θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, March 09, 2018

Η σφαγή στο Άργος από τους Γάλλους τους «φιλέλληνες» που ανακάλυψαν την καρμανιόλα.

 
 
Η σφαγή στο Άργος από τους Γάλλους τους «φιλέλληνες» που ανακάλυψαν την καρμανιόλα.
 
»Τον Σεπτέμβρη, είπαμε να φτιάξουμε μια επιτροπή και να μοιράσουμε τους άτακτους, λίγους-λίγους ανάμεσα στα χωριά, να βρίσκουνε ένα πιάτο φαί και να μην γυρίζουνε ασύδοτοι να ληστεύουνε τον κόσμο. Στην επιτροπή ήτανε, εκτός από μένα, ο Νικολάκης ο Κριεζιώτης, ο Νότης Μπότσαρης, ο Δημητράκης Καλλέργης και κανά δυο άλλοι, και κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να σώσουμε τον τόπο και τους ανθρώπους.
»Τον καιρό που έγιναν τα επεισόδια, εγώ ήμουνα στην Τρίπολη, ο Καλλέργης, μου φαίνεται, ήταν στην Σπάρτη. Στο Άργος βρισκόταν ο Κριεζής, ο Δημητράκης ο Τσιόκρης, ο Γενναίος και κάμποσοι άλλοι. Τί έκαμε λοιπόν ο Κωλέτης; Από τον καιρό, που διάλυσε την Γερουσία και έδιωξε τον Αυγουστίνο, είχε φέρει στ’ Ανάπλι Γάλλους και ήτανε σαν στρατός κατοχής. Στο Παλαμήδι κυμάτιζε, όχι η ελληνική, αλλά η γαλλική σημαία. Τέτοια κυβέρνηση ήταν! Να δώσει τα εθνικά φρούρια στους ξένους να τα κρατάνε!
»Δυο-τρεις   μέρες, πριν το τέλος του χρόνου έφερε άλλους τέσσερους λόχους Γάλλων από τη Μεσσηνία, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Στόφελ, για να τηρήσουν τάχατες την τάξη, σαν έρθει ο Όθωνας. Ζήτησε ν’ αδειάσουνε οι στρατώνες, για να στρατονιστούν οι Γάλλοι, και τα σπίτια, όπου έμεναν πρόσφυγες από όλην την Ελλάδα και πολλές οικογένειες των αγωνιστών, από Μακεδονία, Κρήτη και λοιπά μέρη, και να πάνε να ξεχειμωνιάσουνε στα βουνά και στις σπηλιές, για να βολευτούν στα σπίτια τους, οι μπαγιονέτες του Κωλέτη.
»Ξεκινάνε, ανήμερα την Πρωτοχρονιά του νέου έτους 1833, από από το Άργος ο Κριεζιώτης με τον Τσιόκρη και πάνε στ’ Ανάπλι, να παραπονεθούνε για τούτη την απόφαση. Τους πιάνουνε οι Γάλλοι και τους δένουνε. Το μαθαίνει ο Γενναίος και παραγγέλνει στους Γάλλους, ότι θα πάει στ’ Ανάπλι να λευτερώσει τους συντρόφους του. Κι άς γένει ό,τι θέλει. Κι έτσι τους αφήνουνε.
»Την άλλη  μέρα, δυο του Γενάρη, οι Γάλλοι μπαίνουνε στο Άργος και παίρνουνε τους στρατώνες και ο Στόφελ κάνει επίταξη στο σπίτι του Καλλέργη, πετάει όξω με τη βία τη γυναίκα του, για να μείνει ο ίδιος και το επιτελείο του. Το αρχοντικό του Καλλέργη, υπερασπίζεται ένα παλληκάρι από την Κεφαλονιά, ένας λεβέντης, έμπιστος του Καλέργη, ο Σπύρος Καλλισγούρος, υπολοχαγός του Τακτικού. Τον πιάνει ο Στόφελ και την επόμενη μέρα, τρεις του Γενάρη, τον τουφεκίζει στον κήπο του σπιτιού.
»Ο κόσμος ξεσηκώθηκε, τα πράγματα αγρίεψαν. Την ίδια ημέρα που τουφέκισαν τον Καλλισγούρο, ένας μεθυσμένος στρατιώτης του Κριεζιώτη, τσακώθηκε σε μια ταβέρνα του Άργους, με μια παρέα Γάλλων και τους πήραν το κατόπιν οι Έλληνες, μέχρι τους στρατώνες. Τώρα μύριζε μπαρούτι.  Στη μία το μεσημέρι, ο διοικητής των Γάλλων, διάταξε γενική επίθεση. Φέρανε και δυο κανόνια και χτυπάγανε από παντού το πλήθος. Οι δικοί μας, κάπου 800 στρατιώτες, αιφνιδιαστήκανε και έφυγαν να κρυφτούν. Οι Γάλλοι ξέσπασαν στους άμαχους. Βγήκαν στους δρόμους και σκότωναν αδιάκριτα, νέους, γέρους, παιδιά, γυναίκες. Μπαίνανε στα σπίτια και εκτελούσανε, γέροντες και μικρά παιδιά. Ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες. Διακόσιες και παράνω αθώες ψυχές, πήγανε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Και στο τέλος, αφού χόρτασανε αίμα, απαγόρεψαν την ταφή των νεκρών. Τους παράχωσαν, ομαδικά, ακήδευτους, σε δυο μεγάλους λάκους. Ένα μέσα στην πλατεία και ένα άλλο, στον Αϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο. Οι Γάλλοι, οι “φιλέλληνες”, οι “διαφωτισμένοι”, οι “πολιτισμένοι”, που ανακάλυψαν την καρμανιόλα και την έχουν τώρα, στήσει, εδώ, δίπλα στον Πλάτανο, στη Πλατεία, οι άλλοι “σωτήρες” μας, οι Μπαβαρέζοι, για να κόψουν, αύριο, μεθαύριο, και τα δικά μας κεφάλια, επειδής, δεν πέσαμε στα τέσσερα, να προσκυνήσουμε την αφεντιά τους!
»Και να πεις, ότι, όσοι δικοί μας σκοτώθηκαν, ήσαν ενάντιοι, είτε του Κωλέτη, είτε του Όθωνα; Άνθρωποι του Κριεζή, του Μπότσαρη, του Καλλέργη ήταν. Ο Κριεζής και ο Μπότσαρης, μια ζωή ολόκληρη, από την αρχή του Αγώνα, ήσαν το δεξί και το αριστερό χέρι του Κωλέτη. Τα παλληκάρια τους, παιδιά δικά του. Από την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Κρήτη, τη Ρούμελη.
»Αυτός τους έφερε από την Περαχώρα να πλερωθούνε από τον Όθωνα. Όχι μόνο, δεν είχαν τίποτε εναντίον του βασιλιά, αλλά περίμεναν, πώς και πώς να τον υποδεχτούν και να δικαιωθούν, καθώς πίστευαν. Αλλά ο Κωλέτης, δεν λογαριάζει φιλίες και αιστήματα. Είναι ψεύτης και δεν έχει μπέσα. Στην πραγματικότητα, η σφαγή στο Άργος ήταν δικό του έργο. Ήθελε να δείξει στον Όθωνα, σαν ερχότανε, ποιός κυβερνάει, ποιός κάνει κουμάντο στην Ελλάδα. Να κολλήσει δίπλα του, να παριστάνει τον «Ηρακλή» του Θρόνου, να πουλάει προστασία στον βασιλιά και να κερδίζει.
»Και το σπίτι του Καλλέργη, η γυναίκα του, η Σοφία, η κόρη του Ρέντη, τί του έφταιξε; Ο ίδιος ο Δημητράκης ο Καλλέργης, σε τί τον πείραξε; Επειδή ήταν υπασπιστής του Καποδίστρια; Ή επειδή ήρθε από την Κρήτη, 19 χρονώ παιδί, στην αρχή του Αγώνα, με τα παλληκάρια του, με τ’ αδέρφια του, να πολεμήσει για τη λευτεριά της πατρίδας; Και πού δεν πολέμησε αυτός ο γενναίος, ο τίμιος, ο λεβέντης και μεγάλος πατριώτης οπλαρχηγός, που πιάστηκε αιχμάλωτος στο Φάληρο και μαρτύρησε στα χέρια των Τούρκων, μέχρι να λευτερωθεί!
»Ο Κωλέτης, σου λέω, δεν έχει ακόμη χορτάσει αίμα. Δεν μπούχτισε από το αίμα του Οδυσσέα, του Καραϊσκάκη, του Νούτσου, του Παλάσκα. Από το αίμα αθώων ανθρώπων, που έχυσε στον εφύλιο του ’24-’25! Από το αίμα, που έτρεχε ποτάμι, πέρσι τέτοια εποχή, εδώ μέσα στ’ Ανάπλι, από τα τέρατα του Γρίβα. Από το χθεσινό αίμα στο Άργος. Να με θυμηθείς, που σ’ το λέω. Η πατρίδα είναι άτυχη. Εξ αιτίας του Κωλέτη, θα χυθεί περισσότερο αίμα στο μέλλον. Αυτός είναι ο Κωλέτης. Μόνο για τα γρόσια και για την εξουσία νοιάζεται. Αυτός πατρίδα και θεό έχει το κεμέρι του. Πεθαίνει για εξουσία και για γρόσια. Και βλέπεις, τα κατάφερε! Τώρα, κυβερνάει με την αντιβασιλεία και παίρνει κεφάλια. Μπορεί αύριο και τα δικά μας!