θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 09, 2009

Ελληνοβουδιστική τέχνη!



Μισή Βούδας και μισή Ελληνας η μορφή είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τέχνης Γκαντάρα του 4ου αιώνα μ.Χ.

ΤΑ ΝΕΑ 26.04.2001

Πολύτιμα αποκτήματα τεχνοτροπίας Γκαντάρα οτο Μονοείο Μπενάκη

Ρεπορτάζ: Παρασκευή Κατημερτζή

Ένα άγαλμα του Βούδα, με χιτώνα και ένα ιμάτιο που φέρει έντονη τη σφραγίδα της ελληνικής τέχνης και μοιάζει με Απόλλωνα μαζί με τρία γλυπτά δείγματα ενός σπάνιου πολιτιστικού φαινομένου, της ελληνοβουδιστικής τέχνης της Γκαντάρα, απέκτησε πρόσφατα το Μουσείο Μπενάκη. Τα έργα αγοράσθηκαν από δημοπρασία του εξοπερικού, με πόρους κληροδοτήματος. Προέρχονται από το σημερινό Αφγανιστάν και σηματοδοτούν την προσπάθεια του Μουσείου Μπενάκη να ανιχνεύσει την παρουσία και την επίδραση του Ελληνισμού έως τις εσχατιές του αρχαίου κόσμου.
Μετά τους πρόσφατους βομβαρδισμούς των απέλπιδων Ταλιμπάν, που κατέστρεψαν υπερμεγέθη αγάλματα του Βούδα σε αυτές τις ίδιες περιοχές, τα νέα αποκτήματα του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον. Η άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία της ελληνοβουδιστικής τέχνης σε μια μουσουλμανική, σήμερα, χώρα, μπορεί να ρίξει κάποιο φως στα ακατανόητα. Ιδιαίτερα σημαντικό απόκτημα θεωρείται μία λίθινη ανάγλυνη πλάκα από γκρίζο σχιστόλιθο του 2ου αιώνα μ.Χ., πιθανόν από το Ανατολικό Πακιστάν, η οποία παρουσιάζει μια σύναξη μαθητών του Βούδα, ενώ δύο πήλινες κεφαλές με ίχνη χρώματος από την περιοχή Χάντα του Αφγανιστάν ανακαλούν τις μορφές ενός Σειληνού - ο γενειοφόρος με το μισάνοιχτο στόμα και τις αρετές της τέχνης του πορτρέτου -η κεφαλή ενός «δωρητή» στεφανωμένου με ταινία. Το Μουσείο Μπενάκη προσανατολίζεται να εκθέσει το ολόσωμο άγαλμα του Βούδα στο παράρτημα Ασιατικής Τέχνης, το οποίο πρόκειται να ανοίξει στον Κεραμεικό, ενώ ένα από τα πιο «ελληνικά» κεφάλια έχει ήδη ενταχθεί στην επανέκθεση του κεντρικού κτιρίου τής οδού Κουμπάρη!
Δεν ήταν άγνωστοι οι Έλληνες στους αρχαίους Ινδούς. Οι πρώτοι Ίωνες είχαν εγκατασταθεί στην Ινδία, εξορισθέντες από τον Δαρείο τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Αλέξανδρος στη



σαρωτική του εκστρατεία κατέβηκε εως τα βάθη της Ισημερινής Ινδίας, τον Ινδό ποταμό, ξεκινώντας από τον Βορρά, το σημερινό Αφγανιστάν, όπου εκτεινόταν η ορεινή χώρα των Βάκτρων - το Πακιστάν - όπου εκτεινόταν η εύφορη κοιλάδα του Σουάτ. Το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής διήρκεσε έως τα μέσα του ίου αιώνα π.Χ., οπότε τέθηκε υπό ρωμαϊκή επικυριαρχία. Σε αυτήν ακριβώς την περιοχή γύρω από την οροσειρά του Καυκάσου και με επίκεντρο τα Τάξιλα αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο χωρών ο πολιτισμός και η τέχνη της Γκαντάρα, που είχε ήδη διατελέσει επί αιώνες σατραπεία του κράτους των Αχαιμενιδών. Ο ελληνικός πολιτισμός και ο γειτονικός αχαιμενικός πολιτισμός παγιιόθηκαν και διαδόθηκαν μεταξύ των Ινδών και των λαών της περιοχής όχι διά της βίας, αλλά χάρη στην υπεροχή τους. Βασικό ρόλο διεδραμάτισε η κυκλοφορία του νομίσματος, ασημένιου και χάλκινου, με τις κεφαλές των βασύ\έων των Βάκτρων.
Η αυθεντία της ελληνικής ιατρικής, η εξαιρετική ομορφιά και ορθότητα της γλώσσας και της φιλοσοφικής σκέψης τους, τα μηχανήματα, τα εργαλεία τους θαυμάστηκαν, οι Έλληνες πολεμιστές μυθοποιήθηκαν για τη δύναμη και τη γενναιότητα τους. Έτσι οι Ινδοί μπόρεσαν και τους συγχώρησαν τη βασική πολιτιστική διαφορά που τους χώριζε.
Οι ετερόδοξοι Έλληνες δεν πίστευαν στο σύστημα του χωρισμού των ανθρώπων σε κάστες. Η ίδια η ορθόδοξη ινδουιστική σκέψη καλλιεργήθηκε από.την επαφή με το βάθος της ελληνικής σκέψης, ενώ στην ουσία Έλληνες και Ινδοί ζούσαν σε μία κοινωνία η οποία εμφορείτο από το όραμα μιας παγκόσμιας ιδεολογίας, αυτής που είχε εμπνευσθεί και ο Μέγας Αλέξανδρος. Η ελληνική παρουσία θεωρείται ότι έδωσε σε αυτούς τους λαούς μια νέα και πιο συμπαγή συνοχή και τους βοήθησε να διαφοροποιηθούν. Σε αυτό το υπόστρωμα γεννήθηκε ο βασιλιάς Λσόκα, τον ίο αιώνα π.Χ., ο «Μέγας Κωνσταντίνος» του Βουδισμού, που έκανε τα πάντα για να διοδώσει το Ντάρμα - τους Νόμους του Βουδισμού. Ο Λσόκα απευθύνθηκε και προς τους απομονωμένους Ελληνοϊνδούς. ή Ινδό έλληνες, κηρύσσοντας και μεταφράζοντας στην ελληνική και την αρομοϊκή γλώσσα το διάταγμα που κηρύπειτους νόμους της «ευσέβειας».
Η χώρα, με επίκεντρο τα Τάξιλα, γέμισε με ιερά μοναστήρια, μνημεία στούπας των Βουδιστών και, φυσικά, αγάλματα φιλοτεχνημένα σύμφωνα με τους ανθρωπομορφικούς κανόνες της ελληνιστικής τέχνης και αργότερα, από τον ίο αιώνα μ.Χ., της ρωμαϊκής, η οποία γνώρισε εξαιρετική διάδοση, με επίκεντρο την περιοχή της Γκαντάρα στο σημερινό ΒΔ Πακιστάν. Εκτός από τους κορινθιακούς κίονες, την αρχιτεκτονική και τα στεφάνια, ο Βούδας παριστάνεται στην τέχνη της Γκαντάρα με νεανικό - εξιδανικευμένο απολλώνιο πρόσωπο, με ελληνοπρεπή ή ρωμαϊκά ενδύματα. Η μορφή του Ηρακλή χρησίμευσε ως πρότυπο για τον Βαγιριπάνι και η Τύχη για τη Χαρίτι. Οι γλύπτες παριστάνουν σκηνές με γεγονότα από τη ζωή του Βούδα, από την εποχή που ήταν ακόμα πρίγκιπας μέχρι την αποθέωση του. Σκηνές πλαισιωμένες από κληματίδες, Ερωτιδείς με γιρλάντες, Τρίτωνες και Κενταύρους. Αυτή η τέχνη διαδόθηκε παράλληλα με τη λατρεία του Βούδα από τους Κουσάν - τους λευκούς Ούννους - ιδιαίτερα μεταξύ του ίου αι. π.Χ. και του 7ου αι. μ.Χ.. οπότε άρχισε η διείσδυση του Ισλάμ με τους Αραβες από τη Δύση και τους Τούρκους - από τον ιοο αιώνα - προς Βορράν που επικράτησε τελικά, ενώ ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού ο Βουδισμός τύπου Μαχαγιάνα της δυναστείας των Κουσάν μετανάστευσε στην Κεντρική και την Ανατολική Ασία. Η τέχνη Γκαντάρα, εκτός από τον λίθο, χρησιμοποιεί ευρύτατα τον πηλό και ένα είδος κονιάματος που ευνοεί τη μαζική παραγωγή και την κυκλοφορία, τη λατρεία αλλά και τη διδασκαλία. Η ανακάλυψη της τέχνης της Γκαντάρα κατά τον 190 αιώνα και το ζοηρό ενδιαφέρον των συλλεκτών και μουσείων που γέννησε, οδήγησε στην άνευ προηγουμένου λεηλασία και καταστροφή εκατοντάδων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, που συνεχίζεται έως τις ημέρες μας με τη συμμετοχή όχι μόνο των αρχαιοκαπήλων αλλά και των ιδιοκτητών, των κοινοτήτων, των αγροτών, των οργάνιον του ίδιου του κράτους, για διάφορους σκοπούς.