θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, April 05, 2018

Αρχαίες ψυχές.

 
 
 
 
 Ο φιλόσοφος που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια».
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 12.11.2018)
 

Κάποτε ο φιλόσοφος που ισχυριζόταν πως «όλα είναι για καλό» συνάντησε τον φιλόσοφο που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια».
 
-Αυτό που λές είναι μεγάλο λάθος και αδικαιολόγητη άγνοια του λέει.

-Το ότι έχω δίκαιο θα σου το αποδείξω αμέσως, του απαντά ο  φιλόσοφος που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια». Άς πάρουμε για παράδειγμα αυτόν τον ανάπηρο ζητιάνο που στέκεται απέναντι με το αναπηρικό καροτσάκι ζητιανεύει και φωνάζει «Δώστε μία βοήθεια κύριοι, δεν έχω να φάω».
Όταν τελειώσει η βάρδια του, σηκώνεται, πηγαίνει στο πανάκριβο αυτοκίνητό του, βάζει το αναπηρικό καρότσι στον χώρο των αποσκευών και φεύγει. Το πρωί εάν κάποια μέρα αργήσει, θα έχει επισκευθεί την τράπεζα για να κάνει κατάθεση στον ειδικό λογαριασμό μεγάλων καταθετών που έχει.
Άρα ο ζητιάνος, μου λέει την αλήθεια.
 
Ο τραπεζίτης, που εισπράττει τα χρήματα που καταθέτει ο ζητιάνος, μου πρότεινε να βάλω ολόκληρη την περιουσία μου σε έναν ειδικό λογαριασμό και κάθε μήνα μου υποσχέθηκε πως θα εισπράττω ένα ποσόν που στο τέλος του χρόνου θα είναι πολλαπλάσιο της καταθέσεως μου.
Εγώ όμως γνωρίζω πως αυτό είναι αδύνατον να συμβεί εάν η τράπεζα λειτουργεί τίμια και νόμιμα. Η συγκεκριμένη πρότασή του είναι γνωστή απάτη που ονομάζεται πόνζι σκιμ ή πυραμίδα και έχει οδηγήσει άλλους στην καταστροφή και άλλους στην φυλακή.
Άρα ο τραπεζίτης, μου λέει την αλήθεια.
 
Ο γυιός του ζητιάνου που βλέπεις να κοιτάζει την προθήκη του κοσμηματοπωλείου, με την δερματοστιξία στο δεξί χέρι ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα που είναι τα πέντε σημεία σαν το πέντε στο ζάρι, με διαβεβαίωσε πως είναι εργατικό και τίμιο παιδί γι’ αυτό ζήτησε να παντρευτεί την κόρη μου.
Εγώ γνωρίζω όμως πως η δερματοστιξία στο δεξί του χέρι σημαίνει πως κάποτε ήταν στα κάτεργα. Ο πατέρας του μου εξομολογήθηκε κάποτε όταν μου ζήτησε την συμβουλή μου τι να κάνει που είχε μπλέξει σε μια συμμορία και είχε συλληφθεί για επιθέσεις, κλοπές και ληστείες. Τώρα τον βλέπεις μπροστά στο κοσμηματοπωλείο  και γύρω ακροβολισμένοι οι φίλοι του να ετοιμάζουν να εισβάλλουν στο  κοσμηματοπωλείο.
Άρα ο γυιός του ζητιάνου, μου λέει την αλήθεια.
 
-Μα όλοι αυτοί που μου ανέφερες λένε ψέμματα, είπε ο φιλόσοφος που ισχυριζόταν πως «όλα είναι για καλό».
 
-Κάθε άνθρωπος όμως αγαπητέ μου, μπορεί να λέει ότι θέλει με τα λόγια και να ισχυρίζεται πως λέει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως λέγεται με πολλούς τρόπους. Με την εμφάνισή μας, τον προγενέστερο βίο μας, την συμπεριφορά μας και τις επιθυμίες μας.
 
 
 
Το σιωπώμενον αγαθόν. (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 28.10.2018)
http://ermionh.blogspot.com/2018/10/1.html
 
Στον Δία τον Μητίετα
θυσίασε ο Πλάτων
και σχέδιο κατέστρωσε
μεγάλου στρατηγού.
 
Πλοία και άνδρες χάθηκαν
σε ατυχή στρατεία
κι οι ζωντανοί εκλείσθηκαν
μέσα στης γης τα βάθη.
 
Κι όμως ραδεία φαίνονταν
πως θάναι η πορεία,
τις Συρρακούσες εύκολα
πως θα τις υποτάξουν.
 
Μα τώρα οι τριήρεις τους,
οι ναύτες κι οι οπλίτες,
λικνίζονται στα κύματα,
στης ήττας τον χορό.
 
Δύο φορές επέρασε
του τύραννου την πύλη
και μέγα εκινδύνευσε
και σκλάβος επωλήθη.
 
Μα τελικά μας έδειξε
πως ένας σοφιστής
με τέχνασμα περίτεχνο
μπορεί να θριαμβεύσει.
 
Με την ζωή του έγραψε
στρατηγικής βιβλίο
που τώρα όλοι οι στρατοί
έχουν κρυφό τους όπλο.
 
Τον κάθε Διονύσιο
με τέχνασμα νικάνε,
αφού πρώτα τον πείσουνε
τα πάντα να τ’ αφήσει
και το μεγάλο αγαθό
αλλού ν’ αναζητήσει.
 
(1) «εἰ πρότερον μὲν Ἀθηναῖοι ναυτικαῖς καὶ πεζικαῖς δυνάμεσι μεγάλαις δεῦρο πλεύσαντες ἀπώλοντο καὶ διεφθάρησαν πρότερον ἢ λαβεῖν Συρακούσας, νυνὶ δὲ δι' ἑνὸς σοφιστοῦ καταλύσουσι τὴν Διονυσίου τυραννίδα, συμπείσαντες αὐτὸν
ἐκ τῶν μυρίων δορυφόρων ἀποδράντα, καὶ καταλιπόντα τὰς τετρακοσίας
τριήρεις καὶ τοὺς μυρίους ἱππεῖς καὶ τοὺς πολλάκις τοσούτους ὁπλίτας,
 
 
 
Νέμεσις
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 13.10.2018)
 
 

Ο κόρος τους οδήγησε
στην Ύβρη και στην Άττη.
(Την Τίσι την παρέδωσε
του Αλεξάνδρου η τύχη).

Και μάρμαρο γιγάντιο
έβαλαν σε καράβι,
μνημείο για να στήσουνε
όταν θα μας νικήσουν.

H νίκη όμως έδειξε
των Αχαιών τα όπλα
και όλους τους στεφάνωσαν
των μάραθων οι κλάδοι.

Σαν τις λαμπρές ελπίδες τους
έλαμπε τότε ο λίθος.
Μα χρόνια τώρα πέρασαν
και μαύρος έχει γίνει.

Μαζεύτηκαν οι ιερείς,
οι μάντεις κι οι σοφοί μας ,
- Στην Πάρο λένε οι μισοί
πίσω να τον εστείλουν.
- Κομμάτια να τον κάνουνε,
άσπρα, λευκά χαλίκια.
- Στον Ξέρξη να τον στείλουνε
να μην τον ξαναδούνε.

Στο τέλος εζητήσανε
του γλύπτη Αλκαμένη,
άγαλμα της Νεμέσεως
στην πέτρα να σκαλίσει.
 
Στεφάνι νάχει στα μαλλιά,
φιάλη στο δεξί της,
κι ένα κλαδί από μηλιά,
χάλκινο να κρατάει.
 
Εκεί δίπλα στην Θέμιδα,
εις τον σεμνό ναό της,
σε κάθε είδους βάρβαρο,
τον νόμο θα θυμίζει.
 
 
 
 
 
Δύο εις την νι πλην ένα. (2ⁿ – 1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  29.09.2018)
http://ermionh.blogspot.com/2018/04/blog-post_5.html
 
Είν’ οι Θεοί μας όλοι τους,
Στους αριθμούς κρυμμένοι.
Για δες το είναι εύκολο
για να στο αποδείξω.
Βάλε το δύο εις την νι
κι αφαίρεσε το ένα.
Αμέσως έχεις μέθοδο,
τα πρώτα για να δείξεις.
- Αν βάλεις ένα για το νι,
το σύμπαν έχεις όλο. (α)
- Στο δύο έχεις τρίποδα,
χρυσό για τους σοφούς μας. (β)
- Με τρία εκκαθόρισες
την γέννεση του Φοίβου.  (γ)
Είν’ η ουσία του Σεπτά,
τα θαύματα του κόσμου.

(α) 2ⁿ – 1 = 2 - 1 = 1
(β) 2ⁿ – 1 = 4 – 1 = 3
(γ) 2ⁿ – 1 = 8 – 1 = 7
  
 
Προτομή του φιλοσόφου Φερεκίδου στην Σύρο.

      “χροῒ δῆλα” (1)
(Φαίνεται από το δέρμα μου)
 
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  23.09.2018)
 
Για την ψυχή μας μίλησες
πρώτος, πως δεν πεθαίνει.
Πως την ζωή την κυβερνά
η παλιγγενεσία.

Πως τρείς θεοί ορίζουνε
τον κόσμο αυτό που ζούμε.
Ο Ζας, ο χρόνος και η Γη
σε τρίποδα  δεμένοι.
 
Την πόρτα σου εκλείδωσες
τον ήλιο για να βλέπεις
κι όποιος ρωτήσει: «Πως τα πας»;
Το δάκτυλο του δείχνεις
και με τον γρίφο σου αυτό,
τον κόσμο τον διχάζεις.
 
Άλλοι στα τελευταία σου
πως βρίσκεσαι νομίζουν,
κι άλλοι πως εγιατρεύτηκες ,
το λεν τα δάκτυλά σου.
 
Κι οι δύο έχουν δίκαιο,
σαν νάναι τραγωδία,
μα τον κρυφό τον γρίφο σου
δεν τον καταλαβαίνουν.
 
Πως πράγματα ασήμαντα,
μικρά και τιποτένια,
μην τα αφήσεις για να μπουν
το σώμα σου ν’ αλώσουν.
 
Γιατί από την θύρα σου
και την μικρή οπή της,
τον κόσμο μας μελέτησες,
σε μύθους τον εκλείνεις.
 

Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων , Φερεκίδης. 118
«Ἀριστόξενος δ' ἐν τῷ Περὶ Πυθαγόρου καὶ τῶν γνωρίμων αὐτοῦ   φησι νοσήσαντα αὐτὸν ὑπὸ Πυθαγόρου ταφῆναι ἐν Δήλῳ. οἱ δὲ  φθειριάσαντα τὸν βίον τελευτῆσαι· ὅτε καὶ Πυθαγόρου παραγενομένου καὶ πυνθανομένου πῶς διακέοιτο, διαβαλόντα τῆς θύρας τὸν δάκτυλον εἰπεῖν, “χροῒ δῆλα·” καὶ τοὐντεῦθεν παρὰ τοῖς φιλολόγοις ἡ λέξις ἐπὶ τῶν χειρόνων τάττεται, οἱ δ' ἐπὶ τῶν βελτίστων χρώμενοι διαμαρτάνουσιν. ἔλεγέ τε ὅτι οἱ θεοὶ τὴν τράπεζαν θυωρὸν καλοῦσιν» 

 
 
 
 
 Δεν είναι η Ιθάκη.
 
(λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν)  Οδύσσεια λ΄ 121 (1)
 
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  04.09.2018)

Τα λόγια του τα άκουσες
του μάντη Τειρεσία
που τον χρησμό ερμήνευσε
ο μέγας δάσκαλός μας; (2)
 
Δεν είναι η Ιθάκη σου
το τέλος της πορείας,
είναι μια στάση μοναχά
εις της ζωής το διάβα.
 
Πόσοι πολλοί πλανήθηκαν
σαν φτάσαν στην Ιθάκη
και το κουπί δεν έπιασαν
ν’ αρχίσουν ν’ ανεβαίνουν,
δρόμο μακρύ και δύσβατο
που αγγίζει τον αιθέρα,
στην υψηλή να φτάσουνε
εις την αρχήν την πρώτη.
 
Εκεί να συναντήσουνε
ανθρώπους που δεν είδαν
της θάλασσας τα κύματα,
τις νύμφες του πελάγους
και το κουπί στην πλάτη
σου τόχουν για λιχνιστήρι .
 
Τότε θα πεις πως άγγιξες
τον υψηλό τον στόχο
κι ανέβηκες κι ορθώθηκες
στων νοητών το κάλος,
όπως κάθε φιλόσοφος
και εραστής της γνώσης.
 
Κι αν ο καλός ο ποιητής
σε πήγε στην Ιθάκη,
είν’ ο Πλωτίνος που απ’ εκεί
ακόμη σ’ ανεβάζει.
 
 
(1). Σου λέω και το σημάδι ευδιάκριτο που δεν θα σου ξεφύγει :
Σαν σ’ ανταμώσει εκεί στο δρόμο σου κανένας οδοιπόρος
και λιχνιστήρι πει στον λαμπρό ώμο σου πως κουβαλάς,
στη γη τότε το καλόπιαστο να μπήξεις  το κουπί σου,
κι αφού θυσίες προσφέρεις στο άνακτα Ποσειδώνα,
αρνί και ταύρο και γουρούνων επιβήτορα κάπρο,
γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε ιερές εκατόμβες
μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
σε όλους εφ’ εξής. Κι ο θάνατος σου έξω από την θάλασσα
πολύ γλυκός, γαλήνιος θα 'ρθει
να σε 'βρει, που θα σε πεθάνει
μες σε βαθιά καλά γεράματα᾿ κι ολόγυρα οι λαοί σου
θα ζουν ευδαίμονες. Τον άκουσες τον αψευδή μου λόγο!"
 
121 ἔρχεσθαι δὴ ἔπειτα λαβὼν ἐυῆρες ἐρετμόν,
εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι οἳ οὐκ ἴσασι θάλασσαν
ἀνέρες, οὐδέ θ᾿ ἅλεσσι μεμιγμένον εἶδαρ ἔδουσιν:
οὐδ᾿ ἄρα τοί γ᾿ ἴσασι νέας φοινικοπαρῄους
125 οὐδ᾿ ἐυήρε᾿ ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται.
σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ᾿ ἀριφραδές, οὐδέ σε λήσει:
ὁππότε κεν δή τοι συμβλήμενος ἄλλος ὁδίτης
φήῃ ἀθηρηλοιγὸν ἔχειν ἀνὰ φαιδίμῳ ὤμῳ,
καὶ τότε δὴ γαίῃ πήξας ἐυῆρες ἐρετμόν,
130 ῥέξας ἱερὰ καλὰ Ποσειδάωνι ἄνακτι,
ἀρνειὸν ταῦρόν τε συῶν τ᾿ ἐπιβήτορα κάπρον,
οἴκαδ᾿ ἀποστείχειν ἔρδειν θ᾿ ἱερᾶς ἑκατόμβας
ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
πᾶσι μάλ᾿ ἑξείης. θάνατος δέ τοι ἐξ ἁλὸς αὐτῷ 
135 ἀβληχρὸς μάλα τοῖος ἐλεύσεται, ὅς κέ σε πέφνῃ
γήραι ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον: ἀμφὶ δὲ λαοὶ
ὄλβιοι ἔσσονται. τὰ δέ τοι νημερτέα εἴρω.’

(2). Πλωτίνος Ι 3 . Περί διαλεκτικής 1.
 
Η πορεία είναι διττή για όλους, η ανάβαση και η ύψωση. Η μεν πρώτη οδηγεί από τα χαμηλά, η δεύτερη είναι για εκείνους που βρίσκονται ήδη στον Κόσμο των νοητών και που έχουν βάλει ίχνος εκεί, αλλά πρέπει να βαδίσουν ακόμη μέχρι να φτάσουν στα όρια του τόπου εκείνου, «στο τέλος της πορείας» όπως λέγει ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία, 532.e», όταν κανείς έχει φτάσει στην κορυφή του νοητού Κόσμου.
 
 
 
 
 
Κρείττων ειμί των αναιρούντων. (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  19.08.2018)


Είναι κραυγές π’ ακούγονται,
άλλοι τις λένε θρήνους.
Από νεκρούς που η πόλις τους
τους έχει αδικήσει.
Αυτοί που ξέρουν, δεν μιλούν,
τρέμουν τις Ερινύες,
που βγαίνουν τα χαράματα
τις σάρκες τους να φάνε.
 
Ακούστε το απόγονοι
των γυιών των Χαιρωνέων.
Όσο τιμή δεν δίνετε
εις τους Ασβολωμένους (2) ,
τον Δάμι τον περήφανο
τον γυιό του Περιπόλτα,
που έσφαξε τον βάρβαρο
κι όλους που δούλοι εγίναν,
τ’ αδέλφια σας, τα εγγόνια σας
σαν βγαίνουν απ’ την πόρτα,
τα μέλη τους θα βρίσκετε,
στους δρόμους πεταμένα.
  
(1). (Είμαι καλλίτερος από τους δολοφόνους μου) Άγις , Πλούταρχος 20
(2). Τους λένε στην Αιολική διάλεκτο Ασβολωμένους, γιατί ο Δάμων βγήκε για τον φόνο έχοντας αλειφθεί με καπνιά (Ασβόλω χρισάμενον εξελθείν)
Κίμων Πλούταρχος 1.
 
 
 
 
Μακεδονικός τάφος ΙΙΙ
 

 «Αθληταί πολέμων αήττητοι» (1)

http://ermionh.blogspot.com/2018/07/1.html

(Σ. Αλκαίος Χ.  22.07.2018)

Δυό χρόνια τώρα ακούγονται
ιππείς να τριγυρνάνε.
– Τ’ ακούμε λένε τα χωριά
στην Πέλλα, στα Λευκάδια,
τ’ ακούμε και στον Κοπανό
των παίδων το σχολείο.


Στον δρόμο τους συνάντησαν
δύο μικρά αγόρια
και είπαν πως τους ζήτησαν
νερό να ξεδιψάσουν.


Χρόνια πολλά πορεύονται
χωρίς να σταματήσουν
για να κομίσουν διαταγή
από τον στρατηλάτη.


-Για πέστε εις την μάνα μου
 να ξέρει, δεν το κρύβω,
πως σχέδιο χαράξανε
να με δολοφονήσουν.


Σύρε και πες στον Κάσσανδρο
νάχει τα μάτια δέκα,
πως οι εχθροί μας ειν’ πολλοί
σε όλη την Ελλάδα
και είναι πρόθυμοι πολύ
τον τόπο να προδώσουν.


………………………………….

Εχθές ξανά τους είδανε
στον τάφο του Πευκέστα.
Ο ένας γράμμα κράταγε
κι ήταν γαλανομάτης
κι άλλος ήταν αυστηρός
σαν του Διός τους κούρους.


Κρατούσανε την σάρισσα
κι είχαν λευκή καυσία
και πόνο είχαν στην μορφή
απ’ τον χαμό του εταίρου.


……………………………….

Όποιοι τους συναντήσετε,
βάλτε καλά στον νου σας,
τον Αντιγένη είδατε,
τον Τεύταμο τον μέγα, (2)
τους δυο μεγάλους αρχηγούς
στις αργυρές ασπίδες.
Που αιώνες τώρα μας φιλούν
σαν βγαίνουν απ’ τον τύμβο.


(1) Πλουτάρχου Ευμένης 16 8,9


«….τοὺς μὲν Ἕλληνας καὶ τοὺς βαρβάρους παρορμῶν, ὑπὸ δὲ τῆς φάλαγγος καὶ τῶν ἀργυρασπίδων αὐτὸς παρακαλούμενος θαρρεῖν, ὡς οὐ δεξομένων τῶν πολεμίων. καὶ γὰρ ἦσαν οἱ πρεσβύτατοι τῶν περὶ Φίλιππον καὶ Ἀλέξανδρον, ὥσπερ ἀθληταὶ πολέμων ἀήττητοι καὶ ἀπτῶτες εἰς ἐκεῖνο χρόνου, πολλοὶ μὲν ἑβδομήκοντ' ἔτη γεγονότες, νεώτερος δ' οὐδεὶς ἑξηκονταετοῦς.»
 
…..παροτρύνοντας τους Έλληνες και τους βαρβάρους και παρακινούμενος από την φάλαγγα και τους αργυράσπιδες με την σκέψη πως οι εχθροί δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν σ’ αυτούς. Ήταν άλλωστε οι γεροντότεροι από τους στρατιώτες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ανίκητοι και ακαταμάχητοι αθλητές πολέμων, μέχρι στιγμής πολλοί σε ηλικία εβδομήντα ετών και κανείς νεώτερος από εξήντα.

(2) Πλουτάρχου Ευμένης 16 2,3
“ἐφ' ᾧ λυπούμενοι καὶ φθονοῦντες οἱ τῶν ἀργυρασπίδων ἡγεμόνες, Ἀντιγένης καὶ Τεύταμος, ἐπεβούλευον αὐτῷ, καὶ τοὺς πλείστους τῶν τε σατραπῶν καὶ τῶν
στρατηγῶν συναγαγόντες ἐβουλεύοντο, πότε χρὴ καὶ πῶς τὸν Εὐμενῆ διαφθεῖραι.”


Γι’ αυτό οργίστηκαν και τον φθονούσαν οι αρχηγοί των αργυράσπιδων ο Ἀντιγένης και ο Τεύταμος, οι οποίοι τον επιβουλεύονταν και συγκαλώντας τους περισσότερους σατράπες και στρατηγούς, σκεύτονταν πώς να σκοτώσουν τον Εὐμενῆ.
 

 

Η του διδασκάλου προδοσία. (*)

 



(Πλουτάρχου, Κάμιλλος, 10)


(Σ. Αλκαίος Χ.) 27.06.2018


Όμηροι είναι τα παιδιά
στου δάσκαλου τα χέρια
κι αν είν’ αυτός ακέραιος,
στις Μούσες τ’ αποθέτει.
 
Αν όμως είναι πονηρός
και δόλιος κι αλήτης,
του Φαλερίου δάσκαλου
μπορεί να ομοιάσει.
Που πήρε τα μικρά παιδιά
και τάβγαλε απ’ την πόλη
και στους Ρωμαίους θέλησε
για λύτρα να τα δώσει.
 
Μα ο Κάμηλος αρνήθηκε
τέτοια αισχρή πραμάτεια
να πάρει τα μικρά παιδιά
μ’ αντάλλαγμα την πόλη.
 
Ξεγύμνωσε τον δάσκαλο
κι ευθύς τον στέλνει πίσω
να τον γυρίσουν τα παιδιά
σαν όνο ντροπιασμένο.
Κάμιλε μεγαλόκαρδε
έλα και δίδαξέ μας,
τώρα που επερίσσεψαν
οι άθλιοι δασκάλοι.

 

(*)


10. Αλλ' οι Φαλέριοι, θάρρος έχοντες εις τας οχυρώσεις των, τοσούτον κατεφρόνουν την πολιορκίαν, ώστε, πλην των φυλαττόντων τα τείχη, οι άλλοι περιεφέροντο εις την πόλιν, φορούντες απλά ιμάτια· οι δε παίδες αυτών επήγαινον εις τα σχολεία, και κατεβιβάζοντο υπό του διδασκάλου περί τα τείχη διά να περιπατώσι και να γυμνάζωνται· διότι οι Φαλέριοι, ως οι Έλληνες, είχον κοινόν διδάσκαλον, θέλοντες να συζώσι και να συναναστρέφωνται ευθύς εξ αρχής οι παίδες. Ούτος λοιπόν ο διδάσκαλος, επιβουλευόμενος τους Φαλερίους διά των παίδων, εξήγεν αυτούς καθ' εκάστην ημέραν υπό το τείχος, κατ' αρχάς μεν εγγύς, και έπειτα πάλιν τους επανέφερεν εις την πόλιν αφ' ού εγυμνάζοντο. Μετά τούτο δε, κατ' ολίγον υπάγων αυτούς απωτέρω, τους συνείθισε να έχωσι θάρρος, και να πιστεύωσιν ότι υπήρχεν αφοβία μεγάλη· και τέλος, έχων όλους αυτούς μεθ' εαυτού, τους έφερε και τους παρέδωκεν εις τους προ φύλακας των Ρωμαίων, ειπών εις αυτούς να τον φέρωσι προς τον Κάμιλλον. Οδηγηθείς δε προς αυτόν, και σταθείς εις το μέσον, είπεν ότι είναι εκπαιδευτής και διδάσκαλος, και προτιμών εκείνον μάλλον να ευχαριστήση παρά τα καθήκοντα ταύτα να εκτελή, ήλθε φέρων την πόλιν διά των παίδων. Εις δε τον Κάμιλλον φρικτή εφάνη αύτη η πράξις όταν την ήκουσε, και είπε προς τους παρεστώτας ότι φοβερόν πράγμα είναι ο πόλεμος, και διά πολλής αδικίας και διά βιαίων διεξάγεται έργων αλλ' ότι υπάρχουσι και του πολέμου νόμοι τινές διά τους αγαθούς άνδρας, οίτινες δεν πρέπει τοσούτον να επιδιώκωσι την νίκην, ώστε να μη αποφεύγωσι και τας ωφελείας όσαι πηγάζουσιν εκ κακών έργων και ασεβών· διότι ο μέγας στρατηγός πρέπει να εκστρατεύη πεποιθώς εις τα ίδια αυτού προτερήματα, ουχί εις την κακίαν των άλλων. Και ταύτα ειπών, διέταξεν εις τους υπηρέτας, του ανθρώπου μεν τούτου να σχίσωσι τα ιμάτια, και να δέσωσιν οπίσω τας χείρας του, ράβδους δε να δώσωσι και μάστιγας εις τους παίδας, οίτινες δέροντες τον προδότην, να τον διώξωσιν εις την πόλιν. Είχον δ' ήδη εννοήσει οι Φαλέριοι την προδοσίαν του διδασκάλου, και η μεν πόλις, ως ήτον επόμενον, παρεδίδετο εις θρήνον διά την μεγίστην αυτήν συμφοράν, άνδρες δ' εκ των επισήμων και γυναίκες ως έξω φρενών έτρεχον εις τα τείχη και εις τας πύλας, όταν οι παίδες εφάνησαν φέροντες και ραβδίζοντες τον διδάσκαλον γυμνόν και δεδεμένον, τον δε Κάμιλλον σωτήρα και θεόν και πατέρα καλούντες· ώστε ου μόνον οι γονείς αυτών, αλλά και όλοι οι πολίται, ταύτα βλέποντες, εθαύμαζον και επόθουν του Καμίλλου την δικαιοσύνην. Συνελθόντες δ' αμέσως εις την εκκλησίαν, έπεμψαν πρέσβεις, αναθέτοντες εις εκείνον την τύχην των· ο δε Κάμιλλος έστειλεν αυτούς εις την Ρώμην. Παρουσιασθέντες δ' εις την Βουλήν, είπον ότι, της νίκης οι Ρωμαίοι την δικαιοσύνην προτιμήσαντες, εδίδαξαν και αυτούς να προτιμήσωσι την υποταγήν μάλλον της ελευθερίας, καθ' όσον δεν υπετάσσοντο εις την δύναμιν, αλλ' ωμολόγουν ότι υπό της αρετής ενικήθησαν. Η δε Βουλή ανέθηκε πάλιν εις εκείνον να κρίνη και αποφασίση περί τούτου. Λαβών λοιπόν χρήματα παρά των Φαλερίων, και φιλίαν συνδέσας μεθ' όλων των Φαλίσκων, ανεχώρησεν.


 


[10] Οὕτως δὲ τῆς πολιορκίας κατεφρόνουν οἱ Φαλέριοι τῷ πανταχόθεν ἐξωχυρῶσθαι πιστεύοντες, ὥστε πλὴν τῶν τὰ τείχη φυλασσόντων τοὺς ἄλλους ἐν ἱματίοις κατὰ τὴν πόλιν ἀναστρέφεσθαι, τοὺς δὲ παῖδας αὐτῶν εἴς τε τὰ διδασκαλεῖα φοιτᾶν καὶ παρὰ τὰ τείχη περιπατήσοντας καὶ γυμνασομένους ὑπὸ τοῦ διδασκάλου καταβιβάζεσθαι. κοινῷ γὰρ ἐχρῶντο τῷ διδασκάλῳ πάντων ὥσπερ Ἕλληνες οἱ Φαλέριοι, βουλόμενοι συντρέφεσθαι καὶ συναγελάζεσθαι μετ' ἀλλήλων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοὺς παῖδας. οὗτος οὖν ὁ διδάσκαλος ἐπιβουλεύων τοῖς Φαλερίοις διὰ τῶν παίδων, ἐξῆγεν αὐτοὺς ἡμέρας ἑκάστης ὑπὸ τὸ τεῖχος ἐγγὺς τὸ πρῶτον, εἶτ' ἀπῆγεν αὖθις εἴσω γυμνασαμένους. ἐκ δὲ τούτου κατὰ μικρὸν ὑπάγων εἴθισε θαρρεῖν ὡς πολλῆς οὔσης ἀδείας, καὶ τέλος ἔχων ἅπαντας εἰς τοὺς προφύλακας τῶν Ῥωμαίων ἐνέβαλε καὶ παρέδωκεν, ἄγειν κελεύσας πρὸς τὸν Κάμιλλον. ἀχθεὶς δὲ καὶ καταστὰς εἰς ὄψιν, ἔλεγε παιδευτὴς μὲν εἶναι καὶ διδάσκαλος, τὴν δὲ πρὸς ἐκεῖνον χάριν ἀντὶ τούτων ἑλόμενος τῶν δικαίων, ἥκειν αὐτῷ τὴν πόλιν ἐν τοῖς παισὶ κομίζων. δεινὸν οὖν ἀκούσαντι τὸ ἔργον ἐφάνη Καμίλλῳ, καὶ πρὸς τοὺς παρόντας εἰπών, ὡς χαλεπὸν μέν ἐστι πόλεμος καὶ διὰ πολλῆς ἀδικίας καὶ βιαίων περαινόμενος ἔργων, εἰσὶ δὲ καὶ πολέμων ὅμως τινὲς νόμοι τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσι, καὶ τὸ νικᾶν οὐχ οὕτω διωκτέον ὥστε μὴ φεύγειν τὰς ἐκ κακῶν καὶ ἀσεβῶν ἔργων χάριτας -- ἀρετῇ γὰρ οἰκείᾳ τὸν μέγαν στρατηγόν, οὐκ ἀλλοτρίᾳ θαρροῦντα κακίᾳ χρῆναι στρατεύειν -- , προσέταξε τοῖς ὑπηρέταις τοῦ μὲν ἀνθρώπου καταρρηγνύναι τὰ ἱμάτια καὶ τὰς χεῖρας ὀπίσω περιάγειν, τοῖς δὲ παισὶ διδόναι ῥάβδους καὶ μάστιγας, ὅπως κολάζοντες τὸν προδότην ἐλαύνωσιν εἰς τὴν πόλιν.

Ἄρτι δὲ τῶν Φαλερίων ᾐσθημένων τὴν τοῦ διδασκάλου προδοσίαν, καὶ τὴν μὲν πόλιν οἷον εἰκὸς ἐπὶ συμφορᾷ τοσαύτῃ θρήνου κατέχοντος, ἀνδρῶν δ' ὁμοῦ καὶ γυναικῶν ἐπὶ τὰ τείχη καὶ τὰς πύλας σὺν οὐδενὶ λογισμῷ φερομένων, προσῆγον οἱ παῖδες τὸν διδάσκαλον γυμνὸν καὶ δεδεμένον προπηλακίζοντες, τὸν δὲ Κάμιλλον σωτῆρα καὶ πατέρα καὶ θεὸν ἀνακαλοῦντες, ὥστε μὴ μόνον τοῖς γονεῦσι τῶν παίδων, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις πολίταις ταῦθ' ὁρῶσι θαῦμα καὶ πόθον ἐμπεσεῖν τῆς τοῦ Καμίλλου δικαιοσύνης. καὶ συνδραμόντες εἰς ἐκκλησίαν πρέσβεις ἔπεμψαν ἐκείνῳ τὰ καθ' ἑαυτοὺς ἐπιτρέποντες, οὓς ὁ Κάμιλλος ἀπέστειλεν εἰς Ῥώμην. ἐν δὲ τῇ βουλῇ καταστάντες εἶπον, ὅτι Ῥωμαῖοι τῆς νίκης τὴν δικαιοσύνην προτιμήσαντες ἐδίδαξαν αὐτοὺς τὴν ἧτταν ἀγαπῆσαι πρὸ τῆς ἐλευθερίας, οὐ τοσοῦτον τῇ δυνάμει λείπεσθαι δοκοῦντας, ὅσον ἡττᾶσθαι τῆς ἀρετῆς ὁμολογοῦντας. ἀποδούσης δὲ τῆς βουλῆς πάλιν ἐκείνῳ τὸ κρῖναι καὶ διαιτῆσαι ταῦτα, χρήματα λαβὼν παρὰ τῶν Φαλερίων καὶ φιλίαν πρὸς ἅπαντας Φαλίσκους θέμενος ἀνεχώρησεν.

 

Αρχαίες ψυχές.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.)
 
Δεν έχω τον μηρό χρυσό (*)
Και χάλκινα σανδάλια. (**)
Δεν δίδαξα στον Κρότωνα
Δεν έζησα στην Αίτνα.
 
Πολύ πριν από τον Έφορβο
Γεννήθηκ’ η ψυχή μου.
Μία σταγόνα γάλακτος
Απ’ την θηλή της Ήρας.
 
Στο Ίλιο πολέμησα
Μαζί με τους γενναίους.
Τον Πήλιο, τον Μήστορα,
Τον Φλέγυ, τον Ποδάργη,
Τον Ίσανδρο, τον Έλενο,
Τον Δάρη, τον Διομήδη,
Τον Σίπυλο, τον Φενεό,
Και τον λαμπρό Πηλείδη.
 
Ένα πουλί σαν τις ψυχές
Τόσων νεκρών ηρώων.
Που πέταξαν στα σύννεφα
Και που πετούν ακόμα.
 
Τα βλέπεις εις τους ουρανούς
Χαρούμενα φωνάζουν,
Σμήνη πουλιών πυκνά πετούν
Στα νέφη κολυμπούνε.
 
Μα σαν θα έλθει η στιγμή
Ωσάν την Περσεφόνη,
Βουτούν ξανά στον Άδη μας
Το γένος για να σώσουν.
 
Ανάμεσά μας περπατούν
Σαν όλους τους ανθρώπους.
Δεν έχουν σήμα στην μορφή,
Για να τους ξεχωρίσεις.
 
Μα σαν  κι εσύ είσαι ψυχή
Από τις δοξασμένες,
Συγγένεια νοιώθεις με μιας
σαν θα βρεθείς κοντά τους.
 
Πολλές ψυχές χαθήκανε
Τα χρόνια που περάσαν.
Η άγνοια κι η αμάθεια
Και το βαθύ σκοτάδι
Κι οι απειλές για θάνατο
Σβήνανε κάθε ελπίδα.
 
Κι έτσι η ψυχή του Έλληνα
Σαν την πυγολαμπίδα,
Σε δάσος άγριο, πυκνό
Έφεγγε στο σκοτάδι.
 
Μ’ ονόματα βαρβαρικά,
Με γλώσσα στρεβλωμένη,
Χωρίς θεούς και ήρωες
Πορεύτηκε στην νύχτα.
 
Μα ξάφνου φως Ελληνικό
Ανάβει στα ερέβη
Πλήθωνας κι Ιουλιανός
Καβάφης, Υψηλάντης
Έλληνες βροντοφώναξαν
Τους τάφους σας γκρεμίστε.
 
Κι ο Γιάννης έγινε με μιας
Κελάδων, Νηλεΐδης
Και Υπατία η Μαριώ
Μαινάδα του Διονύσου.
 
Γιορτάστε Έλληνες ξανά
Λατρεύστε τους θεούς σας
Στρώστε, πατήστε την πυρά ,
Μεθύστε με τον Βάκχο.
 
Κι όλα θα έλθουνε ξανά,
Καλλίτερα από πρώτα.
Φιλόσοφοι και ρήτορες 
γλύπτες κι ιεροφάντες
της Δήμητρας, της κόρης της,
την κίστη θα δεικνύουν.
 
(*) Πυθαγόρας
(**) Εμπεδοκλής





Του νεκρού οπλίτη.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.)
 
«Ηρωικώς μαχόμενος έπεσε στο πεδίον».
Θα έγραφε ο γραμματεύς εις την εφημερίδαν (1)
«Ήταν τιμή στην φάλαγγαν
και πελταστής γενναίος
καμάρι εις τους δυό του γιούς,
στους σύντροφους ασπίδα».
 
Η τύχη σαν μας στέρησε
του Φίλιππου τον γιό,
όλα τα ελαττώματα
εβγήκανε στους δρόμους.
Κι όλοι οι εχθροί χαρήκανε
και στήσανε χορό
και του λαμπρού του δέντρου μας
τις ρίζες κατατρώγουν.
 
Κι οι Πέρσες καθημερινά
το μίσος τους μας δείχνουν
και σήμερα σκοτώσανε
τον νεαρό οπλίτη.
 
Ωσαν τον Γοργηθίωνα
που τόξευσε ο Τεύκρος
κι αστόχησε στον Έκτορα
και τον ερίχνει κάτω.
Την κεφαλή σαν έγειρε 
απ’ την πληγή στο στήθος
με παπατούνα έμοιασε
σε κήπο νοτισμένο. (2)
 
Μα οι δειλοί ηγέτες μας
το κρύβουν δεν το λένε
και για ατύχημα μιλούν
και τάχα τον εκλένε.
 
Ο στρατηγός θα ήθελε
την χήρα να τιμήσει,
μα δεν μπορεί, δεν δύναται
στον οίκο της να πάει.
Είν’ η γενέτειρα μακράν
και δύσβατος ο δρόμος
κι από τον οίνον τον πολύν
τα πόδια του τρεκλίζουν.
 
Ξέρεις εδώ στην Σογδιανήν
είναι τραχείς οι δρόμοι
μπορείς να πεις ζαλίστηκε
κι έπεσε απ’ τα βράχια.
 
Τα γεγονότα δεν μπορείς
πιστά να περιγράψεις
μιας κι η αλήθεια η πολλή
το ύφος αλλοιώνει.
 
  
 (1) Πρόκειται για τις "Βασιλικές Εφημερίδες" του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έγραφαν τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
(2) Ιλιάς Θ 300- 308




Ο ποιητής

(Σ. Αλκαίος Χ.)

Είχε σημάδι φανερό
Στην άκρη του ματιού του
Και τα μαλλιά του εμπλέκοντο
Στις ίνες των συννέφων.


Αχ, τον ερώτησα γιατί,
Γιατί ψηλώνεις τόσο;


Δεν είν’ που ανέβηκα εγώ
στου λόφου τ’ ακρωτήρι
μήτε γιατί τρισάσμενος  (*)
μάκρυνα το κορμί μου.


Είναι που η γης εχάλασε
κι άλλαξε δρόμο η δίνη
κι ο ουρανός χαμήλωσε
κι εμπλέχθη στα μαλλιά μου


(*) ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ. τρισ /τρι * + ἄσμενος «τρις+ευτυχής»]





 Αθανασία.

(Σ. Αλκαίος Χ.) 19.05.2018

Σαν ήτο παις ο Ίωνας,
στον Παρνασσό γυρνούσε,
στην Κασταλία λούζονταν
και τους θνητούς ρωτούσε.

Ποιος πόθος, ποιο ερώτημα,
σε έστειλε κοντά μας
για να ρωτήσεις τον Θεό,
τον βίο σου να σώσεις;

Ήταν παιδί κι έτσι κανείς
δεν το παρατηρούσε
που τρύπωνε στα άδυτα,
σ΄ όλες τις συζητήσεις.

Μια μέρα η καλλίκομη,
η τρομερή Πυθία,
χρησμό προσφέρει στο παιδί,
χωρίς να την ρωτήσει.

Κούρε μικρέ, του είχε πει
αυτό μην το ξεχάσεις.
Μικρός σαν είν’ ο άνθρωπος
ζει την αθανασία.

Μα σαν περάσει την κορφή
του όρους της ζωής του,
είναι ωσάν τους λατρευτές
που ‘ρχονται και ρωτάνε,
πώς να γενούν αθάνατοι
ωσάν τον Γανυμήδη.

Προσέχετε τους εφιστώ
του Τιθωνού την μοίρα,
που στης Ηούς εξάπλωσε
το νυφικό κρεββάτι.
Ήταν μικρός, δεν νοιάστηκε
την νιότη ν’ ασφαλίσει
και μίκρυνε και ζάρωσε
κι έγινε τζιτζίκι.

Μην μοιάσετε του Κένταυρου
του Χείρωνα την μοίρα,
π’ αθάνατος γεννήθηκε
μα κάλεσε τον Χάρο.

Τώρα που είστε αθάνατοι,
παιδιά, κόρες και κούροι,
σχεδία φτιάξτε με πανιά,
την Καλυψώ αφήστε .



Βάριος Άβιτος Βασσιανός
 -  Ηλιογάβαλος.


(Σ. Αλκαίος Χ.) 27.05.2018

Πέρασε τώρα ο καιρός που οι νόμοι μας επνίγαν
και Εστιάδες, Κάτωνες τον βιό μας καθορίζαν.
Νέοι θεοί πια κυβερνούν, την Ρώμη, τον λαό της
κι μάμμη μου κι οι αδελφές κρατούν την γερουσία.


Εγώ ο Ηλιογάβαλος για άλλο δεν φροντίζω,
πρώτα να φτιασιδώνομαι σαν να ‘μουνα γυναίκα
και της Εμέσης τον θεό σε πέτρα να λατρεύω.


Ολημερίς κι ολονυχτίς άλλο να μη με νοιάζει,
των ηδονών των σαρκικών, τους πόθους να πυρώνω.


Της μάμμης μου τις συμβουλές τις άκουσα για λίγο,
μα στον Αλέξανδρο στρεφότανε ανόητα ο όχλος,
και θάνατος πορφύραιος τον ξάπλωσε μπροστά μου.


Α! δεν με νοιάζει ο λαός τι κάθεται και λέει
πως τον θεό επέβαλα που ‘ναι εχθρός της Ρώμης.
Μια μαύρη πέτρα προσκυνώ βδέλυγμα της Ασίας
κι αν με ρωτούν λέω εγώ «Σιστέρσιο δεν δίνω»
για ότι κι αν εσέβετο μέχρι εχθές η Ρώμη.


Έτσι συμπεριφέρετο το πιόνι της Ασίας
και άρμα πάλι στόλιζε την πέτρα να γιορτάσει.
Με βάψιμο προκλητικό θα εμφανιστεί μπροστά τους,
με μαργαρίτες στον λαιμό και χρυσαφιά πορφύρα.
Χίλια δικά του κνώδαλα θα τον επλαισιώνουν
που εντομή εκάνανε και διδυή βαδίζουν.


Μα τα λαμπρά τα σχέδια χαλάσανε του Πραίτορα οι νέοι,
που ‘ναι των νόμων φύλακες κι άγρυπνοι φαλαγγίτες.


Φρικτά τον διαμέλισαν, στον Τίβερη τον ρίχνουν.

 
 
 
 
 
 
Υψιπετής εγωισμός.
 
“λέγεται γὰρ οὕτω παράφορος πρὸς δόξαν
εἶναι καὶ πράξεων μεγάλων ὑπὸ φιλοτιμίας ἐραστής,
ὥστε νέος ὢν ἔτι, τῆς ἐν Μαραθῶνι μάχης πρὸς τοὺς
βαρβάρους γενομένης καὶ τῆς Μιλτιάδου στρατηγίας
διαβοηθείσης, σύννους ὁρᾶσθαι τὰ πολλὰ πρὸς ἑαυτῷ
καὶ τὰς νύκτας ἀγρυπνεῖν καὶ τοὺς πότους παραιτεῖσθαι
τοὺς συνήθεις, καὶ λέγειν πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας καὶ
θαυμάζοντας τὴν περὶ τὸν βίον μεταβολήν, ὡς καθεύδειν
αὐτὸν οὐκ ἐῴη τὸ Μιλτιάδου τρόπαιον”.
Πλουτάρχου Βίοι, Θεμιστοκλής. 3 (*)
 
 (Σ. Αλκαίος Χ.) 01.06.2018
 
Ο τόπος που γεννήθηκε
πολλά δε είδε στάχυα
το σώμα να ορθώνουνε
σ’ υπόξανθα χωράφια.
(**)
 
Είναι γιατί οι δάσκαλοι
μικροί, ψυχροί κι αχρείοι,
μεγάλο σφάλμα έλεγαν
πως είν’ η περηφάνια.
 
Βραχεία είναι η ζωή
που ζούνε οι ανθρώποι
κι έχει πολλές μεταβολές
κι είν’ συμφορές γεμάτη.
 
Μα είν’ ψυχές ξεχωριστές
που ζούνε μ’ αγωνία
κι ο εγωισμός τους τις ωθεί
προς την αθανασία.
 
Στον δρόμο αυτό εβάδισαν
όλοι οι γεωμέτρες.
Ο Ίππαρχος, ο Κλαύδιος,
ο Θέωνας, ο Πάππος,
ο Ιπποκράτης ο γιατρός,
η μαία Αγνοδίκη,
ο Κέλσος, και ο Γαληνός
και ο σοφός Ηρακλείδης.
 
Όλοι αυτοί δοξάστηκαν
όχι από την τύχη,
αλλά την τέχνη άσκησαν
με πόνους και μ’ ιδρώτα.
 
Γι' αυτό κι εσένα αν σε πούν
πως το εγώ ηράσθης,
θυμίσου πως οι μαλθακοί
μισούν τους αθανάτους.
 
(*)[3.4] Λέγεται μάλιστα ότι ο Θεμιστοκλής είχε τόση μανία να αποχτήσει δόξα και από τη φιλοδοξία του λαχταρούσε τόσο πολύ τα μεγάλα κατορθώματα, ώστε, νέος ακόμη, όταν έγινε στο Μαραθώνα η μάχη με τους βαρβάρους και διαφημίστηκε η στρατηγία του Μιλτιάδη, αυτός φαινόταν πολύ σκεφτικός, τις νύχτες έμενε άυπνος, παράτησε τα συνηθισμένα συμπόσια και σ᾽ εκείνους που τον ρωτούσαν με απορία για την απότομη αυτή μεταβολή της ζωής του έλεγε: «Δε μ᾽ αφήνει να κοιμηθώ ο θρίαμβος του Μιλτιάδη!»
 
(**) Υπαινιγμός στους «ὑπερφυέας τῶν ἀσταχύων», την συμβουλή του Θρασύβουλου στον Περίανδρο να απομακρύνει τους πολίτες που ξεχωρίζουν.
 
Θρασύβουλος Περιάνδρῳ
Τῷ μὲν κήρυκι σεῦ οὐδὲν ὑπεκρινάμην· ἀγαγὼν δὲ αὐτὸν ἐς
λήιον, τοὺς ὑπερφυέας τῶν ἀσταχύων ῥάβδῳ παίων ἀπεθέριζον,
ὁμαρτέοντος ἐκείνου. καί σοι ἀναγγελέει εἰ ἐπέροιο ὅ τι μευ  
ἀκούσειεν ἢ ἴδοι. σὺ δὲ ποίει οὕτως, ἤν γ' ἐθέλῃς καρτύνασθαι
τὴν αἰσυμνητίην· τοὺς ἐξόχους τῶν πολιτέων ἐξαίρειν, ἤν τέ τις
ἐχθρός τοι φαίνηται, ἤν τε μή. ὕποπτος γὰρ ἀνδρὶ αἰσυμνήτῃ καὶ τῶν τις ἑτάρων.

Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων Βιβλίο 1, τμήμα 100, γραμμή 9
 
 

Καθάπερ ἐν τελετῇ καὶ μυήσει.

«ἔλεγε δὲ μήτ' ἀπείρους μήθ' ἕνα μήτε πέντε κόσμους, ἀλλὰ τρεῖς καὶ ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατὸν εἶναι συντεταγμένους κατὰ σχῆμα τριγωνοειδές, οὗ πλευρὰν ἑκάστην ἑξήκοντα κόσμους ἔχειν· τριῶν δὲ τῶν λοιπῶν  ἕκαστον ἱδρῦσθαι κατὰ γωνίαν, ἅπτεσθαι δὲ τοὺς ἐφεξῆς ἀλλήλων ἀτρέμα περιιόντας ὥσπερ ἐν χορείᾳ· τὸ δ' ἐντὸς ἐπίπεδον τοῦ τριγώνου κοινὴν ἑστίαν εἶναι πάντων, καλεῖσθαι δὲ πεδίον ἀληθείας, (...) ὄψιν δὲ τούτων καὶ θέαν ψυχαῖς ἀνθρωπίναις ἅπαξ ἐν ἔτεσι μυρίοις ὑπάρχειν.»
Πλούταρχου «Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν»  (409e–438d) (*)


(Σ. Αλκαίος Χ.) 02.06.2018

Σκληρό δέχθηκες κτύπημα
κι η μνήμη σου εχάθη
ακίνητος ακούς φωνή
που όλο σε προστάζει.


«Θυμίσου, για προσπάθησε
ποιος είσαι Έλληνά μου;»


Μην είσαι ένας ποιητής
που οι στίχοι του χαθήκαν;
Τεχνίτης σ’ εργαστήριο
που σκάλιζε εφήβους;
Πιστός μην ήσουν μαθητής
του Πρόκλου, του Πλωτίνου;
Μην της τριήρους το κουπί
τράβαγες για την Λήμνο;
Μην ήσουν λάτρης του Ερμού,
της Αθηνάς, του Βάκχου;


Ποιος ήσουνα καρδούλα μου,
πες μου και μην το κρύβεις.


Πες μου το κι αν το θυμηθείς,
όλα στη γη θ’ αλλάξουν.
Θα στρίψει ο άξονας της γης
κι γης θα πλημμυρίσει,
μ’ αρώματα πρωτόγνωρα
κι οι ώρες θα ανοίξουν,
του ουρανού τις πύλες του
που ‘ναι μανταλωμένες
και οι Θεοί θα ξεχυθούν
στης γης μας τα λιβάδια.


Θυμήσου λατρεμένε μου
που είν’ ο νους κι η σκέψη;


Της σκοτεινής μας της ειρκτής
τις πόρτες άνοιξέ τες
για να ξεφύγουν οι ψυχές,
στον Όλυμπο να πάνε.


(*) Έλεγε πως οι κόσμοι δεν είναι ούτε άπειροι, ούτε ένας, ούτε πέντε, αλλά τρεῖς καὶ ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατὸν (183) και είχαν διαταχθεί σε σχήμα τριγώνου που κάθε πλευρά του είχε εξήντα κόσμους. (….) Η εσωτερική επίπεδη επιφάνεια του τριγώνου είναι κοινή εστία για όλους καλείται πεδίο αληθείας.


 

Τοῖς ξυνιέναι δυναμένοις. (*)

(Σ. Αλκαίος Χ. 10.06.2018)

Όχι, ποτέ μην πείς ποτέ,
πως φταίνε οι δασκάλοι,
που αποδιωγμένοι έφυγαν
στην μακρινή Ασία.


Δρόμο μακρύ εβάδισαν
προτού να γεννηθούνε
κι σ’ ατελέστερες ψυχές
τα δώρα να προσφέρουν.


Με μαντική, τελεστική,
άρδευσαν την ψυχή τους,
κι ευεργεσία σκόρπισαν
στους ένυλους ανθρώπους.


Πέντε ψυχές, αγνές ψυχές,
απ’ την Αθήνα φεύγουν,
σαν με διάταγμα στυγνό,
κλείνουνε την σχολή τους.


Μα έπεσαν σ’ αναίσχυντους
και αμελείς βαρβάρους,
που να συλλάβουν δεν μπορούν
το νοητό το κάλλος.


Τους δίδαξαν για την αγνή ψυχή,
πως έχει τρία μέρη,
πώς να προσέξουν η ζωή,
στην λήθη να μην πέσει.


Πολλές φορές τους μίλησαν
για μεγαλοφροσύνη,
για προτροπή, για έλεγχο,
για κάθαρση κι αλήθεια.


 Οι μήνες όμως πέρναγαν
χωρίς καμιά ελπίδα,
αφού σε άξεστες ζωές,
δίδασκαν ανωφέλως.


Τους κύλινδρους μαζέψανε,
να φύγουν ξεκινήσαν,
στην έρημο την Σίουα,
να μπούν σε έξορία.


Εκεί, με λίγους μαθητές,
θα έλθει το λυκόφως,
μα τα γραπτά θα φυλαχθούν,
μες στην καυτή την άμμο.


Άλλους τα χρόνια αφάνισαν,
τον Σώπατρο τον σφάξαν.
Αιώνες πέρασαν πολλοί,
ποιος ξέρει τον Ερμεία;


Ποιος ξέρει τον Δαμάσκιο,
που στην Αθήνα δίδαξε,
το αγαθό, τον έλεγχο
και για το θείο κάλλος;


Μα τώρα ήλθε ο καιρός,
που υμνεί την ευγονία,
και σ’ όσους αγωνίστηκαν,
τα δώρα του χαρίζει.


Μαζί με τον δάσκαλό τους, τον τελευταίο σχολάρχη της Ακαδημίας της Αθήνας, Δαμάσκιο, οι Σιμπλίκιος,  Ευλάμπιος ο Φρύγας, ο Πρισκιανός ο Λυδός, ο Ερμείας , ο Διογένης από τη Φοινίκη και ο Ισίδωρος ο Γαζαίος μετανάστευσαν στην αυλή του βασιλιά Χοσρόη, αφότου ο Ιουστινιανός έκλεισε την Πλατωνική Ακαδημία της Αθήνας το 529 μ.Χ.
(*) (Σε όσους μπορούν να καταλάβουν)

Πρόκλος, Υπόμνημα εις Πλάτωνος Α΄ Αλκιβιάδην 1, 5


Νέμεσις.
 
Επίτρεψον Θεοίσιν.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.) 16.06.2018

{ΧΟ.} Τελοῦσ' ἀραί· ζῶσιν οἱ γᾶς ὑπαὶ κείμενοι·
παλίρρυτον γὰρ αἷμ' ὑπεξαιροῦσι τῶν
κτανόντων οἱ πάλαι θανόντες.
Σοφοκλής , Ηλέκτρα. 1420- 1421

(Οι κατάρες εκπληρώνονται, οι νεκροί ζωντανεύουν,
των φονιάδων το αίμα ποτάμι, οι νεκροί το πληρώνονται)


Είναι καιρός που ο λαός
πλέον δεν τους πιστεύει,
τους ρήτορες, τους σοφιστές
και τους πολιτικούς μας.

 
Ο ένας μπήκε στα κοινά,
με τρύπια τα σανδάλια
και τώρα τον εβλέπουμε
με Περσικό παλάτι.
 
Με τον καιρό γνωρίστηκαν
και συγγενείς εγίναν
κι είναι μια κλίκα σιδηρά
που όλα τα ορίζει.
 
Τους νόμους τους αλλάξανε
σαν νάταν πανωφόρια
και τους εχθρούς τους
μυστικά, κρυφά δολοφονούνε.
 
Με δίχτυ σαν του Ήφαιστου
που έδεσε τον Άρη,
τον Δήμο μας εκλείσανε
σ’ αόρατα δεσμά.
 
Μ’ αυτό που τώρα προσπαθούν
για νόμο να περάσουν,
το βλέπει κι εξεγείρεται
όποιος τον νου του έχει.
 
Να δώσουν αποφάσισαν,
πόλεις στον μέγα Πέρση,
Όλυνθο και Ποτίδαια
και τις εννιά οδούς.
 
Κι από το βήμα θορυβούν,
μας λένε πως δεν πρέπει,
γι’ ασήμαντα πολίσματα
οι νέοι να πεθαίνουν.
 
Μα ο λαός οργίστηκε,
άλλο δεν τους αντέχει
και η οργή ξεχείλισε,
εβγήκε εις τους δρόμους.
 
Με θάρρος εζητήσανε
τον Φίλωνα στην πόλη,
να φέρει σε ημίονο
απ’ το μικρό χωράφι,
όλης της γης τα κώνεια
το Δήμο ν’ απαλλάξει,
απ’ τους αθλίους έμπορους
κι από τους τοκογλύφους.
 
Όλα αυτά τα κνώδαλα,
που μας εταπεινώσαν
και να μην γίνουμε ξανά,
σάρκες κενές φρενών.