θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Tuesday, September 17, 2019

«Δρυός πεσούσης πας άνήρ ξυλεύεται»

 
 
 
«Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται» (καί δωρικώς ξυλοχίσδεται = ξυλοχίζεται —
ξυλίζεται). (P. GR. σ. 36).
 
Παροιμία άντιστοιχούσα πρός τήν λαϊκήν «όταν πέση τό κλαρί καθένας τω κλαρίζει». Συναφής φράσις του Αισχύλου (’Αγαμέμνων», στίχ. 884-885) «....σύγγονον βροτοίσι τόν πεσόντα λακτίσαι πλέον» = είναι συνυφασμένον μέ τούς άνθρώπους να ποδοπατουν εκείνον πού θα πέση» (εννοείται ήθικώς, ή τόν άτυχήσαντα). «Πολλοί των ενδόξων, δυσπραγίαις περιπεσόντες, ύπ’ εύτελών εξουθενούνται». Έκ του Αίσωπείου μύθου, κατά τον όποιον ή άλώπηξ έχλεύαζεν αίχμαλωτισθέντα λέοντα.

’Αντίστροφον ήθικήν επιταγήν εύρίσκομεν εις τούς «Πέρσας» του Αισχύλου (851) «ου γάρ τα φίλτατ’ έν κακοίς προδώσομεν». Λόγοι τής Άτόσσης (μητρός του Ξέρξου). Δεν πρέπει να εγκαταλείπωμεν τα «φίλτατα» (εννοεί τον υιόν της, έπανερχόμενον έκ τής έν Έλλάδι πανωλεθρίας του — εις τήν Σαλαμίνα) κατά τάς στιγμάς τής πτώσεώς των (έν κακοίς), διότι τούτο είναι απιστία πρός το καθήκον του συμπάσχειν μετά των ατυχούντων.
 
 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΦΙΛΙΑ

 

Ο Μπούς πατήρ στο Ντάλλας στις 22 Νοεμ. του 1963

 
 
Η δολοφονία του Κένεντι
στις 22 Νοεμβρίου 1963.
 
 

Δούρειος ίππος

 
 
 
«Δούρειος ίππος».
 
Μεταφορικώς πανούργον καί δόλιον μέσον διά τήν έπιτυχίαν σκοπού τίνος. ’Εκ του ύπερμεγέθους ξυλίνου ίππου, τόν όποιον μετεχειρίσθησαν οί Αχαιοί πρός έκπόρθησιν τής Τροίας τή υποδείξει του Όδυσσέως. (Δούρειος καί δουράτειος ή δουράτεος [δόρυ] = ξύλινος).
Είς τήν τραγψδίαν του «Τρωάδες» (στ. 13-14), ό Εύριπίδης παίζων μέ τήν διπλήν σημασίαν τής λ. δόρυ (ξύλον αλλά καί κοντάρι - όπλον) λέγει ότι άπεκλήθη «δούρειος ίππος», όχι διότι ήτο έκ ξύλου, άλλά διότι έκρυπτεν έντός αυτού τά δόρατα τών πολεμιστών.
 
 

Monday, September 16, 2019

Πλουραλισμός.

 
 
 

Οι νέοι φωστήρες της ανθρωπότητος.

 

«Δορυφόρος».

 
 
 «Δορυφόρος».
 
 Μεταφορικώς ο έξηρτημένος. Είς την άρχαιότητα ό ώπλισμένος μέ δόρυ ακόλουθος καί φύλαξ βασιλέων ή αρχόντων ή είλως άκόλουθος έλευθέρου Σπαρτιάτου, φέρων έν εκστρατεία τάς άποσκευάς καί τό δόρυ αύτου. Δορυφόρα κράτη : τά εχοντα έξηρτημένην έξωτερικήν πολιτικήν. Έν τη ’Αστρονομία : τά κινούμενα πέριξ των πλανητών του ηλιακού μας συστήματος σφαιρικά ή σφαιροειδή σκοτεινά σώματα.
 
 
 

Αφήστε τους λύκους να φάνε.

 
 
 
Ενάντια στην λυκοφοβία.
 
Οι ποιμένες είναι τρομοκράτες!
 
Οι φράκτες μας χωρίζουν!
 
 

Sunday, September 15, 2019

Ο λυρικός ποιητής Τυρταίος.


Το δολλάριο της Ζιμπάμπουε ....

 
 
Το δολάριο της Ζιμπάμπουε .... δεν θα αγοράσει ούτε ένα ψωμί ψωμιού ...

Zimbabwe Dollar.... won't even buy a loaf of bread...
 
 

«Δόξα, πίστις, γνώσις». Οί τρεις βαθμοί του βεβαίου, του αληθούς.


 
«Δόξα, πίστις, γνώσις». Οί τρεις βαθμοί του βεβαίου, του αληθούς.

α. Δόξα (δοξασία, δοξάζειν, δοκείν, νομίζειν) = ή άποδοχή του άναποδείκτου ώς αληθούς, συνυπονοουμένου ότι δυνατόν καί νά πλαναται ό αποδεχόμενος αυτό ώς άληθές. ’Αληθές, δηλαδή, είναι εκείνο τό όποιον «νομίζομεν» ώς άληθές. Αύτη είναι ή πρώτη βαθμίς, ή άτελεστέρα τρόπον τινά, του αληθούς, τούτο δέ, διότι ό «δοξάζων» στηρίζεται επί λόγων ούτε ύποκειμενικώς, ούτε άντίκειμενικώς άποχρώντων. (Βλ. «άποχρώντος λόγου νόμος»).

β. Πίστις (πιστεύειν). Ό «πιστεύων» στηρίζεται επί λόγων ύποκειμενικώς μόνον, ούχί δέ καί άντικειμενικώς άποχρώντων. Είναι ή δευτέρα βαθμίς του αληθούς. ’Αληθές είναι εκείνο τό όποιον «πιστεύομεν» ότι είναι άληθές.

γ. Γνώσις (γνωρίζειν). Ό γινώσκων άποδέχεταί τι εκ λόγων ύποκειμενικώς άμα καί άντίκειμενικώς επαρκών. ’Αληθές είναι εκείνο τό όποιον πράγματι (ύποκειμενικώς καί άντίκειμενικώς) είναι άληθές καί γίνεται δεκτόν παρά πάντων ώς άληθές.

Εΐναι ή τρίτη, ή τελειοτέρα βαθμίς τής έννοιας του αληθούς.
'Ο Αισχύλος («’Αγαμέμνων», στ. 1369) άποφθέγγεται : «τό γάρ τοπάζειν του σάφ’ είδέναι δίχα», δηλαδή «τό ύποπτεύειν (ύποπτεύεσθαι, εικάζειν) είναι πολύ διάφορον του σαφώς γνωρίζειν».

Κατά τάς φιλοσοφικάς όθεν άντιλήψεις, μόνον ή «γνώσις» θά έπρεπε ν’ άποτελή τήν άφετηρίαν καί τήν αιτίαν τών σκέψεων καί τών ένεργειών του άνθρώπου.
Θεωρητικώς βεβαίως τούτο είναι όρθόν, έν τώ καθημερινώ όμως βίω τά πράγματα είναι εντελώς διάφορα. Κατά τό πλείστον ή «δόξα» καί ή «πίστις» παρεκίνησαν τον άνθρωπον νά δημιουργήση «άθάνατα έργα» καί νά προβή είς «άπίστευτα κατορθώματα», άλλά νά ύποπέση καί είς ασύγγνωστα λάθη.

Παραθέτομεν σχετικόν στίχον του Σιμωνίδου του Κείου (A.L. σελ. 243) : «τό δοκείν καί τάν άλάθειαν βιάται», δηλαδή, τό νομίζειν (πολλάκις) παραβιάζει καί (αύτήν ακόμη) τήν άλήθειαν. Ό Πλάτων είς τήν «Πολιτείαν» (365 G) αναφέρει τό απόσπασμα τούτο του Σιμωνίδου.

Saturday, September 14, 2019

Ζούμε σε μια γενιά συναισθηματικά αδύναμων ανθρώπων.

 
 
 
Ζούμε σε μια γενιά συναισθηματικά αδύναμων ανθρώπων.
Όλα πρέπει να τα νερώσουμε επειδή είναι προσβλητικά, συμπεριλαμβανομένης και της αλήθειας.

We live in a generation of emotionally weak people. Everything has to be watered down because its offensive, including the truth.
 
 

Γιατί ο Mick Jagger έρχεται στις ΗΠΑ από το Ηνωμένο Βασίλειο για να αλλάξει βαλβίδα;

 
 
 
 
  Γιατί ο Mick Jagger έρχεται στις ΗΠΑ από το σοσιαλιστικοποιημένο Ηνωμένο Βασίλειο αφού το κοινωνικό ιατρικό σύστημα μας είναι τόσο κακό;
 

In reference to @ewarren @BernieSanders socialist Medicare for all program - Mick Jagger comes to the US since the UK social Med system is so bad !!
 
 

 

Η λυρική ποιήτρια Σαπφώ.


Ο λυρικός ποιητής Πίνδαρος.

 

Στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ουδείς συστηματικός διωγμός υπήρξε.

 
 
 

Μενάνδρου: «Δώρον».

 
 
«Δώρον».
 
«Αίσχύνομαι πλουτούντι δωρείσθαι φίλω, μή μ’ άφρονα κρίνη καί διδούς αιτείν δοκώ»
 
(Συγκρ. Μενάνδρου καί Φιλιστίωνος, σ. 358- Λ. Σταμ. σελ. 3267) = έντρέπομαι νά προσφέρω δώρα είς πλούσιον φίλον, διότι φοβούμαι, μήπως μέ χαρακτηρίση ώς ανόητον καί μήπως νομισθή ότι δίδω μέ σκοπόν νά ζητήσω κάτι άπό αυτόν.
 
 

Friday, September 13, 2019

Το μωσαϊκό αυτό βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο στο Δίον.

 
 
 
Γιατί δεν το γνωρίζατε;
 
 
 
 
 
 

Να γιατί η Βρεττανία ψήφισε να φύγει από την Ε.Ε.

 
 
 

Οι 12 μαθητές ήταν οπλισμένοι και έτοιμοι να σκοτώσουν.

 

«Δομιτιανή ερώτησις». («Quaestio Domitiana).

 
 
«Δομιτιανή ερώτησις». («Quaestio Domitiana), (Ρωμ. Δίκ.), ερώτησις άπλοϊκή καί άπορία περί θέματος άκρως εύκολονοήτου. Ό μαθητής Domitius ηρώτησε τον διδάσκαλόν του Κέλσον (P. Juventius Celsus), τόν μέγαν Ρωμαίον νομικόν, ό όποιος έπανειλημμένως έχρημάτισεν ύπατος, έπίσης δέ και πραίτωρ (κατά τάς άρχάς του β' αί. μ.Χ.), έφημίζετο δέ διά τό άπότομον του λόγου του, εάν ό γραφεύς τής διαθήκης δύναται νά χρησιμεύση καί ώς μάρτυς κατ’ αύτήν. Ή ερώτησις του ατυχούς Δομιτίου δεν ήτο τόσον άνόητος, δεδομένου ότι οί μάρτυρες ώφειλον νά είναι πρόσωπα έμπνέοντα ιδιαιτέραν εμπιστοσύνην, οί δέ γραφείς τήν εποχήν εκείνην δέν ήσαν τοιαύτα. Ούκ ολίγοι των συγχρόνων ερμηνευτών ευρίσκουν ότι κάλλιστα δικαιολογείται είς μαθητής νά έρωτήση τόν διδάσκαλόν του περί παρομοίου τινός θέματος. Πλήν ο Κέλσος, ώς φαίνεται, δέν έδείκνυεν ιδιαιτέραν κατανόησιν διά τάς απορίας τών μαθητών του, διό, καί έχων τήν γνώμην ότι κάλλιστα ημπορεί ό γραφεύς νά χρησιμεύση καί ώς μάρτυς, είπε τό καταστάν παροιμιώδες :
«ή εγώ δέν εννοώ τί μέ έρωτας ή είναι φοβερώς μωρά ή έρώτησίς σου!»
 (Digest. 28, 1, 27). Έκτοτε πάσα τοιαύτη άπότομος άπάντησις χαρακτηρίζεται ώς responsum celsinum. (Π.Λ. σελ. 838, Τόμ. Ε').
 
 
 
 

Thursday, September 12, 2019

Barbαra Streisand: Θέλει τα σύνορα ανοιχτά, αλλά....

 
 
Barbαra Streisand: Θέλει τα σύνορα ανοιχτά, αλλά....
αφιέρωσε πολλά χρόνια για να κλείσει την ακτή που βρίσκεται μπροστά από την βίλλα της!
 
 
 
 

Πριν και μετά.

 

Δείτε τι συνάντησα στον δρόμο μου!

 
 
 
 
 


Wednesday, September 11, 2019

jeep του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν λέμε του κουτιού!

 
 
 
 

Ορφέας - Αφύπνιση της Θείας Ψυχής

 
 
Ορφέας - Αφύπνιση της Θείας Ψυχής
 

Monday, September 09, 2019

«Φιλοσοφία» - «Φιλοσοφείν». Τό φιλείν τήν σοφίαν. Τό αγαπάν τήν γνώσιν.

 
    
 
Αριστοτέλης
 
 
 
«Φιλοσοφία» - «Φιλοσοφείν».
 
Τό φιλείν τήν σοφίαν. Τό άγαπάν τήν γνώσιν. (Πλάτ. Πολιτ. 376 Β : «τό γε φιλομαθές καί φιλόσοφον ταύτόν». Βλ. καί έν Πρωταγ. 335 D, έν Λύσιδ. 213 D). 'Η διερεύνησις τής άληθείας καί τής φύσεως τών πραγμάτων.  Ότι
«Φιλόσοφο ς». Κατά LID. SG. 552/4 κυρίως ό άγαπών σοφίαν τινά ή τέχνην. Ή πρώτη κυρίως χρήσις τής λέξεως όφείλεται είς τόν Πυθαγόραν (580- 500), όστις έκάλει εαυτόν «φιλόσοφον», δηλαδή φίλον, έραστήν τής σοφίας, άλλ’ ούχί «σοφόν». Τήν άποψιν περί πατρότητος Πυθαγόρου εύρίσκομεν καί είς Λ.Φ.Α. σελ. 357, επίσης δε γίνεται μνεία καί έν εισαγωγή είς Πλάτωνος «Φαίδωνα» (Παπ. βιβλ. 215, Θ. Κ. Άραποπούλου, σελ. 5).
Κατά Κ. Δ. Γεωργούλην (Ε.Λ.Η. 248/18) άμφισβητείται έκ τής κριτικής έρεύνης, ότι ό πρώτος χρησιμοποιήσας τήν λέξιν φιλόσοφος είναι ό Πυθαγόρας καί είσάγεται ή άποψις, ότι χρήσις τής λέξεως τό πρώτον άπαντα είς τόν ‘Ηράκλειτον (500 π.Χ.). Άπόσπασμα 35 : «χρή γάρ εφ μάλα πολλών ίστορας φιλοσόφους άνδρας είναι» (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I, σελ. 159, 6-7), δηλαδή, πρέπει οί άγαπώντες τήν γνώσιν, τήν σοφίαν, νά είναι γνώσται, νά έχουν μελετήσει, νά έχουν έρευνήσει (ίστορες) πάρα πολλά πράγματα.
Τό ρήμα φιλοσοφέω-ώ άπαντά τό πρώτον παρά τω Ήροδότω. (Λ.Ζ. σελ. 526).
Ό όρος φιλοσοφία έχρησιμοποιήθη τό πρώτον υπό του Πλάτωνος. (Ε.Λ.Η. 248/18).
'Ο ’Αριστοτέλης εκαλείτο κατ’ έξοχήν «ο φιλόσοφος». Ό Εύριπίδης άπεκλήθη «άπό σκηνής
φιλόσοφος».
Διά τούς επτά σοφούς τής άρχ. Ελλάδος, ό μαθητής του Άριστοτέλους Δικαίαρχος έλεγεν ότι «ούτε σοφοί ούτε φιλόσοφοι ήσαν ούτοι, άλλά συνετοί άνδρες καί νομοθέται». (Fragm. Vorsokr. Diels- Kranz I σελ. 61, 6).
'Ο ’Αριστοτέλης είς τό «Μετά τά Φυσικά» (983 b 23), όμιλών περί τών «τό πρώτον φιλοσοφησάντων» (φυσικών, λεγομένων, φιλοσόφων) καί περί τών άντιλήψεών των διά τάς «πρώτας άρχάς» κ.λ., άποκαλεί τόν Θαλήν «άρχηγόν τής τοιαύτης φιλοσοφίας», δη¬λαδή τής έρεύνης πρός άναζήτησιν καί έξακρίβωσιν τής πρώτης άρχής τών οντων.
 
Ξενοκράτης

’Εκφράσεις :

«Φιλοσοφουμεν άνευ μαλακίας» (Θουκυδίδης).
«Τό λακωνίζειν έστί φιλοσοφείν».
«’Ιατροφιλόσοφος».
Οί Νεοπλατωνικοί του 5ου αίώνος καί ίδίως ό μαθητής του Πρόκλου ’Αμμώνιος (Κ. Δ. Γεωργούλη, Ε.Λ.Η. σελ. 249/18) έδιδον τούς ακολούθους έξ ορισμούς εις τήν φιλοσοφίαν, ορίζοντες αύτήν :

1ον. 'Ως «φιλίαν σοφίας» κατά Πλάτωνα.
2ον. 'Ως «γνώσιν των όντων ή όντα» κατά τον ’Αριστοτέλη (γνώσιν των όντων άπό τής γενικής όντολογικής των κατασκευής).
3ον. 'Ως «θείων καί άνθρωπίνων γνώσιν» κατά τούς Στωικούς.
4ον. «Τέχνην τεχνών καί επιστήμην επιστημών» κατά τον ’Αριστοτέλη.
5ον. 'Ως «όμοίωσιν θεώ κατά τό δυνατόν άνθρώπου» κατά τον Πλάτωνα. (Θεαίτ. 176 Α, Νομ. 716 D).
6ον. 'Ως «μελέτην θανάτου» κατά Πλάτωνα (Φαίδ. 64 Α καί 67 Α).
Οί εξ ούτοι ορισμοί είναι οί κατά τήν έλληνορρωμαϊκήν άρχαιότητα επικρατέστεροι.
 
Ποσειδώνιος

Διακεκριμένη τριάς, μεταξύ τών φιλοσόφων τής άρχαιότητος : Σωκράτης, Πλάτων, ’Αριστοτέλης.
Προϋπήρξαν ή άναφέρονται ώς σύγχρονοι τούτων καί άλλοι πολλοί φιλόσοφοι, μεταξύ τών οποίων καί οί λεγόμενοι «προσωκρατικοί», οί οποιοι μάλιστα είχον ιδρύσει ιδίας φιλοσοφικάς σχολάς, ένθα έδίδασκον, τήν πλέον έξέχουσαν θέσιν όμως είς τήν φιλοσοφικήν οικογένειαν κατέλαβον :
1ον. ό Σωκράτης (ό όποιος κυρίως έδίδαξε ήθικήν),
2ον. ό Πλάτων (μαθητής του Σωκράτους καί ιδρυτής έν Άθήναις τής ’Ακαδημίας, είσήγαγε τήν θεωρίαν τών «ιδεών»),
3ον. ό ’Αριστοτέλης (μαθητής του Πλάτωνος καί θεμελιωτής τής έπιστημονικής φιλοσοφίας).
Παρατίθενται άποσπάσματα συγγραμμάτων καί γνώμαι περί του «φιλοσοφείν» καί της «Φιλοσοφίας».
Έκ του προλόγου του Λ.Φ.Α. σελ. 5 καί 6: «Έν πρώτοις ή φιλοσοφία δέν είναι ύπόθεσις μόνον τών ειδικών, ώς εϊναι ή αρχιτεκτονική, ή ιατρική, ή χημεία καί καθεξής, άλλά παντός άνθρώπου, όστις, κατ’ άντίθεσιν πρός τά ζώα, τά μόνα περί υλικής ζωής μεριμνώντα, φύσει του είδέναι ορέγεται καί φέρεται πρός το γενικόν, ζητών νά έχη γνώσιν περί έαυτου καί περί του παντός. Τό φιλοσοφείν είναι λειτουργία ούτως άναποσπάστως μετά τής άνθρωπίνης φύσεως συνδεδεμένη, ώστε τό είναι άνθρωπον καί φιλόσοφον άποβαίνει εν καί τό αύτό. Τοΰτο μαρτυρεί περιφανώς ή ιστορία του άνθρώπου, δεικνύουσα ότι ό άνθρωπος κατά πάσας τάς περιόδους αυτού φιλοσοφεί, ήτοι έχει γενικήν τινα γνώμην περί έαυτου καί του παντός, άδιάφορον αν έν τή προϊστορική περιόδω, ώς καί τανυν παρά τοις φυσικοίς λαοίς, ή φιλοσοφία αύτου είναι όλως στοιχειώδης, συνυφασμένη μετά θρησκευτικών δοξασιών καί μετά τών άπαρχών τής έπιστήμης καί τής τέχνης. Ού μόνον δέ ό έπιστήμων άλλά καί καθόλου πας άνθρωπος, γιγνώσκων άνάγνωσιν καί γραφήν καί θέλων νά έχη γνώσίν τινα τών ύπερκειμένων του ζωώδους βίου ζητημάτων καί νά ζή ώς άνθρωπος λογικός καί μεμορφωμένος, λαμβάνει πολλάκις άφορμήν νά άναζητή τήν σημασίαν φιλοσοφικού όρου».
 Έκ του Ε.Λ.Η. σελ. 252/18 (Κ. Δ. Γεωργούλη): Ή φιλοσοφία είναι σύμφυτος πρός τήν άνθρωπίνην υπαρξιν ένεργητικότητος. Πας άνθρωπος, έφ’ οσον ζή, στοχάζεται φιλοσοφικώς. Ό άνθρωπος, ό μή διδαχθείς φιλοσοφικά μαθήματα, έχει τον ίδικόν του τρόπον του φιλοσοφείν, όστις είναι ένίοτε γνησιώτερος άπό τήν δήθεν είδικευμένην φιλοσοφικήν σκέψιν, ήτις συχνάκις έμπλέκεται είς δογματικάς προκαταλήψεις• ώς σύμφυτον μέ τήν άνθρωπίνην ύπαρξιν θεωρών τήν φιλοσοφίαν, ό ’Αριστοτέλης προέταξεν είς τό προοίμιον τών «Μετά τά φυσικά» τήν πολυθρύλητον φράσιν «πάντες οί άνθρωποι του είδέναι ορέγονται φύσει» (όλοι οί άνθρωποι έκ φύσεως κατέχονται άπό τήν τάσιν νά τείνουν πρός τό είδέναι, δηλαδή πρός τήν θεώρησιν του καθαρού είδους τών πραγμάτων).
'Ο ’Αριστοτέλης, είς τό έργον του «Μετά τά φυσικά» (982 b 24 κ.έ.), λέγει σχετικώς, ότι αν οί άνθρωποι έφιλοσόφησαν, είναι φανερόν ότι τό έκαμαν πρός άποφυγήν τής άγνοιας• ότι έπεδίωξαν τήν γνώσιν χάριν αύτής ταύτης τής γνώσεως καί οχι ένεκα πρακτικής τίνος άνάγκης («. . . ώστ’εϊπερ διά τό φεύγειν τήν άγνοιαν έφιλοσόφησαν, φανερόν ότι διά τό είδέναι τό έπίστασθαι έδίωκον, καί ού χρήσεώς τίνος ένεκεν»). Περαιτέρω (993 b), λέγει ότι όρθόν είναι νά καλέσωμεν τήν φιλοσοφίαν έπιστήμην τής άληθείας («όρθώς δ’ έχει καί τό καλείσθαι τήν φιλοσοφίαν έπιστήμην τής άληθείας»).

Πλάτων

«"Ολβιος όστις τής ιστορίας έσχε μάθησιν». (Εύριπίδου Άπόσπασμα 902, LID. SG. 546/2). Ενταύθα ή λέξις ιστορία δέν έχει τήν σημασίαν τήν σημερινήν. Σημαίνει τήν γνώσιν, αλήθειαν (φιλοσοφίαν).
Εύτυχής, δηλαδή, είναι εκείνος, ό όποιος ερευνών (φιλοσοφών) άποκτα την γνώσιν.
‘Ως και έν τώ άνωτέρω σημειουμένω άποσπάσματι (35) ό 'Ηράκλειτος χρησιμοποιεί τον όρον ίστορες = γνώσται.
Κατά την γνώμην του Πλάτωνος, αί πόλεις δύνανται να εύτυχήσουν, μόνον «εάν οί φιλόσοφοι βασιλεύουν, ή οί βασιλείς φιλοσοφούν». («Πολιτεία» 473 D) : «εάν μη ή οί φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν έν ταις πόλεσι ή οί βασιλείς τε νυν λεγόμενοι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καί ίκανώς, καί τούτο είς ταύτόν ξυμπέση, δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία. ούκ έστι κακών παΰλα ταΐς πόλεσι». Αύτ. (501 Ε) : «...πριν αν πόλεως τό φιλόσοφον γένος έγκρατές γένηται, ούτε πόλει ούτε πολίταις κακών παύλα έσται...» (= δέν θά σταματήσουν τά κακά ούτε τής πόλεως ούτε τών πολιτών, προτού τό γένος τών φιλοσόφων άναλάβη τήν διοίκησιν τής πόλεως).
Διά τον τύραννον τών Αθηνών Κριτίαν, ο Σχολιαστής του διαλόγου «Τίμαιος» του Πλάτωνος (20 Α) λέγει : «ό δέ Κριτίας ήν μέν γενναίας καί άδρας φύσεως, ήπτετο δέ καί φιλοσόφων συνουσιών, καί έκαλείτο ιδιώτης μέν έν φιλοσόφοις, φιλόσοφος δέ έν ίδιώταις». (Plat. Dial. C. Fr. Hermann, Σχόλ. είς «Τίμαιον», σελ. 364).
Πλάτων. «Φαίδων» (61 Β) : «ως φιλοσοφίας μέν ούσης μεγίστης μουσικής». Ή λ. μουσική ένταυθα σημαίνει τήν πνευματικήν μόρφωσιν, τήν έπιστήμην, τάς εύγενείς τέχνας, ών προστάτιδες αί Μουσαι. «Εύθύδημος» (304 Ε) : «χαρίεν γέ τι πραγμά έστιν ή φιλοσοφία». Ή φιλοσοφία είναι πραγμα πλήρες χάριτος (πολύ ώραίον). «Φαίδρος» (261 Α) : «εάν μή ίκανώς φιλοσοφήση, ούδέ ικανός ποτε έσται λέγειν περί ούδενός» ( = έάν δέν έμβαθύνη άρκετά είς τήν ούσίαν τών πραγμάτων, ούδέποτε καί δι’ ούδέν ζήτημα θά είναι ικανός νά όμιλή). Καί περαιτέρω (262 Β): «λόγων τέχνην ό τήν άλήθειαν μή είδώς, δόξας δέ τεθηρευκώς, γελοίαν τινά, ώς έοικε, καί άτεχνον παρέξεται». (Ένταυθα καταφέρεται κατά τών σοφιστών καί τών ρητόρων έκείνος ό όποιος άγνοεί τήν άλήθειαν καί θηρεύει τάς δόξας, δηλαδή τά δοξάσματα, τά νομιζόμενα, γελοίαν, όπως φαίνεται, καί άτεχνον θά παρουσιάζη τήν τέχνην τών λόγων). Συνεπώς μόνον ή φιλοσοφία είναι ή πηγή έξ ής άντλείται ή γνησία τέχνη του λόγου, ή όποια ψυχαγωγεί πρός τήν άρετήν. (Σχόλια «είς «Φαίδρον») : «οί γάρ άριστοι ρήτορες καί φιλόσοφοι, ώς Περικλής, Άναξαγόρου, ώς Δημοσθένης, Πλάτωνος γεγονότες μαθηταί». (Plat. Dial. C. Fr. Hermann).
’Αριστοτέλης («Μετά τά Φυσικά» 1004 a 34): «έστι του φιλοσόφου περί πάντων δύνασθαι θεωρείν» = είναι του φιλοσόφου ίδιον νά δύναται νά έρευνα καί νά έξετάζη τά πάντα.


Επίκουρος

Ό Κικέρων άποκαλεί τήν φιλοσοφίαν «μητέρα όλων τών τεχνών, έφεύρημα τών θεών, τών θείων καί άνθρωπίνων πραγμάτων καί τών άρχών καί αιτιών παντός πράγματος έπιστήμην». (Ε.Λ.Η. 249/18).
Είς τον φιλόσοφον ’Αρίστιππον τον Κυρηναίον (435-355 π.Χ.), ιδρυτήν τής Κυρηναϊκής ή 'Ηδονιστικής φιλοσοφικής σχολής, άποδίδονται τά κάτωθι: ’Ερωτηθείς τί πλέον τών άλλων έχουσιν οί φιλόσοφοι, άπήντησεν δτι έάν όλοι οί νόμοι κατηργουντο, ό τρόπος της ζωής καί ή έν γένει διαγωγή τών φιλοσόφων δέν θά μετεβάλλοντο. ’Ερωτηθείς υπό του τυράννου τών Συρακουσών Διονυσίου, διατί οί φιλόσοφοι έπισκέπτονται τάς οικίας τών πλουσίων, ένώ οί πλούσιοι δέν πηγαίνουν είς τάς τών φιλοσόφων, άπήντησεν ότι οί μέν φιλόσοφοι γνωρίζουν τί θέλουν, ένώ οί πλούσιοι δέν γνωρίζουν τί τούς λείπει (Διογ. Λαέρτ. «Βίος ’Αριστίππου»).
’Επί του άνωτέρω έπεισοδίου ό ’Αριστοτέλης είς τήν «Ρητορικήν» του (1391 a 9 κ.έ.) άναφέρει ότι ή σύζυγος του (τυράννου τών Συρακουσών) 'Ιέρωνος ήρώτησε τόν ποιητήν Σιμωνίδην ποιος είναι καλύτερος, ό πλούσιος ή ο σοφός, ο δέ Σιμωνίδης άπήντησεν ότι ο πλούσιος είναι καλύτερος, διότι βλέπομεν τούς σοφούς νά περνούν τόν καιρόν των έξω άπό τάς θύρας τών πλουσίων («...τούς σοφούς, έφη, έστιν όραν έπί ταις τών πλουσίων θύραις διατρίβειν»).
 
Είς τήν «Πολιτείαν» του Πλάτωνος (489 Β) γίνεται μνεία περί αύτου, λέγει όμως ό Σωκράτης, ότι δέν είναι φυσικόν πραγμα νά πηγαίνουν οί σοφοί είς τάς θύρας τών πλουσίων («ού γάρ έχει φύσιν. .. τούς σοφούς έπί τάς θύρας τών πλουσίων ίέναι»), διότι φυσικώτερον είναι νά έπισκέπτεται ο εχων άνάγκην έκείνον, του όποιου τάς υπηρεσίας θέλει νά χρησιμοποιήση. ’Ενταύθα ο Πλάτων έπιδιώκει νά καταστήση δήλον, ότι οί σοφοί είναι άνώτεροι άπό τούς πλουσίους καί ότι ή φιλοσοφία είναι σπουδαίοτερον. κτήμα άπό τόν πλούτον. ’Επιχειρεί νά άνασκευάση, τρόπον τινά, τά υπό του Σιμωνίδου λεχθέντα, ώς υποτιμητικά διά τούς φιλοσόφους.
Μεταξύ τών έργων του Πλουτάρχου καταλέγεται καί ή πραγματεία του «Περί του οτι μάλιστα τοις ήγεμόσι δει τον φιλόσοφον διαλέγεσθαι».

 
Ισοκράτης

Ό Πλούταρχος, εις την «Περί παίδων άγωγής» πραγματείαν του (6, X, D), γράφει : «διό δει τής άλλης παιδείας ώσπερ κεφάλαιον ποιείν την φιλοσοφίαν. Περί μέν γάρ την του σώματος έπιμέλειαν διττάς εύρον έπιστήμας οί άνθρωποι, την ίατρικήν, καί την γυμναστικήν, ών ή μέν την υγιείαν, ή δέ την εύεξίαν έντίθησι. Των δέ τής ψυχής άρρωστημάτων καί παθών ή φιλοσοφία μόνη φάρμακόν έστι. Διά γάρ ταύτην έστι καί μετά ταύτης γνώναι τί τό καλόν, τι τό αίσχρόν, τί τό δίκαιον, τί τό άδικον, τί συλλήβδην αίρετόν, τί φευκτόν πώς θεοΐς, πώς γονεΰσι, πώς πρεσβυτέροις,'πώς νόμοις [πώς άλλοτρίοις], πώς άρχουσι, πώς φίλοις, πώς γυναιξί, πώς τέκνοις, πώς οίκέταις χρηστέον έστί• οτι δει θεούς μέν σέβεσθαι, γονέας δέ τιμάν, πρεσβυτέρους αίδεΐσθαι, νόμοις πειθαρχείν, άρχουσιν ύπείκειν, φίλους άγαπάν, πρός γυναίκας σωφρονεΐν, τέκνων στερκτικούς είναι, δούλους μή περιυβρίζειν* τό δέ μέγιστον, μήτ’ έν ταις εύπραγίαις περιχαρείς, μήτ’ έν ταις συμφοραΐς περιλύπους ύπάρχειν, μήτ’ έν ταΐς ήδοναΐς εκλύτους είναι, μήτ’ έν ταΐς όργαΐς έκπαθεΐς καί θηριώδεις. "Απερ έγώ πάντων τών έκ φιλοσοφίας περιγιγνομένων άγαθών πρεσβύτατα κρίνω. Τό μέν γάρ εύγενώς άτυχείν, άνδρός- τό δ’ άνεπιφθόνως εύθηνεΐν, άνθρώπου(1)' τό δέ τοΐς λογισμοΐς περιεΐναι τών ήδονών, σοφού' τό δ’ οργής κατακρατεΐν, άνδρός ου του τυχόντος έστί. Τελείους δ’ άνθρώπους ήγούμαι τούς δυναμένους την πολιτικήν δύναμιν μείξαι καί κεράσαι τώ φιλοσοφώ (2)» = διά τούτο πρέπει ως θεμέλιον (ως κεφαλαιωδώς απαραίτητον) τής όλης έκπαιδεύσεως (μορφώσεως, ψυχοπνευματικής καλλιέργειας, διαπαιδαγωγήσεως κ.λ. του άνθρώπου) νά θεωρήσωμεν την φιλοσοφίαν. Διότι ως πρός μέν την έπιμέλειαν του σώματος οί άνθρωποι δύο έπιστήμας εύρον (έπενόησαν), την ίατρικήν καί τήν γυμναστικήν, έκ τών οποίων ή μέν (ιατρική) τήν υγείαν, ή δέ (γυμναστική) τήν εύεξίαν έξασφαλίζουσι. Ώς πρός δέ τάς παθήσεις τάς ψυχικάς (έλαττώματα, άδυναμίας, άτελείας, πάθη) μόνη ή φιλοσοφία είναι (τό κατάλληλον) φάρμακον. Διότι, μετ’ αύτής καί δι’ αύτής δυνάμεθα νά μάθωμεν (διακρίνωμεν) ποιον είναι τό ώραίον καί ποιον (είναι) τό άσχημον, ποιον τό δίκαιον καί ποιον τό άδικον, ποιον έν γένει πρέπει νά προτιμώμεν καί τί πρέπει νά άποφεύγωμεν. Πώς πρέπει νά συμπεριφερώμεθα πρός τούς Θεούς, πώς πρός τούς γονείς, πώς πρός τούς πρεσβυτέρους, πώς πρός τούς νόμους [πώς πρός τά άλλότρια], πώς πρός τούς διοικουντας, πώς πρός τούς φίλους, πώς πρός τάς γυναίκας, πώς πρός τά τέκνα, πώς πρός τούς ύπηρέτας• οτι (δηλαδή) είναι άναγκαΐον (έπιβάλλεται, πρέπει) νά ειμεθα εύσεβεΐς, νά άποδίδωμεν τάς δεούσας τιμάς πρός τούς γονείς μας, νά σεβώμεθα τούς πρεσβυτέρους μας, νά πειθαρχούμεν εις τούς νόμους, νά ύπακούωμεν εις τούς διοικουντας, νά άγαπώμεν τούς φίλους μας, πρός τάς γυναίκας νά φερώμεθα μέ σωφροσύνην, πρός τά τέκνα μας νά ειμεθα στοργικοί, τούς ύπηρέτας μας νά μή τούς έξευτελίζωμεν τό δέ σπουδαιότερον, ούτε κατά τάς στιγμάς τής εύτυχίας μας νά χαίρωμεν καθ’ ύπερβολήν, ούτε (πάλιν) κατά τάς στιγμάς άτυχημάτων νά κύπτωμεν ύπό τό βάρος τής λύπης, μήτε νά παρασυρώμεθα άπό τάς ήδονάς, μήτε κατά τήν οργήν μας νά ειμεθα μανιώδεις καί άσυγκράτητοι. ΄Ολα ταυτα έγώ θεωρώ ώς τά πλέον ούσιώδη έξ έκείνων τά όποια μας παρέχει ή φιλοσοφία* διότι τό νά φέρη τις μέ αξιοπρέπειαν τάς άτυχίας του είναι πράγματι άνδρικόν γνώρισμα, καί τό νά εύημερή τις χωρίς νά προκαλή τον φθόνον είναι πραγματικού ανθρώπου προτέρημα, καί τό νά κατανικά τήν πρός τάς ήδονάς επιθυμίαν διά τής σωφροσύνης (καί τής έγκρατείας) είναι σοφού άνθρώπου ίδιον, καί τό νά συγκρατή τις. τήν οργήν του δέν είναι ίκανότης του τυχαίου. Έγώ δέ νομίζω, οτι τέλειοι άνθρωποι είναι έκείνοι, οί όποιοι δύνανται νά συνδυάσουν τήν πολιτικήν μετά τής φιλοσοφίας. (Ακολουθεί τον Πλάτωνα : «. . .δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία»).
Σημ. Τό άρχαίον κείμενον έλάβομεν έκ του οικείου βιβλίου (άριθ. 261) τής έκδ. Παπύρου. Έκ τής άντιπαραβολής τούτου πρός τό κείμενον τής έκδόσεως Hachette et Cie - Paris -1876 «Les Auteurs Grecs» — «Plutarque, Sur 1’ education des enfants»
 
 
Ευριπίδης
 
παρετηρήσαμεν διαφοράς τινας, έφ’ ών σημειουμεν :
1) «τό δ’ άνεπιφθόνως εύθηνεΐν, άνθρώπου»• τό κείμενον τής γαλλικής έκδόσεως γράφει άντιστοίχως : «τό δ’ άνεπιφθόνως εύηνίου άνθρώπου». Τό «εύθηνεΐν», δηλαδή, άντικαθίσταται διά του «εύηνίου». Τό ρ. εύθηνέω-ώ σημαίνει εύημερώ (εύθηνία = αφθονία, εύθηνός ώς καί σήμερον, ό έχων μικράν τιμήν, μικράν αξίαν, πιθανώς λόγω τής άφθονίας. Θήνιον κατά Ησύχιον, ώς έν LID. SG. 484/2 = τό γάλα). Εύήνιος = ό εύπειθής εις τάς ήνίας, πράος. Κατά τό δεύτερον κείμενον ή έννοια είναι : τό νά μή προκαλή τις τον φθόνον είναι γνώρισμα πράου, ήρέμου άνθρώπου.
2) Ή φράσις «τώ φιλοσοφώ» εις τήν γαλλ. εκδοσιν γράφεται «τή φιλοσοφία».
Έν τή αύτή πραγματεία του ό Πλούταρχος (7, X, C. Παπ. βιβλ. άριθ. 261 σελ. 48) άναφέρει τό έξής χαριτωμένον : «άστείως δέ καί Βίων (ό Βορυσθενίτης, κυνικός φιλόσοφος καί σατιρικός ποιητής του Δ' π.Χ. αίώνος) έλεγεν ό φιλόσοφος, οτι ώσπερ οί μνηστήρες τή Πηνελόπη πλησιάζειν μή δυνάμενοι ταΐς ταύτης έμείγνυντο θεραπαίναις, ουτω καί οί φιλοσοφίας μή δυνάμενοι κατατυχεΐν έν τοΐς άλλοις
παιδεύμασι τοΐς ούδενός άξίοις έαυτούς κατασκελετεύουσι» = καί ό Βίων ό φιλόσοφος, άστεϊζόμενος, έλεγεν ότι, όπως οί μνηστήρες τής Πηνελόπης (βλ. άρθρ. «Πηνελόπης Ιστόν άναλύειν»), μή δυνάμενοι νά την πλησιάσουν (έρωτικώς), κατέφευγον εις τάς θεραπαινίδας της, ουτω καί οί μή δυνάμενοι νά μυη- θώσιν εις την φιλοσοφίαν άναλίσκονται είς άλλας, άνευ ούδεμιας άξίας, σπουδάς. Έν τή, περί ής άνωτέρω, γαλλική έκδόσει, το χωρίον τοΰτο δεν άναφέρεται ολόκληρον. Έχει μόνον τό δεύτερον μέρος «Βίων έλεγεν ό φιλόσοφος δτι οί φιλοσοφίας μή δυνάμενοι κλπ.» Τό περί Πηνελόπης καί θεραπαινίδων δέν άναφέρεται.
Παρά Στοβαίω (Γ' 4,-109), ο άνωτέρω άστεΐος παραλληλισμός, άποδιδόμενος είς τον έκ Χίου φιλό¬σοφον Άρίστωνα (3ος αί. π.Χ.), έχει ως εξής : «τούς περί τά έγκύκλια μαθήματα πονουμένους, άμελούντας δέ φιλοσοφίας, έλεγεν όμοιους είναι τοΐς μνηστήρσι τής Πηνελόπης, οι άποτυγχάνοντες εκεί¬νης, περί τάς θεραπαίνας έγίνοντο». Τοΰτ’  αύτό άποδίδεται καί είς τον σοφιστήν Γοργίαν τόν Λεοντίνον, ό όποιος έλεγεν ότι «τούς φιλοσοφίας μέν άμελοΰντας, περί δέ τά έγκύκλια μαθήματα γινομένους, όμοιους είναι τοις μνηστήρσιν, oι Πηνελόπην θέλοντες ταΐς θεραπαίναις αύτής έμίγνυντο». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 306, 26, παραπ. Gnomol. Va¬tic. 743 n 166).
Ό Ρωμαίος φιλόσοφος Λεύκιος Άνναΐος Σενέκας (2-66 μ.Χ.) περί φιλοσοφίας (Ε.Λ.Η. 944/16) : «ή φιλοσοφία είναι έρως τής σοφίας καί είναι αχώριστος άπό την άρετήν, διδάσκει τό πράττειν, τό δέον γενέσθαι, είναι ή τέχνη του όρθώς ζήν. Σκοπός της είναι ή ήθική. Ή άρετή είναι τό μοναδικόν άγαθόν».
Ό Μουσώνιος (φιλόσοφος έκ Τυρρηνίας του Α' αί. π.Χ.) κατά Στοβαίον (Παπ. βιβλ. 261, Πλουτάρχου «Περί παίδων άγωγής», σελ. 49, σχόλια Βικτ. Δ. Κρητικού) : «τίς μέντοι επιστήμη πρός σωφροσύνην άγει πλήν φιλοσοφίας, ούκ έστιν είπεΐν• αυτή γάρ διδάσκει μέν έπάνω ήδονής είναι, διδάσκει δ’ έπάνω πλεονεξίας• διδάσκει δέ άγαπάν εύτέλειαν, έθίζει  δ’ αιδώ έχειν, έθίζει δέ γλώττης κρατεΐν». (Έπάνω = ύπεράνω, νά είμεθα άνώτεροι, νά κυριαρχουμεν, νά μή παρασυρώμεθα- εύτέλεια = λιτότης, άπλότης).

 
Πλάτων

Ό Ξενοφών (Άπομν. A' 1, 16) γράφει περί τής διδασκαλίας του Σωκράτους : «αύτός δέ (ό Σωκράτης) περί τών άνθρωπείων άεί διελέγετο, σκοπών τί εύσεβές, τί άσεβές, τί καλόν, τί αίσχρόν, τί δίκαιον, τί άδικον, τί σωφροσύνη, τί μανία, τί άνδρεία, τί δειλία, τί πόλις, τί πολιτικός, τί αρχή ανθρώπων, τί άρχικός άνθρώπων, καί περί τών άλλων, ά τούς μέν είδότας ήγεΐτο καλούς κάγαθούς είναι, τούς δ’ άγνοούντας άνδραποδώδεις αν δικαίως κεκλήσθαι», δηλαδή, ό Σωκράτης περί τών άνθρωπίνων πραγμάτων πάντοτε συνωμίλει (έδίδασκε), έξετάζων τί είναι εύσέβεια, τί άσέβεια κ.λ. Καί οί μέν γνωρίζοντες αύτά (είδότες) έφρόνει (ήγεΐτο) ότι είναι καλοί καί άγαθοί, οί δέ άγνοουντες δικαίως θά ήδύναντο νά όνομασθουν «ανδράποδα».
Περαιτέρω ό Ξενοφών (αύτ. Α' 6, 1 κ.έ.) άναφέρει ότι ό σοφιστής Άντιφών έλεγε πρός τόν Σωκράτη, ότι τόν παρομοιάζει μέ δούλον, ένώ είχε την γνώμην ότι οί φιλοσοφουντες έπρεπε νά γίνωνται εύδαιμονέστεροι, ό δέ Σωκράτης άπολαμβάνει «τά εναντία» τής φιλοσοφίας. Τούτο δέ, κατά τόν Άντιφώντα, διότι ο Σωκράτης έτρωγε καί έπινε «φαυλότατα», δηλαδή εύτελέστατα, ότι ή άμφίεσίς του ήτο όχι μόνον πενιχροτάτη, άλλά ή αύτή «χειμώνός τε καί θέρους», καί ότι διετέλει «άνυπόδητος καί άχίτων». Έπί πλέον, ότι δέν λαμβάνει χρήματα (μισθόν) άπό τούς μαθητάς του, καί ότι έάν οί μαθηταί του άκολουθήσουν τό παράδειγμά του, όπως συνήθως συμβαίνει, ό Σωκράτης μεταπίπτει είς διδάσκαλον «κακοδαιμονίας». Τότε ό Σωκράτης του έδωσε τήν πολυθρύλητον άπάντησιν : μου φαίνεται, ώ Άντιφών, ότι έχεις τήν γνώμην ότι εγώ στερούμαι, διάγων ώς διάγω, καί ότι σύ θά προτιμούσες νά άποθάνης μάλλον ή νά ζής όπως έγώ. *Αλλ’  ας έξετάσωμεν τί τό μεμπτόν εύρίσκεις είς τόν τρόπον του βίου μου.
 
 
Σοφοκλής 
 
Πρώτον, οί λαμβάνοντες μισθόν άπό τούς μαθητάς των είναι υποχρεωμένοι, έκόντες άκοντες, νά διδάσκουν εκείνους οί όποιοι τούς πληρώνουν, ένώ έγώ, μή λαμβάνων μισθόν, έχω τήν ελευθερίαν τής έκλογής έκείνων μετά τών όποιων έπιθυμώ νά διαλέγωμαι. Δεύτερον, κατηγορείς τόν τρόπον καθ’ ον διαιτώμαι, ώς έάν ή ίδική μου τροφή είναι όλιγώτερον ύγιεινή άπό τήν ίδικήν σου καί δέν μου έξασφαλίζει εύεξίαν. Νομίζεις, λοιπόν, ότι εύδαιμονία είναι ή τρυφή καί ή πολυτέλεια. Έγώ, όμως, νομίζω ότι τό νά μή έχης άνάγκας είναι θείον, τό νά έχης δέ έλαχίστας άνάγκας είναι πλησιέστατα πρός τό θειον «καί τό μέν θείον κράτιστον, τό δ’ έγγυτάτω του θείου έγγυτάτω του κρατίστου».
Ό Έρμίας, φίλος καί μαθητής του Άριστοτέλους (βλ. «άρετή»), καθ’ όν χρόνον έπρόκειτο νά σταυρωθή, διότι δέν ύπεχώρησεν είς τά βασανιστήρια καί δέν άπεκάλυψε μυστικά έναντίον τής πατρίδος, άνεφώνησεν : «άναγγείλατε είς τούς φίλους μου, ότι ούδέν έπραξα άνάξιον τής φιλοσοφίας». Δέν έχρησιμοποίησε τήν λέξιν άρετή, άλλά τήν λέξιν φιλοσοφία, τούτο δέ, διότι ή άρετή είναι «μέρος» τής φιλοσοφίας. Είς τήν έννοιαν τής φιλοσοφίας έμπεριέχεται παν τό ένάρετον, ήθικόν, δίκαιον, νόμιμον, θεάρεστον κ.λ.
Ό Ρωμαίος αύτοκράτωρ καί φιλόσοφος Μάρκος Αύρήλιος (121-180), είς τό έργον του «Τά είς έαυτόν», εγραφε : «τι ούν το παραπέμψαι δυνάμενον; *'Εν καί μόνον, φιλοσοφία» (Β 17, 3), (τι είναι έκείνο, λοιπόν, τό όποιον δύναται νά μάς όδηγήση; ένν. πρός τό όρθόν καί τό πρέπον. Έν καί μόνον, ή φιλοσοφία), καί περαιτέρω (ΣΤ' 30, 2-4) : «τήρησον σεαυτόν άπλουν, άγαθόν, άκέραιον, σεμνόν, άκομψον, του δικαίου φίλον, θεοσεβή, εύμενή, φιλόστοργον, έρρωμένον πρός τα πρέποντα εργα. Άγώνισαι, ίνα τοιουτος συμμείνης, οίόν σε ήθέλησε ποιήσαι φιλοσοφία. Αίδου θεούς, σώζε ανθρώπους. Βραχύς ό βίος• είς καρπός τής επιγείου ζωής, διάθεσις όσία καί πράξεις κοινωνικαί».
Θωμάς Χόμπες ("Αγγλος φιλόσοφος 1588-1679): «σκοπός τής φιλοσοφίας είναι νά προβλέπωμεν τα αποτελέσματα καί νά τά χρησιμοποιώμεν διά τό συμφέρον μας». (Ε.Λ.Η. 687/18).
Άδαμ. Κοραής : «χωρίς τής φιλοσοφίας τον λύχνον, όστις έλπίζει νά προκόψη είς τίποτε, ελπίζει πράγμα άδύνατον . . .».
Ή «φιλοσοφία», τόσον ως όρος όσον καί ώς περιεχόμενον τής έννοιας του όρου, άφ’ ής τό πρώτον έχρησιμοποιήθη ή λέξις καί ένεφανίσθη ώς θέμα ή τάσις ή πνευματική έκδήλωσις ή έργον έπαγγελματικόν (σοφιστική-σοφισταί) ή έρασιτεχνικόν (Σωκρά¬της) ή επιστήμη (είτε θεωρητικώς, είτε έμπειρικώς), διήλθεν έκ διαφόρων σταδίων ή συνεσχετίσθη πρός διαφόρους άλλας καί κατά εποχήν καί κατά άντίληψιν, ή πεποίθησιν, κοινωνικάς, πολιτικάς, θρησκευτικάς ή έπιστημονικάς έκδηλώσεις καί έδίδοντο είς τόν όρον διάφοροι σημασίαι κατά βάθος, παρά δέ τοϊς νεωτέροις, άλλοτε μέν έθεωρήθη ώς αύτοτελής επιστήμη, άλλοτε δέ ώς κλάδος έπιστήμης κ.λ. Είς πάσαν όμως περίπτωσιν, καί ώς όρος καί ώς σημασία, έταυτίσθη πρός ύψηλάς ήθικάς καί πνευματικάς εκδηλώσεις ή έννοιας : άρετήν, ήθικήν, θρησκείαν, καθηκοντολογίαν, δεοντολογίαν, καθήκον, άνθρωπισμόν, άλήθειαν, δικαιοσύνην, κοσμιότητα, σεβασμόν, νομιμότητα, εύδαιμονίαν, έρευναν, γνώσιν, επιστήμην κ.λ.
Έν συμπεράσματι ή φιλοσοφία οδηγεί πρός την γνώσιν, ή δέ γνώσις (τί πρακτέον, τί φευκτέον) πρός την άρετήν, ή δέ άρετή πρός την εύδαιμονίαν.
Φιλοσοφήματα σπουδαία, δηλούντα πεπυκνωμένην σοφίαν διά βραχυτάτης διατυπώσεως, παρεδόθησαν ήμίν πολλά ύπό του άρχαίου ελληνικού πνεύματος («γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» «εν οίδα ότι ούδέν οϊδα», «τά πάντα ρεΐ», «έν τό παν» κ.λ.).

 
 
Πυθαγόρας


 

Χενρυ Φορντ: Να τα τοποθετήσουν στον εαυτό τους.

 
 
Νομίζω ότι πολλές από τις συμβουλές που δόθηκαν στους νέους για την αποταμίευση χρημάτων είναι λάθος. Ποτέ δεν αποταμίευσα ούτε ένα σεντ μέχρι που έγινα σαράντα ετών. Επένδυσα στον εαυτό μου - στη μελέτη, στην βελτίωση των εργαλείων μου, στο στάδιο της προετοιμασίας. Πολλοί άνδρες που βάζουν λίγα δολάρια την εβδομάδα στην τράπεζα θα το κάνουν πολύ καλύτερα εάν τα τοποθετήσουν στον εαυτό τους.
Χενρυ Φορντ
 
I think that much of the advice given to young men about saving money is wrong. I never saved a cent until I was forty years old. I invested in myself - in study, in mastering my tools, in preparation. Many a man who is putting a few dollars a week into the bank would do much better to put it into himself.
Henry Ford
 

Χενρυ Φορντ: Ας δει τον Αμερικανό Ινδιάνο.

 
 
Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι μπορεί να είναι ευτυχισμένος και να ευημερεί αφήνοντας την κυβέρνηση να τον φροντίζει, ας ρίξει μια πιο προσεκτική ματιά στον Αμερικανό Ινδιάνο.
Χενρυ Φορντ

Any man who thinks he can be happy and prosperous by letting the government take care of him better take a closer look at the American Indian.
Henry Ford

 

Πάψε να προσποιείσαι ότι όλα είναι εν τάξει.

 
 
 
Πάψε να προσποιείσαι ότι όλα είναι εν τάξει.
 
 

Είναι τόσο ικανοί που δεν τους κατάλαβε κανείς.

 
 
 

Ενώ οι ηλικιωμένοι Καναδοί αγωνίζονται να πληρώσουν τους φόρους διοξειδίου ...

 
 
 
Ο Τρυντώ χρηματοδοτεί τους παρανόμους και δίνει δισεκατομμύρια σε ξένες χώρες.
 
 

Ο τιτανικός ήταν μια εσωτερική δουλειά.

 
 
 
Το ήξερες;
 Ο τιτανικός ήταν μια εσωτερική δουλειά.  Οι  illuminati Benjamin Guggenheim, Isador Strauss, (επικεφαλής των πολυκαταστημάτων macys) και John Astor (ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο) σκοτώθηκαν όλοι όταν βυθίστηκε. Εκείνοι οι 3 άνδρες ήταν η κύρια αντιπολίτευση στη δημιουργία του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού. Τον Απρίλιο του 1912 όλες οι αντιδράσεις στο Ομοσπονδιακό Αποθεματικό εξαλείφθηκαν. Τον Δεκέμβριο του 1913 δημιουργήθηκε το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό στις ΗΠΑ, ελεγχόμενο από τους illuminati τραπεζίτες.
 
 
did you know? titanic was an inside job red sta reserve o illuminati killers benjamin guggenheim sador strauss head of maeys department stores and john astor the wealthiest man in the world were all killed when it sank those 3 men were the main opposition to the creation of the us fed by april 1912 all opposition to the federal reserve was eliminated december 1913 the federal reserve came into being in the usa contralled by the llluminati bankers veyr on speaks blood ed unicorn🦄 blooded unicorn natachaolivo meme
 

Saturday, September 07, 2019

Οι Ρωμαίοι κατέρευσαν εξ’ αιτίας του Εβραιο-χριστιανισμού.

 
 
 
«Ο Χριστιανισμός εφευρέθηκε από τους Ρωμαίους για να καθησυχάσει τους σκλάβους της Ρώμης».
Το έχω δει αλλού και το βρίσκω παραλόγως περίεργο. Οι Ρωμαίοι κατέρευσαν εξ’ αιτίας του Εβραιο-χριστιανισμού. Ένα πραγματικό σημείο είναι ότι καθώς οι «καίσαρες» παρήκμαζαν, η «εκκλησία» της «Ρώμης» ανέβαινε. Ο απογοητευμένος πολιτισμός βοήθησε στην πτώση - βασικά, η ευγενείς των Ρωμαίων έδωσαν τη θέση τους στον «λαϊκό» φιλελευθερισμό.
Οι Ρωμαίοι έκαναν το λάθος της «ανοχής» - έτσι ακριβώς αυτή η εξωγήινη «πίστη» έβγαλε πραγματικά ρίζες.
Δεν είναι και πολύ διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε σε ολόκληρη τη Δύση σήμερα.
 
Christianity was invented by the Romans to placate the slaves of Rome.'
I've seen this elsewhere and find it absurdly strange. The Romans were taken down because of juden 'christianity'. A point of fact is that as the 'caesers' declined, the 'church' of 'rome' ascended. The debauched culture also aided in the decline - basically, the nobility of the Romans gave way to 'popular' 'liberalism'.
The Romans made the mistake of 'tolerance' - it's how this alien 'faith' actually took root.
Not very different than what we see in the entire west today.

 

“Σε τι θεό πιστεύουν;”

 
 
“Σε τι θεό πιστεύουν;”

“Από τον καθημερινό τύπο πληροφορηθήκαμε ότι την Κυριακή 13 Μαΐου, 2000 περίπου νέοι συγκεντρώθηκαν στα Καλύβια Αττικής και εώρτασαν τον Θεό Πάνα. Έκπληξι εκ πρώτης όψεως προκαλεί το γεγονός, αν και οι νέοι αυτοί θα ημπορούσαν να δικαιολογηθούν ότι ακολουθούν τις οδηγίες του γνωστού μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος προ καιρού εδήλωσε προς τους δημοσιογράφους ότι -κατά τη γνώμη του- ο Παν είναι ο πραγματικός Θεός των Ελλήνων!
 
Κ.Χολέβας στην εφημερίδα “Ορθόδοξος τυπος” της 8ης Ιουνίου 1984, σελ. 4
Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εφημερίδος.
 
 
 

Το αμαρτωλό εορτολόγιο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης.

 
 
Το αμαρτωλό εορτολόγιο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης, κάθε μέρα και μια κατάρα ενάντια στην αληθινή θρησκεία.
 
Ιανουάριος 17 του μηνός, Τιμοθέου αποστόλου & Αναστασίου οσιομάρτυρος. Στιχηρά εσπερινού, σελ. 186
«θεόφρων Τιμόθεε,…το της πλάνης (των Ελλήνων) κράτος ευχερώς διέλυσας…»
…23 του μηνός Κλήμεντου οσιομάρτυρος και Αγαθαγγέλου μάρτυρος. Εις τον «Οίκον» σελ. 196
«Υιός φωτός αναδειχθείς,…Κλήμη σοφέ,…Ελλήνων τους πρωτεύοντας εν λόγω και αληθεία ενίκησας…»
25 του μηνός Γρηγορίου Ναζιανζηνού. Μικρός Εσπερινός, σελ. 203
«Θεολόγω σου στόματι, θεολόγε Γρηγόριε,…εξήρανας την μωρίαν Ελλήνων και το ψεύδος…»
30 του μηνός των Τριων Ιεραρχών. Κανών του Όρθρου, Ωδή ζ΄, σελ. 252
«Ψευδείς μεν εξέκλιναν Ελλήνων ύθλους (=ανοησίες), πειθώ δε την τύρρανον ανθρώποις μόνην είλκοντο»
Φεβρουάριος 10 του μηνός Χαραλάμπους ιερομάρτυρος. Ωδή ε΄ του Κανόνος σελ. 65
«Εξέστησαν δαίμονες και Έλληνες οι άθεοι»
Δοξαστικό των Αίνων σελ. 69
«Η τίμια κάρα σου την δυσώδην πλάνην (των Ελλήνων) καταπαύσουσα»
16 του μηνός, Παμφύλου μάρτυρος και των συν αυτώ. Εις τον Κανόνα, Ωδή α΄ σελ. 91
«Μανίας Ελληνικής το φρύαγμα (=αλαζονεία, αυθάδεια) κατεπατήσατε»
Μάρτιος 10 του μηνός Κορδάτου του εν Κορίνθω μάρτυρος και των συν αυτώ. Εις τον Κανόνα, Ωδή γ΄ σελ. 41
«Τη σοφία Κορδάτος, τη θεοσδότω, κατήργει ελληνικής σοφίας»
22 του μηνός, ιερομάρτυρος Βασιλείου, πρεσβυτέρου. Εις τον Κανόνα, Ωδή δ΄ σελ. 84
«Σοφία κρείττονι καλλωπιζόμενος, τους σοφούς των Ελλήνων θεατρικώ σθένει απεμώρανας…»
Απρίλιος
28 του μηνός των εν Κυζίκω εννέα μαρτύρων. Εις τον Εσπερινόν σελ. 111
«Μάρτυρες Χριστού πανεύφημοι κατακρατούσης ποτέ της Ελλήνων σκαιότητος και ωθούσης άπαντας προς αθέμιτα βάραθρα, οδόν ευθείαν ου κατελίπετε…¨
Μάιος
10 του μηνός, Σίμωνος αποστόλου του ζηλωτού. Εις το κάθισμα του Όρθρου σελ. 42
«Θείου Πνεύματος τη φωταυγεία, σκότος έλυσας πολυθείας…και κατήργησας Ελλήνων μυθεύματα.»
28 του μηνός Ευτυχούς ιερομάρτυρος. Εις τον Κανόνα, Ωδή ζ΄, σελ. 104
«Σταθυράν επιδεικνύμενος την ένστασιν, Μάρτυς Ευτύχιε, τους των Ελλήνων σοφούς ανδρείως κατήσχυνας.»
Ιούνιος 1 του μηνός, Ιουστίνου μάρτυρος, του φιλοσόφου. Εις τον Κανόνα, Ωδή ζ΄, σελ. 8
«Σοφία Θεού, Ιουστίνος ο σοφός, κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανε σοφία εν χάριτι…»
18 του μηνός Λεοντίου μάρτυρος. Εις το Κοντάκιον του Κανόνος σελ. 69
«Των τυρράνων ήλεγξας τας πονηράς επινοίας και Ελλήνων ήσχυνας την αθεότατον πλάνην…»
30 του μηνός, των 12 Αποστόλων.
Εις τον Εσπερινόν σελ. 118 Εμμέσως: «Αλιέων ο κάλαμος φιλοσόφων το φρύαγμα (=αλαζονεία, αυθάδεια και ρητόρων ρεύματα διετάραξε…»

 

Ή ‘Υγιεία των άρχαίων Ελλήνων.

 
 
«'Υγεία».
 
Ή ‘Υγεία των αρχαίων Ελλήνων, λατρευομένη μετά του ’Ασκληπιού, του οποίου εθεωρείτο θυγάτηρ. Ή κατά τον ’Ορφικόν "Υμνον Θεά καί μήτηρ άπάντων, άϊθαλής (άείθαλής), άνασσα, έρατή (έρασμία, άγαπητή), εύκταίοτάτη (ύπερθ. του εύκταΐος-α), θνητών άνάπαυμα, ίμερόεσσα (δίεγείρουσα τόν ίμερον, τήν έπιθυμίαν, άγαπητή, θελ¬κτική), μάκαιρα (μακαρία, εύδαίμων), παμβασίλεΐα (βασίλισσα τών πάντων), πολυθάλμιος (τά πάντα ζωογονούσα), φερόλβιος (φέρουσα τόν δλβον, ευτυχίαν), άνευ τής όποίας «πάντ’ έστίν ανωφελή άνθρώποις».
*Η «έγκράτεια» καί τό «μέτρον» (σιτίων, ποτών, ύπνου, άφροδισίων κ.λ.) άπετέεσαν άπό άρχαιοτάτων χρόνων τήν συνισταμένην/ τών απόψεων όλων τών σοφών ώς πρός τήν διατήρησιν τής «ύγείας» (σωματικής, ψυχικής καί πνευματικής), ή οποία έτοποθετεΐτο παρά πάντων -εις τήν ύψηλοτέραν βαθμίδα τών άνθρωπίνων αγαθών. (‘Ιπποκράτης, Δημόκριτος, Σωκράτης, Πλάτων, ’Αριστοτέλης κ.λ.).
Πυθαγόρας. (Χρ. Έ. 32 κ.έ.) : «ούδ’ ύγιείης τής περί σώμ* άμέλειαν έχειν χρή, άλλά ποτού τε μέτρον καί σίτου γυμνασίων τε ποιεΐσθαι- μέτρον δέ λέγω τόδ’, ό μή σ’ άνιήσει» = ούδέ νά παραμελής νά φροντίζης διά τήν ύγείαν του σώματός σου, άλλά νά κάμνης χρήσιν του ποτού καί του φαγητού μέ μέτρον καθώς καί τών γυμνασίων* μέτρον δ’έννοώ παν ό,τι δεν θά σου προξενήση λύπην (καί συνεπώς μεταμέλειαν).
(Άνιάω, άνιώ = λυπούμαι, στενοχωρουμαι, θλίβομαι).
 
«Κρατεΐν δ’ είθίζεο τώνδε - γαστρός μέν πρώτιστα καί υπνου, λαγνείης τε καί θυμού» (αύτ. 9-11)
= νά συνηθίζης νά είσαι κύριος τών έξής : πρώτιστα μέν τής κοιλίας καί του ύπνου καί τών άφροδισίων καί του θυμού.

Ό Άνάχαρσις, ο Σκύθης σοφός, έλεγε σχετικώς «γλώσσης, γαστρός, αιδοίων κρατεΐν». (Ε.Α.Ε.Σ. σελ. 323, παραπ. Διογ. Λαέρτ. Τόμ. Α' Βιβλ. 8 §104. Λειψ. 1833). Νά συγκρατής τήν γλώσσαν σου, τήν λαιμαργίαν σου καί τις άφροδίσιες ορμές σου (έάν θέλης νά έχης ύγείαν).

Ό έκ τών «προσωκρατικών» Άλκμαίων ό Κροτωνιάτης έπρέσβευεν ότι υγεία είναι ή «συμμετρία» τών δυνάμεων καί τών στοιχείων τά όποια συνθέτουν τόν ανθρώπινον οργανισμόν καί ότι ή ύπερβολή ή ή «μοναρχία» ένός έκ τούτων είναι φθοροποιός καί γίνεται αιτία νόσων. Πασα ύπερβολή ή έλλειψις (τροφής, θερμότητος, ψύχους κ.λ.) άποβαίνει είς βάρος τής ύγείας. 'Η ύγεία έξασφαλίζεται μόνον διά τής «συμμέτρου τών ποιών(;) κράσεως».
 
’Αέτιος (V 14,1) : «Άλκμαίων τής μέν ύγιείας είναι συνεκτικήν τήν ισονομίαν τών δυνάμεων, ύγρού, ξηρού, ψυχρού, θερμού, πικρού, γλυκέος καί τών λοιπών, τήν δ’ έν αύτοις μοναρχίαν νόσου ποιητικήν φθοροποιόν γάρ έκατέρου μοναρχίαν. . .τήν δέ ύγείαν τήν σύμμετρον τών ποιών κρασιν». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I σελ. 215 στ. 11). (Βλ. Πλάτ. «Συμπόσιον» 186 G κ.έ.
καί ‘Αριστοτέλους «Φυσικά» 246 b 5 «οΐον ύγίειαν καί ευεξίαν, εν κράσει καί συμμετρία θερμών καί ψυχρών τίθεμεν»).

Αισχύλος. «’Αγαμέμνων» (1001-4): «μάλα γέ τοι τό μεγάλας ύγιείας άκόρεστον τέρμα• νόσος γάρ (άεί) γείτων ομότοιχος έρείδει» = ποτέ δεν χορταίνεται ή πολλή ύγεία (ούτε παρέχει άμεριμνησίαν), διότι πλησίον εύρίσκεται — γειτονεύει — (καί καραδοκεί) ή αρρώστια. «Εύμενίδες» (535-7): «έκ δ’ ύγιείας φρενών ό πάμφιλος καί πολύευκτος όλβος» = άπο ένα γερό (ύγιές) μυαλό γεννιέται ή παμφίλτατη καί πολυπόθητη εύτυχία.
’Ισοκράτης. «Παναθηναϊκός» (δ'7): «...μετεσχηκώς τών μεγίστων άγαθών, ών άπαντες άν εΰξαιν - το μεταλαβεΐν, πρώτον μέν τής περί τό σώμα καί τήν ψυχήν ύγιείας...» (= μετασχών τών μεγίστων άγαθών, τά όποια όλοι θα ηύχοντο νά άποκτήσουν, πρώτον μέν τής σωματικής καί τής ψυχικής ύγείας). Σχετικώς ό Κλεόβουλος : «εδ τό σώμα έχειν καί τήν ψυχήν». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 63 στ. 2). Ίσοκράτους «Πρός Δημόνικον» (δ' 35): «καί γάρ τής ύγιείας πλείστην έχομεν επιμέλειαν, δταν άναμνησθώμεν τάς λύπας τάς έκ τής άρρωστίας» (= διά τήν ύγείαν μας φροντίζομεν, μόνον δταν ένθυμηθώμεν τάς στενοχώριας τάς προσερχομένας από τήν άσθένειαν).

Δημόκριτος. (Άποσπάσματα. Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 192 στ. 4-12) : «ύγιείην εύχήσι παρά θεών αίτέονται άνθρωποι, τήν δέ ταύτης δύναμιν έν έαυτοΐς έχοντες ούκ ϊσασιν- άκρασίη δέ τάναντία πρήσσοντες αυτοί προδόται τής ύγιείας τήσιν έπιθυμίησιν γίνονται. . .όσοι άπό γαστρός τάς ήδονάς ποιέονται ύπερβεβληκότες τόν καιρόν έπί βρώσεσιν ή πόσεσιν ή άφροδισίοισιν, τοΐσι πασιν αί μέν ήδοναί βραχεΐαί τε καί δι’ολίγου γίνονται. . .αί δέ λυπαι πολλαί» = τήν ύγείαν ζητούν δι’ εύχών οί άνθρωποι παρά τών θεών, καθ’ δν χρόνον τήν δύναμιν αύτής έχοντες έντός των δέν τήν γνωρίζουν (τήν άγνοουν, τήν περιφρονουν), ύπό άνθυγιεινάς δέ συνθήκας τά εναντία πράττοντες, αυτοί καθίστανται προδόται τής ύγείας διά τών (άχαλινώτων) έπιθυμιών των. . . όσοι διά τής κοιλίας έπιζητουν τάς ήδονάς καθ’ ύπερβολήν καί παρακαίρως έπί φαγητών καί ποτών καί άφροδισίων, όλοι αύτοί αισθάνονται ήδονήν διά πολύ μικρόν χρονικόν διάστημα, όσον διαρκεί ή βρώσις καί ή πόσις, έπακολουθουν όμως πολλαί λύπαι.

 Σωκράτης. Ξενοφώντος «Οικονομικός» (IV 2) : «τών δέ σωμάτων θηλυνομένων καί αί ψυχαί πολύ άρρωστότεραι γίγνονται» (= όταν τά σώματα έκθηλύνωνται, καί αί ψυχαί πολύ άσθενέστεραι γίνονται). «’Απομνημονεύματα» (Γ' XII, 6) : «λήθη δέ καί άθυμία, καί δυσκολία καί μανία πολλάκις πολλοίς διά τήν του σώματος καχεξίαν εις τήν διάνοιαν έμπίπτουσιν ούτως, ώστε καί τάς έπιστήμας έκβάλλαν (=λήθη δέ καί άθυμία καί δυσχέρεια καί μανία πολλάκις καταλαμβάνουν πολλούς άνθρώπους έξ αιτίας τής καχεξίας του σώματός των, καί μάλιστα είς τοι ούτον βαθμόν, ώστε νά άποβάλλουν καί αύτάς άκόμη τάς γνώσεις των).
Σιμωνίδης ό Κείος (A.L. σελ. 242, άπόσπ. 5,Ί 116) : «ούδέ καλάς σοφίας έστίν χάρις, εί μή τις ίχα σεμνάν ύγίειαν» = καί αύτό άκόμη τό θέλγητρον τής σοφίας άποβαίνει άνευ χάριτος (άξίας) διά τόν άν θρωπον, έάν δέν παρακολουθήται άπό τήν «σεμνήν» ύγείαν (τό θαυμάσιον καί λαμπρόν αύτό δώρον).

Πλάτων. «Γοργίας» (452 Α-Β) : «τί δ’ έστί μείζον άγαθόν άνθρώποις ύγιείας;», δηλαδή, ποιον είναι μεγαλύτερον άγαθόν διά τούς άνθρώπους άπό τήν ύγείαν; Εις τόν αύτόν διάλογον (451 Ε) ό Πλάτων, διά του στόματος του Σωκράτους, άναφέρει στίχους άγνώστου ποιητου, έλαφρώς παρηλλαγμένους : ύγαίνειν μέν άριστόν έστι τό δέ δεύτερον καλόν γενέσθαι τρίτον δέ, ώς φησιν ό ποιητής του σκολιου, τό πλουτείν άδόλως (έντίμως). 'Η πατρότης τών στίχων δέν είναι έξηκριβωμένη. Κατά τινας είναι του Σιμωνίδου (του Κείου), κατ’ άλλους δέ του ’Επιχάρμου. (Βλ. Πλάτ. «Γοργίας», Παπύρου βιβλ. 233, μετάφρ. καί σημ. Βίκτ. Δ. Κρητικού, σελ. 36 καί Άριστοτέλ. «Ρητορική», Παπύρου βιβλ. 55, μετάφρ. καί σημ. Σπ. Φίλιππα, σελ. 90-91).
 
Εις τήν Anthologia Lyrica, όμως, του Bergk (σελ. 323), περιλαμβάνονται εις τά «Scolia Anonyma», έχουν δέ ώς εξής :
«ύγιαίνειν μέν άριστον άνδρί θνατώ, δεύτερον δέ φυάν καλόν γενέσθαι, τό τρίτον δέ πλουτεΐν άδόλως, καί τό τέταρτον ήβάν μετά τών φίλων». (Βλ. καί «Σχόλια» εις «Γοργίαν» 451 Ε, C. Fr. Hermann, Platonis Dialogi, σελ. 301-2).

Ό ’Αριστοτέλης («Ρητορική» Β' 1394 b 14, «Περί τών γνωμικών») άναφέρει τόν ένα στίχον του σκολιου «άνδρί δ’ ύγιαίνειν άριστόν έστι». (Βλ. καί έν Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I, σελ. 201 στ. 16-17 ένθα ό στίχος εύρίσκεται εις τό κεφάλ. «Επίχαρμος»). (Φυάν = Δωρ. φυά, φυήν = φύσιν. Φυή = φυσική μορφή, έξωτερικόν άνάστημα χαρακτήρ του προσώπου ή του πνεύματος, κατά τό πλείστον έπί καλού, ώραιότής. 'Ηβάν = άπαρέμφ. του ήβάω-ώ = είμαι έν τή άκμή τής ήλικίας, νέος, ζωηρός, άκμαίος. Σκόλια : άσματα συμποσιακά αδόμενα συνοδεία λύρας).

Ο έκ τής Σικυώνος διθυραμβοποιός Άρίφρων (5ος αί. π.Χ.) κατέστη σπουδαίος έκ του περιφήμου παιάνος του πρός την Θεάν 'Υγείαν, άνευρεθέντος επί λίθου ένεπιγράφου (Ε.Λ.Η. σ. 591/3), όστις εύρίσκεται είς τό Κάσσελ τής Γερμανίας. Τό λυρικόν τούτο άσμα έλάβομεν έκ τής συλλογής «Anthologia Lyrica» του Bergk (έκδ. Hiller 1890 σελ. 283), έχει δέ ώς έξής :
Κείμενον:
«'Υγίεια, πρεσβίστα μακάρων, μετά σευναίοιμι τό λειπόμενον βιοτάς, σύ δέ μοι πρόφρων σύνοικος εϊης εί γάρ τις ή πλούτου χάρις ή τεκέων ή τας ίσοδαίμονος άνθρώποις βασιληίδος Αρχάς ή πόθων ους κρυφίοις Άφροδίτας έρκεσι θηρεύομεν, ή ει τις άλλα θεόθεν άνθρώποισι τέρψις ή πόνων άμπνοά πέφανται, μετά σεΐο, μάκαιρ*  Υγίεια, τέθαλεν πάντα καί λάμπει Χαρίτων βάρος σέθεν δέ χωρίς οΰτις ευδαίμων έφυ».
(Όδαρος = άσμα, οδάριον).
Ερμηνεία Υγεία, μεγίστη των μακαρίων Θεών, είθε μετά σου νά περάσω τό υπόλοιπον του βίου μου, είθε σύ νά μου είσαι πρόθυμος σύντροφος διότι εάν ευχαρίστησις τις πλούτου ή τέκνων ή τής ίσοθέου βασιλικής εξουσίας γιά τούς άνθρώπους ή (άπόλαυσις) πόθων τούς οποίους κυνηγουμεν μέ τά κρυφά δίχτυα της ’Αφροδίτης, ή εάν κάποια άλλη άπόλαυσις άπό τούς θεούς στούς άνθρώπους ή πόνων πνοή (στεναγμός) έχουν φανερωθή, μέ σένα, μακαρία 'Υγεία, όλα άνθίζουν (άκμάζουν) καί ακτινοβολεί τό άσμα των Χαρίτων.
Χωρίς εσένα δέ ούδείς είναι εύτυχής.
Έν τή αύτή, ώς άνωτέρω, συλλογή (σελ. 284) περιλαμβάνεται καί άπόσπασμα ποιήματος πρός τήν Υγείαν, άποδιδόμενον εις τόν έκ Χίου ρήτορα καί ποιητήν Λικύμνιον, φοιτήσαντα εις τήν σχολήν του σοφιστου Γοργίου.
 
Έν τω άποσπάσματι τούτω έπαναλαμβάνονται πολλαί λέξεις του ποιήματος του Άρίφρονος:
«….. λιπαρόμματε μάτερ ύψίστα, θρόνων σεμνών ’Απόλλωνος βασίλεια ποθεινά, πραϋγέλως Υγίεια• τίς γάρ ή πλούτου χάρις ή τεκέων, ή τας ίσοδαίμονος άνθρώποις βασιληίδος άρχας; σέθεν δέ χωρίς οΰτις εύδαίμων έφυ». (Λιπαρόμματος = (ή) έχουσα λαμπρούς οφθαλμούς• πραυγελως = ό πράως γελών ή μειδιών).
Δεδομένου ότι ό Άρίφρων καί ό Λικύμνιος ήσαν σύγχρονοι, δεν είναι δυνατόν νά καθορισθή έάν πρόκειται περί λογοκλοπίας, ή έάν ή σύμπτωσις τής όμοιότητος λέξεων, καί μάλιστα όλοκλήρων στίχων μεταξύ τών δύο ποιημάτων, όφείλεται είς τό δτι αμφοτεροι οί ποιηταί έχρησιμοποίησαν προηγούμενον ύμνητικόν ποίημα άγνώστου ποιητου.
'Ο ’Αριστοτέλης εις τά «Πολιτικά)) του θίγει κατ’ έπανάληψιν ζητήματα υγείας καί υγιεινής γενικώτερον, ύγιεινών τόπων καί ύδάτων κ.λ. (1258 a 12, 32• 1320 b 34• 1330 a 38 : «πρώτον μέν ώς άναγκαΐον πρός ύγίειαν»• 1330 b 8 : «έπεί δέ δει περί ύγιείας φροντίζειν τών ένοικούντων»• 1330 b 10 : «υδασιν ύγιεινοϊς χρήσθαι»• 1330 b 13 : «ταυτα πλείστον συμβάλλεται προς τήν ύγίειαν))• 1335 b 6, 37’ 1336 a 14 κ.ά. Aristotelis «Politica», W. D. Ross, Oxonii), είς δέ τήν πραγματείαν του «Τά φυσικά» έχρησιμοποίησε πλειστάκις τάς έννοιας τής ύγείας, του ύγιαίνειν, θεραπεύειν κ.λ. ώς παραδείγματα.

Ό Στράβων είς τά «Γεωγραφικά)) (ΣΤ', C 268, 4) άναφέρει ότι ή περίφημος πόλις Κρότων τής Κάτω ’Ιταλίας ήτο έξόχως υγιεινή, έκτίσθη δέ κατά συμβουλήν του Μαντείου τών Δελφών πρός τόν καταφυγόντα είς αύτό Μύσκελλον, έπειδή ό μυθολογικός ούτος ήρως έπροτίμησεν «'Υγείαν» (ενώ ό ταυτοχρόνως μετ’ αύτου καταφυγών είς τό Μαντείον Άρχίας ό Κορίνθιος εζήτησε «Πλούτον» καί του ύπεδείχθη νά ίδρύση τάς Συρακούσας). 'Ως γνωστόν ό Πυθαγόρας ό Σάμιος ειχεν έκλέξει ώς διαμονήν του καί είχεν ιδρύσει τήν Σχολήν του είς τήν «ύγιεινήν» ταύτην πόλιν του Κρότωνος. Εκείθεν καί ή φράσις «Κρότωνος ύγιέστερος», προκειμένου περί τόπου πολύ ύγιεινου.

Πλούταρχος. («Περί Εύθυμίας» 466 D) : «τής νόσου διαλυθείσης. . .ήλθεν ή υγεία φίλα πάντα ποιούσα καί προσηνή» ( = όταν περάση ή άρρώστια . . .έρχεται ή ύγεία, ή οποία όλα τά κάνει προσφιλή καί εύάρεστα).
*0 Πλούταρχος αποδίδει είς τήν θεάν ’Αθήναν ιδιότητας ίατρικάς. Άφηγεΐται (Περικλής, κεφ. 13), άτι όταν άνεγείροντο τά περίφημα έργα, μέ τά όποια ό Περικλής έκόσμησε τήν πόλιν τών ’Αθηνών, καί είδικώς κατά τήν κατασκευήν τών Προπυλαίων τής Άκροπόλεως, κάποιος τεχνίτης, έκ τών άριστων, έπεσεν έκ μεγάλου ύψους καί έτραυματίσθη βαρέως, καί μάλιστα είς βαθμόν ώστε οί ιατροί νά έχουν άπελπισθή. Ό Περικλής κατελυπήθη έκ του περιστατικού, εϊδεν όμως είς τόν ύπνον του τήν ’Αθήναν, ή οποία του συνέστησε τρόπον θεραπείας, τόν όποιον άκολουθήσας ό Περικλής έπέτυχε τήν σύντομον καί εύκολον ϊασιν του τραυματισθέντος. ’Εξ αιτίας του γεγονότος τούτου έστησεν άγαλμα τής «’Αθήνας 'Υγιείας» έπί τής Άκροπόλεως, πλησίον του βωμού ό όποιος προϋπήρχε (όπως διηγούντο).