θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, April 05, 2018

Αρχαίες ψυχές.

 
 
 
Ο Αιακίδης Πύρρος.
(οὐκ εὖ πρὸς ἡσυχίαν πεφυκώς.) (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  04.05.2019)

Ο Πύρρος τον Αλέξανδρο στο όνειρό του είδε
κι εκείνος αν και άρρωστος θα τον βοηθήσει είπε.
-Πως είναι τούτο δυνατό μια κι είσαι στο κρεββάτι;
-Είναι απλό, για άκουσε: «Μόνο με τ’ όνομά μου».
 
Οι Ταραντίνοι ζήτησαν μάχη γι αυτούς να δώσει
κι ο Πύρρος εξεστράτευσε σαν ταύρος μανιασμένος,
κι όταν τους εσυνέτριψε στο Άσκλο τους Ρωμαίους,
στο ιερό ανέθηκε της Αθηνάς ασπίδες.
 
Ο Αντίγονος τον θαύμαζε ως κυβευτή μεγάλο (2)
κι αυτός ως άλλος «Αετός» σε μάχη υπερβάλλει. (3)
Με λύσσα το εσήκωσε το άξιο σπαθί του,
τον θηριώδη βάρβαρο με μιας τον εδιχάζει. (4)
 
Κι όλοι κοιτούσαν έκπληκτοι με τρόμο στην καρδιά τους,
κρανίο, σπλάχνα και πλευρά στη μέση να χωρίζει.

(1) Γιατί δεν ήταν στην φύση του να μένει ήσυχος.
Πλουτάρχου, Πύρρος 12. 8. 6.
 
(2) «ὅθεν ἀπείκαζεν αὐτὸν ὁ Ἀντίγονος κυβευτῇ πολλὰ βάλλοντι καὶ καλά, χρῆσθαι δ' οὐκ ἐπισταμένῳ τοῖς πεσοῦσι.» (Γι’ αυτό και ο Αντίγονος τον παρομοίαζε με παίκτη κύβων που ρίχνει πολλές και καλές ζαριές, αλλά δεν τις αξιοποιεί σωστά.)
 
(3) «καὶ  Ἀετὸς ὑπὸ τῶν Ἠπειρωτῶν προσαγορευόμενος, “δι' ὑμᾶς” ἔλεγεν “ἀετός εἰμι· πῶς γὰρ οὐ μέλλω, τοῖς ὑμετέροις ὅπλοις ὥσπερ ὠκυπτέροις ἐπαιρόμενος;”» (Οι Ηπειρώτες τον αποκαλούσαν αετό και αυτός έλεγε: Αετός είμαι εξ’ αιτίας σας. Γιατί πώς να μην είμαι, αφού με τα δικά ας όπλα πετάω ψηλά, σαν να ‘χω γρήγορα φτερά.)
 
(4) «πληγεὶς δὲ τὴν κεφαλὴν ξίφει καὶ μικρὸν ἐκ τῶν μαχομένων ἀποστάς, ἔτι μᾶλλον ἐπῆρε τοὺς πολεμίους. εἷς δὲ καὶ πολὺ πρὸ τῶν ἄλλων ἐπιδραμών, ἀνὴρ τῷ τε σώματι μέγας καὶ τοῖς ὅπλοις λαμπρός, ἐχρῆτο τῇ φωνῇ θρασυτέρᾳ, καὶ προελθεῖν ἐκέλευεν αὐτὸν εἰ ζῇ. παροξυνθεὶς δ' ὁ Πύρρος ἐπέστρεψε βίᾳ [μετὰ] τῶν ὑπασπιστῶν, καὶ μετ' ὀργῆς αἵματι πεφυρμένος καὶ δεινὸς ὀφθῆναι τὸ πρόσωπον ὠσάμενος δι' αὐτῶν, καὶ φθάσας τὸν βάρβαρον ἔπληξε κατὰ τῆς κεφαλῆς τῷ ξίφει πληγήν, ῥώμῃ τε τῆς χειρὸς ἅμα καὶ βαφῆς ἀρετῇ τοῦ σιδήρου μέχρι τῶν κάτω διαδραμοῦσαν, ὥσθ' ἑνὶ χρόνῳ περιπεσεῖν ἑκατέρωσε τὰ μέρη τοῦ σώματος διχοτομηθέντος. τοῦτο τοὺς βαρβάρους ἐπέσχε τοῦ πρόσω χωρεῖν, ὥς τινα τῶν κρειττόνων θαυμάσαντας καὶ καταπλαγέντας τὸν Πύρρον.» (…..πρόλαβε τον βάρβαρο και τον χτύπησε στο κεφάλι με το ξίφος, που από την δύναμη του χεριού και την πολύ καλή σκλήρυνση του σιδήρου κατέβηκε μέχρι κάτω και το σώμα του βαρβάρου χωρίστηκε στα δύο  και κάθε μέρος του έπεσε σε άλλη πλευρά. Τούτο εμπόδισε τους βαρβάρους να προχωρήσουν, γιατί εξεπλάγησαν και κοίταζαν τον Πύρρο σαν να ‘ταν παντοδύναμος.)
 
 
 
 
Ευμένης
(Εὐμενὴς)
 
(Αλκαίος 17.04.2019)
 
http://ermionh.blogspot.com/2018/04/blog-post_5.html  
 
Κι αν Ευμενή τον έλεγαν, δεν δίσταζε ποτέ του,
τον Κρατερό εσκότωσε μεσ’ στην φωτιά της μάχης.
Ο Φίπιππος τον διάλεξε, δεν ήταν Μακεδόνας,
μα άξιος εστάθηκε αυτός, μεσ’ στους εταίρους.
 
Την νύχτα ονειρεύτηκε πριν μπεί μεσ’ στον αγώνα,
Αλέξανδρος πολέμαγε, Αλέξανδρο στην μάχη. (1)
Λέτε να σκεύτηκε κι αυτός πως στην κορφή της μάχης,
ο Αχιλλέας πάλευε κι αυτός τον εαυτό του;
 
Δυό πανοπλίες έλαμπαν στης Τροίας το πεδίο,
χάλκινες ήταν θεϊκές, η μία του Ηφαίστου.
Κι οι δυό στρατοί αμίλητοι και έκπληκτοι κοιτούσαν,
το δράμα του πολεμιστή, το δράμα του ανθρώπου.
 
8.1.1  Ταύτην τὴν μάχην Εὐμενὴς ἡμέραις δέκα σχεδόν τι μετὰ τὴν
προτέραν ἐνίκησε, καὶ δόξῃ μὲν ἤρθη μέγας ἀπ' αὐτῆς, ὡς τὰ μὲν
σοφίᾳ τὰ δ' ἀνδρείᾳ κατειργασμένος, φθόνον δὲ πολὺν ἔσχε καὶ μῖσος
ὁμαλῶς παρά τε τοῖς συμμάχοις καὶ τοῖς πολεμίοις, ὡς ἔπηλυς ἀνὴρ
8.1.5 καὶ ξένος ὅπλοις καὶ χερσὶ ταῖς τῶν Μακεδόνων τὸν πρῶτον αὐτῶν καὶ
8.2.1 δοκιμώτατον ἀνῃρηκώς.
 
(1) “νυκτὸς δ' ἀναζεῦξαι βουλόμενος, εἶτα καταδαρθών, ὄψιν εἶδεν ἀλλόκοτον. ἐδόκει γὰρ ὁρᾶν Ἀλεξάνδρους δύο παρασκευαζομένους ἀλλήλοις μάχεσθαι, μιᾶς ἑκάτερον ἡγούμενον φάλαγγος· εἶτα τῷ μὲν τὴν Ἀθηνᾶν, τῷ δὲ τὴν Δήμητραν βοηθοῦσαν ἐλθεῖν, γενομένου δ'  ἀγῶνος ἰσχυροῦ κρατηθῆναι τὸν μετὰ τῆς Ἀθηνᾶς, τῷ δὲ νικῶντι σταχύων δρεπομένην τὴν Δήμητραν συμπλέκειν στέφανον”.
Πλουτάρχου Ευμένης 6. 8-10

 
 Ο Ευμένης ο Καρδιανός (362 π.Χ. - 316 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους ικανότερους μεταξύ των Διαδόχων. Πήρε μέρος στις εκστρατείες του Μακεδόνα στρατηλάτη καθώς και στους πολέμους που ακολούθησαν το θάνατό του. Θεωρήθηκε ο στρατηγικότερος νους της μετ' Αλέξανδρον εποχής και αγωνίστηκε για την νομιμότητα της εξουσίας και την ενότητα του αχανούς κράτους.
Αρχιγραμματέας του Φίλιππου Β΄ και στη συνέχεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ίππαρχος, και, μετά τον θάνατο του βασιλιά, σατράπης της Καππαδοκίας και της Παφλαγονίας, συντάχθηκε με τον Περδίκκα και την βασιλική οικογένεια. Μετά τον βίαιο θάνατο του Περδίκκα αντιμετώπισε μόνος για ένα διάστημα τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, επανέκτησε την εμπιστοσύνη της κεντρικής (κατ’ όνομα) μακεδονικής διοίκησης και συνέχισε τον αγώνα κατά του Αντίγονου και των φυγόκεντρων δυνάμεων μέχρι τον θάνατό του.
 
 
 
 
 
Ανδρίσκος - Philip_VI_Andriskos
 
 
  Περσέως υἱὸς ἀπεκαλεῖτο.
 
(Αλκαίος 06.04.2019)


Είχ’ ο Περσέας έναν γυιό
που Φίλιππο τον λέγαν,
Μα η ιστορία διάλεξε
τον τολμηρό Ανδρίσκο.
 
Η τύχη του, του πρόσφερε
τον ρόλο μισθοφόρου,
μα εκείνος επωμίστηκε
του βασιλιά την μοίρα.
 
Σαν τον κακό υποκριτή
δεν έπεισε κανέναν,
τους Μακεδόνες έσυρε
σ’ απέλπιδο αγώνα.
 
Σε κάποιες μάχες νίκησε
τους βάρβαρους Ρωμαίους,
μα στέφανο δεν φόρεσε
σε νόμισμα που κόβει.
 
Τον ψεύτικο πατέρα του,
σε πράξη τελευταία,
μιμείται τώρα πια αυτός,
σε θρίαμβο στην Ρώμη.

 Ο Ανδρίσκος (Μυσία 185 π.Χ. - Ρώμη 146 π.Χ.) ή Φίλιππος ΣΤ΄ ή Ψευδο-Φίλιππος, βασίλεψε στη Μακεδονία, το 149 με 148 π.Χ.. Δεν προερχόταν από βασιλική οικογένεια, ενώ οι στρατιωτικές συγκρούσεις του με τους Ρωμαίους αποτέλεσαν τον Τέταρτο Μακεδονικό Πόλεμο.
Γεννήθηκε το 185 π.Χ. στην Μυσία της Αιολίδας, στα παράλια της Μικράς Ασίας με το βόρειο Αιγαίο, και ήταν μισθοφόρος ταπεινής καταγωγής, πιθανώς ο γιος ενός βυρσοδέψη, όπου και αργότερα, άγνωστο πως, κατάφερε να εξελιχθεί ως ο τοπικός κυβερνήτης της πόλης του Αδραμυττίου.

 
Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 21-40)
Book 31, chapter 40a, section 1, line 4
Ὅτι τῷ Δημητρίῳ πάλιν ἐκ τῶν ὄχλων
ἐπέστη περὶ τῆς βασιλείας κίνδυνος διὰ τὴν πρὸς
αὐτὸν ἀλλοτριότητα. τῶν γὰρ μισθοφόρων τις
Ἀνδρίσκος ὄνομα, τὴν δὲ ὄψιν καὶ τὴν ἡλικίαν
ὁμοίαν ἔχων Φιλίππῳ τῷ Περσέως υἱῷ, τὸ μὲν
πρῶτον ὑπὸ τῶν γνωρίμων ἐσκώπτετο καὶ Περσέως
υἱὸς ἀπεκαλεῖτο· ταχὺ δὲ παρὰ τοῖς πολλοῖς ὁ
λόγος ἐπιστεύθη. τοῦ δὲ Ἀνδρίσκου κατὰ τὴν τῶν
πολλῶν φημὴν ἀποτολμήσαντος, καὶ μὴ μόνον
ἑαυτὸν Περσέως φάσκοντος υἱόν, ἀλλὰ καὶ πλαστὴν
γένεσιν καὶ τροφὴν ἀποφαινομένου, καὶ μετὰ ὄχλου
προσελθόντος τῷ Δημητρίῳ καὶ παρακαλοῦντος
αὐτὸν καταγαγεῖν εἰς Μακεδονίαν ἐπὶ τὴν πατρῴαν
βασιλείαν, τὸ μὲν πρῶτον ὁ Δημήτριος ἔσχεν ὡς
περὶ μωροῦ. τοῦ δὲ πλήθους ἀθροισθέντος, καὶ
πολλῶν λεγόντων δεῖν ἢ κατάγειν τὸν Ἀνδρίσκον
ἢ παραχωρεῖν τῆς ἀρχῆς τὸν Δημήτριον, εἰ μήτε
δύναται μήτε βούλεται βασιλεύειν, φοβηθεὶς τὴν
τῶν ὄχλων ὀξύτητα νυκτὸς συνέλαβε τὸν Ἀνδρίσκον
καὶ παραχρῆμα εἰς τὴν Ῥώμην ἀπέστειλε, δια-
σαφῶν τὰ λεγόμενα περὶ αὐτοῦ τῇ συγκλήτῳ.
 
 
 
Pygmalion by Jean-Baptiste Regnault, 1786,
Musée National du Château et des Trianons
 
 
Κατὰ τὸ εἴδωλον τοῦ ἀληθοῦς. (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  25.03.2019)
 
Το είδωλό της έπαψε να βλέπει στον καθρέπτη
και στον ναό τον χάρισε της Λάμιας Αφροδίτης.
Άνδρες πολλοί την είδανε ως την μορφήν του κάλλους
κι αγάλματα σκαλίσανε και λάτρεψαν την πέτρα. (2)
 
Μα την αλήθεια πάντοτε δεν βλέπουνε τα μάτια,
τ’ ασώματα και τ’ άυλα τα κρύβουν οι αισθήσεις.
Δες, τέχνασμα ευρήκανε μεγάλοι θεολόγοι
κι οι μάντεις μας κι οι μύστες μας ελύσανε τον γρίφο.
 
Στους λίθους εσκαλίσανε όλα τα μυστικά τους
και της ψυχής εκάνανε το είδωλο το μέγα.
Όταν κι εσύ γίνεις δεκτός στα άδυτα του νού σου 
 και τους Θεούς θα δείς μπροστά, στο φως των οφθαλμών σου,
προσκύνησε την άφατη κι ανέγγιχτη αλήθεια,
πως λίθοι και σπαράγματα μιλούν στους μυημένους.
 

(1) μʹ.  – Ὅτι Βίων ἠπόρει περὶ τοῦ ψεύδους, εἰ καὶ αὐτὸ κατὰ ἀνάμνησιν, ὡς
τὸ ἐναντίον γε, ἢ οὔ· καὶ τίς ἡ ἀλογία;  – Ἢ ῥητέον ὡς καὶ τοῦτο γίνεται
κατὰ τὸ εἴδωλον τοῦ ἀληθοῦς· τὸ δὲ εἴδωλον εἶναι τοῦτο ὅπερ ἀληθὲς οὐκ ἄν τις
νομίσειεν, εἰ μή πῃ εἰδείη τὸ ἀληθές. 
Απόδοση: « Ο Βίων απορούσε περί του ψεύδους, εάν και αυτό είναι σύμφωνα με την ανάμνηση, όπως το αντίθετο ή όχι και τι είναι το παράλογο; Ή πρέπει να ειπωθεί ότι αυτό γίνεται σύμφωνα με το είδωλο του αληθούς. Το δε είδωλο δεν θα το θεωρήσει κάποιος αληθές, εάν δεν γνωρίζει το αληθές.»
Damascius Phil., In Phaedonem (versio 1) (4066: 005)
“The Greek commentaries on Plato's Phaedo, vol. 2 [Damascius]”, Ed. Westerink, L.G.
Amsterdam: North–Holland, 1977.
Section 293, line 3
 
(2) Η ιστορία αναφέρεται στον μυθικό βασιλιά της Κύπρου Πυγμαλίωνα και αναφέρει ότι κάποτε ερωτεύθηκε ένα γυναικείο άγαλμα της Αφροδίτης από ελεφαντόδοντο. Ζήτησε λοιπόν, τελικά, από τη θεά Αφροδίτη να του χαρίσει μια αληθινή γυναίκα όμοια με το άγαλμα. Μετά από λίγο, ο Πυγμαλίων είδε με έκπληξή του ότι το άγαλμα ήταν πια μια ζωντανή γυναίκα, η Γαλάτεια. Την νυμφεύθηκε και από τον Γάμο αυτόν γεννήθηκε ο Πάφος, πατέρας του Κινύρα. Αυτά αναφέρει η Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο κόρη του ήταν και η Μεθάρμη που παντρεύτηκε τον Κινύρα[1]. Υιός του Πυγμαλίωνα και της Γαλάτειας αναφέρεται ο Πάφος επώνυμος και ιδρυτής της Πάφου[2].
Ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (βιβλίο Χ) διηγείται την ιστορία με κάποια παραλλαγή: εδώ ο Πυγμαλίων είναι γλύπτης, όχι βασιλιάς, και το άγαλμα δικό του δημιούργημα.
 
 
Eros-Anteros, A. Argadi
 
Deus ultor- Δαίμων εκδικητής (1)
Σ. Αλκαίος Χ. (19.03.2019)


 
Τον Νάρκισσο συνάντησες στα μάτια της Ελένης.
Το στόμα σου εμούδιασε, τα γόνατα κοπήκαν.
Γύρνα καλέ μου Νάρκισσε να δείς λίγο κι εμένα.
Μεσ’ στον υγρό καθρέπτη σου μην πνίγεις την μορφή σου.
 
Αυτούς που σε ελάτρεψαν, μην τους γυρνάς την πλάτη,
μην φαρμακώνεις την ζωή, το νήμα της, μην κόβεις.
Θάρθει σκληρός αντέρωτας, την δίκη ν’ αποδώσει
κι ότι τους έκανες εσύ, τα ίδια θε να πάθεις.
 
Κοίτα η Ελένη μόνη της, γυρνά μέσα στους δρόμους.
Το λείψανο της μάνας της φέρνει μεσ’ σε καρότσι.
Τώρα η ηχώ της έσβησε, κανείς δεν την θυμάται.
Οι γέροι δεν μαζεύονται στης Τροίας το μπαλκόνι
και με λαχτάρα στην ψυχή να πουν μεγαλοφώνως:
«Για την Ελένη θ’ άξιζε η Τροία μας να πέσει;». (2)
 
Ο Έρως ο φιλόσοφος κρατά δαδί με φλόγα
και δίπλα ο αντέρωτας με είδωλό του μοιάζει.
Πρόσεξε μην περιφρονείς του έρωτα το βλέμμα,
είν’ προσφορά πολύτιμη κι απόκτημα σπουδαίο.
 
Ποτέ να μην βυθιστείς στου νου σου τα σκοτάδια,
στον Άδη μέσα να ζητάς το κάλλος που εχάθη.
 
(1) pompa fuit duraeque fonus plangoris ad aures Venit Anaxeretes: quam jam Deus ultor agebat. P. Ovidii nasonis. 750
Η ηχώ των θρήνων έφτασε στα αυτιά της Αναξαρέτης την οποία τώρα ο Δαίμων εκδικητής καταδίωκε.
 
(2) Όμηρος, Ιλιάς Ραψ. Γ΄ 156-160
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ' ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ' ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ' ἡμῖν τεκέεσσί τ' ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.»
(Άς μην αγανακτούν Τρώες και καλλικνήμιδες Αχαιοί
που για τέτοια γυναίκα επί πολύν χρόνον άλγη πάσχουν
τρομερά με τις αθάνατες θεές στην όψη μοιάζει αλλά κι έτσι τέτοια που είναι στις νηες ας γυρίση μήτε σε μας και τα τέκνα μας πίσω συμφορά ν’ αφήση.)
 
 
 
 «Αρμονίη αφανής, φανερής κρείττων»

Ηράκλειτος Αποσπ. 54

(Αλκαίος 06.03.2019)
 
Πάει μας λες, την έκλεψαν την όμορφη Ελένη
και εκστρατεία ξεκινάς, για να την πάρεις πίσω.
 
Για δέκα χρόνια μάτωνες γύρω από την Τροία,
Μα όταν εθριάμβευσες κι εκπόρθησες την πόλη
και τ’ ακριβό το τρόπαιο εγύρισες στην Σπάρτη,
ο μάντης σ’ αποκάλυψε την δύσκολη αλήθεια.
Πως σε παγίδα έπεσε το φως των οφθαλμών σου.
 
Δεν είν’ γυναίκα, μάθε το, η όμορφη Ελένη,
στην Αίγυπτο δεν κρύφτηκε , στο Ίλιον δεν πήγε.
Είν’ ομορφιά αόρατη που λένε πως τυφλώνει ,
είναι εικόνα ποθητή, κρυμμένη στις ιδέες. 
 
Τον Τειρεσία τύφλωσε την Αθηνά σαν είδε
και στον Ακταίωνα ορμούν οι κύνες οι πενήντα.
Φλόγα και φως εγίνηκε η τολμηρή Σεμέλη,
τον Δία σαν εζήτησε να δει γυμνό μπροστά της.
 
Είν’ η Ελένη αφανής, τα μάτια δεν την βλέπουν,
είν είδωλο πολύτιμον, του κάλλους θεωρία
κι όσοι μοχθούνε αρκετά στον νου τους την ευρίσκουν.
 
 
 
 
 
Νέμεσις ΙΙ
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  25.01.2019)
 
Κάποτε είπαν έσβησε,
πάει η Ελλάδα, πάει.
Τους Έλληνες νικήσανε,
οι οπαδοί του Χάρου.
 
Χρόνια περάσανε πολλά,
με βάσανα και πόνους,
μα δες σηκώθηκε ξανά
βαριά τραυματισμένη.
 
Σαν άρρωστος που βρέθηκε
χρόνια πολλά σε κώμα,
τα πόδια της ήταν βαριά,
κι ο νούς της σκοτισμένος.
 
Κι έχει γιατρούς, πολλούς γιατρούς,
γύρω της να προσέχουν,
μην γίνει εντελώς καλά
και τους εκδικηθεί.
 
 
 
 
 
Ο άνεμος πανάρχαιους ρυθμούς μας ψιθυρίζει.
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  26.01.2019)
 
Όλα τα έργα χάθηκαν, του ένδοξου Πρατίνα (1),
όπως και ότι έγραψε ο Τέρπανδρος (2) εκάη.
Μην ψάχνεις για Αρίωνα (3) και για Μελανιπίδη (4),
μήτε και του Δημώνακτα (5) ν’ ακούσεις την φωνή.
 
Πες, ότι και αν έγραψαν, ο άνεμος το πήρε,
πως ήταν έργο φθονερών, κακόβουλων ανθρώπων.
Μα μην μου πεις πως άδικα αυτοί κοπιάσαν
και τίποτα δεν έμεινε πάνω σ’ αυτή την γη.
 
Κάτι μπορεί ν’ αφήσανε όσοι τους εμισήσαν
κι αυτοί που τους αντέγραψαν, ασήμαντοι, μικροί.
Όχι δεν είναι σαν τον ποιητή που δούλεψε αδίκως
και τίτλους μόνον έγραψε, μα ποίημα κανένα. (6)
 
Άκου ο άνεμος περνά απ’ τους αρχαίους τόπους
και χίλιους δυό πανάρχαιους ρυθμούς μας ψιθυρίζει.
Είν’ θρήνοι και διθύραμβοι, εγκώμια και ύμνοι,
προσόδια, παρθένια, παιάνες ηχηροί.
 
(1) Ο Πρατίνας υπήρξε από τους πρώτους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Έδρασε την εποχή γύρω στην 70ή Ολυμπιάδα και θεωρείται ο εισηγητής του σατυρικού δράματος.
 
(2) Ο Τέρπανδρος ονομάστηκε «πατέρας της ελληνικής μουσικής», διότι πρώτος αυτός εργάστηκε για την διαμόρφωση και ανάπτυξη της μουσικής.
 
(3) Ο Αρίων(ας) ο Μηθυμναίος ήταν λυρικός ποιητής από τη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε το έτος γεννήσεως και του θανάτου του.
 
(4) Ο Μελανιππίδης ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής διθυράμβων από τη Μήλο. Άκμασε περί τα τέλη του Στ' και Ε' αιώνα π.Χ. Υπήρξε ο αρχαιότερος αντιπρόσωπος της νέας τότε τεχνικής των διθυράμβων όπου οι διάλογοι δεν απαγγέλλονταν πλέον αλλά αυτά τα ίδια τα πρόσωπα εμφανίζονταν και παρίσταναν την υπόθεση.
 
(5) Ο Δημώναξ ήταν αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος που γεννήθηκε στην Κύπρο και άκμασε τον +2ο αιώνα
 
 
 
Του Αλεξάνδρου ο θρόνος.
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  24.01.2019)

Ο θρόνος του Αλέξανδρου,
θεριό κάτω στον Άδη.
Κατάπιε γέρους στρατηγούς,
μα και μικρές παρθένες.
Άρπαξε με τα νύχια του,
γονείς, παιδιά, ξαδέλφια.
 
Δεν είναι τόπος για να ζεις,
ούτε για να γεννιέσαι.
Είναι χοάνη σκοτεινή,
λαιμός που καταπίνει,
χάος και νύχτα ερεβεννή,
στους κόρφους του απείρου.
 
Πρώτα τους γυιούς του αφάνισε
και τις μικρές τους μάνες.
Τον Ηρακλή, τον νόθο γυιό
της όμορφης Βαρσίνης.
Κι ύστερα τον Αλέξανδρο,
της Σογδιανής Ροξάνης.
Τον Αριδαίο άρπαξε,
Φίλιππο, γυιό Φιλίππου,
που να σωθεί εζήτησε
απ’ την Ολυμπιάδα.
 
Ο Χάρων βγαίνει απ’ την γη
σε πιάνει απ’ το πόδι,
κι είσαι μικρός, πολύ μικρός,
δεν ξέρεις τι συμβαίνει.
Που να στραφείς για να σωθείς;
Ποιο χέρι θα σ’ αρπάξει;
Ποιός είναι φίλος, ποιός εχθρός,
ποιός είν’ ο αδελφός σου;

 
 
 
  «Πρώτους ἑαυτοὺς οἱ προδόται πωλοῦσιν» (1)
(Πρώτους τους εαυτούς τους πωλούνε οι προδόται.)
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  16.01.2019)
 
Ο Δημοσθένης δέχθηκε χρυσό του Βασιλέως (2)
και την Αθήνα έστρεψε κατά των Μακεδόνων.
 
Στην μάχη της Χαιρώνειας έσπρωξε τους συμμάχους,
μ’ αυτός όλο κι απόφευγε στην φλόγα για να μπεί.
 
Στο βήμα σαν αγόρευε έμοιαζε με αδάμα,
μα την πατρίδα πρόδιδε με κούφιες ρητορείες.
 
Τον πλούτο απεχθανότανε, αδέκαστος πως ήταν,
μας έλεγε πολύ συχνά ωσάν υποκριτής. (3)
 
Τον Άρπαλο εζήτησε να διώξουν απ’ την πόλη,
μα ξαφνικά αρρώστησε κι έπαθε αργυράγχη. (4)
 
Την κύλικα εβούτηξε, άρπαξε και το χρήμα
και δίκη εξεκίνησε να ψάξουν για τον κλέφτη.
 
Μα τότε ήταν δύσκολη του δημοκόπου η μοίρα.
Του Υπερείδη έκοψε ο Αντίπατρος (5) την γλώσσα
και του Δημάδη ο Κάσσανδρος (6) τον γυιό του κατασφάζει.
 
Ο Δημοσθένης όμως πονηρός, θέλησε να ξεφύγει,
ικέτης βρέθηκε με μιας στον Μέγα Ποσειδώνα
κι αλλόκοτους υποκριτές έβλεπε στ’ όνειρό του.
 
Α! μην σας περάσει απ’ τον νου πως δεν ήταν προδότης,
αφού πριν γίνει ρήτορας ο Σάτυρος του είπε:
«Την τέχνη του υποκριτή πρέπει πρώτα να μάθεις
και στόλιζε τον λόγο σου, κάντον χαριτωμένο.»

(1) Πλουτάρχου, Βίος Δημοσθένους 31, 6
«Δημάδην δὲ χρόνον οὐ πολὺν ἀπολαύσαντα μισουμένης δόξης ἡ Δημοσθένους δίκη κατήγαγεν εἰς Μακεδονίαν, οὓς ἐκολάκευσεν αἰσχρῶς, ὑπὸ τούτων ἐξολούμενον
δικαίως, ἐπαχθῆ μὲν ὄντα καὶ πρότερον αὐτοῖς, τότε  δ' εἰς αἰτίαν ἄφυκτον ἐμπεσόντα. γράμματα γὰρ ἐξέπεσεν αὐτοῦ, δι' ὧν παρεκάλει Περδίκκαν ἐπιχειρεῖν Μακεδονίᾳ καὶ σῴζειν τοὺς Ἕλληνας, ὡς ἀπὸ σαπροῦ καὶ παλαιοῦ στήμονος – λέγων τὸν Ἀντίπατρον – ἠρτημένους. ἐφ' οἷς Δεινάρχου τοῦ Κορινθίου κατηγορήσαντος, παροξυνθεὶς ὁ Κάσσανδρος ἐγκατέσφαξεν αὐτοῦ τῷ κόλπῳ τὸν υἱόν, εἶθ' οὕτως ἐκεῖνον ἀνελεῖν προσέταξε, [ἐν] τοῖς μεγίστοις διδασκόμενον ἀτυχήμασιν, ὅτι πρώτους ἑαυτοὺς οἱ προδόται πωλοῦσιν, ὃ πολλάκις Δημοσθένους
προαγορεύοντος οὐκ ἐπίστευσε».

 
(2) Των Περσών.
 
(3) Ηθοποιός.
 
(4) 25. 5, 6   Ο Δημοσθένης δεν άντεξε άλλο, παρά χτυπημένος από την δωροδοκία, σαν να είχε δεχτεί φρουρά, συντάχθηκε με τον Άρπαλο. Την επομένη ημέρα πήγε στην εκκλησία του Δήμου, με τυλιγμένο καλά γύρω-γύρω τον λαιμό του με μαλλί και ταινίες, κι όταν τον καλούσαν να σηκωθεί και να μιλήσει, έκανε νόημα πως του κόπηκε η φωνή. Οι έξυπνοι έλεγαν κοροϊδεύοντας, πως ο δημαγωγός την νύχτα δεν έπαθε συνάχι, αλλά αργυράγχη.
25. 5, 6   οὐ γὰρ ἀντέσχεν ὁ Δημοσθένης, ἀλλὰ πληγεὶς ὑπὸ τῆς δωροδοκίας ὥσπερ παραδεδεγμένος φρουρὰν προσκεχωρήκει τῷ Ἁρπάλῳ, καὶ μεθ' ἡμέραν εὖ καὶ καλῶς ἐρίοις καὶ ταινίαις κατὰ τοῦ τραχήλου καθελιξάμενος εἰς τὴν ἐκκλησίαν προῆλθε, καὶ κελευόντων ἀνίστασθαι καὶ λέγειν, διένευεν ὡς ἀποκεκομμένης αὐτῷ τῆς φωνῆς. οἱ δ' εὐφυεῖς χλευάζοντες οὐχ ὑπὸ συνάγχης ἔφραζον, ἀλλ' ἀργυράγχης εἰλῆφθαι νύκτωρ τὸν δημαγωγόν.
 
(5) Ο Αντίπατρος ήταν Μακεδόνας στρατηγός των βασιλέων Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τοποτηρητής του τελευταίου κατά την εκστρατεία στην Ασία. Ήταν γιος του Ιόλα, αριστοκρατικής καταγωγής και ένας από τους επιφανέστερους Μακεδόνες πολιτικούς και στρατιωτικούς.
 
(6) Ο Κάσσανδρος ήταν Μακεδόνας ένας από τους Επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες στους πολέμους των Διαδόχων, που βασίλεψε στο χώρο της Μακεδονίας.
 
 
 
 
 
 ἠπείλησε κρεμᾶν αὐτούς (1)
 

(Σ. Αλκαίος Χ.  12.01.2019)
 
Στην Φαρμακούσα (2) βρέθηκε αιχμάλωτος ο Καίσαρ
και λύτρα του ζητήσανε οι πειρατές να δώσει.
 
Ήταν γνωστοί οι βάρβαροι σ’ όλη την Κιλικία,
αδίστακτοι, σκληρόκαρδοι κι όλως φονικοτάτοι.
 
Την θάλασσα εκάτεχαν, τον πλούτο συσσωρεύσαν
και πίστευαν, δεν θα βρεθεί κανείς να τους κλονίσει.
 
Μ’ αυτό το ανδραγάθημα, να πιάσουν τέτοιο ψάρι,
την μοίρα τους εχάραξε και όλα τα συντρίβει.
 
Καθώς τα λύτρα μέτραγαν και νόμιζαν πως νικήσαν,
αιχμάλωτους στην Πέργαμο ο Καίσαρας τους κλείνει.
 
Στην φυλακή θυμήθηκαν πως γέλαγαν μαζί του,
μα τώρα τους ξεκλείδωσε και όλους τους σταυρώνει.
 
Όσο κι αν είσαι ισχυρός, όση κι αν έχεις τύχη,
φυλάξου απ’ τον Καίσαρα και μην τον προκαλείς.
 
(1) “καὶ σὺν γέλωτι πολλάκις ἠπείλησε κρεμᾶν αὐτούς· οἱ δ' ἔχαιρον,
ἀφελείᾳ τινὶ καὶ παιδιᾷ τὴν παρρησίαν ταύτην νέμοντες.”
 Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, 1, 2
 
(2) Η Νήσος Φαρμακούσα και Φαρμάκω είναι ένα μικρό ελληνικό νησί του νότιου Αιγαίου στα Δωδεκάνησα, λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τα βότανα που υπήρχαν εκεί στην αρχαιότητα. Η απόσταση από τα παράλια της Μικράς Ασίας είναι 5,5 ν.μ.. Βόρειά του, στα 9,5 ν.μ., βρίσκεται το Αγαθονήσι..
 
 
 
 Στρατηγός Αυτοκράτωρ της Ελλάδος.
 




 Σ. Αλκαίος Χ. (30.11.2018)
 
Ο Λύσις κι ο Φιλόλαος κατέφυγαν στη Θήβα
Και μαθητή τους έκαναν τον αρχηγό της πόλης. (1)
 
Τον Κρότωνα εζήλωσε η Θήβα του Διονύσου
και κάλεσε τους μέγιστους στην πόλη τους δασκάλους.
 
Σ’ αυτήν την ίδια την σχολή διδάχθηκε κοντά τους
κι ο Ταύρος, του Αμύντα ο γυιός, Φίλιππος ο Αδάμας.
 
Στην μυστική την αίθουσα, τους μίλησε ο Λύσις,
για ‘κείνο που ο Όμηρος καλούσε «Μέγα έργο». (2)
 
Με λόγια και με τον χρυσό επίεσε τις πόλεις
και πόλεμο πολύ συχνά δεν δίστασε να κάνει.
 
Όταν εις την Χαιρώνεια τους στέφανους φοράει,
κοντά του αποδέχθηκε τον ρήτορα Δημάδη.
 
Στην Κόρινθο επέτυχε τις πόλεις να ενώσει,
τον πόλεμο ν’ αρχίσουνε τον Πέρση να τσακίσουν.
 
Πόση χαρά αισθάνθηκε ο δόλιος Δαρείος,
που πέτυχε το έγκλημα κι ο Φίλιππος πεθαίνει.
 
Κοιμήσου τώρα βασιλιά τον ύπνο τον μεγάλο,
τώρα που ο Αλέξανδρος ανέλαβε το έργο.

(1) Τον Επαμεινώνδα.
(2) Όμηρος Π 208 «νῦν δὲ πέφανται φυλόπιδος μέγα ἔργον»
(Τώρα φάνηκε της μάχης το μέγα έργον)
 
 
 
 Ο φιλόσοφος που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια».
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 12.11.2018)
 

Κάποτε ο φιλόσοφος που ισχυριζόταν πως «όλα είναι για καλό» συνάντησε τον φιλόσοφο που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια».
 
-Αυτό που λές είναι μεγάλο λάθος και αδικαιολόγητη άγνοια του λέει.

-Το ότι έχω δίκαιο θα σου το αποδείξω αμέσως, του απαντά ο  φιλόσοφος που έλεγε πως «όλοι λένε την αλήθεια». Άς πάρουμε για παράδειγμα αυτόν τον ανάπηρο ζητιάνο που στέκεται απέναντι με το αναπηρικό καροτσάκι ζητιανεύει και φωνάζει «Δώστε μία βοήθεια κύριοι, δεν έχω να φάω».
Όταν τελειώσει η βάρδια του, σηκώνεται, πηγαίνει στο πανάκριβο αυτοκίνητό του, βάζει το αναπηρικό καρότσι στον χώρο των αποσκευών και φεύγει. Το πρωί εάν κάποια μέρα αργήσει, θα έχει επισκευθεί την τράπεζα για να κάνει κατάθεση στον ειδικό λογαριασμό μεγάλων καταθετών που έχει.
Άρα ο ζητιάνος, μου λέει την αλήθεια.
 
Ο τραπεζίτης, που εισπράττει τα χρήματα που καταθέτει ο ζητιάνος, μου πρότεινε να βάλω ολόκληρη την περιουσία μου σε έναν ειδικό λογαριασμό και κάθε μήνα μου υποσχέθηκε πως θα εισπράττω ένα ποσόν που στο τέλος του χρόνου θα είναι πολλαπλάσιο της καταθέσεως μου.
Εγώ όμως γνωρίζω πως αυτό είναι αδύνατον να συμβεί εάν η τράπεζα λειτουργεί τίμια και νόμιμα. Η συγκεκριμένη πρότασή του είναι γνωστή απάτη που ονομάζεται πόνζι σκιμ ή πυραμίδα και έχει οδηγήσει άλλους στην καταστροφή και άλλους στην φυλακή.
Άρα ο τραπεζίτης, μου λέει την αλήθεια.
 
Ο γυιός του ζητιάνου που βλέπεις να κοιτάζει την προθήκη του κοσμηματοπωλείου, με την δερματοστιξία στο δεξί χέρι ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα που είναι τα πέντε σημεία σαν το πέντε στο ζάρι, με διαβεβαίωσε πως είναι εργατικό και τίμιο παιδί γι’ αυτό ζήτησε να παντρευτεί την κόρη μου.
Εγώ γνωρίζω όμως πως η δερματοστιξία στο δεξί του χέρι σημαίνει πως κάποτε ήταν στα κάτεργα. Ο πατέρας του μου εξομολογήθηκε κάποτε όταν μου ζήτησε την συμβουλή μου τι να κάνει που είχε μπλέξει σε μια συμμορία και είχε συλληφθεί για επιθέσεις, κλοπές και ληστείες. Τώρα τον βλέπεις μπροστά στο κοσμηματοπωλείο  και γύρω ακροβολισμένοι οι φίλοι του να ετοιμάζουν να εισβάλλουν στο  κοσμηματοπωλείο.
Άρα ο γυιός του ζητιάνου, μου λέει την αλήθεια.
 
-Μα όλοι αυτοί που μου ανέφερες λένε ψέμματα, είπε ο φιλόσοφος που ισχυριζόταν πως «όλα είναι για καλό».
 
-Κάθε άνθρωπος όμως αγαπητέ μου, μπορεί να λέει ότι θέλει με τα λόγια και να ισχυρίζεται πως λέει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως λέγεται με πολλούς τρόπους. Με την εμφάνισή μας, τον προγενέστερο βίο μας, την συμπεριφορά μας και τις επιθυμίες μας.
 
 
 
Το σιωπώμενον αγαθόν. (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 28.10.2018)
http://ermionh.blogspot.com/2018/10/1.html
 
Στον Δία τον Μητίετα
θυσίασε ο Πλάτων
και σχέδιο κατέστρωσε
μεγάλου στρατηγού.
 
Πλοία και άνδρες χάθηκαν
σε ατυχή στρατεία
κι οι ζωντανοί εκλείσθηκαν
μέσα στης γης τα βάθη.
 
Κι όμως ραδεία φαίνονταν
πως θάναι η πορεία,
τις Συρρακούσες εύκολα
πως θα τις υποτάξουν.
 
Μα τώρα οι τριήρεις τους,
οι ναύτες κι οι οπλίτες,
λικνίζονται στα κύματα,
στης ήττας τον χορό.
 
Δύο φορές επέρασε
του τύραννου την πύλη
και μέγα εκινδύνευσε
και σκλάβος επωλήθη.
 
Μα τελικά μας έδειξε
πως ένας σοφιστής
με τέχνασμα περίτεχνο
μπορεί να θριαμβεύσει.
 
Με την ζωή του έγραψε
στρατηγικής βιβλίο
που τώρα όλοι οι στρατοί
έχουν κρυφό τους όπλο.
 
Τον κάθε Διονύσιο
με τέχνασμα νικάνε,
αφού πρώτα τον πείσουνε
τα πάντα να τ’ αφήσει
και το μεγάλο αγαθό
αλλού ν’ αναζητήσει.
 
(1) «εἰ πρότερον μὲν Ἀθηναῖοι ναυτικαῖς καὶ πεζικαῖς δυνάμεσι μεγάλαις δεῦρο πλεύσαντες ἀπώλοντο καὶ διεφθάρησαν πρότερον ἢ λαβεῖν Συρακούσας, νυνὶ δὲ δι' ἑνὸς σοφιστοῦ καταλύσουσι τὴν Διονυσίου τυραννίδα, συμπείσαντες αὐτὸν
ἐκ τῶν μυρίων δορυφόρων ἀποδράντα, καὶ καταλιπόντα τὰς τετρακοσίας
τριήρεις καὶ τοὺς μυρίους ἱππεῖς καὶ τοὺς πολλάκις τοσούτους ὁπλίτας,
 
 
 
Νέμεσις
 
(Σ. Αλκαίος Χ. 13.10.2018)
 
 

Ο κόρος τους οδήγησε
στην Ύβρη και στην Άττη.
(Την Τίσι την παρέδωσε
του Αλεξάνδρου η τύχη).

Και μάρμαρο γιγάντιο
έβαλαν σε καράβι,
μνημείο για να στήσουνε
όταν θα μας νικήσουν.

H νίκη όμως έδειξε
των Αχαιών τα όπλα
και όλους τους στεφάνωσαν
των μάραθων οι κλάδοι.

Σαν τις λαμπρές ελπίδες τους
έλαμπε τότε ο λίθος.
Μα χρόνια τώρα πέρασαν
και μαύρος έχει γίνει.

Μαζεύτηκαν οι ιερείς,
οι μάντεις κι οι σοφοί μας ,
- Στην Πάρο λένε οι μισοί
πίσω να τον εστείλουν.
- Κομμάτια να τον κάνουνε,
άσπρα, λευκά χαλίκια.
- Στον Ξέρξη να τον στείλουνε
να μην τον ξαναδούνε.

Στο τέλος εζητήσανε
του γλύπτη Αλκαμένη,
άγαλμα της Νεμέσεως
στην πέτρα να σκαλίσει.
 
Στεφάνι νάχει στα μαλλιά,
φιάλη στο δεξί της,
κι ένα κλαδί από μηλιά,
χάλκινο να κρατάει.
 
Εκεί δίπλα στην Θέμιδα,
εις τον σεμνό ναό της,
σε κάθε είδους βάρβαρο,
τον νόμο θα θυμίζει.
 
 
 
 
 
Δύο εις την νι πλην ένα. (2ⁿ – 1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  29.09.2018)
http://ermionh.blogspot.com/2018/04/blog-post_5.html
 
Είν’ οι Θεοί μας όλοι τους,
Στους αριθμούς κρυμμένοι.
Για δες το είναι εύκολο
για να στο αποδείξω.
Βάλε το δύο εις την νι
κι αφαίρεσε το ένα.
Αμέσως έχεις μέθοδο,
τα πρώτα για να δείξεις.
- Αν βάλεις ένα για το νι,
το σύμπαν έχεις όλο. (α)
- Στο δύο έχεις τρίποδα,
χρυσό για τους σοφούς μας. (β)
- Με τρία εκκαθόρισες
την γέννεση του Φοίβου.  (γ)
Είν’ η ουσία του Σεπτά,
τα θαύματα του κόσμου.

(α) 2ⁿ – 1 = 2 - 1 = 1
(β) 2ⁿ – 1 = 4 – 1 = 3
(γ) 2ⁿ – 1 = 8 – 1 = 7
  
 
Προτομή του φιλοσόφου Φερεκίδου στην Σύρο.

      “χροῒ δῆλα” (1)
(Φαίνεται από το δέρμα μου)
 
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  23.09.2018)
 
Για την ψυχή μας μίλησες
πρώτος, πως δεν πεθαίνει.
Πως την ζωή την κυβερνά
η παλιγγενεσία.

Πως τρείς θεοί ορίζουνε
τον κόσμο αυτό που ζούμε.
Ο Ζας, ο χρόνος και η Γη
σε τρίποδα  δεμένοι.
 
Την πόρτα σου εκλείδωσες
τον ήλιο για να βλέπεις
κι όποιος ρωτήσει: «Πως τα πας»;
Το δάκτυλο του δείχνεις
και με τον γρίφο σου αυτό,
τον κόσμο τον διχάζεις.
 
Άλλοι στα τελευταία σου
πως βρίσκεσαι νομίζουν,
κι άλλοι πως εγιατρεύτηκες ,
το λεν τα δάκτυλά σου.
 
Κι οι δύο έχουν δίκαιο,
σαν νάναι τραγωδία,
μα τον κρυφό τον γρίφο σου
δεν τον καταλαβαίνουν.
 
Πως πράγματα ασήμαντα,
μικρά και τιποτένια,
μην τα αφήσεις για να μπουν
το σώμα σου ν’ αλώσουν.
 
Γιατί από την θύρα σου
και την μικρή οπή της,
τον κόσμο μας μελέτησες,
σε μύθους τον εκλείνεις.
 

Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων , Φερεκίδης. 118
«Ἀριστόξενος δ' ἐν τῷ Περὶ Πυθαγόρου καὶ τῶν γνωρίμων αὐτοῦ   φησι νοσήσαντα αὐτὸν ὑπὸ Πυθαγόρου ταφῆναι ἐν Δήλῳ. οἱ δὲ  φθειριάσαντα τὸν βίον τελευτῆσαι· ὅτε καὶ Πυθαγόρου παραγενομένου καὶ πυνθανομένου πῶς διακέοιτο, διαβαλόντα τῆς θύρας τὸν δάκτυλον εἰπεῖν, “χροῒ δῆλα·” καὶ τοὐντεῦθεν παρὰ τοῖς φιλολόγοις ἡ λέξις ἐπὶ τῶν χειρόνων τάττεται, οἱ δ' ἐπὶ τῶν βελτίστων χρώμενοι διαμαρτάνουσιν. ἔλεγέ τε ὅτι οἱ θεοὶ τὴν τράπεζαν θυωρὸν καλοῦσιν» 

 
 
 
 
 Δεν είναι η Ιθάκη.
 
(λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν)  Οδύσσεια λ΄ 121 (1)
 
 
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  04.09.2018)

Τα λόγια του τα άκουσες
του μάντη Τειρεσία
που τον χρησμό ερμήνευσε
ο μέγας δάσκαλός μας; (2)
 
Δεν είναι η Ιθάκη σου
το τέλος της πορείας,
είναι μια στάση μοναχά
εις της ζωής το διάβα.
 
Πόσοι πολλοί πλανήθηκαν
σαν φτάσαν στην Ιθάκη
και το κουπί δεν έπιασαν
ν’ αρχίσουν ν’ ανεβαίνουν,
δρόμο μακρύ και δύσβατο
που αγγίζει τον αιθέρα,
στην υψηλή να φτάσουνε
εις την αρχήν την πρώτη.
 
Εκεί να συναντήσουνε
ανθρώπους που δεν είδαν
της θάλασσας τα κύματα,
τις νύμφες του πελάγους
και το κουπί στην πλάτη
σου τόχουν για λιχνιστήρι .
 
Τότε θα πεις πως άγγιξες
τον υψηλό τον στόχο
κι ανέβηκες κι ορθώθηκες
στων νοητών το κάλος,
όπως κάθε φιλόσοφος
και εραστής της γνώσης.
 
Κι αν ο καλός ο ποιητής
σε πήγε στην Ιθάκη,
είν’ ο Πλωτίνος που απ’ εκεί
ακόμη σ’ ανεβάζει.
 
 
(1). Σου λέω και το σημάδι ευδιάκριτο που δεν θα σου ξεφύγει :
Σαν σ’ ανταμώσει εκεί στο δρόμο σου κανένας οδοιπόρος
και λιχνιστήρι πει στον λαμπρό ώμο σου πως κουβαλάς,
στη γη τότε το καλόπιαστο να μπήξεις  το κουπί σου,
κι αφού θυσίες προσφέρεις στο άνακτα Ποσειδώνα,
αρνί και ταύρο και γουρούνων επιβήτορα κάπρο,
γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε ιερές εκατόμβες
μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
σε όλους εφ’ εξής. Κι ο θάνατος σου έξω από την θάλασσα
πολύ γλυκός, γαλήνιος θα 'ρθει
να σε 'βρει, που θα σε πεθάνει
μες σε βαθιά καλά γεράματα᾿ κι ολόγυρα οι λαοί σου
θα ζουν ευδαίμονες. Τον άκουσες τον αψευδή μου λόγο!"
 
121 ἔρχεσθαι δὴ ἔπειτα λαβὼν ἐυῆρες ἐρετμόν,
εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι οἳ οὐκ ἴσασι θάλασσαν
ἀνέρες, οὐδέ θ᾿ ἅλεσσι μεμιγμένον εἶδαρ ἔδουσιν:
οὐδ᾿ ἄρα τοί γ᾿ ἴσασι νέας φοινικοπαρῄους
125 οὐδ᾿ ἐυήρε᾿ ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται.
σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ᾿ ἀριφραδές, οὐδέ σε λήσει:
ὁππότε κεν δή τοι συμβλήμενος ἄλλος ὁδίτης
φήῃ ἀθηρηλοιγὸν ἔχειν ἀνὰ φαιδίμῳ ὤμῳ,
καὶ τότε δὴ γαίῃ πήξας ἐυῆρες ἐρετμόν,
130 ῥέξας ἱερὰ καλὰ Ποσειδάωνι ἄνακτι,
ἀρνειὸν ταῦρόν τε συῶν τ᾿ ἐπιβήτορα κάπρον,
οἴκαδ᾿ ἀποστείχειν ἔρδειν θ᾿ ἱερᾶς ἑκατόμβας
ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
πᾶσι μάλ᾿ ἑξείης. θάνατος δέ τοι ἐξ ἁλὸς αὐτῷ 
135 ἀβληχρὸς μάλα τοῖος ἐλεύσεται, ὅς κέ σε πέφνῃ
γήραι ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον: ἀμφὶ δὲ λαοὶ
ὄλβιοι ἔσσονται. τὰ δέ τοι νημερτέα εἴρω.’

(2). Πλωτίνος Ι 3 . Περί διαλεκτικής 1.
 
Η πορεία είναι διττή για όλους, η ανάβαση και η ύψωση. Η μεν πρώτη οδηγεί από τα χαμηλά, η δεύτερη είναι για εκείνους που βρίσκονται ήδη στον Κόσμο των νοητών και που έχουν βάλει ίχνος εκεί, αλλά πρέπει να βαδίσουν ακόμη μέχρι να φτάσουν στα όρια του τόπου εκείνου, «στο τέλος της πορείας» όπως λέγει ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία, 532.e», όταν κανείς έχει φτάσει στην κορυφή του νοητού Κόσμου.
 
 
 
 
 
Κρείττων ειμί των αναιρούντων. (1)
 
(Σ. Αλκαίος Χ.  19.08.2018)


Είναι κραυγές π’ ακούγονται,
άλλοι τις λένε θρήνους.
Από νεκρούς που η πόλις τους
τους έχει αδικήσει.
Αυτοί που ξέρουν, δεν μιλούν,
τρέμουν τις Ερινύες,
που βγαίνουν τα χαράματα
τις σάρκες τους να φάνε.
 
Ακούστε το απόγονοι
των γυιών των Χαιρωνέων.
Όσο τιμή δεν δίνετε
εις τους Ασβολωμένους (2) ,
τον Δάμι τον περήφανο
τον γυιό του Περιπόλτα,
που έσφαξε τον βάρβαρο
κι όλους που δούλοι εγίναν,
τ’ αδέλφια σας, τα εγγόνια σας
σαν βγαίνουν απ’ την πόρτα,
τα μέλη τους θα βρίσκετε,
στους δρόμους πεταμένα.
  
(1). (Είμαι καλλίτερος από τους δολοφόνους μου) Άγις , Πλούταρχος 20
(2). Τους λένε στην Αιολική διάλεκτο Ασβολωμένους, γιατί ο Δάμων βγήκε για τον φόνο έχοντας αλειφθεί με καπνιά (Ασβόλω χρισάμενον εξελθείν)
Κίμων Πλούταρχος 1.
 
 
 
 
Μακεδονικός τάφος ΙΙΙ
 

 «Αθληταί πολέμων αήττητοι» (1)

http://ermionh.blogspot.com/2018/07/1.html

(Σ. Αλκαίος Χ.  22.07.2018)

Δυό χρόνια τώρα ακούγονται
ιππείς να τριγυρνάνε.
– Τ’ ακούμε λένε τα χωριά
στην Πέλλα, στα Λευκάδια,
τ’ ακούμε και στον Κοπανό
των παίδων το σχολείο.


Στον δρόμο τους συνάντησαν
δύο μικρά αγόρια
και είπαν πως τους ζήτησαν
νερό να ξεδιψάσουν.


Χρόνια πολλά πορεύονται
χωρίς να σταματήσουν
για να κομίσουν διαταγή
από τον στρατηλάτη.


-Για πέστε εις την μάνα μου
 να ξέρει, δεν το κρύβω,
πως σχέδιο χαράξανε
να με δολοφονήσουν.


Σύρε και πες στον Κάσσανδρο
νάχει τα μάτια δέκα,
πως οι εχθροί μας ειν’ πολλοί
σε όλη την Ελλάδα
και είναι πρόθυμοι πολύ
τον τόπο να προδώσουν.


………………………………….

Εχθές ξανά τους είδανε
στον τάφο του Πευκέστα.
Ο ένας γράμμα κράταγε
κι ήταν γαλανομάτης
κι άλλος ήταν αυστηρός
σαν του Διός τους κούρους.


Κρατούσανε την σάρισσα
κι είχαν λευκή καυσία
και πόνο είχαν στην μορφή
απ’ τον χαμό του εταίρου.


……………………………….

Όποιοι τους συναντήσετε,
βάλτε καλά στον νου σας,
τον Αντιγένη είδατε,
τον Τεύταμο τον μέγα, (2)
τους δυο μεγάλους αρχηγούς
στις αργυρές ασπίδες.
Που αιώνες τώρα μας φιλούν
σαν βγαίνουν απ’ τον τύμβο.


(1) Πλουτάρχου Ευμένης 16 8,9


«….τοὺς μὲν Ἕλληνας καὶ τοὺς βαρβάρους παρορμῶν, ὑπὸ δὲ τῆς φάλαγγος καὶ τῶν ἀργυρασπίδων αὐτὸς παρακαλούμενος θαρρεῖν, ὡς οὐ δεξομένων τῶν πολεμίων. καὶ γὰρ ἦσαν οἱ πρεσβύτατοι τῶν περὶ Φίλιππον καὶ Ἀλέξανδρον, ὥσπερ ἀθληταὶ πολέμων ἀήττητοι καὶ ἀπτῶτες εἰς ἐκεῖνο χρόνου, πολλοὶ μὲν ἑβδομήκοντ' ἔτη γεγονότες, νεώτερος δ' οὐδεὶς ἑξηκονταετοῦς.»
 
…..παροτρύνοντας τους Έλληνες και τους βαρβάρους και παρακινούμενος από την φάλαγγα και τους αργυράσπιδες με την σκέψη πως οι εχθροί δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν σ’ αυτούς. Ήταν άλλωστε οι γεροντότεροι από τους στρατιώτες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ανίκητοι και ακαταμάχητοι αθλητές πολέμων, μέχρι στιγμής πολλοί σε ηλικία εβδομήντα ετών και κανείς νεώτερος από εξήντα.

(2) Πλουτάρχου Ευμένης 16 2,3
“ἐφ' ᾧ λυπούμενοι καὶ φθονοῦντες οἱ τῶν ἀργυρασπίδων ἡγεμόνες, Ἀντιγένης καὶ Τεύταμος, ἐπεβούλευον αὐτῷ, καὶ τοὺς πλείστους τῶν τε σατραπῶν καὶ τῶν
στρατηγῶν συναγαγόντες ἐβουλεύοντο, πότε χρὴ καὶ πῶς τὸν Εὐμενῆ διαφθεῖραι.”


Γι’ αυτό οργίστηκαν και τον φθονούσαν οι αρχηγοί των αργυράσπιδων ο Ἀντιγένης και ο Τεύταμος, οι οποίοι τον επιβουλεύονταν και συγκαλώντας τους περισσότερους σατράπες και στρατηγούς, σκεύτονταν πώς να σκοτώσουν τον Εὐμενῆ.
 

 

Η του διδασκάλου προδοσία. (*)

 



(Πλουτάρχου, Κάμιλλος, 10)


(Σ. Αλκαίος Χ.) 27.06.2018


Όμηροι είναι τα παιδιά

στου δάσκαλου τα χέρια

κι αν είν’ αυτός ακέραιος,

στις Μούσες τ’ αποθέτει.

 

Αν όμως είναι πονηρός

και δόλιος κι αλήτης,

του Φαλερίου δάσκαλου

μπορεί να ομοιάσει.


Που πήρε τα μικρά παιδιά

και τάβγαλε απ’ την πόλη

και στους Ρωμαίους θέλησε
για λύτρα να τα δώσει.
 
Μα ο Κάμηλος αρνήθηκε
τέτοια αισχρή πραμάτεια
να πάρει τα μικρά παιδιά
μ’ αντάλλαγμα την πόλη.
 
Ξεγύμνωσε τον δάσκαλο
κι ευθύς τον στέλνει πίσω
να τον γυρίσουν τα παιδιά
σαν όνο ντροπιασμένο.
Κάμιλε μεγαλόκαρδε
έλα και δίδαξέ μας,
τώρα που επερίσσεψαν
οι άθλιοι δασκάλοι.

 

(*)


10. Αλλ' οι Φαλέριοι, θάρρος έχοντες εις τας οχυρώσεις των, τοσούτον κατεφρόνουν την πολιορκίαν, ώστε, πλην των φυλαττόντων τα τείχη, οι άλλοι περιεφέροντο εις την πόλιν, φορούντες απλά ιμάτια· οι δε παίδες αυτών επήγαινον εις τα σχολεία, και κατεβιβάζοντο υπό του διδασκάλου περί τα τείχη διά να περιπατώσι και να γυμνάζωνται· διότι οι Φαλέριοι, ως οι Έλληνες, είχον κοινόν διδάσκαλον, θέλοντες να συζώσι και να συναναστρέφωνται ευθύς εξ αρχής οι παίδες. Ούτος λοιπόν ο διδάσκαλος, επιβουλευόμενος τους Φαλερίους διά των παίδων, εξήγεν αυτούς καθ' εκάστην ημέραν υπό το τείχος, κατ' αρχάς μεν εγγύς, και έπειτα πάλιν τους επανέφερεν εις την πόλιν αφ' ού εγυμνάζοντο. Μετά τούτο δε, κατ' ολίγον υπάγων αυτούς απωτέρω, τους συνείθισε να έχωσι θάρρος, και να πιστεύωσιν ότι υπήρχεν αφοβία μεγάλη· και τέλος, έχων όλους αυτούς μεθ' εαυτού, τους έφερε και τους παρέδωκεν εις τους προ φύλακας των Ρωμαίων, ειπών εις αυτούς να τον φέρωσι προς τον Κάμιλλον. Οδηγηθείς δε προς αυτόν, και σταθείς εις το μέσον, είπεν ότι είναι εκπαιδευτής και διδάσκαλος, και προτιμών εκείνον μάλλον να ευχαριστήση παρά τα καθήκοντα ταύτα να εκτελή, ήλθε φέρων την πόλιν διά των παίδων. Εις δε τον Κάμιλλον φρικτή εφάνη αύτη η πράξις όταν την ήκουσε, και είπε προς τους παρεστώτας ότι φοβερόν πράγμα είναι ο πόλεμος, και διά πολλής αδικίας και διά βιαίων διεξάγεται έργων αλλ' ότι υπάρχουσι και του πολέμου νόμοι τινές διά τους αγαθούς άνδρας, οίτινες δεν πρέπει τοσούτον να επιδιώκωσι την νίκην, ώστε να μη αποφεύγωσι και τας ωφελείας όσαι πηγάζουσιν εκ κακών έργων και ασεβών· διότι ο μέγας στρατηγός πρέπει να εκστρατεύη πεποιθώς εις τα ίδια αυτού προτερήματα, ουχί εις την κακίαν των άλλων. Και ταύτα ειπών, διέταξεν εις τους υπηρέτας, του ανθρώπου μεν τούτου να σχίσωσι τα ιμάτια, και να δέσωσιν οπίσω τας χείρας του, ράβδους δε να δώσωσι και μάστιγας εις τους παίδας, οίτινες δέροντες τον προδότην, να τον διώξωσιν εις την πόλιν. Είχον δ' ήδη εννοήσει οι Φαλέριοι την προδοσίαν του διδασκάλου, και η μεν πόλις, ως ήτον επόμενον, παρεδίδετο εις θρήνον διά την μεγίστην αυτήν συμφοράν, άνδρες δ' εκ των επισήμων και γυναίκες ως έξω φρενών έτρεχον εις τα τείχη και εις τας πύλας, όταν οι παίδες εφάνησαν φέροντες και ραβδίζοντες τον διδάσκαλον γυμνόν και δεδεμένον, τον δε Κάμιλλον σωτήρα και θεόν και πατέρα καλούντες· ώστε ου μόνον οι γονείς αυτών, αλλά και όλοι οι πολίται, ταύτα βλέποντες, εθαύμαζον και επόθουν του Καμίλλου την δικαιοσύνην. Συνελθόντες δ' αμέσως εις την εκκλησίαν, έπεμψαν πρέσβεις, αναθέτοντες εις εκείνον την τύχην των· ο δε Κάμιλλος έστειλεν αυτούς εις την Ρώμην. Παρουσιασθέντες δ' εις την Βουλήν, είπον ότι, της νίκης οι Ρωμαίοι την δικαιοσύνην προτιμήσαντες, εδίδαξαν και αυτούς να προτιμήσωσι την υποταγήν μάλλον της ελευθερίας, καθ' όσον δεν υπετάσσοντο εις την δύναμιν, αλλ' ωμολόγουν ότι υπό της αρετής ενικήθησαν. Η δε Βουλή ανέθηκε πάλιν εις εκείνον να κρίνη και αποφασίση περί τούτου. Λαβών λοιπόν χρήματα παρά των Φαλερίων, και φιλίαν συνδέσας μεθ' όλων των Φαλίσκων, ανεχώρησεν.


 


[10] Οὕτως δὲ τῆς πολιορκίας κατεφρόνουν οἱ Φαλέριοι τῷ πανταχόθεν ἐξωχυρῶσθαι πιστεύοντες, ὥστε πλὴν τῶν τὰ τείχη φυλασσόντων τοὺς ἄλλους ἐν ἱματίοις κατὰ τὴν πόλιν ἀναστρέφεσθαι, τοὺς δὲ παῖδας αὐτῶν εἴς τε τὰ διδασκαλεῖα φοιτᾶν καὶ παρὰ τὰ τείχη περιπατήσοντας καὶ γυμνασομένους ὑπὸ τοῦ διδασκάλου καταβιβάζεσθαι. κοινῷ γὰρ ἐχρῶντο τῷ διδασκάλῳ πάντων ὥσπερ Ἕλληνες οἱ Φαλέριοι, βουλόμενοι συντρέφεσθαι καὶ συναγελάζεσθαι μετ' ἀλλήλων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοὺς παῖδας. οὗτος οὖν ὁ διδάσκαλος ἐπιβουλεύων τοῖς Φαλερίοις διὰ τῶν παίδων, ἐξῆγεν αὐτοὺς ἡμέρας ἑκάστης ὑπὸ τὸ τεῖχος ἐγγὺς τὸ πρῶτον, εἶτ' ἀπῆγεν αὖθις εἴσω γυμνασαμένους. ἐκ δὲ τούτου κατὰ μικρὸν ὑπάγων εἴθισε θαρρεῖν ὡς πολλῆς οὔσης ἀδείας, καὶ τέλος ἔχων ἅπαντας εἰς τοὺς προφύλακας τῶν Ῥωμαίων ἐνέβαλε καὶ παρέδωκεν, ἄγειν κελεύσας πρὸς τὸν Κάμιλλον. ἀχθεὶς δὲ καὶ καταστὰς εἰς ὄψιν, ἔλεγε παιδευτὴς μὲν εἶναι καὶ διδάσκαλος, τὴν δὲ πρὸς ἐκεῖνον χάριν ἀντὶ τούτων ἑλόμενος τῶν δικαίων, ἥκειν αὐτῷ τὴν πόλιν ἐν τοῖς παισὶ κομίζων. δεινὸν οὖν ἀκούσαντι τὸ ἔργον ἐφάνη Καμίλλῳ, καὶ πρὸς τοὺς παρόντας εἰπών, ὡς χαλεπὸν μέν ἐστι πόλεμος καὶ διὰ πολλῆς ἀδικίας καὶ βιαίων περαινόμενος ἔργων, εἰσὶ δὲ καὶ πολέμων ὅμως τινὲς νόμοι τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσι, καὶ τὸ νικᾶν οὐχ οὕτω διωκτέον ὥστε μὴ φεύγειν τὰς ἐκ κακῶν καὶ ἀσεβῶν ἔργων χάριτας -- ἀρετῇ γὰρ οἰκείᾳ τὸν μέγαν στρατηγόν, οὐκ ἀλλοτρίᾳ θαρροῦντα κακίᾳ χρῆναι στρατεύειν -- , προσέταξε τοῖς ὑπηρέταις τοῦ μὲν ἀνθρώπου καταρρηγνύναι τὰ ἱμάτια καὶ τὰς χεῖρας ὀπίσω περιάγειν, τοῖς δὲ παισὶ διδόναι ῥάβδους καὶ μάστιγας, ὅπως κολάζοντες τὸν προδότην ἐλαύνωσιν εἰς τὴν πόλιν.

Ἄρτι δὲ τῶν Φαλερίων ᾐσθημένων τὴν τοῦ διδασκάλου προδοσίαν, καὶ τὴν μὲν πόλιν οἷον εἰκὸς ἐπὶ συμφορᾷ τοσαύτῃ θρήνου κατέχοντος, ἀνδρῶν δ' ὁμοῦ καὶ γυναικῶν ἐπὶ τὰ τείχη καὶ τὰς πύλας σὺν οὐδενὶ λογισμῷ φερομένων, προσῆγον οἱ παῖδες τὸν διδάσκαλον γυμνὸν καὶ δεδεμένον προπηλακίζοντες, τὸν δὲ Κάμιλλον σωτῆρα καὶ πατέρα καὶ θεὸν ἀνακαλοῦντες, ὥστε μὴ μόνον τοῖς γονεῦσι τῶν παίδων, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις πολίταις ταῦθ' ὁρῶσι θαῦμα καὶ πόθον ἐμπεσεῖν τῆς τοῦ Καμίλλου δικαιοσύνης. καὶ συνδραμόντες εἰς ἐκκλησίαν πρέσβεις ἔπεμψαν ἐκείνῳ τὰ καθ' ἑαυτοὺς ἐπιτρέποντες, οὓς ὁ Κάμιλλος ἀπέστειλεν εἰς Ῥώμην. ἐν δὲ τῇ βουλῇ καταστάντες εἶπον, ὅτι Ῥωμαῖοι τῆς νίκης τὴν δικαιοσύνην προτιμήσαντες ἐδίδαξαν αὐτοὺς τὴν ἧτταν ἀγαπῆσαι πρὸ τῆς ἐλευθερίας, οὐ τοσοῦτον τῇ δυνάμει λείπεσθαι δοκοῦντας, ὅσον ἡττᾶσθαι τῆς ἀρετῆς ὁμολογοῦντας. ἀποδούσης δὲ τῆς βουλῆς πάλιν ἐκείνῳ τὸ κρῖναι καὶ διαιτῆσαι ταῦτα, χρήματα λαβὼν παρὰ τῶν Φαλερίων καὶ φιλίαν πρὸς ἅπαντας Φαλίσκους θέμενος ἀνεχώρησεν.

 

Αρχαίες ψυχές.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.)
 
Δεν έχω τον μηρό χρυσό (*)
Και χάλκινα σανδάλια. (**)
Δεν δίδαξα στον Κρότωνα
Δεν έζησα στην Αίτνα.
 
Πολύ πριν από τον Έφορβο
Γεννήθηκ’ η ψυχή μου.
Μία σταγόνα γάλακτος
Απ’ την θηλή της Ήρας.
 
Στο Ίλιο πολέμησα
Μαζί με τους γενναίους.
Τον Πήλιο, τον Μήστορα,
Τον Φλέγυ, τον Ποδάργη,
Τον Ίσανδρο, τον Έλενο,
Τον Δάρη, τον Διομήδη,
Τον Σίπυλο, τον Φενεό,
Και τον λαμπρό Πηλείδη.
 
Ένα πουλί σαν τις ψυχές
Τόσων νεκρών ηρώων.
Που πέταξαν στα σύννεφα
Και που πετούν ακόμα.
 
Τα βλέπεις εις τους ουρανούς
Χαρούμενα φωνάζουν,
Σμήνη πουλιών πυκνά πετούν
Στα νέφη κολυμπούνε.
 
Μα σαν θα έλθει η στιγμή
Ωσάν την Περσεφόνη,
Βουτούν ξανά στον Άδη μας
Το γένος για να σώσουν.
 
Ανάμεσά μας περπατούν
Σαν όλους τους ανθρώπους.
Δεν έχουν σήμα στην μορφή,
Για να τους ξεχωρίσεις.
 
Μα σαν  κι εσύ είσαι ψυχή
Από τις δοξασμένες,
Συγγένεια νοιώθεις με μιας
σαν θα βρεθείς κοντά τους.
 
Πολλές ψυχές χαθήκανε
Τα χρόνια που περάσαν.
Η άγνοια κι η αμάθεια
Και το βαθύ σκοτάδι
Κι οι απειλές για θάνατο
Σβήνανε κάθε ελπίδα.
 
Κι έτσι η ψυχή του Έλληνα
Σαν την πυγολαμπίδα,
Σε δάσος άγριο, πυκνό
Έφεγγε στο σκοτάδι.
 
Μ’ ονόματα βαρβαρικά,
Με γλώσσα στρεβλωμένη,
Χωρίς θεούς και ήρωες
Πορεύτηκε στην νύχτα.
 
Μα ξάφνου φως Ελληνικό
Ανάβει στα ερέβη
Πλήθωνας κι Ιουλιανός
Καβάφης, Υψηλάντης
Έλληνες βροντοφώναξαν
Τους τάφους σας γκρεμίστε.
 
Κι ο Γιάννης έγινε με μιας
Κελάδων, Νηλεΐδης
Και Υπατία η Μαριώ
Μαινάδα του Διονύσου.
 
Γιορτάστε Έλληνες ξανά
Λατρεύστε τους θεούς σας
Στρώστε, πατήστε την πυρά ,
Μεθύστε με τον Βάκχο.
 
Κι όλα θα έλθουνε ξανά,
Καλλίτερα από πρώτα.
Φιλόσοφοι και ρήτορες 
γλύπτες κι ιεροφάντες
της Δήμητρας, της κόρης της,
την κίστη θα δεικνύουν.
 
(*) Πυθαγόρας
(**) Εμπεδοκλής





Του νεκρού οπλίτη.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.)
 
«Ηρωικώς μαχόμενος έπεσε στο πεδίον».
Θα έγραφε ο γραμματεύς εις την εφημερίδαν (1)
«Ήταν τιμή στην φάλαγγαν
και πελταστής γενναίος
καμάρι εις τους δυό του γιούς,
στους σύντροφους ασπίδα».
 
Η τύχη σαν μας στέρησε
του Φίλιππου τον γιό,
όλα τα ελαττώματα
εβγήκανε στους δρόμους.
Κι όλοι οι εχθροί χαρήκανε
και στήσανε χορό
και του λαμπρού του δέντρου μας
τις ρίζες κατατρώγουν.
 
Κι οι Πέρσες καθημερινά
το μίσος τους μας δείχνουν
και σήμερα σκοτώσανε
τον νεαρό οπλίτη.
 
Ωσαν τον Γοργηθίωνα
που τόξευσε ο Τεύκρος
κι αστόχησε στον Έκτορα
και τον ερίχνει κάτω.
Την κεφαλή σαν έγειρε 
απ’ την πληγή στο στήθος
με παπατούνα έμοιασε
σε κήπο νοτισμένο. (2)
 
Μα οι δειλοί ηγέτες μας
το κρύβουν δεν το λένε
και για ατύχημα μιλούν
και τάχα τον εκλένε.
 
Ο στρατηγός θα ήθελε
την χήρα να τιμήσει,
μα δεν μπορεί, δεν δύναται
στον οίκο της να πάει.
Είν’ η γενέτειρα μακράν
και δύσβατος ο δρόμος
κι από τον οίνον τον πολύν
τα πόδια του τρεκλίζουν.
 
Ξέρεις εδώ στην Σογδιανήν
είναι τραχείς οι δρόμοι
μπορείς να πεις ζαλίστηκε
κι έπεσε απ’ τα βράχια.
 
Τα γεγονότα δεν μπορείς
πιστά να περιγράψεις
μιας κι η αλήθεια η πολλή
το ύφος αλλοιώνει.
 
  
 (1) Πρόκειται για τις "Βασιλικές Εφημερίδες" του Μεγάλου Αλεξάνδρου που έγραφαν τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
(2) Ιλιάς Θ 300- 308




Ο ποιητής

(Σ. Αλκαίος Χ.)

Είχε σημάδι φανερό
Στην άκρη του ματιού του
Και τα μαλλιά του εμπλέκοντο
Στις ίνες των συννέφων.


Αχ, τον ερώτησα γιατί,
Γιατί ψηλώνεις τόσο;


Δεν είν’ που ανέβηκα εγώ
στου λόφου τ’ ακρωτήρι
μήτε γιατί τρισάσμενος  (*)
μάκρυνα το κορμί μου.


Είναι που η γης εχάλασε
κι άλλαξε δρόμο η δίνη
κι ο ουρανός χαμήλωσε
κι εμπλέχθη στα μαλλιά μου


(*) ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ. τρισ /τρι * + ἄσμενος «τρις+ευτυχής»]





 Αθανασία.

(Σ. Αλκαίος Χ.) 19.05.2018

Σαν ήτο παις ο Ίωνας,
στον Παρνασσό γυρνούσε,
στην Κασταλία λούζονταν
και τους θνητούς ρωτούσε.

Ποιος πόθος, ποιο ερώτημα,
σε έστειλε κοντά μας
για να ρωτήσεις τον Θεό,
τον βίο σου να σώσεις;

Ήταν παιδί κι έτσι κανείς
δεν το παρατηρούσε
που τρύπωνε στα άδυτα,
σ΄ όλες τις συζητήσεις.

Μια μέρα η καλλίκομη,
η τρομερή Πυθία,
χρησμό προσφέρει στο παιδί,
χωρίς να την ρωτήσει.

Κούρε μικρέ, του είχε πει
αυτό μην το ξεχάσεις.
Μικρός σαν είν’ ο άνθρωπος
ζει την αθανασία.

Μα σαν περάσει την κορφή
του όρους της ζωής του,
είναι ωσάν τους λατρευτές
που ‘ρχονται και ρωτάνε,
πώς να γενούν αθάνατοι
ωσάν τον Γανυμήδη.

Προσέχετε τους εφιστώ
του Τιθωνού την μοίρα,
που στης Ηούς εξάπλωσε
το νυφικό κρεββάτι.
Ήταν μικρός, δεν νοιάστηκε
την νιότη ν’ ασφαλίσει
και μίκρυνε και ζάρωσε
κι έγινε τζιτζίκι.

Μην μοιάσετε του Κένταυρου
του Χείρωνα την μοίρα,
π’ αθάνατος γεννήθηκε
μα κάλεσε τον Χάρο.

Τώρα που είστε αθάνατοι,
παιδιά, κόρες και κούροι,
σχεδία φτιάξτε με πανιά,
την Καλυψώ αφήστε .



Βάριος Άβιτος Βασσιανός
 -  Ηλιογάβαλος.


(Σ. Αλκαίος Χ.) 27.05.2018

Πέρασε τώρα ο καιρός που οι νόμοι μας επνίγαν
και Εστιάδες, Κάτωνες τον βιό μας καθορίζαν.
Νέοι θεοί πια κυβερνούν, την Ρώμη, τον λαό της
κι μάμμη μου κι οι αδελφές κρατούν την γερουσία.


Εγώ ο Ηλιογάβαλος για άλλο δεν φροντίζω,
πρώτα να φτιασιδώνομαι σαν να ‘μουνα γυναίκα
και της Εμέσης τον θεό σε πέτρα να λατρεύω.


Ολημερίς κι ολονυχτίς άλλο να μη με νοιάζει,
των ηδονών των σαρκικών, τους πόθους να πυρώνω.


Της μάμμης μου τις συμβουλές τις άκουσα για λίγο,
μα στον Αλέξανδρο στρεφότανε ανόητα ο όχλος,
και θάνατος πορφύραιος τον ξάπλωσε μπροστά μου.


Α! δεν με νοιάζει ο λαός τι κάθεται και λέει
πως τον θεό επέβαλα που ‘ναι εχθρός της Ρώμης.
Μια μαύρη πέτρα προσκυνώ βδέλυγμα της Ασίας
κι αν με ρωτούν λέω εγώ «Σιστέρσιο δεν δίνω»
για ότι κι αν εσέβετο μέχρι εχθές η Ρώμη.


Έτσι συμπεριφέρετο το πιόνι της Ασίας
και άρμα πάλι στόλιζε την πέτρα να γιορτάσει.
Με βάψιμο προκλητικό θα εμφανιστεί μπροστά τους,
με μαργαρίτες στον λαιμό και χρυσαφιά πορφύρα.
Χίλια δικά του κνώδαλα θα τον επλαισιώνουν
που εντομή εκάνανε και διδυή βαδίζουν.


Μα τα λαμπρά τα σχέδια χαλάσανε του Πραίτορα οι νέοι,
που ‘ναι των νόμων φύλακες κι άγρυπνοι φαλαγγίτες.


Φρικτά τον διαμέλισαν, στον Τίβερη τον ρίχνουν.

 
 
 
 
 
 
Υψιπετής εγωισμός.
 
“λέγεται γὰρ οὕτω παράφορος πρὸς δόξαν
εἶναι καὶ πράξεων μεγάλων ὑπὸ φιλοτιμίας ἐραστής,
ὥστε νέος ὢν ἔτι, τῆς ἐν Μαραθῶνι μάχης πρὸς τοὺς
βαρβάρους γενομένης καὶ τῆς Μιλτιάδου στρατηγίας
διαβοηθείσης, σύννους ὁρᾶσθαι τὰ πολλὰ πρὸς ἑαυτῷ
καὶ τὰς νύκτας ἀγρυπνεῖν καὶ τοὺς πότους παραιτεῖσθαι
τοὺς συνήθεις, καὶ λέγειν πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας καὶ
θαυμάζοντας τὴν περὶ τὸν βίον μεταβολήν, ὡς καθεύδειν
αὐτὸν οὐκ ἐῴη τὸ Μιλτιάδου τρόπαιον”.
Πλουτάρχου Βίοι, Θεμιστοκλής. 3 (*)
 
 (Σ. Αλκαίος Χ.) 01.06.2018
 
Ο τόπος που γεννήθηκε
πολλά δε είδε στάχυα
το σώμα να ορθώνουνε
σ’ υπόξανθα χωράφια. (**)
 
Είναι γιατί οι δάσκαλοι
μικροί, ψυχροί κι αχρείοι,
μεγάλο σφάλμα έλεγαν
πως είν’ η περηφάνια.
 
Βραχεία είναι η ζωή
που ζούνε οι ανθρώποι
κι έχει πολλές μεταβολές
κι είν’ συμφορές γεμάτη.
 
Μα είν’ ψυχές ξεχωριστές
που ζούνε μ’ αγωνία
κι ο εγωισμός τους τις ωθεί
προς την αθανασία.
 
Στον δρόμο αυτό εβάδισαν
όλοι οι γεωμέτρες.
Ο Ίππαρχος, ο Κλαύδιος,
ο Θέωνας, ο Πάππος,
ο Ιπποκράτης ο γιατρός,
η μαία Αγνοδίκη,
ο Κέλσος, και ο Γαληνός
και ο σοφός Ηρακλείδης.
 
Όλοι αυτοί δοξάστηκαν
όχι από την τύχη,
αλλά την τέχνη άσκησαν
με πόνους και μ’ ιδρώτα.
 
Γι' αυτό κι εσένα αν σε πούν
πως το εγώ ηράσθης,
θυμίσου πως οι μαλθακοί
μισούν τους αθανάτους.
 
(*)[3.4] Λέγεται μάλιστα ότι ο Θεμιστοκλής είχε τόση μανία να αποχτήσει δόξα και από τη φιλοδοξία του λαχταρούσε τόσο πολύ τα μεγάλα κατορθώματα, ώστε, νέος ακόμη, όταν έγινε στο Μαραθώνα η μάχη με τους βαρβάρους και διαφημίστηκε η στρατηγία του Μιλτιάδη, αυτός φαινόταν πολύ σκεφτικός, τις νύχτες έμενε άυπνος, παράτησε τα συνηθισμένα συμπόσια και σ᾽ εκείνους που τον ρωτούσαν με απορία για την απότομη αυτή μεταβολή της ζωής του έλεγε: «Δε μ᾽ αφήνει να κοιμηθώ ο θρίαμβος του Μιλτιάδη!»
 
(**) Υπαινιγμός στους «ὑπερφυέας τῶν ἀσταχύων», την συμβουλή του Θρασύβουλου στον Περίανδρο να απομακρύνει τους πολίτες που ξεχωρίζουν.
 
Θρασύβουλος Περιάνδρῳ
Τῷ μὲν κήρυκι σεῦ οὐδὲν ὑπεκρινάμην· ἀγαγὼν δὲ αὐτὸν ἐς
λήιον, τοὺς ὑπερφυέας τῶν ἀσταχύων ῥάβδῳ παίων ἀπεθέριζον,
ὁμαρτέοντος ἐκείνου. καί σοι ἀναγγελέει εἰ ἐπέροιο ὅ τι μευ  
ἀκούσειεν ἢ ἴδοι. σὺ δὲ ποίει οὕτως, ἤν γ' ἐθέλῃς καρτύνασθαι
τὴν αἰσυμνητίην· τοὺς ἐξόχους τῶν πολιτέων ἐξαίρειν, ἤν τέ τις
ἐχθρός τοι φαίνηται, ἤν τε μή. ὕποπτος γὰρ ἀνδρὶ αἰσυμνήτῃ καὶ τῶν τις ἑτάρων.

Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων Βιβλίο 1, τμήμα 100, γραμμή 9
 
 

Καθάπερ ἐν τελετῇ καὶ μυήσει.

«ἔλεγε δὲ μήτ' ἀπείρους μήθ' ἕνα μήτε πέντε κόσμους, ἀλλὰ τρεῖς καὶ ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατὸν εἶναι συντεταγμένους κατὰ σχῆμα τριγωνοειδές, οὗ πλευρὰν ἑκάστην ἑξήκοντα κόσμους ἔχειν· τριῶν δὲ τῶν λοιπῶν  ἕκαστον ἱδρῦσθαι κατὰ γωνίαν, ἅπτεσθαι δὲ τοὺς ἐφεξῆς ἀλλήλων ἀτρέμα περιιόντας ὥσπερ ἐν χορείᾳ· τὸ δ' ἐντὸς ἐπίπεδον τοῦ τριγώνου κοινὴν ἑστίαν εἶναι πάντων, καλεῖσθαι δὲ πεδίον ἀληθείας, (...) ὄψιν δὲ τούτων καὶ θέαν ψυχαῖς ἀνθρωπίναις ἅπαξ ἐν ἔτεσι μυρίοις ὑπάρχειν.»
Πλούταρχου «Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν»  (409e–438d) (*)


(Σ. Αλκαίος Χ.) 02.06.2018

Σκληρό δέχθηκες κτύπημα
κι η μνήμη σου εχάθη
ακίνητος ακούς φωνή
που όλο σε προστάζει.


«Θυμίσου, για προσπάθησε
ποιος είσαι Έλληνά μου;»


Μην είσαι ένας ποιητής
που οι στίχοι του χαθήκαν;
Τεχνίτης σ’ εργαστήριο
που σκάλιζε εφήβους;
Πιστός μην ήσουν μαθητής
του Πρόκλου, του Πλωτίνου;
Μην της τριήρους το κουπί
τράβαγες για την Λήμνο;
Μην ήσουν λάτρης του Ερμού,
της Αθηνάς, του Βάκχου;


Ποιος ήσουνα καρδούλα μου,
πες μου και μην το κρύβεις.


Πες μου το κι αν το θυμηθείς,
όλα στη γη θ’ αλλάξουν.
Θα στρίψει ο άξονας της γης
κι γης θα πλημμυρίσει,
μ’ αρώματα πρωτόγνωρα
κι οι ώρες θα ανοίξουν,
του ουρανού τις πύλες του
που ‘ναι μανταλωμένες
και οι Θεοί θα ξεχυθούν
στης γης μας τα λιβάδια.


Θυμήσου λατρεμένε μου
που είν’ ο νους κι η σκέψη;


Της σκοτεινής μας της ειρκτής
τις πόρτες άνοιξέ τες
για να ξεφύγουν οι ψυχές,
στον Όλυμπο να πάνε.


(*) Έλεγε πως οι κόσμοι δεν είναι ούτε άπειροι, ούτε ένας, ούτε πέντε, αλλά τρεῖς καὶ ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατὸν (183) και είχαν διαταχθεί σε σχήμα τριγώνου που κάθε πλευρά του είχε εξήντα κόσμους. (….) Η εσωτερική επίπεδη επιφάνεια του τριγώνου είναι κοινή εστία για όλους καλείται πεδίο αληθείας.


 

Τοῖς ξυνιέναι δυναμένοις. (*)

(Σ. Αλκαίος Χ. 10.06.2018)

Όχι, ποτέ μην πείς ποτέ,
πως φταίνε οι δασκάλοι,
που αποδιωγμένοι έφυγαν
στην μακρινή Ασία.


Δρόμο μακρύ εβάδισαν
προτού να γεννηθούνε
κι σ’ ατελέστερες ψυχές
τα δώρα να προσφέρουν.


Με μαντική, τελεστική,
άρδευσαν την ψυχή τους,
κι ευεργεσία σκόρπισαν
στους ένυλους ανθρώπους.


Πέντε ψυχές, αγνές ψυχές,
απ’ την Αθήνα φεύγουν,
σαν με διάταγμα στυγνό,
κλείνουνε την σχολή τους.


Μα έπεσαν σ’ αναίσχυντους
και αμελείς βαρβάρους,
που να συλλάβουν δεν μπορούν
το νοητό το κάλλος.


Τους δίδαξαν για την αγνή ψυχή,
πως έχει τρία μέρη,
πώς να προσέξουν η ζωή,
στην λήθη να μην πέσει.


Πολλές φορές τους μίλησαν
για μεγαλοφροσύνη,
για προτροπή, για έλεγχο,
για κάθαρση κι αλήθεια.


 Οι μήνες όμως πέρναγαν
χωρίς καμιά ελπίδα,
αφού σε άξεστες ζωές,
δίδασκαν ανωφέλως.


Τους κύλινδρους μαζέψανε,
να φύγουν ξεκινήσαν,
στην έρημο την Σίουα,
να μπούν σε έξορία.


Εκεί, με λίγους μαθητές,
θα έλθει το λυκόφως,
μα τα γραπτά θα φυλαχθούν,
μες στην καυτή την άμμο.


Άλλους τα χρόνια αφάνισαν,
τον Σώπατρο τον σφάξαν.
Αιώνες πέρασαν πολλοί,
ποιος ξέρει τον Ερμεία;


Ποιος ξέρει τον Δαμάσκιο,
που στην Αθήνα δίδαξε,
το αγαθό, τον έλεγχο
και για το θείο κάλλος;


Μα τώρα ήλθε ο καιρός,
που υμνεί την ευγονία,
και σ’ όσους αγωνίστηκαν,
τα δώρα του χαρίζει.


Μαζί με τον δάσκαλό τους, τον τελευταίο σχολάρχη της Ακαδημίας της Αθήνας, Δαμάσκιο, οι Σιμπλίκιος,  Ευλάμπιος ο Φρύγας, ο Πρισκιανός ο Λυδός, ο Ερμείας , ο Διογένης από τη Φοινίκη και ο Ισίδωρος ο Γαζαίος μετανάστευσαν στην αυλή του βασιλιά Χοσρόη, αφότου ο Ιουστινιανός έκλεισε την Πλατωνική Ακαδημία της Αθήνας το 529 μ.Χ.
(*) (Σε όσους μπορούν να καταλάβουν)

Πρόκλος, Υπόμνημα εις Πλάτωνος Α΄ Αλκιβιάδην 1, 5


Νέμεσις.
 
Επίτρεψον Θεοίσιν.
 
(Σ. Αλκαίος Χ.) 16.06.2018

{ΧΟ.} Τελοῦσ' ἀραί· ζῶσιν οἱ γᾶς ὑπαὶ κείμενοι·
παλίρρυτον γὰρ αἷμ' ὑπεξαιροῦσι τῶν
κτανόντων οἱ πάλαι θανόντες.
Σοφοκλής , Ηλέκτρα. 1420- 1421

(Οι κατάρες εκπληρώνονται, οι νεκροί ζωντανεύουν,
των φονιάδων το αίμα ποτάμι, οι νεκροί το πληρώνονται)


Είναι καιρός που ο λαός
πλέον δεν τους πιστεύει,
τους ρήτορες, τους σοφιστές
και τους πολιτικούς μας.

 
Ο ένας μπήκε στα κοινά,
με τρύπια τα σανδάλια
και τώρα τον εβλέπουμε
με Περσικό παλάτι.
 
Με τον καιρό γνωρίστηκαν
και συγγενείς εγίναν
κι είναι μια κλίκα σιδηρά
που όλα τα ορίζει.
 
Τους νόμους τους αλλάξανε
σαν νάταν πανωφόρια
και τους εχθρούς τους
μυστικά, κρυφά δολοφονούνε.
 
Με δίχτυ σαν του Ήφαιστου
που έδεσε τον Άρη,
τον Δήμο μας εκλείσανε
σ’ αόρατα δεσμά.
 
Μ’ αυτό που τώρα προσπαθούν
για νόμο να περάσουν,
το βλέπει κι εξεγείρεται
όποιος τον νου του έχει.
 
Να δώσουν αποφάσισαν,
πόλεις στον μέγα Πέρση,
Όλυνθο και Ποτίδαια
και τις εννιά οδούς.
 
Κι από το βήμα θορυβούν,
μας λένε πως δεν πρέπει,
γι’ ασήμαντα πολίσματα
οι νέοι να πεθαίνουν.
 
Μα ο λαός οργίστηκε,
άλλο δεν τους αντέχει
και η οργή ξεχείλισε,
εβγήκε εις τους δρόμους.
 
Με θάρρος εζητήσανε
τον Φίλωνα στην πόλη,
να φέρει σε ημίονο
απ’ το μικρό χωράφι,
όλης της γης τα κώνεια
το Δήμο ν’ απαλλάξει,
απ’ τους αθλίους έμπορους
κι από τους τοκογλύφους.
 
Όλα αυτά τα κνώδαλα,
που μας εταπεινώσαν
και να μην γίνουμε ξανά,
σάρκες κενές φρενών.