θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, November 16, 2007

Νίκος Τσιφόρος "Βιβλικά χαμόγελα"

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ


Ο μικρός ό Τωβίας, ο γιος του Τωβίτ, έβγαλε τό πρώτο χνούδι στ' απάνω τ' αχείλι, χόντρυνε ή φωνή του καί σάμ­πως νά τά παρακοίταζε τά κοριτσόπουλα πού αντάμωνε στό δρόμο του. "Ανθισε καί πάνω στους φράχτες ανθίζανε οι αγριοτριανταφυλλιές, σπυριάσανε οι καρπόσποροι των κλαδιών, λυσσάγανε τά πουλιά στό εαρινό τους ρεσιτάλ, κάπως αλλιώτικα μύριζε ή γής άμα τήν οσμιζότανε κανένας τά πρωινά καί τ' απόβραδα, ολόκληροι οι κάμποι φορέσανε τόν πράσινο μανδύα τους καί τά πρώτα καλοκαιρινά ζουζούνια αρχίσανε κι αυτά νά πετάνε, σαλπίζοντας τό καραμουζάκι τους στό σκοπό τής αναγέννησης.
Όλα πηγαίνανε καλά καί σάμπως μονάχα ό Τωβίτ, ο άγιος άνθρωπος, δέν αισθανότανε γερά τά κότσια του. Κάτι κομαρούλες, κάτι πονάκια, κάτι παράξενα, όλα εκείνα τά πολλά καί τά τίποτα πού είναι παρέα τού γεροντάματου, τόν είχανε ζώσει από κάθε μεριά. Κι επειδή δέν ήθελε νά πάνε χαμένα κείνα τά «αργύρια» πού βρισκόντουσαν «εν Ράγοις τής Μηδίας παρά Ραγουήλ», διότι όσο άγιος καί δί­καιος, ήτανε κι άπό τήν άλλη μεριά καί Σημίτης ο άνθρω­πος, φώναξε τό παλικαράκι του, τόν Τωβία καί τόν κάθησε κάτω στά σοβαρά.
— Αγόρι μου, τού είπε, γέρασα καί θ' ακούσεις καμιά μέρα ξαφνικά τά χαμπάρια μου. Σ' αφήνω λοιπόν τάς καλύτερος τών συμβουλών. Θάψε με κι άν πεθάνει ή μαμά σου θάφτηνε παρέα μου νά μήν πληρώνουμε καί διπλούς τάφους στό Δήμο πού αφορμή γυρεύει νά εισπράττει, νά 'σαι δίκαιος καί καλός σ' όλα σου τά έργα, πάρε γυναίκα καί παπούτσι από τόν τόπο σου, γιατί ή εγχώριος βιομηχανία θέλει κι υποστήριξη, δίνε σε κείνους πού πεινάνε, όποιος δέ δίνει, στό τέλος καταντάει νά του τά πάρουνε μέ τό ζόρι, νά ευλογείς τόν Κύριο, πού μάς έκανε τους ανθρώπους, νά μέ­νεις ταπεινός, άλλα δέκα τάλαντα πού έχω δώσει στον Ραγουήλ, έν Ράγοις τής Μηδίας, νά πάς νά τά πάρεις, διότι όλα καλά, άλλα τό παραδάκι είναι παραδάκι καί νά μη λέμε καί λόγια. Κατάλαβες;
Βεβαίως κατάλαβε τό Τωβιάκι, άπό τήν ίδια ράτσα κρά­ταγε καί αυτό, λεφτά στή μέση, γινότανε νά μήν καταλάβει; Του 'δωσε λοιπόν μιά γραφή ό πατέρας του «Πληρώσατε εις διαταγήν του υιού μου Τωβία τά τάλαντα άτινα ελάβατε παρ' εμού προς φύλαξιν», φώναξε κι έναν άνθρωπο πού ήξερε τό δρόμο γιά τους Ράγους καί άρχισε τίς συμφωνίες. —Θά πάς τό παιδί μέχρι κειπέρα. Πόσα θέλεις; Έτυχε όμως νά μήν είναι άνθρωπος, άλλα ό άγγελος Ραφαήλ, εκείνος πού φώναξε καί τό μυστικό τό 'ξερε μόνο ό ίδιος ό Ραφαήλ. Έκανε λοιπόν τίς συμφωνίες του ο άγγελος.
—Θέλω μιά δραχμή τήν ήμερα.
—Πολλά δέν είναι;
—Τόσα παίρνω γώ.
Τέλος πάντων, μιά δραχμή; Μιά δραχμή. Γεμίσανε λοιπόν τά ταγάρια τους, έκλαψε ή Άννα, ή μανούλα του Τω­βία, αφού οί γυναίκες μέχρί τό Λαύριο νά πάς τό 'χουνε τά­μα νά τό κλαίνε γιά τό καλό καί ξεκινήσανε σιγά - σιγά οί δυό στρατοκόποι, τό παιδί κι ό άγγελος, νά πάνε γιά τό χρήμα. Τό βραδάκι λοιπόν, έτσι πού 'πεφτε ό ήλιος καί χρύσω­νε τά νερά τού ποταμού του Τίγρι, κάτσανε νά ξαποστάσουνε οτήν όχθη νά φάνε καί τίποτα. Καί ξαφνικά μέσα άπό τό ποτάμι, πετιέται μιά ψαρούκλα καί κάνει έτσι ν' αρπάξει τό Τωβιάκι, τό παιδί. Τραβήχτηκε όμως ό Τωβίας καί μέ τή φόρα, έχασε τά νερά του τό ψάρι καί βρέθηκε στην ξηρά. Τό Τωβιάκι καταχάρηκε.
— Νά μέ φάς ήθελες, ε; "Αμ, τώρα έννοια σου καί θά σέ φάω γώ, είπε του ψαριού πού σπαρτάραγε ηλίθια όπως σπαρταράνε τά ψάρια πού πεθαίνουνε δραματικά σάν πρωταγωνιστές τού κινηματογράφου.
Κι έκανε νά τό μαγκώσει άλλα ό άγγελος τόν σταμάτη­σε.
— Μήν τό φάς, τού λέει. Είναι φαρμακωμένο.
—"Ε, κι έτσι θά τό παρατήσουμε κοτζάμ ψάρι, τρεις εκατό πράμα;
Τό συλλογίστηκε βέβαια κι ό άγγελος κι υστέρα θυμήθη­κε. Έβγαλε λοιπόν τήν καρδιά, τό συκώτι καί τή χολή τού ψαριού, τά 'δωσε στον Τωβία καί του 'δωσε μαζί καί μιά συμβουλή.
— Αυτά νά τά φυλάξεις θά μάς χρειαστούνε. Καί το ψάρι άς τό φάμε. Όσο φαρμάκι κι άν έχει κανένας, άμα τού βγάλεις τήν καρδιά, τό συκώτι καί τή χολή, μή φοβάσαι. Δέν μπορεί πιά νά σού κάνει τίποτα.
Ψήσανε λοιπόν τό ψάρι, τό μπουζουριάσανε καί πρωί -πρωί πήρανε τό δρόμο τους. Καί στό δρόμο απάνω τού εξή­γησε ο άγγελος τού μικρού.
— Τό συκώτι καί τήν καρδιά τού ψαριού νά τά 'χεις μέσα στό ταγάρι σου γιά γιατρικό. "Αμα δεις κανέναν καί τον πιάσει τό δαιμόνιο καί κάνει παλαβομάρες, νά τά καπνίσεις καί νά τόν βάλεις ν' ανασάνει τήν τσίκνα. Καί θά δείς πού θα γίνει καλά. Καί μέ τή χολή, άμα τρίψεις τά μάτια κανενός στραβού θά ξαναβρεί τό φώς του.
Τό πίστεψε ό Τωβίας, τά 'κρυψε καλού κακού τά καρδιοσκωτοχόλια καί ξαναπήρανε τό δρόμο τους. "Ε, δρόμο παίρνουνε δρόμο αφήνουνε, κάποτε τήν είδανε κι από μα­κριά τή Ράγη, τό μέρος πού πηγαίνανε. Σταμάτησε λοιπόν ό άγγελος καί συμβούλεψε πάλι τό παιδί.
— Αδερφούλη μου, τού λέει, νά 'μαστε καί φτάσαμε. Το βράδυ, πρώτα ό Θεός, θά τή βολέψουμε στό σπίτι του Ραγουήλ. "Ακου τώρα καί μερικά πράματα νά τά ξέρεις γιά να μήν πιαστούμε καί Κώτσοι. Αυτός ό Ραγουήλ έχει μιά κο­ρούλα, ωραίο πραματάκι, Σάρρα τή λένε. Καί γιά νά πάρεις πίσω τό παραδάκι τού πατέρα σου, πρέπει νά τήν παντρευ­τείς τή Σάρρα, αλλιώς δέ βλέπουμε τσεντέζιμο. Άλλωστε,εδώ πού τά λέμε, καί Θεού θέληση είναι νά τήν πάρεις εσύ αυτήν τήν κοπέλα.
Ωραία κουβέντα, άλλα κάτι είχε ακουστά καί ό Τωβίας καί τό ξεφούρνισε.
— Νά τήν πάρω, βεβαίως, αφού λές ότι είναι καί νόστι­μη, γιατί νά μήν τήν πάρω; Αλλά σάμπως έχω ακουστά κά­τι σουσούμια γιά δαύτην. Λένε, δηλαδή, ότι αυτό τό κοριτσάκι τό γλυκό καί τό αθώο, έχει φάει εφτά άντρες μέχρι σήμερα. Καλή είναι, άξια είναι, αλλά όποιος τήν πάρει καί πάει νά κλειστεί μαζί της σά γαμπρός, τό πρωί, λέει, τόν βρίσκουνε τούμπανο. Καί τώρα δηλαδή τί; Νά τήν πάρω εγώ καί νά τρέχεις τό πρωί γιά στεφάνια νεκρώσιμα; Καθόσον, λένε, έχει τό διάολο μέσα της καί μόλις βρεθεί μόνη της μέ άντρα, κάτι του κάνει καί τόν καθαρίζει.
— Ξέρεις γιατί γίνεται αυτό, έκανε συλλογισμένα ό άγ­γελος. Ας πα νά λένε ότι έχει δαιμόνια καί τέτοια, άλλα εμέ­να δέ μου τό βγάζεις από τό μυαλό ότι ή μικρά δέ θέλει γαμπρό γιά νά μή φανερώσει πού έχει ό γέρος της τό παραδάκι. Σού λέει: «γιατί να πάρω άντρα καί νά μην τά φάω μό­νη μου; Κορόιδο είμαι νά βάλω άλλον νά κουμαντάρει τό βιός μου;». Γι' αυτό αδερφέ μου σέ συμβούλεψα νά κρύψεις κείνα τά συκώτια και τήν καρδιά τού ψαριού. Αμα βρεθείς μόνος μαζί της, βάλ' τους φωτιά, κάνε την ν' ανασάνει τήν τσίκνα τους καί θά τή δεις νά γίνει αρνάκι. Είναι Θεού θέλη­ση πού μας έστειλε τό ψάρι καί είναι μαγικά μαντζούνια αυτά. Καί τή γυναίκα, έτσι καί τήν υποτάξεις μιά φορά καί τήν κάνεις τού χεριού σου, ύστερα δέν ακούει κανένα καί «ούκ επανελεύσεται τό δαιμόνιον είς τόν αιώνα τού αιώνος».
Φτάσανε λοιπόν καμιά φορά, βρήκανε τό σπίτι τού Ραγουήλ, ανταμώσανε άπ' όξω τή Σάρρα, τους έμπασε στό σπίτι, τους καλωσόρισε ό Ραγουήλ, φώναξε καί τή γυναίκα του τήν Εδνα, «ρέ πώς μοιάζει ό νεαρός με τόν Τωβίτ!», μά­θανε καί γιά τήν υγεία τού Τωβίτ καί καταχαρήκανε καί πο­νηρός ό Ραγουήλ κατάλαβε ότι τό παιδί τού δικού του είχε έρθει γιά τό παραδάκι. Δήθεν κιόλας καταλυπηθήκανε πού ό Τωβίτ, ό πατέρας τού Τωβία, είχε χάσει τό φως του, καί ύστερα σφάξανε κι ένα αρνί θυσία, τό φάγανε, ντερλικώσανε όπως γίνεται άμα πάει μουσαφίρης στό συγγενή του, πού χαμογελάει άπ' όξω καί βράζει άπό μέσα του, καί κει απάνω στό κρασί, λέει ό άγγελος.
—Μπάρμπα Ραγουήλ, εμείς εδώ δέν ήρθαμε βέβαια τόσο δρόμο γιά νά σού πούμε τά Κάλαντα. Εμείς, μπάρμπα Ραγουήλ, τό παιδί ό Τωβίας δηλαδή, έχει ακούσει γιά τήν κορούλα σου τή Σάρρα καί έφ' όσον νά πούμε, έ, είσαστε καί σόι επιτέλους, μιά γυναίκα τού πέφτει άπό τή ράτσα του, είπαμε, άμα τό θέτε καί σεις, ή ώρα ή καλή, νά τά μπουρμπουδιάσουμε τά παιδιά, νά παντρευτούνε, νά κά­νουνε καί φαμίλια, τέλος πάντων νά μή χαθεί ή ράτσα.
Κατάλαβε ό Ραγουήλ. Σού λέει: «Τούτοι δω γιά τό χρή­μα ήρθανε καί πάνε νά τό πάρουνε μέ ωραίο τρόπο, μπρά­βο τους!» Εκανε πώς συλλογίζεται λοιπόν κι ύστερα τόν έπιασε τό μελαγχολικό.
—Βρέ παιδάκι μου, νά τού τή δώσω τού παλικαριού, καλό παλικαράκι φαίνεται, δέ λέω, άλλα τά ξέρετε τά δικά μας;
—Ποια δικά σας;
—Τό δαιμόνιο της Σάρρας. Άστε τα ρέ παιδιά γιατί εί­μαι δυστυχισμένος πατέρας. Εφτά φορές τήν έχω παντρέ­ψει κι άντρα τό κορίτσι μου δέ γνώρισε. Καλή, χρυσή, γελα­στή, χαριτωμένη, τά πάντα. Μόλις κλειστεί σέ δωμάτιο μέ άντρα, τήν πιάνει τό δαιμόνιο καί τό πρωί τόνε βγάζουνε νε­κρό. Μάλιστα! Αυτό τό πραματάκι πού βλέπετε, έχει φάει εφτά, σά νά 'τανε σουβλάκια. Γι' αυτό σας λέω. Αστε την νά πάει κατά Καπερναούμ καί άμετε καί σεις στό καλό. Γιά ντουζίνα θά τό πάμε;
Τά 'πε ό Ραγουήλ καί λυπόταν πονηρά, άλλα γελιέται ό άγγελος; «"Αν είναι νά πεθάνει, άς πεθάνει, επέμενε. Μιά φορά, σύμφωνα μέ τό νόμο τού Μωυσή, τό παιδί από δώ πρέ­πει νά πάρει τήν κόρη σου. Αοιπόν γιά νά μή λέμε λόγια, άν­τε νά τους παντρέψουμε νά τελειώνουμε».
Σάμπως κατάλαβε ότι είναι ζόρικοι τούτοι δώ, ό Ρα­γουήλ, σού λέει «αν πώ όχι θά τό χάσω τό παραδάκι, άσε λοιπόν νά τήν πάρει, νά τόν ξεκάνει καί νά γλιτώσουμε». Φώναξε τή γυναίκα του, φέρανε τά βιβλία, τους πάντρεψε σύμφωνα μέ τό νόμο τού Μωυσή, σφράγισε τήν πράξη, κάθησε νά ξαναφάει καί πήρε καί τήν κόρη του ιδιαιτέρως.
—Κατάλαβες μωρή τί πά νά μάς κάνουνε;
—Κατάλαβα, μπαμπά.
—Καί ξέρεις τί πρόκειται νά φτιάξεις;
—"Ε, καλά, πρωτάρα είμαι, μπαμπά; Εχω φάει εφτά, στον όγδοο θά οτομαχιάσω;
—Μπράβο παιδί μου, εσύ θά πάς μπροστά.
Έπιασε κι ή Εδνα ή πεθερά κι ετοίμασε τό νυφικό δωμάτιο, βάλανε τή νύφη μέσα νά ετοιμαστεί, νά ετοιμάσει δη­λαδή νά τό τουμπανιάσει τ' αγόρι, φάγανε ξανά οι άπ' όξω καί τέλος πάντων τόν στείλανε τό γαμπρό νά κοιμηθεί μέ τη νύφη.
Κλείστηκε λοιπόν ό Τωβίας, άλλα τούτος εδώ ήτανε ορ­μηνεμένος από τόν άγγελο, δέν ήτανε κορόιδο σάν τους άλ­λους εφτά. Πονηροί ή Σάρρα καί ό Ραγουήλ ό πατέρας της; Πιό πονηρός τούτος έδώ. Αντε καί νά δούμε ποιος θά τή φέρει τού άλλου.
Άρχισε τό χαμόγελο ή νυφούλα. «Έλα κοντά αγοράκι μου». Ζύγωνε ό Τωβίας. Τι λέτε; Πριν ζυγώσει άνοιξε τό ταγάρι του, έβγαλε από μέσα τήν καρδιά καί τό συκώτι τού ψαριού κι άναψε φωτιά.
—Τί κάνεις εκεί;
—Κάτι άρωματάκια έχω μαζί μου, χαμογέλασε ό γαμ­πρός, νά μας άρωματίσουνε τό δωμάτιο. Έλα δώ ν' ανασά­νεις νά δεις τί ωραία πού μυρίζουνε.
Γυναίκα ήτανε ή Σάρρα, αρώματα άκουσε, τί είχε νά χάσει; Πήγε λοιπόν κοντά καί άρχισε νά όσμίζεται τά ψαροεντόσθια.
— Αυτά μυρίζουνε ψαρίλα.
—"Ετσι είναι στην αρχή. Ανάσανε πέντε - έξι καλές καί
θά δεις.
Στην τέταρτη πρέζα, άρχισε νά μαστουρώνει τό κοπελάκι. Άντε μιά ακόμα, μαγεμένα καί θεϊκά τά ψαρονέφρια τήν κάνανε λιάδα. Πάει! Ξεχνάει καί τόν πατέρα της μέ τίς παραγγελίες του, ξεχνάει πώς έπρεπε νά τόν σκοτώσει τό γαμπρό, ξεχνάει καί τά λεφτά καί πέφτει στην αγκαλιά του.
'Απ' όξω κοιμότανε δήθεν ό άγγελος καί χαιρότανε ό Ραγουήλ. Φώναξε καί τή γυναίκα του. «Έλα ν' ανοίξουμε ένα λάκκο καί νά τόν θάψουμε τό πρωί, χωρίς νά μάς πά­ρουνε καί μυρωδιά, άντε γιατί αυτός τώρα κλωτσάει νά ξεψυχήσει καί κρίμα στό παιδί, άλλα τί νά τού κάνω γώ, φιρί -φιρί τό πήγαινε».
Σκάψανε λοιπόν τή λακκούβα, ξημέρωσε ό θεός τήν ήμερα, φωνάξανε καί μιά «παιδίσκη τους», ένα δουλάκι να πούμε.
—Τρέχα νά δεις τί γίνεται στή νυφική κάμαρα.Μπήκε ή παιδίσκη, είδε τους νιόνυφους νά κοιμούνται άγκαλίτσα. Πάει λαχανιασμένη στον Ραγουήλ καί τού λέει:
—Καλέ αυτοί κοιμούνται ακόμα, αφεντικό
—Πώς κοιμούνται;
—Ντρέπομαι, άλλα ωραία, πολύ ωραία, καί στά δικά μου.
Αμάν, πάει ό Ραγουήλ, ξυπνάει μέ τρόπο τήν κόρη του καί τήν παίρνει κατά μέρος.
— Τί έγινε βρέ αθεόφοβη;
Κατέβασε τά μάτια τό Σαρράκι, πολύ ευχαριστημένο, πολύ ευτυχισμένο καί τού τά 'πε σωστά:
— Δέ γίνεται τίποτα, μπαμπά! Καί ξέρεις γιατί; Γιατί αυ­τόν τόν αγάπησα.
Κακό απρόσμενο, απαίσιο, άλλα τί μπορούσε πιά νά κάνει ό Ραγουήλ. Έδωσε τήν ευλογία του, έδωσε τό παραδάκι, έκανε καί δεκατέσσερις μέρες γλέντι μέ πολλούς καλε­σμένους καί συλλογιζότανε ότι ή αγάπη είναι θέληση τού θεού κι ότι όσο πονηρός κι άν είσαι, δέν μπορείς νά πάς κόντρα μέ τό θεϊκό Νόμο, γιατί τά λεφτά μπορείς νά τά κερ­δίσεις μέ ματσαράγκα, τήν αγάπη όμως ποτέ αφού μάς τήν έδωσε ό Κύριος μέσα στά δώρα του, ενώ τά λεφτά πού τά φτιάσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, μπορεί νά μάς τά πάρει ό,τι ώρα καί μ' όποιο τρόπο τού κάνει κέφι.