θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, September 07, 2019

Ή ‘Υγιεία των άρχαίων Ελλήνων.

 
 
«'Υγεία».
 
Ή ‘Υγεία των αρχαίων Ελλήνων, λατρευομένη μετά του ’Ασκληπιού, του οποίου εθεωρείτο θυγάτηρ. Ή κατά τον ’Ορφικόν "Υμνον Θεά καί μήτηρ άπάντων, άϊθαλής (άείθαλής), άνασσα, έρατή (έρασμία, άγαπητή), εύκταίοτάτη (ύπερθ. του εύκταΐος-α), θνητών άνάπαυμα, ίμερόεσσα (δίεγείρουσα τόν ίμερον, τήν έπιθυμίαν, άγαπητή, θελ¬κτική), μάκαιρα (μακαρία, εύδαίμων), παμβασίλεΐα (βασίλισσα τών πάντων), πολυθάλμιος (τά πάντα ζωογονούσα), φερόλβιος (φέρουσα τόν δλβον, ευτυχίαν), άνευ τής όποίας «πάντ’ έστίν ανωφελή άνθρώποις».
*Η «έγκράτεια» καί τό «μέτρον» (σιτίων, ποτών, ύπνου, άφροδισίων κ.λ.) άπετέεσαν άπό άρχαιοτάτων χρόνων τήν συνισταμένην/ τών απόψεων όλων τών σοφών ώς πρός τήν διατήρησιν τής «ύγείας» (σωματικής, ψυχικής καί πνευματικής), ή οποία έτοποθετεΐτο παρά πάντων -εις τήν ύψηλοτέραν βαθμίδα τών άνθρωπίνων αγαθών. (‘Ιπποκράτης, Δημόκριτος, Σωκράτης, Πλάτων, ’Αριστοτέλης κ.λ.).
Πυθαγόρας. (Χρ. Έ. 32 κ.έ.) : «ούδ’ ύγιείης τής περί σώμ* άμέλειαν έχειν χρή, άλλά ποτού τε μέτρον καί σίτου γυμνασίων τε ποιεΐσθαι- μέτρον δέ λέγω τόδ’, ό μή σ’ άνιήσει» = ούδέ νά παραμελής νά φροντίζης διά τήν ύγείαν του σώματός σου, άλλά νά κάμνης χρήσιν του ποτού καί του φαγητού μέ μέτρον καθώς καί τών γυμνασίων* μέτρον δ’έννοώ παν ό,τι δεν θά σου προξενήση λύπην (καί συνεπώς μεταμέλειαν).
(Άνιάω, άνιώ = λυπούμαι, στενοχωρουμαι, θλίβομαι).
 
«Κρατεΐν δ’ είθίζεο τώνδε - γαστρός μέν πρώτιστα καί υπνου, λαγνείης τε καί θυμού» (αύτ. 9-11)
= νά συνηθίζης νά είσαι κύριος τών έξής : πρώτιστα μέν τής κοιλίας καί του ύπνου καί τών άφροδισίων καί του θυμού.

Ό Άνάχαρσις, ο Σκύθης σοφός, έλεγε σχετικώς «γλώσσης, γαστρός, αιδοίων κρατεΐν». (Ε.Α.Ε.Σ. σελ. 323, παραπ. Διογ. Λαέρτ. Τόμ. Α' Βιβλ. 8 §104. Λειψ. 1833). Νά συγκρατής τήν γλώσσαν σου, τήν λαιμαργίαν σου καί τις άφροδίσιες ορμές σου (έάν θέλης νά έχης ύγείαν).

Ό έκ τών «προσωκρατικών» Άλκμαίων ό Κροτωνιάτης έπρέσβευεν ότι υγεία είναι ή «συμμετρία» τών δυνάμεων καί τών στοιχείων τά όποια συνθέτουν τόν ανθρώπινον οργανισμόν καί ότι ή ύπερβολή ή ή «μοναρχία» ένός έκ τούτων είναι φθοροποιός καί γίνεται αιτία νόσων. Πασα ύπερβολή ή έλλειψις (τροφής, θερμότητος, ψύχους κ.λ.) άποβαίνει είς βάρος τής ύγείας. 'Η ύγεία έξασφαλίζεται μόνον διά τής «συμμέτρου τών ποιών(;) κράσεως».
 
’Αέτιος (V 14,1) : «Άλκμαίων τής μέν ύγιείας είναι συνεκτικήν τήν ισονομίαν τών δυνάμεων, ύγρού, ξηρού, ψυχρού, θερμού, πικρού, γλυκέος καί τών λοιπών, τήν δ’ έν αύτοις μοναρχίαν νόσου ποιητικήν φθοροποιόν γάρ έκατέρου μοναρχίαν. . .τήν δέ ύγείαν τήν σύμμετρον τών ποιών κρασιν». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I σελ. 215 στ. 11). (Βλ. Πλάτ. «Συμπόσιον» 186 G κ.έ.
καί ‘Αριστοτέλους «Φυσικά» 246 b 5 «οΐον ύγίειαν καί ευεξίαν, εν κράσει καί συμμετρία θερμών καί ψυχρών τίθεμεν»).

Αισχύλος. «’Αγαμέμνων» (1001-4): «μάλα γέ τοι τό μεγάλας ύγιείας άκόρεστον τέρμα• νόσος γάρ (άεί) γείτων ομότοιχος έρείδει» = ποτέ δεν χορταίνεται ή πολλή ύγεία (ούτε παρέχει άμεριμνησίαν), διότι πλησίον εύρίσκεται — γειτονεύει — (καί καραδοκεί) ή αρρώστια. «Εύμενίδες» (535-7): «έκ δ’ ύγιείας φρενών ό πάμφιλος καί πολύευκτος όλβος» = άπο ένα γερό (ύγιές) μυαλό γεννιέται ή παμφίλτατη καί πολυπόθητη εύτυχία.
’Ισοκράτης. «Παναθηναϊκός» (δ'7): «...μετεσχηκώς τών μεγίστων άγαθών, ών άπαντες άν εΰξαιν - το μεταλαβεΐν, πρώτον μέν τής περί τό σώμα καί τήν ψυχήν ύγιείας...» (= μετασχών τών μεγίστων άγαθών, τά όποια όλοι θα ηύχοντο νά άποκτήσουν, πρώτον μέν τής σωματικής καί τής ψυχικής ύγείας). Σχετικώς ό Κλεόβουλος : «εδ τό σώμα έχειν καί τήν ψυχήν». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 63 στ. 2). Ίσοκράτους «Πρός Δημόνικον» (δ' 35): «καί γάρ τής ύγιείας πλείστην έχομεν επιμέλειαν, δταν άναμνησθώμεν τάς λύπας τάς έκ τής άρρωστίας» (= διά τήν ύγείαν μας φροντίζομεν, μόνον δταν ένθυμηθώμεν τάς στενοχώριας τάς προσερχομένας από τήν άσθένειαν).

Δημόκριτος. (Άποσπάσματα. Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 192 στ. 4-12) : «ύγιείην εύχήσι παρά θεών αίτέονται άνθρωποι, τήν δέ ταύτης δύναμιν έν έαυτοΐς έχοντες ούκ ϊσασιν- άκρασίη δέ τάναντία πρήσσοντες αυτοί προδόται τής ύγιείας τήσιν έπιθυμίησιν γίνονται. . .όσοι άπό γαστρός τάς ήδονάς ποιέονται ύπερβεβληκότες τόν καιρόν έπί βρώσεσιν ή πόσεσιν ή άφροδισίοισιν, τοΐσι πασιν αί μέν ήδοναί βραχεΐαί τε καί δι’ολίγου γίνονται. . .αί δέ λυπαι πολλαί» = τήν ύγείαν ζητούν δι’ εύχών οί άνθρωποι παρά τών θεών, καθ’ δν χρόνον τήν δύναμιν αύτής έχοντες έντός των δέν τήν γνωρίζουν (τήν άγνοουν, τήν περιφρονουν), ύπό άνθυγιεινάς δέ συνθήκας τά εναντία πράττοντες, αυτοί καθίστανται προδόται τής ύγείας διά τών (άχαλινώτων) έπιθυμιών των. . . όσοι διά τής κοιλίας έπιζητουν τάς ήδονάς καθ’ ύπερβολήν καί παρακαίρως έπί φαγητών καί ποτών καί άφροδισίων, όλοι αύτοί αισθάνονται ήδονήν διά πολύ μικρόν χρονικόν διάστημα, όσον διαρκεί ή βρώσις καί ή πόσις, έπακολουθουν όμως πολλαί λύπαι.

 Σωκράτης. Ξενοφώντος «Οικονομικός» (IV 2) : «τών δέ σωμάτων θηλυνομένων καί αί ψυχαί πολύ άρρωστότεραι γίγνονται» (= όταν τά σώματα έκθηλύνωνται, καί αί ψυχαί πολύ άσθενέστεραι γίνονται). «’Απομνημονεύματα» (Γ' XII, 6) : «λήθη δέ καί άθυμία, καί δυσκολία καί μανία πολλάκις πολλοίς διά τήν του σώματος καχεξίαν εις τήν διάνοιαν έμπίπτουσιν ούτως, ώστε καί τάς έπιστήμας έκβάλλαν (=λήθη δέ καί άθυμία καί δυσχέρεια καί μανία πολλάκις καταλαμβάνουν πολλούς άνθρώπους έξ αιτίας τής καχεξίας του σώματός των, καί μάλιστα είς τοι ούτον βαθμόν, ώστε νά άποβάλλουν καί αύτάς άκόμη τάς γνώσεις των).
Σιμωνίδης ό Κείος (A.L. σελ. 242, άπόσπ. 5,Ί 116) : «ούδέ καλάς σοφίας έστίν χάρις, εί μή τις ίχα σεμνάν ύγίειαν» = καί αύτό άκόμη τό θέλγητρον τής σοφίας άποβαίνει άνευ χάριτος (άξίας) διά τόν άν θρωπον, έάν δέν παρακολουθήται άπό τήν «σεμνήν» ύγείαν (τό θαυμάσιον καί λαμπρόν αύτό δώρον).

Πλάτων. «Γοργίας» (452 Α-Β) : «τί δ’ έστί μείζον άγαθόν άνθρώποις ύγιείας;», δηλαδή, ποιον είναι μεγαλύτερον άγαθόν διά τούς άνθρώπους άπό τήν ύγείαν; Εις τόν αύτόν διάλογον (451 Ε) ό Πλάτων, διά του στόματος του Σωκράτους, άναφέρει στίχους άγνώστου ποιητου, έλαφρώς παρηλλαγμένους : ύγαίνειν μέν άριστόν έστι τό δέ δεύτερον καλόν γενέσθαι τρίτον δέ, ώς φησιν ό ποιητής του σκολιου, τό πλουτείν άδόλως (έντίμως). 'Η πατρότης τών στίχων δέν είναι έξηκριβωμένη. Κατά τινας είναι του Σιμωνίδου (του Κείου), κατ’ άλλους δέ του ’Επιχάρμου. (Βλ. Πλάτ. «Γοργίας», Παπύρου βιβλ. 233, μετάφρ. καί σημ. Βίκτ. Δ. Κρητικού, σελ. 36 καί Άριστοτέλ. «Ρητορική», Παπύρου βιβλ. 55, μετάφρ. καί σημ. Σπ. Φίλιππα, σελ. 90-91).
 
Εις τήν Anthologia Lyrica, όμως, του Bergk (σελ. 323), περιλαμβάνονται εις τά «Scolia Anonyma», έχουν δέ ώς εξής :
«ύγιαίνειν μέν άριστον άνδρί θνατώ, δεύτερον δέ φυάν καλόν γενέσθαι, τό τρίτον δέ πλουτεΐν άδόλως, καί τό τέταρτον ήβάν μετά τών φίλων». (Βλ. καί «Σχόλια» εις «Γοργίαν» 451 Ε, C. Fr. Hermann, Platonis Dialogi, σελ. 301-2).

Ό ’Αριστοτέλης («Ρητορική» Β' 1394 b 14, «Περί τών γνωμικών») άναφέρει τόν ένα στίχον του σκολιου «άνδρί δ’ ύγιαίνειν άριστόν έστι». (Βλ. καί έν Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I, σελ. 201 στ. 16-17 ένθα ό στίχος εύρίσκεται εις τό κεφάλ. «Επίχαρμος»). (Φυάν = Δωρ. φυά, φυήν = φύσιν. Φυή = φυσική μορφή, έξωτερικόν άνάστημα χαρακτήρ του προσώπου ή του πνεύματος, κατά τό πλείστον έπί καλού, ώραιότής. 'Ηβάν = άπαρέμφ. του ήβάω-ώ = είμαι έν τή άκμή τής ήλικίας, νέος, ζωηρός, άκμαίος. Σκόλια : άσματα συμποσιακά αδόμενα συνοδεία λύρας).

Ο έκ τής Σικυώνος διθυραμβοποιός Άρίφρων (5ος αί. π.Χ.) κατέστη σπουδαίος έκ του περιφήμου παιάνος του πρός την Θεάν 'Υγείαν, άνευρεθέντος επί λίθου ένεπιγράφου (Ε.Λ.Η. σ. 591/3), όστις εύρίσκεται είς τό Κάσσελ τής Γερμανίας. Τό λυρικόν τούτο άσμα έλάβομεν έκ τής συλλογής «Anthologia Lyrica» του Bergk (έκδ. Hiller 1890 σελ. 283), έχει δέ ώς έξής :
Κείμενον:
«'Υγίεια, πρεσβίστα μακάρων, μετά σευναίοιμι τό λειπόμενον βιοτάς, σύ δέ μοι πρόφρων σύνοικος εϊης εί γάρ τις ή πλούτου χάρις ή τεκέων ή τας ίσοδαίμονος άνθρώποις βασιληίδος Αρχάς ή πόθων ους κρυφίοις Άφροδίτας έρκεσι θηρεύομεν, ή ει τις άλλα θεόθεν άνθρώποισι τέρψις ή πόνων άμπνοά πέφανται, μετά σεΐο, μάκαιρ*  Υγίεια, τέθαλεν πάντα καί λάμπει Χαρίτων βάρος σέθεν δέ χωρίς οΰτις ευδαίμων έφυ».
(Όδαρος = άσμα, οδάριον).
Ερμηνεία Υγεία, μεγίστη των μακαρίων Θεών, είθε μετά σου νά περάσω τό υπόλοιπον του βίου μου, είθε σύ νά μου είσαι πρόθυμος σύντροφος διότι εάν ευχαρίστησις τις πλούτου ή τέκνων ή τής ίσοθέου βασιλικής εξουσίας γιά τούς άνθρώπους ή (άπόλαυσις) πόθων τούς οποίους κυνηγουμεν μέ τά κρυφά δίχτυα της ’Αφροδίτης, ή εάν κάποια άλλη άπόλαυσις άπό τούς θεούς στούς άνθρώπους ή πόνων πνοή (στεναγμός) έχουν φανερωθή, μέ σένα, μακαρία 'Υγεία, όλα άνθίζουν (άκμάζουν) καί ακτινοβολεί τό άσμα των Χαρίτων.
Χωρίς εσένα δέ ούδείς είναι εύτυχής.
Έν τή αύτή, ώς άνωτέρω, συλλογή (σελ. 284) περιλαμβάνεται καί άπόσπασμα ποιήματος πρός τήν Υγείαν, άποδιδόμενον εις τόν έκ Χίου ρήτορα καί ποιητήν Λικύμνιον, φοιτήσαντα εις τήν σχολήν του σοφιστου Γοργίου.
 
Έν τω άποσπάσματι τούτω έπαναλαμβάνονται πολλαί λέξεις του ποιήματος του Άρίφρονος:
«….. λιπαρόμματε μάτερ ύψίστα, θρόνων σεμνών ’Απόλλωνος βασίλεια ποθεινά, πραϋγέλως Υγίεια• τίς γάρ ή πλούτου χάρις ή τεκέων, ή τας ίσοδαίμονος άνθρώποις βασιληίδος άρχας; σέθεν δέ χωρίς οΰτις εύδαίμων έφυ». (Λιπαρόμματος = (ή) έχουσα λαμπρούς οφθαλμούς• πραυγελως = ό πράως γελών ή μειδιών).
Δεδομένου ότι ό Άρίφρων καί ό Λικύμνιος ήσαν σύγχρονοι, δεν είναι δυνατόν νά καθορισθή έάν πρόκειται περί λογοκλοπίας, ή έάν ή σύμπτωσις τής όμοιότητος λέξεων, καί μάλιστα όλοκλήρων στίχων μεταξύ τών δύο ποιημάτων, όφείλεται είς τό δτι αμφοτεροι οί ποιηταί έχρησιμοποίησαν προηγούμενον ύμνητικόν ποίημα άγνώστου ποιητου.
'Ο ’Αριστοτέλης εις τά «Πολιτικά)) του θίγει κατ’ έπανάληψιν ζητήματα υγείας καί υγιεινής γενικώτερον, ύγιεινών τόπων καί ύδάτων κ.λ. (1258 a 12, 32• 1320 b 34• 1330 a 38 : «πρώτον μέν ώς άναγκαΐον πρός ύγίειαν»• 1330 b 8 : «έπεί δέ δει περί ύγιείας φροντίζειν τών ένοικούντων»• 1330 b 10 : «υδασιν ύγιεινοϊς χρήσθαι»• 1330 b 13 : «ταυτα πλείστον συμβάλλεται προς τήν ύγίειαν))• 1335 b 6, 37’ 1336 a 14 κ.ά. Aristotelis «Politica», W. D. Ross, Oxonii), είς δέ τήν πραγματείαν του «Τά φυσικά» έχρησιμοποίησε πλειστάκις τάς έννοιας τής ύγείας, του ύγιαίνειν, θεραπεύειν κ.λ. ώς παραδείγματα.

Ό Στράβων είς τά «Γεωγραφικά)) (ΣΤ', C 268, 4) άναφέρει ότι ή περίφημος πόλις Κρότων τής Κάτω ’Ιταλίας ήτο έξόχως υγιεινή, έκτίσθη δέ κατά συμβουλήν του Μαντείου τών Δελφών πρός τόν καταφυγόντα είς αύτό Μύσκελλον, έπειδή ό μυθολογικός ούτος ήρως έπροτίμησεν «'Υγείαν» (ενώ ό ταυτοχρόνως μετ’ αύτου καταφυγών είς τό Μαντείον Άρχίας ό Κορίνθιος εζήτησε «Πλούτον» καί του ύπεδείχθη νά ίδρύση τάς Συρακούσας). 'Ως γνωστόν ό Πυθαγόρας ό Σάμιος ειχεν έκλέξει ώς διαμονήν του καί είχεν ιδρύσει τήν Σχολήν του είς τήν «ύγιεινήν» ταύτην πόλιν του Κρότωνος. Εκείθεν καί ή φράσις «Κρότωνος ύγιέστερος», προκειμένου περί τόπου πολύ ύγιεινου.

Πλούταρχος. («Περί Εύθυμίας» 466 D) : «τής νόσου διαλυθείσης. . .ήλθεν ή υγεία φίλα πάντα ποιούσα καί προσηνή» ( = όταν περάση ή άρρώστια . . .έρχεται ή ύγεία, ή οποία όλα τά κάνει προσφιλή καί εύάρεστα).
*0 Πλούταρχος αποδίδει είς τήν θεάν ’Αθήναν ιδιότητας ίατρικάς. Άφηγεΐται (Περικλής, κεφ. 13), άτι όταν άνεγείροντο τά περίφημα έργα, μέ τά όποια ό Περικλής έκόσμησε τήν πόλιν τών ’Αθηνών, καί είδικώς κατά τήν κατασκευήν τών Προπυλαίων τής Άκροπόλεως, κάποιος τεχνίτης, έκ τών άριστων, έπεσεν έκ μεγάλου ύψους καί έτραυματίσθη βαρέως, καί μάλιστα είς βαθμόν ώστε οί ιατροί νά έχουν άπελπισθή. Ό Περικλής κατελυπήθη έκ του περιστατικού, εϊδεν όμως είς τόν ύπνον του τήν ’Αθήναν, ή οποία του συνέστησε τρόπον θεραπείας, τόν όποιον άκολουθήσας ό Περικλής έπέτυχε τήν σύντομον καί εύκολον ϊασιν του τραυματισθέντος. ’Εξ αιτίας του γεγονότος τούτου έστησεν άγαλμα τής «’Αθήνας 'Υγιείας» έπί τής Άκροπόλεως, πλησίον του βωμού ό όποιος προϋπήρχε (όπως διηγούντο).