνατοι ούσίαι έν τω Αδη και έν τω τάφω των, όστις συνεκοινώνει μετά του Άδου, θά ήδύναντο και νά αναμειγνύονται είς τά άνθρώπινα πράγματα και κατά παραχώρησιν τών θεών θά ειχον και τήν δύναμιν νά ώφελώσιν ή νά βλάπτωσι. Τήν πίστιν προς τους ήρωας ενίσχυσε και τό μαντείον τών Δελφών μέ τους χρησμούς του, οσάκις ζητείτο ή συμβουλή του είς κρίσιμους περιστάσεις. Έκ της αντιλήψεως ότι οί ήρωες ήδύναντο νά ώφελήσωσιν ή βλάψωσι τους ανθρώπους, έπήγασεν ή ανάγκη τής εξασφαλίσεως της υποστηρίξεως των, ήτις μόνον διά τής προσφοράς τιμών ήδύνατο νά κερδηθή. Τότε ήρχισεν ή άνέγερσις ίερών (ήρφων) είς αυτούς έπί τών τάφων των, καί αί προσφοραί θυσιών, αιτινες εκκαλούντο Ιναγισμοί προς διάκρισιν άπό τών προσφερομένων είς τους θεούς.
Οι έναγισμοί καί κατά τόν τρόπον τής τελέσεως καί κατά τό είδος τών θυμάτιον ώμοίαζον με τάς προς τους χθόνιους θεούς καί προς τους νεκρούς εκάστης οικογενείας τελούμενας θυσίας. Έγίνοντο προς τήν έσπέραν (κατά τήν αύγήν έγίνοντο προς τους Όλυμπίους θεούς) καί ή κεφαλή τοΰ θύματος έστρέφετο προς τήν δύσιν. Ό βωμός του ήρωος ήτο χαμηλός καί παρ' αύτω υπήρχε τάφρος, είς τήν οποίαν έπιπτεν ή κεφαλή του θύματος. Όσάκις δέ ή θυσία έγίνετο έπί του τάφου, ήνοίγετο έπ' αυτού όπή, διά τής όποιας έπίστευον ότι έφθανε προς τόν ήρωα τό είς αυτήν χυνόμενον αίμα (βλ. Παυσανιου Χ. 4. 10 περί του τάφου του Ξανθίππου ή Φώκου). Ενίοτε αντί νά σφάζωσι ζώον τι είς τόν ήρωα προσέφερον είς αυτόν μαγειρευμένην τροφήν καί έδέοντο αυτού νά μετάσχη του δείπνου. Έξαιρετικαί καί πανελλήνιοι ήσαν αί απονεμόμενοι είς τους έν Πλαταιαΐς πεσόντες ήρωας, χάριν τών οποίων ο χώρος τής πόλεως έκηρύχθη ιερός. Είς τούτους κατ’ έτος έγίνετο επιμνημόσυνος δέησις, έθυσιάζετο μέλας ταΰρος καί έγίνοντο χοαί οίνου, κατά τάς οποίας δ άρχων τής πόλεως έλεγε «προπίνω τοις άνδράσι τοις υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων πεσούσι». Οί λατρευόμενοι όμως ήρωες τής αρχαίας Ελλάδος είχον περιωρισμένην τήν δύναμιν, μή έκτεινομένην πέραν τών ορίων τής ιδιαιτέρας των πατρίδος, τής οποίας καί μόνης τους άνθρώπους ήδύνατο νά ώφελή ή νά βλάπτη' διά τούτο καί εκάστη πόλις καί εκάστη οικογένεια είχε τόν ήρωα της, ένα προστάτη, τον όποιον έλάτρευεν.
Ούτως αί Αθήναι είχον τόν Κέκροπα, τόν Θησέα καί τους επωνύμους ήρωας τών 10 φυλών, ή Σπάρτη τους Διοσκούρους, Κάστορα και Πολυδεύκη, αί Θήβαι τόν Κάδμον καί τόν Ήρακλέα, οστις όμως ήτο καί πανελλήνιος ήρως, ή Σικυών τόν Αδραστον καί βραδύτερον τόν Μελάνιππον, ή Άργολίς τόν Προίτον, τόν Περσέα καί τόν Παλαμήδη (τούτον ιδίοις ή Ναυπλία), ή Θεσσαλία τόν Ιάσονα, ή Σαλαμίς τους Αίακίδας, Τελαμώνα καί Αΐαντα, ή Αίγινα τόν Αιακόν, ή Αιτωλία τόν Μελέαγρον, ή Κρήτη τόν Μίνωα, ή Κόρινθος τόν Σίσυφον, τόν Γλαϋκον καί τόν Βελλεροφόντην κ. δ. κ.
 
Είδη ηρώων. Οί ήρωες της αρχαίας Ελλάδος ήσαν διαφόρων μορφών καί ειδών. Ούτως ό μυθικός βασιλεύς τών Αθηνών Κέκροψ ήτο κατά τό ήμισυ άνθρωπος καί κατά τό ήμισυ όφις. Ό Άχιλλεύς, ό Όδυσσεύς, ό Αγαμέμνων ο Ηρακλής, ό Οιδίπους καί άλλοι ήσαν πρόσωπα μυθικά. όπως και ό άρχηγέτης τών Βουταδών τών Αθηνών, τών Κηρύκων της 'Ελευσίνας, τών Βραγχιδών της Μιλήτου καί άλλων αριστοκρατικών οικογενειών. Πάντας όμως τους είρημένους ήρωας καί τους συγγενείς προς αυτούς, οί αρχαίοι Έλληνες τους έπίστευον ώς παλαιοτέρους των ανθρώπους. Έκτος όμως τών ηρώων τών είρημένων κατηγοριών ύπήρχον καί ήρωες (λατρευόμενοι έκαστος έν τη ιδία πατρίδι), οίτινες πραγματικώς έζησαν μεταξύ τών ανθρώπων καί υπήρξαν καί πρόσωπα ιστορικά τήν δράσιν, ώς οί νομοθέται Λυκούργος (έν Σπάρτη), Σόλων (έν Αθήναις) καί Βίας (έν Πριήνη), οί φιλόσοφοι Δημόκριτος (έν Άβδήροις), καί Αριστοτέλης (έν Σταγείρω), οί στρατηγοί καί πολιτικοί Μιλτιάδης (έν Θρακική χερσονήσω), Λεωνίδας, Λύσανδρος (αμφότεροι έν Σπάρτη) καί Βρασίδας (έν Άμφιπόλει), "Αρατος (έν Σικυώνι), Φιλοποίμην (έν Μεγαλοπόλει), ό ποιητής Ησίοδος (έν Βοιωτία), ό ολυμπιονίκης Φίλιππος (έν Κρότωνι), ώς ό ωραιότατος έκ τών συγχρόνων του Ελλήνων, ό Όρφεύς, ό Όμηρος, ό Αισχύλος, ό Σοφοκλής, ό Πλάτων, ό Επίκουρος, ό Αρμόδιος καί Αριστογείτων καί πολλοί άλλοι. Ιδιαιτέρως δέ έτιμάτο έν εκάστη ελληνική άποικίαν ό ιδρυτής αυτής (οικιστής) διά ναού καί ετησίων θυσιών. Είς τους πλείστους τών είρημένων ηρώων οί συμπολίτες των κατά τακτήν ήμέραν έτέλουν μεγαλοπρεπείς έορτάς έν πομπή μεταβαίνοντες είς τά ιερά των, ένθα έτέλουν θυσίαν καί εξυμνούν τάς άρετάς των δι' ύμνων ποιητών καί πανηγυρικών ρητόρων.
 
Ηρώων επεμβάσεις και εμφανίσεις. Ή πίστις είς τους κατά χώρας καί τόπους ήρωας τής αρχαίας Ελλάδος είχε δημιουργήσει, ώς προελέχθη, καί τήν θαυματουργόν τούτων έπέμβασιν προς ώφέλειαν ή βλάβην τής χώρας καί τών κατοικούντων αυτήν. Ούτως, ότεποτέ ξηρασία, ένεκα ανομβρίας, έλυμαίνετο τήν Ελλάδα, έλεγαν ότι έσωσε αυτήν ή έπέμβασις τοΰ ήρωος τής Αίγίνης Αιακού (κατόπιν επικλήσεως αυτού υπό τών αρχόντων τής νήσου), επιτυχόντος παρά του πατρός του Διός τήν κατάπαυσιν τής θεομηνίας ('Ισοκρ. Ευαγόρας 14—15). Κατά τήν μάχην του Μαραθώνος οί Αθηναίοι όπλίται έπίστευσαν ότι είδον, κατόπιν δεήσεώς των προς τους ήρωας τής χώρας, τόφάσμα του Θησέως περιβεβλημένον λαμπράν πανοπλίαν νά επιτίθεται κατά τών Περσών (Πλουτ. Θησευς 35. 11). Κατά τήν άκμήν τής έν Σαλαμίνα ναυμαχίας οί ευλαβείς του ελληνικού στόλου ναΰται είδον τους ήρωας τής νήσου, Τελαμώνα καί Αίαντα, τών όποίιον τήν βοήθειαν είχον ζητήσει, νά έκτείνωσι προστατευτικάςτας χείρας των έπί τών ελληνικών πλοίων, ώςλέγει ό Ηρόδοτος (VIII. 64)·
Διά τοΰτο καί ο δαιμόνιος Θεμιστοκλής είχε εΐπει μετά τήν μάχην, ότι τους Πέρσας ένίκησαν οί θεοί καί οί ήρωες. Κατά τόν Παυσανίαν (Ι 4. 4) καί ή κατατρόπωσις τών Γαλατών έν Δελφοΐς ήτο έργον τοΰ Νεοπτόλεμου, υίοΰ του Άχιλλέως, καί άλλων ηρώων.
 
Ώς παρεΐχον όμως τήν βοήθειάν τωνπρος τους πιστούς είς αυτούς, ούτως τιμώρουνκαί τους περιφρονοΰντας ή παραμελοΰντας τήνλατρείαν των. Λέγεται λ. χ., ότι ό ποιητής Στησίχορος έχασε αιφνιδίως την ορασίν του διότι είχε κακολογήσει τήν Έλένην δι' ενός ποιήματος του, καί ότι άνέκτησεν αυτήν, οτε έπήνεσε τήν ηρωίδα δι' άλλου ποιήματος του κατά συμβουλήν των Μουσών. Επειδή δέ ή λατρεία τών ήρώων εΐχενέπιχώριον χαρακτήρα, έπίστευον ότι, οσάκις συνέβαινε σύγκρουσις μεταξύ δύο πόλεων, έμάχοντο κατ' αλλήλων και οί προστάται τών πόλειον- τούτων ήρωες. Ούτω λέγεται, ότι ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης, διά νά εξασφάλιση τήν νίκην κατά τών Άργείων, έξηνάγκασεν εις φυγήν τόν ήρωα τής πατρίδος του Άδραστο, όστις δεν έβοήθει αυτόν ώς Αργείος τήν καταγωγήν, διά τής είς Σικυώνα έκ Θηβών μεταφοράς του αγάλματος του Μελανίππου (ήρωος έχθροΰ του Αδράστου) καί τής είς αυτόν αποδόσεως τών τιμών, αίτινες πρότερον άπεδίδοντο είς τόν "Αδραστον. Ούτω δέ έκέρδησε τήν νίκην, διότι ό Μελάνιππος ήτο ισχυρότερος του Αδράστου. Ένεκα τώνείρημένων λόγων οί κάτοικοι εκάστης πόλεως της αρχαίας Ελλάδος έμερίμνων νά έχωσιν έν τη πόλει των τά ιερά λείψανα τών ηρώων των προς προστασίαν των άπό πολέμου, λιμού, επιδημίας πάσης ασθενείας, θεομηνίας καί έν γένει παντός κινδύνου. Ούτως εξηγείται ή ψυχική άγαλλίασις των Αθηναίων διά τήν άνεύρεσιν ύπό τοΰ Κίμωνος τώνοστών τού Θησέως, καί δ άγων μεταξύ Κρέοντος, βασιλέως τών Θηβών, καί Θησέως τις θά προσέλκυση τόν αποθνήσκοντα Οιδίποδα νά ταφή είς την χωράν του, διότι ό τάφος του θά ήτο, ώς δ ίδιος έλεγεν,ισχυρότερος παντός στρατού. Μετά τήν άνοικοδόμησιν τής Μεσσήνης ύπό του Επαμεινώνδα, οί Μεσσήνιοι πριν είσέλθωσιν ε'ις αυτήν έπεκαλέσθησαν τόν ήρωα Άριστομένην καί τους άλλουςήρωας τής Μεσσηνίας νά προηγηθώσιν αυτών διά νά είναι οί προστάται των.
  
Οί Όρχομένιοι, διά ν' άπαλλαγούν του ένσκήψαντος είς τήν χώραν των λοιμού, λέγεται, ότι μετεκόμισαν έκ τής Ναυπακτίας είς τήν χώραν των, κατά συμβολήν τής Πυθίας, τά οστά του ποιητή Ησιόδου.
Οί Θηβαίοι έφύλασσον ως θησαυρόν την οίκίαν τοΰ Κάδμου. Όμοίως έθεώρουν πολύτιμον κειμήλιον τής χώρας των οί Τεγεάται τήν καλύβαν του Όρέστου καί οί Σαλαμίνιοι τόν λίθον, επί του οποίου έκάθησεν ό Τελαμών.
Οί ήρωες πολλάκις, ώς προελέχθη, ένεφανίζοντο είς τους οφθαλμούς τών άνθρώπων καί έθάμβωνον αυτούς μέ τήν λάμψιν τήν οποίαν έξέπεμπον. Έκ τών συνήθως δέ εμφανιζομένων έλέγετο, ότι ήσαν ό Άχιλλεύς εμφανιζόμενος ώς έκπάγλου κάλλους νεανίας είς τους πλέοντας παρά τάς έκβολάς του Ίστρου, ό Έκτωρ έν Τροία έκπέμπων άστραπάς κατά τήν διέλευσίν του διά τής πεδιάδος, οί Διόσκουροι εμφανιζόμενοι προς ένθάρρυνσιν τών έκ τρικυμίας κινδυνευόντων, ό Ηρακλής, ό Ασκληπιός καί άλλοι.
Άφηρωισμός. Έκ της ήρωολατρείας έπήγασεν ό άφηρωισμός τών μεταγενεστέρων χρόνων, ή απονομή δηλαδή τών τιμών αίτινες προσεφέροντο είς τους ήρωας καί είς πάντας τους προσενεγκόντας μεγάλας υπηρεσίας είς τάς πατρίδας των. Ό άφηρωισμός έγινε συχνότερος κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ότε κατ' άπομίμησιν του Μ. Αλεξάνδρου, όστις άνεκηρύχθη υιός του Διός Άμμωνος, καί του Ηφαιστίωνος άνακηρυχθέντος ήρωος, άνεκηρύχθησαν καί έλατρεύθησαν πολλοί τών Διαδόχων καί Επιγόνων ώς θεοί Σωτήρες καί ήρωες, ζώντες έτι, ώς ό Λυσίμαχος, ό Αντίγονος, ό Δημήτριος ό Πολιορκητής, οί βασιλείς τής Περγάμου, ό Αντίοχος ό Κομμαγηνός καί πλείστοι άλλοι. Ό άφηρωισμός έπετάθη έτι μάλλον κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ότε όχι μόνον οί Ρωμαίοι αυτοκράτορες κατετάσσοντο μεταξύ τών θεών, αλλά καί οί διάφοροι άρχοντες καί εύεργέται τών πόλεων άνεκηρύσσοντο ήρωες.
 
Ή ήρωολατρεία τών αρχαίων Ελλήνων συναπέθανεν (ή μάλλον ήλλαξε μορφήν) μετά τής θρησκείας των άπό τής βιαίας και αιματηρούς έπικρατήσεως του Χριστιανισμού. Κατά τόν μεσαίωνα ήρως του ελληνικού λαού ήτο ό Μ. Αλέξανδρος, όστις είχε γίνει ο θρυλικός βασιλεύς καί ήρως απάντων τών λαών τής Ανατολής.