θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, June 21, 2019

Γιατί ονομάστηκαν «Κυνικοί», ΟΙ ΚΥΝΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ.

 
 
ΚΥΝΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
 
Γιατί ονομάστηκαν «Κυνικοί».

1.  Διά το αδιάφορον του ζώου.
Όπως οι κύνες τρώνε και αφροδισιάζονται δημοσίως, έτσι και οι Κυνικοί περπατούσαν ανυπόδητοι και κοιμόντουσαν σε πιθάρια και σταυροδρόμια.
Αναζητούσαν και έπρατταν αυτό που είναι σύμφωνο με την φύση.
Και έλεγαν: Αν κάτι είναι αγαθό πρέπει να γίνεται δημοσίως και κατ’ ιδίαν. Αν κάτι δεν είναι αγαθό δεν πρέπει να γίνεται ούτε δημοσίως, ούτε κατ’ ιδίαν.
Έμβλημά τους η Ομηρική φράση: “ἠὲ καὶ ἀμφαδίην, ἐπεὶ οὔ τινα δείδιμεν ἔμπης”, (φανερά μιας και κανέναν δεν φοβόμαστε) (Ιλιάς Η΄ 196)
 
 2.  Διά το αναιδές του ζώου.
Εξασκούσαν την αναίδεια, όχι την χειρότερη της αιδούς (ντροπής), αλλά την καλλίτερη. Η αναίδεια είναι δύο ειδών: Αυτή που είναι χειρότερη της αιδούς (αναισχυντία, αδιαντροπιά) και αυτή που είναι καλλίτερη. (θαρραλέα έκφραση της γνώμης). Όπως λέγεται στον Όμηρο (για τον Αχιλλέα) Ιλιάς Ω 45: «ουδέ σ’ αυτόν αιδώς υπάρχει, που πολύ τους άνδρες βλάπτει, ή τους ωφελεί». Αυτήν την αναίδεια εξασκούσαν που είναι καλλίτερη από την αιδώ (ντροπή) και  έτσι γαύγιζαν εναντίον όσων ήταν ξένα προς την φιλοσοφία τους.
 
3. Διότι ο κύων είναι ζώον φρουρητικόν. 
Φρουρούσαν λοιπόν και αυτοί τα δόγματα της φιλοσοφίας τους με τις αποδείξεις (συμπεράσματα εξ’ αληθών κρίσεων) και ήταν υπερήφανοι γι’ αυτό.
Θα μπορούσε να πει η τύχη στον Αντισθένη, τον ιδρυτή των Κυνικών, αυτό που λέει ο Τεύκρος  για το Έκτορα (Ιλιάς Θ΄ 297 και 299: “ὀκτὼ δὴ προέηκα τανυγλώχινας ὀϊστούς, πάντες δ᾽ ἐν χροῒ πῆχθεν ἀρηϊθόων αἰζηῶν· τοῦτον δ᾽ οὐ δύναμαι βαλέειν κύνα λυσσητῆρα.” (Οκτώ ήδη του έστειλα βέλη αλλά δεν κατάφερα να τον πλήξω, τον λυσσασμένο κύνα).
Με άλλα λόγια: Τόσες συμφορές του έριξα και όμως δεν κατάφερα να καταβάλλω το φρόνημά του. 
 
4. Διότι ο κύων είναι ζώον διακριτικόν.
Καθορίζει τον φίλο και τον ξένο με βάση την γνώση και την άγνοια. Αυτόν που γνωρίζει τον θεωρεί φίλο ακόμη και αν φέρει ρόπαλο, αυτόν που δεν γνωρίζει το θεωρεί εχθρό, ακόμη και αν του φέρνει κάποια λιχουδιά. Οι Κυνικοί δέχονταν ως φίλους εκείνους που ήταν ικανοί προς την φιλοσοφία και αυτοί που ήταν ανίκανοι τους έδιωχναν και γαύγιζαν εναντίον τους σαν κύνες.
Γι’ αυτό και ο Πλάτων στον Γοργία λέει ότι ο κύων είναι σοφός ως προς το να διακρίνει τον φίλο από τον εχθρό, και το μόνο γνώρισμα του φιλοσόφου είναι να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος.
 

 111.3
Κυνικοὶ δὲ ἐκλήθησαν διὰ τέσσαρας αἰτίας· ἢ γὰρ διὰ τὸ ἀδιάφορον τοῦ ζῴου, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ ἀδιαφορίᾳ ἐπετήδευον ὡς οἱ κύνες δημοσίᾳ ἐσθίειν καὶ ἀφροδισιάζεσθαι
111.5
καὶ ἀνυπόδετοι περιπατεῖν καὶ ἐν πίθοις καὶ ἐν τριόδοις καθεύδειν. τοῦτο
δὲ ἐποίουν τοῦ φύσει καλοῦ ὀρεγόμενοι· ἔλεγον γὰρ ὅτι εἰ ἀγαθόν ἐστι, δεῖ
κοινῇ καὶ ἰδίᾳ πράττεσθαι, εἰ δὲ οὐκ ἔστιν ἀγαθόν, οὔτε κοινῇ οὔτε ἰδίᾳ
αὐτὸ διαπρακτέον· οὐ γὰρ ἦν παρ' αὐτοῖς
  ἀλλὰ τὸ μὲν φάσθαι τὸ δὲ ἐγκεκρυμμένον εἶναι,
111.10
ἀλλ' ἦν παρ' αὐτοῖς τὸ
  εἰπὲ καὶ ἀμφαδίην, ἐπεὶ οὔτινα δείδια ἔμπης.
αὕτη πρώτη αἰτία. δευτέρα αἰτία, ὅτι ἀναιδὲς ζῷον ὁ κύων, ἐπετήδευον
δὲ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀναίδειαν, οὐ τὴν χείρονα τῆς αἰδοῦς ἀλλὰ τὴν κρείττονα·
διττὴ γὰρ ἡ ἀναίδεια, ἡ μὲν χείρων τῆς αἰδοῦς ἡ δὲ κρείττων,
111.15
  ἥ τ' ἄνδρας μέγα σίνεται ἡ δ' ὀνίνησι.
ταύτην οὖν τὴν ἀναίδειαν ἐπετήδευον τὴν κρείττονα αἰδοῦς, οἷον ὑλακτοῦντες
κατὰ τῶν ἀλλοτρίων τῆς αὑτῶν φιλοσοφίας. τρίτη αἰτία, ὅτι φρουρητικὸν
ζῷον ὁ κύων· ἐφρούρουν δὲ καὶ αὐτοὶ τὰ δόγματα τῆς φιλοσοφίας διὰ τῶν
ἀποδείξεων καὶ μέγα ἐφρόνουν ἐπὶ τούτῳ· φαίη γὰρ ἂν ἡ τύχη πρὸς
111.20
Ἀντισθένην τὸν προστάτην τῆς αἱρέσεως ταύτης οὕτως
  ἐννέα δὴ προέηκα τανυγλώχινας ὀϊστούς,
  τοῦτον δ' οὐ δύναμαι βαλέειν κύνα λυσσητῆρα,
ὅτι, φησί, τοσαύτας αὐτῷ συμφορὰς ἐπήγαγον, καὶ οὐκ ἠδυνήθην αὐτοῦ
καταβαλεῖν τὸ φρόνημα. αὕτη καὶ ἡ τρίτη αἰτία. τετάρτη δὲ ὅτι δια-
111.25
κριτικὸν ζῷον ὁ κύων γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ τὸ φίλον καὶ τὸ ἀλλότριον ὁρίζον·
ὃν γὰρ γινώσκει, νομίζει φίλον εἶναι, καὶ εἰ ῥόπαλον ἐπιφέροιτο, ὃν δ' ἀγνοεῖ,
ἐχθρόν, καὶ εἰ δέλεαρ ἐπιφερόμενος εἴη· οὕτως οὖν καὶ οὗτοι τοὺς μὲν ἐπι-
τηδείους πρὸς φιλοσοφίαν φίλους ἐνόμιζον καὶ εὐμενῶς ἐδέχοντο, τοὺς δὲ
ἀνεπιτηδείους ἀπήλαυνον δίκην κυνῶν κατ' αὐτῶν ὑλακτοῦντες. διὸ καὶ ὁ
111.30
Πλάτων ἐν τῷ Γοργίᾳ φησὶν ὅτι ἔχει τινὰ σοφίαν ὁ κύων διακρίνειν φίλον
ἀπὸ ἐχθροῦ. καὶ τὸ διακρίνειν δὲ ἀλήθειαν καὶ ψεῦδος μόνου φιλοσόφου.


Elias Phil., Eliae (olim Davidis) in Aristotelis categorias commentarium (4020: 002)
“Eliae in Porphyrii isagogen et Aristotelis categorias commentaria”, Ed. Busse, A.
Berlin: Reimer, 1900; Commentaria in Aristotelem Graeca 18.1.
Page 111, line 3