θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, February 01, 2015

Τοὺς ἀπολειφθέντας οὐ στεφανοῦσιν. (Δε στεφανώνουν όσους μένουν πίσω).

Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Θεμιστοκλής


(2) Εὐρυβιάδου δὲ τὴν μὲν ἡγεμονίαν τῶν νεῶν ἔχοντος διὰ τὸ τῆς Σπάρτης ἀξίωμα, μαλακοῦ δὲ περὶ τὸν κίνδυνον ὄντος, αἴρειν δὲ βουλομένου καὶ πλεῖν ἐπὶ τὸν Ἰσθμόν, ὅπου καὶ τὸ πεζὸν ἤθροιστο τῶν Πελοποννησίων, ὁ Θεμιστοκλῆς ἀντέλεγεν· ὅτε καὶ τὰ μνημονευόμενα λεχθῆναί φασι. τοῦ γὰρ Εὐρυβιάδου πρὸς αὐτὸν εἰπόντος· “ὦ Θεμιστόκλεις, ἐν τοῖς ἀγῶσι τοὺς προεξανισταμένους ῥαπίζουσι,” “ναὶ,” εἶπεν ὁ Θεμιστοκλῆς, “ἀλλὰ τοὺς ἀπολειφθέντας οὐ στεφανοῦσιν.” (3) ἐπαραμένου δὲ τὴν βακτηρίαν ὡς πατάξοντος, ὁ Θεμιστοκλῆς ἔφη· “πάταξον μέν, ἄκουσον δέ.” θαυμάσαντος δὲ τὴν πρᾳότητα τοῦ Εὐρυβιάδου καὶ λέγειν κελεύσαντος, ὁ μὲν Θεμιστοκλῆς ἀνῆγεν αὐτὸν ἐπὶ τὸν λόγον. εἰπόντος δέ τινος, ὡς ἀνὴρ ἄπολις οὐκ ὀρθῶς διδάσκει τοὺς ἔχοντας ἐγκαταλιπεῖν καὶ προέσθαι τὰς πατρίδας, ὁ Θεμιστοκλῆς ἐπιστρέψας τὸν λόγον· “ἡμεῖς τοι,” (4) εἶπεν, “ὦ μοχθηρέ, τὰς μὲν οἰκίας καὶ τὰ τείχη καταλελοίπαμεν, οὐκ ἀξιοῦντες ἀψύχων ἕνεκα δουλεύειν, πόλις δ' ἡμῖν ἔστι μεγίστη τῶν Ἑλληνίδων, αἱ διακόσιαι τριήρεις, αἳ νῦν μὲν ὑμῖν παρεστᾶσι βοηθοὶ σώζεσθαι δι' αὐτῶν βουλομένοις, εἰ δ' ἄπιτε δεύτερον ἡμᾶς προδόντες, αὐτίκα πεύσεταί τις Ἑλλήνων Ἀθηναίους καὶ πόλιν ἐλευθέραν καὶ χώραν οὐ χείρονα κεκτημένους ἧς ἀπέβαλον.” (5) ταῦτα τοῦ Θεμιστοκλέους εἰπόντος ἔννοια καὶ δέος ἔσχε τὸν Εὐρυβιάδην τῶν Ἀθηναίων, μὴ σφᾶς ἀπολείποντες οἴχονται. τοῦ δ' Ἐρετριέως πειρωμένου τι λέγειν πρὸς αὐτόν, “ἦ γάρ,” ἔφη, “καὶ ὑμῖν περὶ πολέμου τίς ἐστι λόγος, οἳ καθάπερ αἱ τευθίδες μάχαιραν μὲν ἔχετε, καρδίαν δὲ οὐκ ἔχετε;”

[12] λέγεται δ' ὑπό τινων τὸν μὲν Θεμιστοκλέα περὶ τούτων ἀπὸ τοῦ καταστρώματος ἄνωθεν τῆς νεὼς διαλέγεσθαι, γλαῦκα δ' ὀφθῆναι διαπετομένην ἀπὸ δεξιᾶς τῶν νεῶν καὶ τοῖς καρχησίοις ἐπικαθίζουσαν· διὸ δὴ καὶ μάλιστα προσέθεντο τῇ γνώμῃ καὶ παρεσκευάζοντο ναυμαχήσοντες. (2) ἀλλ' ἐπεὶ τῶν πολεμίων ὅ τε στόλος τῇ Ἀττικῇ κατὰ τὸ Φαληρικὸν προσφερόμενος τοὺς πέριξ ἀπέκρυψεν αἰγιαλούς, αὐτός τε βασιλεὺς μετὰ τοῦ πεζοῦ στρατοῦ καταβὰς ἐπὶ τὴν θάλατταν ἅθρους ὤφθη, τῶν δὲ δυνάμεων ὁμοῦ γενομένων, ἐξερρύησαν οἱ τοῦ Θεμιστοκλέους λόγοι τῶν Ἑλλήνων καὶ πάλιν ἐπάπταινον οἱ Πελοποννήσιοι πρὸς τὸν Ἰσθμόν, εἴ τις ἄλλο τι λέγοι χαλεπαίνοντες, ἐδόκει δὲ τῆς νυκτὸς ἀποχωρεῖν καὶ παρηγγέλλετο πλοῦς τοῖς κυβερνήταις, (3) ἔνθα δὴ βαρέως φέρων ὁ Θεμιστοκλῆς, εἰ τὴν ἀπὸ τοῦ τόπου καὶ τῶν στενῶν προέμενοι βοήθειαν οἱ Ἕλληνες διαλυθήσονται κατὰ πόλεις, ἐβουλεύετο καὶ συνετίθει τὴν περὶ τὸν Σίκιννον πραγματείαν.
ΑΠΟΔΟΣΙΣ:

Όταν ο Ευρυβιάδης, ο οποίος είχε βέβαια την αρχηγία του στόλου λόγου του μεγάλου κύρους της Σπάρτης, ήταν όμως άτολμος στην ώρα του κινδύνου, ήθελε να αποπλεύσει στον Ισθμό, όπου είχε συγκεντρωθεί και ο πεζικός στρατός των Πελοποννησίων, ο Θεμιστοκλής έφερε αντιρρήσεις. Τότε, διηγούνται, ότι λέχτηκαν αυτά τα οποία διαφυλάσσονται ως μνημειώδη. Όταν, δηλαδή, ο Ευρυβιάδης είπε προς αυτόν: "Στους αγώνες, Θεμιστοκλή, ραπίζουν εκείνους που σηκώνονται πριν έρθει ο κατάλληλος χρόνος", ο Θεμιστοκλής απάντησε: "Ναι, αλλά δε στεφανώνουν όσους μένουν πίσω". Επειδή όμως ο Ευρυβιάδης σήκωσε το μπαστούνι του, για να τον χτυπήσει, ο Θεμιστοκλής του είπε: "Χτύπησέ με, αλλά να με ακούσεις". Ο Ευρυβιάδης θαύμασε τότε τον ήμερο χαρακτήρα του Θεμιστοκλή και τον προέτρεψε να μιλήσει, κι ο Θεμιστοκλής άρχισε να του απευθύνει το λόγο. Αλλά όταν την ώρα εκείνη τόλμησε να πει κάποιος, ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει πατρίδα, δεν είναι ορθό να προτείνει σε εκείνους, οι οποίοι έχουν, να εγκαταλείψουν και να παραμελήσουν τις δικές τους πατρίδες, ο Θεμιστοκλής, αφού έστρεψε προς αυτόν το λόγο τού απάντησε: "Εμείς, άθλιε, εγκαταλείψαμε πράγματι τα σπίτια μας και τα τείχη της πόλεως, γιατί θεωρούμε ορθό να ζούμε ως δούλοι διασώζοντας τα άψυχα. Αλλά εμείς έχουμε μεγαλύτερη πόλη από όλες τις ελληνικές, αυτά δηλαδή τα διακόσια μας πολεμικά πλοία, τα οποία τώρα σας παραστέκουν ως βοηθοί, αν θέλετε να σωθείτε με τη βοήθειά τους. Αν όμως φύγετε από εδώ προδίδοντας μας για δεύτερη φορά, αμέσως θα πληροφορηθούν όλοι οι Έλληνες, ότι οι Αθηναίοι έχουν αποκτήσει άλλη ελεύθερη πόλη κι άλλη χώρα όχι λιγότερη αξιόλογη από κείνη την οποία έχασαν". Όταν είπε αυτά ο Θεμιστοκλής, ανησυχία και φόβος κατέλαβε τον Ευρυβιάδη, μήπως οι Αθηναίοι του εγκαταλείψουν και φύγουν. Και όταν ο Ερετριέας δοκίμασε να πει κάτι προς αυτόν, εκείνος απάντησε: "Έχετε πράγματι τη θρασυδειλία να πείτε κάτι για τον πόλεμο εσείς, οι οποίοι έχετε μαχαίρι, όπως τα καλαμάρια, καρδιά όμως δεν έχετε"
 
12. Μερικοί διηγούνται ότι όση ώρα ο Θεμιστοκλής συζητούσε γι' αυτά τα θέματα, πάνω από το κατάστρωμα του πλοίου φάνηκε να πετάει μια κουκουβάγια προ το δεξιό μέρος των πλοίων κα να κάθεται στα ξάρτια κάποιου πλοίου. Γι' αυτό λοιπόν προπάντων συμφώνησαν με τη γνώμη του και άρχισαν να προπαρασκευάζονται για να ναυμαχήσουν. Αλλά όταν ο στόλος των εχθρών, προσεγγίζοντας προς τις ακτές της Αττικής κατά τη μεριά του Φαλήρου, κατακάλυψε τους γύρω γιαλούς, και αυτός ο ίδιος ο βασιλιάς κατέβηκε προς τη θάλασσα με το πεζικό στρατό του και φάνηκε με όλες τις δυνάμεις του συγκεντρωμένες, οι λόγοι του Θεμιστοκλή έφυγαν από τα αυτιά των Ελλήνων και οι Πελοποννήσιοι έστρεφαν πάλι τα βλέμματά τους με φόβο προς τον Ισθμό, και το έφεραν βαριά, αν κάποιος τους πρότεινε κάτι άλλο και πήραν την απόφαση να αποχωρήσουν τη νύχτα και δόθηκε εντολή στους κυβερνήτες να ετοιμαστούν για απόπλου. Τότε, λοιπόν, ο Θεμιστοκλής έχοντας στεναχωρεθεί από τη σκέψη ότι οι Έλληνες αφήνουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν τον τόπο αυτό και τα στενά και θα διαλυθούν στις πόλεις τους, σχεδίαζε και κατέστρωνε το τέχνασμα με το Σίκινο.