θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Monday, September 09, 2019

«Φιλοσοφία» - «Φιλοσοφείν». Τό φιλείν τήν σοφίαν. Τό αγαπάν τήν γνώσιν.

 
    
 
Αριστοτέλης
 
 
 
«Φιλοσοφία» - «Φιλοσοφείν».
 
Τό φιλείν τήν σοφίαν. Τό άγαπάν τήν γνώσιν. (Πλάτ. Πολιτ. 376 Β : «τό γε φιλομαθές καί φιλόσοφον ταύτόν». Βλ. καί έν Πρωταγ. 335 D, έν Λύσιδ. 213 D). 'Η διερεύνησις τής άληθείας καί τής φύσεως τών πραγμάτων.  Ότι
«Φιλόσοφο ς». Κατά LID. SG. 552/4 κυρίως ό άγαπών σοφίαν τινά ή τέχνην. Ή πρώτη κυρίως χρήσις τής λέξεως όφείλεται είς τόν Πυθαγόραν (580- 500), όστις έκάλει εαυτόν «φιλόσοφον», δηλαδή φίλον, έραστήν τής σοφίας, άλλ’ ούχί «σοφόν». Τήν άποψιν περί πατρότητος Πυθαγόρου εύρίσκομεν καί είς Λ.Φ.Α. σελ. 357, επίσης δε γίνεται μνεία καί έν εισαγωγή είς Πλάτωνος «Φαίδωνα» (Παπ. βιβλ. 215, Θ. Κ. Άραποπούλου, σελ. 5).
Κατά Κ. Δ. Γεωργούλην (Ε.Λ.Η. 248/18) άμφισβητείται έκ τής κριτικής έρεύνης, ότι ό πρώτος χρησιμοποιήσας τήν λέξιν φιλόσοφος είναι ό Πυθαγόρας καί είσάγεται ή άποψις, ότι χρήσις τής λέξεως τό πρώτον άπαντα είς τόν ‘Ηράκλειτον (500 π.Χ.). Άπόσπασμα 35 : «χρή γάρ εφ μάλα πολλών ίστορας φιλοσόφους άνδρας είναι» (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz I, σελ. 159, 6-7), δηλαδή, πρέπει οί άγαπώντες τήν γνώσιν, τήν σοφίαν, νά είναι γνώσται, νά έχουν μελετήσει, νά έχουν έρευνήσει (ίστορες) πάρα πολλά πράγματα.
Τό ρήμα φιλοσοφέω-ώ άπαντά τό πρώτον παρά τω Ήροδότω. (Λ.Ζ. σελ. 526).
Ό όρος φιλοσοφία έχρησιμοποιήθη τό πρώτον υπό του Πλάτωνος. (Ε.Λ.Η. 248/18).
'Ο ’Αριστοτέλης εκαλείτο κατ’ έξοχήν «ο φιλόσοφος». Ό Εύριπίδης άπεκλήθη «άπό σκηνής
φιλόσοφος».
Διά τούς επτά σοφούς τής άρχ. Ελλάδος, ό μαθητής του Άριστοτέλους Δικαίαρχος έλεγεν ότι «ούτε σοφοί ούτε φιλόσοφοι ήσαν ούτοι, άλλά συνετοί άνδρες καί νομοθέται». (Fragm. Vorsokr. Diels- Kranz I σελ. 61, 6).
'Ο ’Αριστοτέλης είς τό «Μετά τά Φυσικά» (983 b 23), όμιλών περί τών «τό πρώτον φιλοσοφησάντων» (φυσικών, λεγομένων, φιλοσόφων) καί περί τών άντιλήψεών των διά τάς «πρώτας άρχάς» κ.λ., άποκαλεί τόν Θαλήν «άρχηγόν τής τοιαύτης φιλοσοφίας», δη¬λαδή τής έρεύνης πρός άναζήτησιν καί έξακρίβωσιν τής πρώτης άρχής τών οντων.
 
Ξενοκράτης

’Εκφράσεις :

«Φιλοσοφουμεν άνευ μαλακίας» (Θουκυδίδης).
«Τό λακωνίζειν έστί φιλοσοφείν».
«’Ιατροφιλόσοφος».
Οί Νεοπλατωνικοί του 5ου αίώνος καί ίδίως ό μαθητής του Πρόκλου ’Αμμώνιος (Κ. Δ. Γεωργούλη, Ε.Λ.Η. σελ. 249/18) έδιδον τούς ακολούθους έξ ορισμούς εις τήν φιλοσοφίαν, ορίζοντες αύτήν :

1ον. 'Ως «φιλίαν σοφίας» κατά Πλάτωνα.
2ον. 'Ως «γνώσιν των όντων ή όντα» κατά τον ’Αριστοτέλη (γνώσιν των όντων άπό τής γενικής όντολογικής των κατασκευής).
3ον. 'Ως «θείων καί άνθρωπίνων γνώσιν» κατά τούς Στωικούς.
4ον. «Τέχνην τεχνών καί επιστήμην επιστημών» κατά τον ’Αριστοτέλη.
5ον. 'Ως «όμοίωσιν θεώ κατά τό δυνατόν άνθρώπου» κατά τον Πλάτωνα. (Θεαίτ. 176 Α, Νομ. 716 D).
6ον. 'Ως «μελέτην θανάτου» κατά Πλάτωνα (Φαίδ. 64 Α καί 67 Α).
Οί εξ ούτοι ορισμοί είναι οί κατά τήν έλληνορρωμαϊκήν άρχαιότητα επικρατέστεροι.
 
Ποσειδώνιος

Διακεκριμένη τριάς, μεταξύ τών φιλοσόφων τής άρχαιότητος : Σωκράτης, Πλάτων, ’Αριστοτέλης.
Προϋπήρξαν ή άναφέρονται ώς σύγχρονοι τούτων καί άλλοι πολλοί φιλόσοφοι, μεταξύ τών οποίων καί οί λεγόμενοι «προσωκρατικοί», οί οποιοι μάλιστα είχον ιδρύσει ιδίας φιλοσοφικάς σχολάς, ένθα έδίδασκον, τήν πλέον έξέχουσαν θέσιν όμως είς τήν φιλοσοφικήν οικογένειαν κατέλαβον :
1ον. ό Σωκράτης (ό όποιος κυρίως έδίδαξε ήθικήν),
2ον. ό Πλάτων (μαθητής του Σωκράτους καί ιδρυτής έν Άθήναις τής ’Ακαδημίας, είσήγαγε τήν θεωρίαν τών «ιδεών»),
3ον. ό ’Αριστοτέλης (μαθητής του Πλάτωνος καί θεμελιωτής τής έπιστημονικής φιλοσοφίας).
Παρατίθενται άποσπάσματα συγγραμμάτων καί γνώμαι περί του «φιλοσοφείν» καί της «Φιλοσοφίας».
Έκ του προλόγου του Λ.Φ.Α. σελ. 5 καί 6: «Έν πρώτοις ή φιλοσοφία δέν είναι ύπόθεσις μόνον τών ειδικών, ώς εϊναι ή αρχιτεκτονική, ή ιατρική, ή χημεία καί καθεξής, άλλά παντός άνθρώπου, όστις, κατ’ άντίθεσιν πρός τά ζώα, τά μόνα περί υλικής ζωής μεριμνώντα, φύσει του είδέναι ορέγεται καί φέρεται πρός το γενικόν, ζητών νά έχη γνώσιν περί έαυτου καί περί του παντός. Τό φιλοσοφείν είναι λειτουργία ούτως άναποσπάστως μετά τής άνθρωπίνης φύσεως συνδεδεμένη, ώστε τό είναι άνθρωπον καί φιλόσοφον άποβαίνει εν καί τό αύτό. Τοΰτο μαρτυρεί περιφανώς ή ιστορία του άνθρώπου, δεικνύουσα ότι ό άνθρωπος κατά πάσας τάς περιόδους αυτού φιλοσοφεί, ήτοι έχει γενικήν τινα γνώμην περί έαυτου καί του παντός, άδιάφορον αν έν τή προϊστορική περιόδω, ώς καί τανυν παρά τοις φυσικοίς λαοίς, ή φιλοσοφία αύτου είναι όλως στοιχειώδης, συνυφασμένη μετά θρησκευτικών δοξασιών καί μετά τών άπαρχών τής έπιστήμης καί τής τέχνης. Ού μόνον δέ ό έπιστήμων άλλά καί καθόλου πας άνθρωπος, γιγνώσκων άνάγνωσιν καί γραφήν καί θέλων νά έχη γνώσίν τινα τών ύπερκειμένων του ζωώδους βίου ζητημάτων καί νά ζή ώς άνθρωπος λογικός καί μεμορφωμένος, λαμβάνει πολλάκις άφορμήν νά άναζητή τήν σημασίαν φιλοσοφικού όρου».
 Έκ του Ε.Λ.Η. σελ. 252/18 (Κ. Δ. Γεωργούλη): Ή φιλοσοφία είναι σύμφυτος πρός τήν άνθρωπίνην υπαρξιν ένεργητικότητος. Πας άνθρωπος, έφ’ οσον ζή, στοχάζεται φιλοσοφικώς. Ό άνθρωπος, ό μή διδαχθείς φιλοσοφικά μαθήματα, έχει τον ίδικόν του τρόπον του φιλοσοφείν, όστις είναι ένίοτε γνησιώτερος άπό τήν δήθεν είδικευμένην φιλοσοφικήν σκέψιν, ήτις συχνάκις έμπλέκεται είς δογματικάς προκαταλήψεις• ώς σύμφυτον μέ τήν άνθρωπίνην ύπαρξιν θεωρών τήν φιλοσοφίαν, ό ’Αριστοτέλης προέταξεν είς τό προοίμιον τών «Μετά τά φυσικά» τήν πολυθρύλητον φράσιν «πάντες οί άνθρωποι του είδέναι ορέγονται φύσει» (όλοι οί άνθρωποι έκ φύσεως κατέχονται άπό τήν τάσιν νά τείνουν πρός τό είδέναι, δηλαδή πρός τήν θεώρησιν του καθαρού είδους τών πραγμάτων).
'Ο ’Αριστοτέλης, είς τό έργον του «Μετά τά φυσικά» (982 b 24 κ.έ.), λέγει σχετικώς, ότι αν οί άνθρωποι έφιλοσόφησαν, είναι φανερόν ότι τό έκαμαν πρός άποφυγήν τής άγνοιας• ότι έπεδίωξαν τήν γνώσιν χάριν αύτής ταύτης τής γνώσεως καί οχι ένεκα πρακτικής τίνος άνάγκης («. . . ώστ’εϊπερ διά τό φεύγειν τήν άγνοιαν έφιλοσόφησαν, φανερόν ότι διά τό είδέναι τό έπίστασθαι έδίωκον, καί ού χρήσεώς τίνος ένεκεν»). Περαιτέρω (993 b), λέγει ότι όρθόν είναι νά καλέσωμεν τήν φιλοσοφίαν έπιστήμην τής άληθείας («όρθώς δ’ έχει καί τό καλείσθαι τήν φιλοσοφίαν έπιστήμην τής άληθείας»).

Πλάτων

«"Ολβιος όστις τής ιστορίας έσχε μάθησιν». (Εύριπίδου Άπόσπασμα 902, LID. SG. 546/2). Ενταύθα ή λέξις ιστορία δέν έχει τήν σημασίαν τήν σημερινήν. Σημαίνει τήν γνώσιν, αλήθειαν (φιλοσοφίαν).
Εύτυχής, δηλαδή, είναι εκείνος, ό όποιος ερευνών (φιλοσοφών) άποκτα την γνώσιν.
‘Ως και έν τώ άνωτέρω σημειουμένω άποσπάσματι (35) ό 'Ηράκλειτος χρησιμοποιεί τον όρον ίστορες = γνώσται.
Κατά την γνώμην του Πλάτωνος, αί πόλεις δύνανται να εύτυχήσουν, μόνον «εάν οί φιλόσοφοι βασιλεύουν, ή οί βασιλείς φιλοσοφούν». («Πολιτεία» 473 D) : «εάν μη ή οί φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν έν ταις πόλεσι ή οί βασιλείς τε νυν λεγόμενοι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καί ίκανώς, καί τούτο είς ταύτόν ξυμπέση, δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία. ούκ έστι κακών παΰλα ταΐς πόλεσι». Αύτ. (501 Ε) : «...πριν αν πόλεως τό φιλόσοφον γένος έγκρατές γένηται, ούτε πόλει ούτε πολίταις κακών παύλα έσται...» (= δέν θά σταματήσουν τά κακά ούτε τής πόλεως ούτε τών πολιτών, προτού τό γένος τών φιλοσόφων άναλάβη τήν διοίκησιν τής πόλεως).
Διά τον τύραννον τών Αθηνών Κριτίαν, ο Σχολιαστής του διαλόγου «Τίμαιος» του Πλάτωνος (20 Α) λέγει : «ό δέ Κριτίας ήν μέν γενναίας καί άδρας φύσεως, ήπτετο δέ καί φιλοσόφων συνουσιών, καί έκαλείτο ιδιώτης μέν έν φιλοσόφοις, φιλόσοφος δέ έν ίδιώταις». (Plat. Dial. C. Fr. Hermann, Σχόλ. είς «Τίμαιον», σελ. 364).
Πλάτων. «Φαίδων» (61 Β) : «ως φιλοσοφίας μέν ούσης μεγίστης μουσικής». Ή λ. μουσική ένταυθα σημαίνει τήν πνευματικήν μόρφωσιν, τήν έπιστήμην, τάς εύγενείς τέχνας, ών προστάτιδες αί Μουσαι. «Εύθύδημος» (304 Ε) : «χαρίεν γέ τι πραγμά έστιν ή φιλοσοφία». Ή φιλοσοφία είναι πραγμα πλήρες χάριτος (πολύ ώραίον). «Φαίδρος» (261 Α) : «εάν μή ίκανώς φιλοσοφήση, ούδέ ικανός ποτε έσται λέγειν περί ούδενός» ( = έάν δέν έμβαθύνη άρκετά είς τήν ούσίαν τών πραγμάτων, ούδέποτε καί δι’ ούδέν ζήτημα θά είναι ικανός νά όμιλή). Καί περαιτέρω (262 Β): «λόγων τέχνην ό τήν άλήθειαν μή είδώς, δόξας δέ τεθηρευκώς, γελοίαν τινά, ώς έοικε, καί άτεχνον παρέξεται». (Ένταυθα καταφέρεται κατά τών σοφιστών καί τών ρητόρων έκείνος ό όποιος άγνοεί τήν άλήθειαν καί θηρεύει τάς δόξας, δηλαδή τά δοξάσματα, τά νομιζόμενα, γελοίαν, όπως φαίνεται, καί άτεχνον θά παρουσιάζη τήν τέχνην τών λόγων). Συνεπώς μόνον ή φιλοσοφία είναι ή πηγή έξ ής άντλείται ή γνησία τέχνη του λόγου, ή όποια ψυχαγωγεί πρός τήν άρετήν. (Σχόλια «είς «Φαίδρον») : «οί γάρ άριστοι ρήτορες καί φιλόσοφοι, ώς Περικλής, Άναξαγόρου, ώς Δημοσθένης, Πλάτωνος γεγονότες μαθηταί». (Plat. Dial. C. Fr. Hermann).
’Αριστοτέλης («Μετά τά Φυσικά» 1004 a 34): «έστι του φιλοσόφου περί πάντων δύνασθαι θεωρείν» = είναι του φιλοσόφου ίδιον νά δύναται νά έρευνα καί νά έξετάζη τά πάντα.


Επίκουρος

Ό Κικέρων άποκαλεί τήν φιλοσοφίαν «μητέρα όλων τών τεχνών, έφεύρημα τών θεών, τών θείων καί άνθρωπίνων πραγμάτων καί τών άρχών καί αιτιών παντός πράγματος έπιστήμην». (Ε.Λ.Η. 249/18).
Είς τον φιλόσοφον ’Αρίστιππον τον Κυρηναίον (435-355 π.Χ.), ιδρυτήν τής Κυρηναϊκής ή 'Ηδονιστικής φιλοσοφικής σχολής, άποδίδονται τά κάτωθι: ’Ερωτηθείς τί πλέον τών άλλων έχουσιν οί φιλόσοφοι, άπήντησεν δτι έάν όλοι οί νόμοι κατηργουντο, ό τρόπος της ζωής καί ή έν γένει διαγωγή τών φιλοσόφων δέν θά μετεβάλλοντο. ’Ερωτηθείς υπό του τυράννου τών Συρακουσών Διονυσίου, διατί οί φιλόσοφοι έπισκέπτονται τάς οικίας τών πλουσίων, ένώ οί πλούσιοι δέν πηγαίνουν είς τάς τών φιλοσόφων, άπήντησεν ότι οί μέν φιλόσοφοι γνωρίζουν τί θέλουν, ένώ οί πλούσιοι δέν γνωρίζουν τί τούς λείπει (Διογ. Λαέρτ. «Βίος ’Αριστίππου»).
’Επί του άνωτέρω έπεισοδίου ό ’Αριστοτέλης είς τήν «Ρητορικήν» του (1391 a 9 κ.έ.) άναφέρει ότι ή σύζυγος του (τυράννου τών Συρακουσών) 'Ιέρωνος ήρώτησε τόν ποιητήν Σιμωνίδην ποιος είναι καλύτερος, ό πλούσιος ή ο σοφός, ο δέ Σιμωνίδης άπήντησεν ότι ο πλούσιος είναι καλύτερος, διότι βλέπομεν τούς σοφούς νά περνούν τόν καιρόν των έξω άπό τάς θύρας τών πλουσίων («...τούς σοφούς, έφη, έστιν όραν έπί ταις τών πλουσίων θύραις διατρίβειν»).
 
Είς τήν «Πολιτείαν» του Πλάτωνος (489 Β) γίνεται μνεία περί αύτου, λέγει όμως ό Σωκράτης, ότι δέν είναι φυσικόν πραγμα νά πηγαίνουν οί σοφοί είς τάς θύρας τών πλουσίων («ού γάρ έχει φύσιν. .. τούς σοφούς έπί τάς θύρας τών πλουσίων ίέναι»), διότι φυσικώτερον είναι νά έπισκέπτεται ο εχων άνάγκην έκείνον, του όποιου τάς υπηρεσίας θέλει νά χρησιμοποιήση. ’Ενταύθα ο Πλάτων έπιδιώκει νά καταστήση δήλον, ότι οί σοφοί είναι άνώτεροι άπό τούς πλουσίους καί ότι ή φιλοσοφία είναι σπουδαίοτερον. κτήμα άπό τόν πλούτον. ’Επιχειρεί νά άνασκευάση, τρόπον τινά, τά υπό του Σιμωνίδου λεχθέντα, ώς υποτιμητικά διά τούς φιλοσόφους.
Μεταξύ τών έργων του Πλουτάρχου καταλέγεται καί ή πραγματεία του «Περί του οτι μάλιστα τοις ήγεμόσι δει τον φιλόσοφον διαλέγεσθαι».

 
Ισοκράτης

Ό Πλούταρχος, εις την «Περί παίδων άγωγής» πραγματείαν του (6, X, D), γράφει : «διό δει τής άλλης παιδείας ώσπερ κεφάλαιον ποιείν την φιλοσοφίαν. Περί μέν γάρ την του σώματος έπιμέλειαν διττάς εύρον έπιστήμας οί άνθρωποι, την ίατρικήν, καί την γυμναστικήν, ών ή μέν την υγιείαν, ή δέ την εύεξίαν έντίθησι. Των δέ τής ψυχής άρρωστημάτων καί παθών ή φιλοσοφία μόνη φάρμακόν έστι. Διά γάρ ταύτην έστι καί μετά ταύτης γνώναι τί τό καλόν, τι τό αίσχρόν, τί τό δίκαιον, τί τό άδικον, τί συλλήβδην αίρετόν, τί φευκτόν πώς θεοΐς, πώς γονεΰσι, πώς πρεσβυτέροις,'πώς νόμοις [πώς άλλοτρίοις], πώς άρχουσι, πώς φίλοις, πώς γυναιξί, πώς τέκνοις, πώς οίκέταις χρηστέον έστί• οτι δει θεούς μέν σέβεσθαι, γονέας δέ τιμάν, πρεσβυτέρους αίδεΐσθαι, νόμοις πειθαρχείν, άρχουσιν ύπείκειν, φίλους άγαπάν, πρός γυναίκας σωφρονεΐν, τέκνων στερκτικούς είναι, δούλους μή περιυβρίζειν* τό δέ μέγιστον, μήτ’ έν ταις εύπραγίαις περιχαρείς, μήτ’ έν ταις συμφοραΐς περιλύπους ύπάρχειν, μήτ’ έν ταΐς ήδοναΐς εκλύτους είναι, μήτ’ έν ταΐς όργαΐς έκπαθεΐς καί θηριώδεις. "Απερ έγώ πάντων τών έκ φιλοσοφίας περιγιγνομένων άγαθών πρεσβύτατα κρίνω. Τό μέν γάρ εύγενώς άτυχείν, άνδρός- τό δ’ άνεπιφθόνως εύθηνεΐν, άνθρώπου(1)' τό δέ τοΐς λογισμοΐς περιεΐναι τών ήδονών, σοφού' τό δ’ οργής κατακρατεΐν, άνδρός ου του τυχόντος έστί. Τελείους δ’ άνθρώπους ήγούμαι τούς δυναμένους την πολιτικήν δύναμιν μείξαι καί κεράσαι τώ φιλοσοφώ (2)» = διά τούτο πρέπει ως θεμέλιον (ως κεφαλαιωδώς απαραίτητον) τής όλης έκπαιδεύσεως (μορφώσεως, ψυχοπνευματικής καλλιέργειας, διαπαιδαγωγήσεως κ.λ. του άνθρώπου) νά θεωρήσωμεν την φιλοσοφίαν. Διότι ως πρός μέν την έπιμέλειαν του σώματος οί άνθρωποι δύο έπιστήμας εύρον (έπενόησαν), την ίατρικήν καί τήν γυμναστικήν, έκ τών οποίων ή μέν (ιατρική) τήν υγείαν, ή δέ (γυμναστική) τήν εύεξίαν έξασφαλίζουσι. Ώς πρός δέ τάς παθήσεις τάς ψυχικάς (έλαττώματα, άδυναμίας, άτελείας, πάθη) μόνη ή φιλοσοφία είναι (τό κατάλληλον) φάρμακον. Διότι, μετ’ αύτής καί δι’ αύτής δυνάμεθα νά μάθωμεν (διακρίνωμεν) ποιον είναι τό ώραίον καί ποιον (είναι) τό άσχημον, ποιον τό δίκαιον καί ποιον τό άδικον, ποιον έν γένει πρέπει νά προτιμώμεν καί τί πρέπει νά άποφεύγωμεν. Πώς πρέπει νά συμπεριφερώμεθα πρός τούς Θεούς, πώς πρός τούς γονείς, πώς πρός τούς πρεσβυτέρους, πώς πρός τούς νόμους [πώς πρός τά άλλότρια], πώς πρός τούς διοικουντας, πώς πρός τούς φίλους, πώς πρός τάς γυναίκας, πώς πρός τά τέκνα, πώς πρός τούς ύπηρέτας• οτι (δηλαδή) είναι άναγκαΐον (έπιβάλλεται, πρέπει) νά ειμεθα εύσεβεΐς, νά άποδίδωμεν τάς δεούσας τιμάς πρός τούς γονείς μας, νά σεβώμεθα τούς πρεσβυτέρους μας, νά πειθαρχούμεν εις τούς νόμους, νά ύπακούωμεν εις τούς διοικουντας, νά άγαπώμεν τούς φίλους μας, πρός τάς γυναίκας νά φερώμεθα μέ σωφροσύνην, πρός τά τέκνα μας νά ειμεθα στοργικοί, τούς ύπηρέτας μας νά μή τούς έξευτελίζωμεν τό δέ σπουδαιότερον, ούτε κατά τάς στιγμάς τής εύτυχίας μας νά χαίρωμεν καθ’ ύπερβολήν, ούτε (πάλιν) κατά τάς στιγμάς άτυχημάτων νά κύπτωμεν ύπό τό βάρος τής λύπης, μήτε νά παρασυρώμεθα άπό τάς ήδονάς, μήτε κατά τήν οργήν μας νά ειμεθα μανιώδεις καί άσυγκράτητοι. ΄Ολα ταυτα έγώ θεωρώ ώς τά πλέον ούσιώδη έξ έκείνων τά όποια μας παρέχει ή φιλοσοφία* διότι τό νά φέρη τις μέ αξιοπρέπειαν τάς άτυχίας του είναι πράγματι άνδρικόν γνώρισμα, καί τό νά εύημερή τις χωρίς νά προκαλή τον φθόνον είναι πραγματικού ανθρώπου προτέρημα, καί τό νά κατανικά τήν πρός τάς ήδονάς επιθυμίαν διά τής σωφροσύνης (καί τής έγκρατείας) είναι σοφού άνθρώπου ίδιον, καί τό νά συγκρατή τις. τήν οργήν του δέν είναι ίκανότης του τυχαίου. Έγώ δέ νομίζω, οτι τέλειοι άνθρωποι είναι έκείνοι, οί όποιοι δύνανται νά συνδυάσουν τήν πολιτικήν μετά τής φιλοσοφίας. (Ακολουθεί τον Πλάτωνα : «. . .δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία»).
Σημ. Τό άρχαίον κείμενον έλάβομεν έκ του οικείου βιβλίου (άριθ. 261) τής έκδ. Παπύρου. Έκ τής άντιπαραβολής τούτου πρός τό κείμενον τής έκδόσεως Hachette et Cie - Paris -1876 «Les Auteurs Grecs» — «Plutarque, Sur 1’ education des enfants»
 
 
Ευριπίδης
 
παρετηρήσαμεν διαφοράς τινας, έφ’ ών σημειουμεν :
1) «τό δ’ άνεπιφθόνως εύθηνεΐν, άνθρώπου»• τό κείμενον τής γαλλικής έκδόσεως γράφει άντιστοίχως : «τό δ’ άνεπιφθόνως εύηνίου άνθρώπου». Τό «εύθηνεΐν», δηλαδή, άντικαθίσταται διά του «εύηνίου». Τό ρ. εύθηνέω-ώ σημαίνει εύημερώ (εύθηνία = αφθονία, εύθηνός ώς καί σήμερον, ό έχων μικράν τιμήν, μικράν αξίαν, πιθανώς λόγω τής άφθονίας. Θήνιον κατά Ησύχιον, ώς έν LID. SG. 484/2 = τό γάλα). Εύήνιος = ό εύπειθής εις τάς ήνίας, πράος. Κατά τό δεύτερον κείμενον ή έννοια είναι : τό νά μή προκαλή τις τον φθόνον είναι γνώρισμα πράου, ήρέμου άνθρώπου.
2) Ή φράσις «τώ φιλοσοφώ» εις τήν γαλλ. εκδοσιν γράφεται «τή φιλοσοφία».
Έν τή αύτή πραγματεία του ό Πλούταρχος (7, X, C. Παπ. βιβλ. άριθ. 261 σελ. 48) άναφέρει τό έξής χαριτωμένον : «άστείως δέ καί Βίων (ό Βορυσθενίτης, κυνικός φιλόσοφος καί σατιρικός ποιητής του Δ' π.Χ. αίώνος) έλεγεν ό φιλόσοφος, οτι ώσπερ οί μνηστήρες τή Πηνελόπη πλησιάζειν μή δυνάμενοι ταΐς ταύτης έμείγνυντο θεραπαίναις, ουτω καί οί φιλοσοφίας μή δυνάμενοι κατατυχεΐν έν τοΐς άλλοις
παιδεύμασι τοΐς ούδενός άξίοις έαυτούς κατασκελετεύουσι» = καί ό Βίων ό φιλόσοφος, άστεϊζόμενος, έλεγεν ότι, όπως οί μνηστήρες τής Πηνελόπης (βλ. άρθρ. «Πηνελόπης Ιστόν άναλύειν»), μή δυνάμενοι νά την πλησιάσουν (έρωτικώς), κατέφευγον εις τάς θεραπαινίδας της, ουτω καί οί μή δυνάμενοι νά μυη- θώσιν εις την φιλοσοφίαν άναλίσκονται είς άλλας, άνευ ούδεμιας άξίας, σπουδάς. Έν τή, περί ής άνωτέρω, γαλλική έκδόσει, το χωρίον τοΰτο δεν άναφέρεται ολόκληρον. Έχει μόνον τό δεύτερον μέρος «Βίων έλεγεν ό φιλόσοφος δτι οί φιλοσοφίας μή δυνάμενοι κλπ.» Τό περί Πηνελόπης καί θεραπαινίδων δέν άναφέρεται.
Παρά Στοβαίω (Γ' 4,-109), ο άνωτέρω άστεΐος παραλληλισμός, άποδιδόμενος είς τον έκ Χίου φιλό¬σοφον Άρίστωνα (3ος αί. π.Χ.), έχει ως εξής : «τούς περί τά έγκύκλια μαθήματα πονουμένους, άμελούντας δέ φιλοσοφίας, έλεγεν όμοιους είναι τοΐς μνηστήρσι τής Πηνελόπης, οι άποτυγχάνοντες εκεί¬νης, περί τάς θεραπαίνας έγίνοντο». Τοΰτ’  αύτό άποδίδεται καί είς τον σοφιστήν Γοργίαν τόν Λεοντίνον, ό όποιος έλεγεν ότι «τούς φιλοσοφίας μέν άμελοΰντας, περί δέ τά έγκύκλια μαθήματα γινομένους, όμοιους είναι τοις μνηστήρσιν, oι Πηνελόπην θέλοντες ταΐς θεραπαίναις αύτής έμίγνυντο». (Fragm. Vorsokr. Diels-Kranz II σελ. 306, 26, παραπ. Gnomol. Va¬tic. 743 n 166).
Ό Ρωμαίος φιλόσοφος Λεύκιος Άνναΐος Σενέκας (2-66 μ.Χ.) περί φιλοσοφίας (Ε.Λ.Η. 944/16) : «ή φιλοσοφία είναι έρως τής σοφίας καί είναι αχώριστος άπό την άρετήν, διδάσκει τό πράττειν, τό δέον γενέσθαι, είναι ή τέχνη του όρθώς ζήν. Σκοπός της είναι ή ήθική. Ή άρετή είναι τό μοναδικόν άγαθόν».
Ό Μουσώνιος (φιλόσοφος έκ Τυρρηνίας του Α' αί. π.Χ.) κατά Στοβαίον (Παπ. βιβλ. 261, Πλουτάρχου «Περί παίδων άγωγής», σελ. 49, σχόλια Βικτ. Δ. Κρητικού) : «τίς μέντοι επιστήμη πρός σωφροσύνην άγει πλήν φιλοσοφίας, ούκ έστιν είπεΐν• αυτή γάρ διδάσκει μέν έπάνω ήδονής είναι, διδάσκει δ’ έπάνω πλεονεξίας• διδάσκει δέ άγαπάν εύτέλειαν, έθίζει  δ’ αιδώ έχειν, έθίζει δέ γλώττης κρατεΐν». (Έπάνω = ύπεράνω, νά είμεθα άνώτεροι, νά κυριαρχουμεν, νά μή παρασυρώμεθα- εύτέλεια = λιτότης, άπλότης).

 
Πλάτων

Ό Ξενοφών (Άπομν. A' 1, 16) γράφει περί τής διδασκαλίας του Σωκράτους : «αύτός δέ (ό Σωκράτης) περί τών άνθρωπείων άεί διελέγετο, σκοπών τί εύσεβές, τί άσεβές, τί καλόν, τί αίσχρόν, τί δίκαιον, τί άδικον, τί σωφροσύνη, τί μανία, τί άνδρεία, τί δειλία, τί πόλις, τί πολιτικός, τί αρχή ανθρώπων, τί άρχικός άνθρώπων, καί περί τών άλλων, ά τούς μέν είδότας ήγεΐτο καλούς κάγαθούς είναι, τούς δ’ άγνοούντας άνδραποδώδεις αν δικαίως κεκλήσθαι», δηλαδή, ό Σωκράτης περί τών άνθρωπίνων πραγμάτων πάντοτε συνωμίλει (έδίδασκε), έξετάζων τί είναι εύσέβεια, τί άσέβεια κ.λ. Καί οί μέν γνωρίζοντες αύτά (είδότες) έφρόνει (ήγεΐτο) ότι είναι καλοί καί άγαθοί, οί δέ άγνοουντες δικαίως θά ήδύναντο νά όνομασθουν «ανδράποδα».
Περαιτέρω ό Ξενοφών (αύτ. Α' 6, 1 κ.έ.) άναφέρει ότι ό σοφιστής Άντιφών έλεγε πρός τόν Σωκράτη, ότι τόν παρομοιάζει μέ δούλον, ένώ είχε την γνώμην ότι οί φιλοσοφουντες έπρεπε νά γίνωνται εύδαιμονέστεροι, ό δέ Σωκράτης άπολαμβάνει «τά εναντία» τής φιλοσοφίας. Τούτο δέ, κατά τόν Άντιφώντα, διότι ο Σωκράτης έτρωγε καί έπινε «φαυλότατα», δηλαδή εύτελέστατα, ότι ή άμφίεσίς του ήτο όχι μόνον πενιχροτάτη, άλλά ή αύτή «χειμώνός τε καί θέρους», καί ότι διετέλει «άνυπόδητος καί άχίτων». Έπί πλέον, ότι δέν λαμβάνει χρήματα (μισθόν) άπό τούς μαθητάς του, καί ότι έάν οί μαθηταί του άκολουθήσουν τό παράδειγμά του, όπως συνήθως συμβαίνει, ό Σωκράτης μεταπίπτει είς διδάσκαλον «κακοδαιμονίας». Τότε ό Σωκράτης του έδωσε τήν πολυθρύλητον άπάντησιν : μου φαίνεται, ώ Άντιφών, ότι έχεις τήν γνώμην ότι εγώ στερούμαι, διάγων ώς διάγω, καί ότι σύ θά προτιμούσες νά άποθάνης μάλλον ή νά ζής όπως έγώ. *Αλλ’  ας έξετάσωμεν τί τό μεμπτόν εύρίσκεις είς τόν τρόπον του βίου μου.
 
 
Σοφοκλής 
 
Πρώτον, οί λαμβάνοντες μισθόν άπό τούς μαθητάς των είναι υποχρεωμένοι, έκόντες άκοντες, νά διδάσκουν εκείνους οί όποιοι τούς πληρώνουν, ένώ έγώ, μή λαμβάνων μισθόν, έχω τήν ελευθερίαν τής έκλογής έκείνων μετά τών όποιων έπιθυμώ νά διαλέγωμαι. Δεύτερον, κατηγορείς τόν τρόπον καθ’ ον διαιτώμαι, ώς έάν ή ίδική μου τροφή είναι όλιγώτερον ύγιεινή άπό τήν ίδικήν σου καί δέν μου έξασφαλίζει εύεξίαν. Νομίζεις, λοιπόν, ότι εύδαιμονία είναι ή τρυφή καί ή πολυτέλεια. Έγώ, όμως, νομίζω ότι τό νά μή έχης άνάγκας είναι θείον, τό νά έχης δέ έλαχίστας άνάγκας είναι πλησιέστατα πρός τό θειον «καί τό μέν θείον κράτιστον, τό δ’ έγγυτάτω του θείου έγγυτάτω του κρατίστου».
Ό Έρμίας, φίλος καί μαθητής του Άριστοτέλους (βλ. «άρετή»), καθ’ όν χρόνον έπρόκειτο νά σταυρωθή, διότι δέν ύπεχώρησεν είς τά βασανιστήρια καί δέν άπεκάλυψε μυστικά έναντίον τής πατρίδος, άνεφώνησεν : «άναγγείλατε είς τούς φίλους μου, ότι ούδέν έπραξα άνάξιον τής φιλοσοφίας». Δέν έχρησιμοποίησε τήν λέξιν άρετή, άλλά τήν λέξιν φιλοσοφία, τούτο δέ, διότι ή άρετή είναι «μέρος» τής φιλοσοφίας. Είς τήν έννοιαν τής φιλοσοφίας έμπεριέχεται παν τό ένάρετον, ήθικόν, δίκαιον, νόμιμον, θεάρεστον κ.λ.
Ό Ρωμαίος αύτοκράτωρ καί φιλόσοφος Μάρκος Αύρήλιος (121-180), είς τό έργον του «Τά είς έαυτόν», εγραφε : «τι ούν το παραπέμψαι δυνάμενον; *'Εν καί μόνον, φιλοσοφία» (Β 17, 3), (τι είναι έκείνο, λοιπόν, τό όποιον δύναται νά μάς όδηγήση; ένν. πρός τό όρθόν καί τό πρέπον. Έν καί μόνον, ή φιλοσοφία), καί περαιτέρω (ΣΤ' 30, 2-4) : «τήρησον σεαυτόν άπλουν, άγαθόν, άκέραιον, σεμνόν, άκομψον, του δικαίου φίλον, θεοσεβή, εύμενή, φιλόστοργον, έρρωμένον πρός τα πρέποντα εργα. Άγώνισαι, ίνα τοιουτος συμμείνης, οίόν σε ήθέλησε ποιήσαι φιλοσοφία. Αίδου θεούς, σώζε ανθρώπους. Βραχύς ό βίος• είς καρπός τής επιγείου ζωής, διάθεσις όσία καί πράξεις κοινωνικαί».
Θωμάς Χόμπες ("Αγγλος φιλόσοφος 1588-1679): «σκοπός τής φιλοσοφίας είναι νά προβλέπωμεν τα αποτελέσματα καί νά τά χρησιμοποιώμεν διά τό συμφέρον μας». (Ε.Λ.Η. 687/18).
Άδαμ. Κοραής : «χωρίς τής φιλοσοφίας τον λύχνον, όστις έλπίζει νά προκόψη είς τίποτε, ελπίζει πράγμα άδύνατον . . .».
Ή «φιλοσοφία», τόσον ως όρος όσον καί ώς περιεχόμενον τής έννοιας του όρου, άφ’ ής τό πρώτον έχρησιμοποιήθη ή λέξις καί ένεφανίσθη ώς θέμα ή τάσις ή πνευματική έκδήλωσις ή έργον έπαγγελματικόν (σοφιστική-σοφισταί) ή έρασιτεχνικόν (Σωκρά¬της) ή επιστήμη (είτε θεωρητικώς, είτε έμπειρικώς), διήλθεν έκ διαφόρων σταδίων ή συνεσχετίσθη πρός διαφόρους άλλας καί κατά εποχήν καί κατά άντίληψιν, ή πεποίθησιν, κοινωνικάς, πολιτικάς, θρησκευτικάς ή έπιστημονικάς έκδηλώσεις καί έδίδοντο είς τόν όρον διάφοροι σημασίαι κατά βάθος, παρά δέ τοϊς νεωτέροις, άλλοτε μέν έθεωρήθη ώς αύτοτελής επιστήμη, άλλοτε δέ ώς κλάδος έπιστήμης κ.λ. Είς πάσαν όμως περίπτωσιν, καί ώς όρος καί ώς σημασία, έταυτίσθη πρός ύψηλάς ήθικάς καί πνευματικάς εκδηλώσεις ή έννοιας : άρετήν, ήθικήν, θρησκείαν, καθηκοντολογίαν, δεοντολογίαν, καθήκον, άνθρωπισμόν, άλήθειαν, δικαιοσύνην, κοσμιότητα, σεβασμόν, νομιμότητα, εύδαιμονίαν, έρευναν, γνώσιν, επιστήμην κ.λ.
Έν συμπεράσματι ή φιλοσοφία οδηγεί πρός την γνώσιν, ή δέ γνώσις (τί πρακτέον, τί φευκτέον) πρός την άρετήν, ή δέ άρετή πρός την εύδαιμονίαν.
Φιλοσοφήματα σπουδαία, δηλούντα πεπυκνωμένην σοφίαν διά βραχυτάτης διατυπώσεως, παρεδόθησαν ήμίν πολλά ύπό του άρχαίου ελληνικού πνεύματος («γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» «εν οίδα ότι ούδέν οϊδα», «τά πάντα ρεΐ», «έν τό παν» κ.λ.).

 
 
Πυθαγόρας