θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Tuesday, August 19, 2014

Οι δολοφόνοι του Ίωνα Δραγούμη


 
Σε πρόσφατο βιβλίο που κυκλοφόρησε για τον μεγάλο Νεοέλληνα Ίωνα Δραγούμη (εκδόσεις Μέτρον, σειρά Ιστορικές Μορφές), ο ιστορικός Δημοσθένης Κούκουνας έδωσε αποκαλυπτικά στοιχεία για "τα ένοχα μυστικά των πρωταγωνιστών" της. Μεταξύ άλλων έγραψε:

 http://www.phorum.gr/viewtopic.php?p=1970614

"Για ποικίλους λόγους η δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη, πέρα από το γεγονός ότι αυτή καθεαυτή αποτελεί ένα αίσχος, είναι μία από τις δραματικότερες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας. Ο τόσο άδικος εξολοθρεμός ενός αγνού και μεγάλου Έλληνα, που ήθελε πάντα στη σύντομη ζωή του «να πεθάνει όρθιος», ως γεγονός προκάλεσε μια αλυσίδα αντιδράσεων με απρόσμενες διαστάσεις. Ενώ ο ίδιος ονειρευόταν και ευχόταν κάθε ενέργειά του να ωφελεί το Έθνος και ενώ πάντα ήταν έτοιμος να υποβληθεί σε οποιαδήποτε θυσία γι’ αυτό, ακόμη και με τη ζωή του, η κατάληξη ήταν εντελώς αντίθετη από τις προσδοκίες του.
Το γεγονός της δολοφονίας του μπορεί να άφησε άναυδη την κοινή γνώμη της εποχής και να διέτρεξε σαν ηλεκτρισμός την εθνική συνείδηση, στην πραγματικότητα όμως λειτούργησε σαν δυναμιτιστική έκρηξη που συμπαρέσυρε τα πάντα. Μόλις είχε γνωσθεί η απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού Ελευθ. Βενιζέλου στον σταθμό της Λυόν στο Παρίσι, που εκτελέσθηκε από τους αξιωματικούς Τσερέπη και Κυριάκη. Την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, οι δύο φανατισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί είχαν επιχειρήσει τη δολοφονία του μεγάλου πολιτικού. Με τα πρώτα τηλεγραφήματα, το νέο διέτρεξε την Αθήνα και προκάλεσε βρασμό. Η έξαψη αυτή, καθώς μάλιστα οι πρώτες ειδήσεις ανέφεραν ότι σκοτώθηκε ο Βενιζέλος, οδήγησε σε βίαια επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας εναντίον κάθε γνωστού αντιβενιζελικού στόχου. Κάποιοι πολίτες είχαν μεταβληθεί σε όχλο, που κατέστρεφε γραφεία εφημερίδων και σπίτια πολιτικών ηγετών...
Αυτή ήταν η εικόνα της Αθήνας, όταν ο Ίων Δραγούμης, ο μόνος από τους 16 πολιτικούς ηγέτες της αντιπολίτευσης που δεν κρύφτηκε, κατευθυνόταν στο γραφείο του περιοδικού που εξέδιδε τότε, την «Πολιτική Επιθεώρηση», για να γράψει ένα άρθρο που να καταγγέλλει την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου. Ανεξάρτητα από τη θέλησή του, όχι μόνο δεν πρόλαβε να πλησιάσει το γραφείο του, αλλά βρέθηκε στο επίκεντρο μιας άλλης πολιτικής δολοφονίας, αυτή τη φορά με θύμα τον ίδιο.
Μπορεί η αφορμή να ήταν η αναστάτωση από την είδηση για τη δολοφονία (που τελικά ήταν απόπειρα) κατά του Βενιζέλου, αλλά η εκτέλεση του Δραγούμη δεν είναι βέβαιο ότι είχε ως κύριο χαρακτηριστικό την εκδίκηση. Αν η εκτέλεση διατάχθηκε, εκείνοι που το αποφάσισαν είχαν ήδη πληροφορηθεί ότι ο Βενιζέλος δεν είχε σκοτωθεί. Κάπου κάποιοι επωφελήθηκαν για να περάσουν τα όρια από τον «βρασμό» στην «προμελέτη».
Ούτως ή άλλως μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη είναι αναμφίβολα καταδικαστέα, πρωτίστως για την ηθική της διάσταση, αλλά η δολοφονία του συγκεκριμένου προσώπου μόνον από ταπεινές και σκοταδιασμένες ψυχές μπορούσε να αποφασισθεί. Έχουν περάσει 88 χρόνια από τότε και η ψυχή του Δραγούμη δεν έχει βρει την ησυχία της, καθώς τα τρία κύρια πρόσωπα των δολοφόνων δεν έχουν φωτισθεί απόλυτα και φυσικά δεν έχουν λογοδοτήσει.
Παρ’ όλα αυτά, στο διάστημα που μεσολάβησε, η προσωπικότητα του Δραγούμη έχει αναδειχθεί ευρύτερα, το έργο του έχει μελετηθεί, ενώ ακόμη και σήμερα διακρίνεται για τη φρεσκάδα και τη διαχρονική ποιότητά του. Μπορεί το νήμα της ζωής του να αφαιρέθηκε με τέτοιο βάρβαρο τρόπο σε ηλικία ακμής, μόλις 42 ετών, όταν είχε ακόμη πολλά να προσφέρει, αλλά τα μηνύματά του αγκαλιάζουν όλο και περισσότερο – θα το πούμε απλά – όσους αγαπούν και νοιάζονται για την Ελλάδα.
Μέσα στον επάρατο Εθνικό Διχασμό των ημερών εκείνων, ο Ίων Δραγούμης δεν είχε χάσει τον καθαρό του δρόμο και δεν είχε εμπλακεί σε μικροψυχίες, παρά τις πιεστικές προκλήσεις που δεχόταν με τις ατέρμονες σε βάρος του πολιτικές διώξεις. Η πολιτική πραγματικότητα τον είχε απογοητεύσει, αλλά αισθανόταν μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, εκείνο το καυτό μεσημέρι της 31ης Ιουλίου 1920, την ιδιαίτερη ευθύνη του χαρισματικού πολιτικού άνδρα που, πάνω απ’ όλα, ακόμη και πάνω από την ίδια την ύπαρξή του, έχει την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.
Γι’ αυτό και γίνεται λόγος για μεγάλη ντροπή, όταν αναφερόμαστε στη δολοφονία του. Αν εμείς οι Έλληνες, βενιζελικοί ή αντιβενιζελικοί της εποχής, θέλαμε να βγάλουμε τα μάτια μας, βρήκαμε τον ιδανικότερο τρόπο. Ο πιο αδυσώπητος εχθρός δεν θα μπορούσε να εμπνευσθεί ένα τέτοιο χτύπημα που υπήρξε καθοριστικό για την πορεία του Έθνους μας.
Ωστόσο η δολοφονία του Δραγούμη δεν ήταν ο κορμός μιας ανθελληνικής προδοσίας. Ήταν απλώς το στίγμα της μικροψυχίας που κορυφώθηκε αξιοποιώντας μια δεδομένη συγκυρία.
Και, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, είτε μέσα από δικαστικές αποφάσεις είτε μέσα από άλλα αναμφισβήτητα τεκμήρια ή προσωπικές μαρτυρίες, έχει διαμορφωθεί από την ιστορική έρευνα το πλαίσιο. Και στο πλαίσιο αυτό εντοπίζονται τρία συγκεκριμένα πρόσωπα ως πρωταγωνιστές: Εμμανουήλ Μπενάκης, Παύλος Γύπαρης και ένας λιγότερο επώνυμος υπαξιωματικός ονόματι Σαρτζέτης ή Σαρτζετάκης.
Πέριξ αυτών, εμφανίσθηκαν και άλλα πρόσωπα να έχουν ευθύνες και να τους αποδίδεται η φυσική ή ηθική αυτουργία. Αρχής γενομένης από τον Εμμανουήλ Ρέπουλη, πανίσχυρο δικτάτορα στην περίοδο 1917-20. Τυπικά έφερε τον τίτλο του αντιπροέδρου της κυβερνήσεως, αλλά στον εσωτερικό τομέα (καθώς ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν απασχολημένος στο εξωτερικό με τη διαχείριση των εθνικών ζητημάτων) ασκούσε ανεξέλεγκτες εξουσίες, αδιαφορώντας για κάθε έννοια δημοκρατικής διαδικασίας. Ούτε για τους τύπους δεν γίνονταν σεβαστές οι συνταγματικές διατάξεις για τις ατομικές ελευθερίες. Δημοσιογράφος, άλλοτε συνεργάτης και φίλος του Δημητρίου Γούναρη, έτρεφε ειδικά για τον Ίωνα Δραγούμη μια ανεξιχνίαστη εμπάθεια. Ακόμη και όταν έληξε η εξορία του στην Κορσική, ο Δραγούμης γυρίζοντας στην Ελλάδα οδηγήθηκε σε νέα εξορία στη Σκόπελο, αν και ήταν βουλευτής. Κι αυτή η απόφαση ανήκε στον Ρέπουλη.
Ο παντοδύναμος αντιπρόεδρος ήταν εκείνος που έδωσε τη διαταγή για τη φυσική εξόντωση του Δραγούμη; Έχουν αναπτυχθεί ποικίλες θεωρίες, αλλά ο ίδιος ο Ρέπουλης, που αμέσως μετά τις εκλογές του 1920 κατέφυγε στη Γαλλία, δεν είχε το σθένος να επιστρέψει στην Ελλάδα ούτε μετά την Επανάσταση του 1922. Έμεινε εκεί και πέθανε το 1924, χωρίς να απολογηθεί, όχι για τις όποιες τυχόν δικαστικές εκκρεμότητές του, αλλά για τις φήμες που τον αναμίγνυαν να είναι εκείνος που είχε δώσει τη μοιραία διαταγή για την εκτέλεση του Δραγούμη.
Πέραν των ηθικών αυτουργών, υπάρχουν και οι φυσικοί, οι οποίοι, αν και σαφέστατα γνώριζαν ότι εγκληματούν εκτελώντας εν ψυχρώ έναν διακεκριμένο ή έστω ανώνυμο πολίτη, το έπραξαν συνειδητά και μάλιστα με αγριότητα. Ήταν οι οπλίτες του Τάγματος Ασφαλείας Γύπαρη, οι περιώνυμοι «γυπαραίοι». Άλλοι έμειναν για λίγα χρόνια στις φυλακές, άλλοι καθόλου, άλλοι πρόλαβαν να διαφύγουν και να κρυφτούν στην Κρήτη, στη Θεσσαλονίκη ή στο εξωτερικό, ακόμη και να διορισθούν σε δημόσιες θέσεις παραλλάζοντας τα ονοματεπώνυμά τους.


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΠΕΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ ΓΥΠΑΡΗΣ

Ο πρώτος που εμφανίζεται ως ηθικός αυτουργός ήταν ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες της εποχής του και σ’ εκείνον οφείλεται η ίδρυση του ομώνυμου ιδιωτικού μουσείου. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Είχε διατελέσει δήμαρχος Αθηναίων και υπουργός Εθνικής Οικονομίας στις πρώτες κυβερνήσεις του Ελευθ. Βενιζέλου, με τον οποίο συνδεόταν ιδιαίτερα. Ωστόσο ήταν άνθρωπος με εμπάθειες και εμμονές, γεγονός που τον οδήγησε κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού να έχει ακραίες θέσεις. Διατηρούσε ένα μεγάλο πάθος υπέρ του Ελ. Βενιζέλου και, από την άλλη μεριά, έτρεφε ένα ιδιαίτερο προσωπικό μίσος κατά του Ίωνος Δραγούμη. Ο παροιμιώδης έρωτας του τελευταίου με την Πηνελόπη Δέλτα, που συνέβαινε να είναι κόρη του Μπενάκη, είχε αποτελέσει την απόλυτη αιτία αυτής της έχθρας, θεωρώντας πως ο νεαρός Δραγούμης έφερε την ευθύνη που η έγγαμη κόρη του τον είχε ερωτευθεί και έτσι είχε εκτεθεί κοινωνικά.
Ο Παύλος Γύπαρης είχε ταυτόσημη πολιτική τοποθέτηση με τον Εμμανουήλ Μπενάκη, αλλά τους χώριζε ένα αβυσσαλέο κοινωνικό χάσμα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει αρκετά χρήματα και, αναγκαστικά, έπρεπε να αρκείται στον βαθμό του αξιωματικού (λοχαγού) που χωρίς σαφείς διαδικασίες είχε αποκτήσει. Οι σύγχρονοί του τον χαρακτήριζαν ως τυχοδιωκτικό τύπο και μεγάλο εραστή του τζόγου και των γυναικών. Είχε πάρει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, αλλά το εύρος της συμμετοχής του έχει αμφισβητηθεί (η χήρα του Π. Μελά έχει κάνει λόγο ακόμη και για «προσωπική δειλία» που επέδειξε ο Γύπαρης στη Μακεδονία), ενώ γεγονός είναι ότι γνώριζε προσωπικά τον Ι. Δραγούμη από την εποχή εκείνη. Το 1917, όταν ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, ο Ρέπουλης του ανέθεσε τη συγκρότηση και τη διοίκηση του περίφημου «Τάγματος Ασφαλείας». Το τι ακριβώς έκαναν οι μισθοφόροι «γυπαραίοι» είναι θέματα που άφησαν εποχή.
Δεκαπέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Ι. Δραγούμη και ενώ ο Γύπαρης δικαζόταν για άλλη αιτία και συγκεκριμένα για συμμετοχή στο κίνημα του Μαρτίου 1935, στην απολογία του ξεσπάθωσε κατά του Εμμανουήλ Μπενάκη. Επί λέξει είπε τότε («Έθνος», 2 Μαΐου 1935), προκαλώντας σεισμό με τις καταγγελίες του:
«...Ήλθεν ένα τηλεγράφημα ότι έγινεν απόπειρα κατά του Βενιζέλου εις την Λυών. Εγώ είχα ένα τηλεγράφημα ότι δεν εκινδύνευεν η ζωή του Βενιζέλου. Εξεκίνησα και επέστρεψα εις το τάγμα, όταν έξω είδα ένα αυτοκίνητον σταματημένο και κόσμον μαζεμένον γύρω και μαινόμενον. Με το πιστόλι εις το χέρι άνοιξα δρόμο και επήγα κοντά. Μέσα εις το αυτοκίνητον ήτο ο Ίων Δραγούμης. Τον παρέλαβα και τον ωδήγησα μέσα και έκαμα ένα τηλεφώνημα εις το Φρουραρχείον διά να τον στείλω εκεί όπως είχα στείλει και τους άλλους που είχαν συλληφθή. Όταν εσχηματίσθη το απόσπασμα που θα τον συνώδευε, και τον παρέλαβε, παρουσιάσθη ένας κύριος μεγαλόσχημος και τους εφώναξε: “Σκοτώστε τον! Τι τον φυλάτε”. Πρέπει να σας πω ότι ήτο άνθρωπος μεγάλης επιρροής και ηκούετο πολύ, διότι εις το σπίτι του έμενε πάντοτε ο Βενιζέλος στην Κηφισιάν. Και οι στρατιώται τον υπήκουσαν. Και... έγινε το δυστύχημα.
Οι στρατιώται δεν ετολμούσαν μετά την πράξιν των να πλησιάσουν εις το τάγμα, διότι έμαθαν ότι είχα γίνει έξω φρενών, αλλά μου έστειλαν ένα άλλον στρατιώτην. “Πήγαινε, είπα, και πες στον επιλοχία σου να ’ρθουν εδώ. Αλλά αυτοί δεν ήλθαν ούτε τότε. Επήγαν εις τον κ. Εκείνον στην Κηφισιάν, ο οποίος τους έδωσε 20.000 δραχμάς, τους υπεσχέθη να επέμβη στο Βενιζέλο για να μη τιμωρηθούν και να τους στείλη στην Αίγυπτο. Δεν ετήρησεν όμως τον λόγον του και δεν τους έστειλεν εις την Αίγυπτον και οι στρατιώται επήγαν στην Κρήτη, όπου εφυγοδικούσαν. Έστειλα ένα απόσπασμα στην Κρήτη με επί κεφαλής αξιωματικόν, ο οποίος τους ευρήκε και τους συνέλαβε, τους έφερε στο τάγμα και τους παρέδωσε στας αρχάς. Το 1920 μετά την 1ην Νοεμβρίου, ενώ εγώ έφυγα εις την Γαλλίαν, οι στρατιώται εδικάσθησαν και είπαν ποίος υπέβαλε να σκοτώσουν τον Δραγούμη. Εγώ τότε ήμουν μακρυά από την Ελλάδα και οι στρατιώται δεν ήσαν υπό την επιρροήν μου. Αν τους είχα βάλει εγώ να σκοτώσουν τον Δραγούμη θα το έλεγαν εις την δίκην των. Πρέπει να σας πω ακόμη, κύριοι στρατοδίκαι, ότι την ημέραν που συνέβη ο φόνος του Δραγούμη εμπήκα στο αυτοκίνητο να πάω στην Κηφισιά να τον σκοτώσω τον κ. Εκείνον. Έπεσαν όμως όλοι οι αξιωματικοί του τάγματος και με εκράτησαν. Όταν ήλθεν ο Βενιζέλος επήγα και του είπα ότι θα έκαμνα δημοσίευμα να αποκαλύψω τον κ. Εκείνον, αλλά ο Βενιζέλος μου είπε: “άφησε, δεν πειράζει”. Από τότε γεννήθηκε η κατακραυγή εναντίον μου και γι’ αυτό εδημοσίευσα μίαν επιστολήν στην ελληνικήν εφημερίδα “Μέλλον” των Παρισίων και ήθελα να την στείλω και στας αθηναϊκάς εφημερίδας, αλλά και πάλιν με ημπόδισεν ο Βενιζέλος...».
Αλλά όταν τον Μάιο του 1935 ο Γύπαρης φωτογράφιζε τον Εμμανουήλ Μπενάκη ως υπαίτιο της δολοφονίας του Ίωνος Δραγούμη, είναι αλήθεια ότι εκείνος δεν ζούσε. Είχε πεθάνει προ εξαετίας και φυσικά δεν μπορούσε να ακουσθεί η φωνή του. Το χρέος αυτό το ανέλαβε ο υιός του, ο Αντώνιος Μπενάκης, ο οποίος με μια επιστολή του που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της 29ης Μαΐου 1935, επεχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, επικαλούμενος μια αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί επί καθεστώτος Πλαστήρα-Γονατά.
Στην επιστολή του εκείνη έγραφε ο Αντ. Μπενάκης:
«Εξ αφορμής δημοσιευομένης εις πρωινήν εφημερίδα αναδρομικής εξιστορήσεως σχετικής με τον φόνον του Ίωνος Δραγούμη αναταράσσεται και πάλιν η μνήμη του πατρός μου και επιζητείται να εμπλακή το όνομα αυτού μεταξύ των υπευθύνων του τραγικού εκείνου γεγονότος.
Παρομοίαν προσπάθειαν κατέβαλε και ο Π. Γύπαρης, απολογούμενος κατά την ενώπιον του Στρατοδικείου δίκην. Αλλ’ εάν, ως εκ της προνομιακής θέσεως, ήτις αναγνωρίζεται εις κάθε απολογούμενον, έκρινα ότι δεν υπήρχε λόγος να ανασκευάσω τότε τα λεχθέντα, αισθάνομαι την υποχρέωσιν, αφ’ ης στιγμής υπό μορφήν ιστορικού δημοσιεύματος θίγεται η μνήμη του πατρός μου να διαμαρτυρηθώ διά την ύβριν την γιγνομένην εις νεκρόν, αδυνατούντα με την ειλικρίνειαν της φωνής του να διαλύση κάθε συκοφαντίαν.
Ευτυχώς, την δημιουργηθείσαν και παρά τοις δικαστικοίς προσώποις πρόχειρον εντύπωσιν εκ του ότι τυχαίως παρέστη κατά την υπό του Τάγματος Ασφαλείας σύλληψιν του Ίωνος Δραγούμη παρά την έπαυλιν Θων, εφρόντισε ζων ο πατήρ μου να διαλύση, ζητήσας την εκδίκασιν της υποθέσεώς του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, το οποίον διά της υπ’ αριθ. 73 της 19ης Νοεμβρίου 1922 αποφάσεώς του “απεφήνατο αυτόν αθώον”, με το ακόλουθον σκεπτικόν:
“Επειδή εκ του συνόλου της αποδεικτικής διαδικασίας ουδαμώς απεδείχθη η ενοχή του κατηγορουμένου Εμμανουήλ Μπενάκη, διότι ουδείς των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθηκέ τι το επιβαρυντικόν διά τον κατηγορούμενον διά την εις αυτόν αποδιδομένην πράξιν της ηθικής αυτουργίας του φόνου του Ι. Δραγούμη. Μάλιστα δε και αυταί αι αδελφαί του παθόντος αποκλείουσι σαφώς το δυνατόν της υπάρξεως της ηθικής αυτουργίας διά τον κατηγορούμενον Εμμ. Μπενάκην, παραπονούμεναι μόνον ότι ηδιαφόρησε διά την σωτηρίαν του παθόντος. Αλλ’ εντεύθεν δεν παρέπεται ότι υπάρχουσι τα στοιχεία της λεγομένης αρνητικής συνεργείας του άρθρου 74 παράγρ. 3 του Ποινικού Νόμου, διότι ουδόλως είναι αποδεδειγμένον ότι ο κατηγορούμενος ούτος εγνώριζεν ότι επέκειτο ο φόνος του Ι. Δραγούμη ή εμελετάτο τοιούτος, διά να κατορθώση και προλάβη τούτον, δεδομένου μάλιστα ότι ο φόνος ούτος εγένετο πολύ ύστερον μετά την αναχώρησιν του Μπενάκη εκ του τόπου της συλλήψεως του Ι. Δραγούμη και εις έτερον μέρος, μάλιστα δε, καθ’ α κατατίθησιν ουσιώδης μάρτυς, όταν μετά ώρας διεδόθη ο φόνος του Δραγούμη, ο κατηγορούμενος εξέφρασεν αληθή λύπην διά την δημιουργουμένην κατάστασιν, και ότι ενόμιζεν ότι ο συλληφθείς ην ουχί ο Ίων Δραγούμης, αλλ’ ο αδελφός αυτού Φίλιππος, εν γένει δ’ εκ της αποδεικτικής διαδικασίας ουδέν στοιχείον ενοχής προκύπτει”.
Με το σκεπτικόν αυτό αποφάσεως, εκδοθείσης καθ’ ον χρόνον είχε μεν χορηγηθή αμνηστεία διά του από 22 Οκτωβρίου 1922 Ν.Δ., ρητώς όμως είχεν εξαιρεθή αυτής το αδίκημα του φόνου του Ι. Δραγούμη, αρκούμαι ν’ απαντήσω, τόσον προς αποκατάστασιν της αληθείας, όσον και διά ν’ ανταποκριθώ εις τα εύλογα συναισθήματα εκείνων, οι οποίοι διατηρούσι μετ’ ευλαβείας πάντοτε του πατρός μου την μνήμην.
Πέραν τούτου, και οιανδήποτε και αν λάβη μορφήν η δημοσιογραφική εμφάνισις του ζητήματος υπό τύπον εντυπωσιακών ειδήσεων ή σχολίων, η Οικογένεια Μπενάκη δεν θα προσθέση ουδέ λέξιν. Διότι, και την παρακολούθησιν τοιούτων δημοσιευμάτων προς ανασκευήν αυτών εκ νέου, θα εθεώρει ύβριν προς την μνήμην του αρχηγού αυτής».
Κατά την Επανάσταση του 1922, όπως προκύπτει και από την επιστολή του υιού του, ο Εμμανουήλ Μπενάκης επειγόταν να τακτοποιήσει τη δικαστική εκκρεμότητά του για την «υπόθεση Δραγούμη». Ο ίδιος ήταν έξαλλος με την ιδέα, αφού δεν είχε άμεση συμμετοχή στην εκτέλεση της δολοφονίας, πώς τον αναμίγνυαν. Και αφού η πρώτη ανάκριση, η οποία αρχικά είχε γενικώς επιχειρήσει να συσκοτίσει τις πραγματικές διαστάσεις και μόνο μετά την κυβερνητική αλλαγή του Νοεμβρίου 1920 άλλαξε τροπή, οδήγησε σε μια δίκη (Μάρτιος 1922), στην οποία ο Ε. Μπενάκης ερημοδίκησε, για να ζητήσει τελικά ο ίδιος να «ρυθμισθεί» η υπόθεσή του, μόλις στην εξουσία επανήλθαν οι βενιζελικοί αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι αποδόθηκε «λευκός» με μια δικαστική απόφαση αυτής της μορφής. Άλλωστε η ισχυρότατη οικονομική του θέση διευκόλυνε και επιτάχυνε κάθε απαραίτητη διαδικασία.
Στο «Τότε» (Φεβρ.-Μάρτιος 2008) έχουν δημοσιευθεί, εν είδει ημερολογιακής εγγραφής, οι αναμνήσεις της Πηνελόπης Δέλτα από την εκτέλεση του Δραγούμη. Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο «καλλιεργημένη» είναι αυτή η ημερολογιακή εγγραφή, προκειμένου να μην θιγεί το ιερό πρόσωπο του πατέρα, ενώ από την άλλη μεριά τεχνητά περνάνε εκφράσεις που θίγουν το πρόσωπο που άλλοτε της είχε προκαλέσει τον παθιασμένο έρωτα, έναν έρωτα που στιγμάτισε για πάντα τη ζωή της. Ακόμη και η καταφρονετική αναφορά για τον Δραγούμη, ως τον «Κοτοπούλη», μια φράση που κανείς από τους τόσους αυτόπτες μάρτυρες κατά τη σύλληψή του στου Θων δεν έχει αναφέρει σε οποιαδήποτε κατάθεση, αφαιρεί κάθε εμπέδωση αξιοπιστίας στη μαρτυρία της. Ο προδομένος έρωτας, όταν ο Ίων Δραγούμης εγκατέλειπε την Πηνελόπη Δέλτα για τα μάτια της Μαρίκας Κοτοπούλη, παραμορφώνει τα αισθήματα και τη λογική. Και αν πράγματι ο Εμμανουήλ Μπενάκης βρήκε σ’ εκείνη τη μοιραία ώρα την ευκαιρία για να «τακτοποιήσει» τους λογαριασμούς του, στην πράξη όμως κηλιδώνοντας την προσωπική τιμή και φήμη του, πάλι στα μάτια της κόρης του είναι ένας ήρωας που πρέπει να τον προστατεύσει.
Αλλά, σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Μπενάκη, ανεξάρτητα από τις δικαστικές αποφάσεις που σε κρίσιμες ώρες τόσο ασφυκτικά πιέσθηκαν για να εκδοθούν, εκκρεμούν οι μαρτυρίες των δικών του ανθρώπων, πέραν του Παύλου Γύπαρη: Του προσωπικού οδηγού του, ονόματι Βασιλείου, και του γραμματέα του, του Μπαβαβέα. Οι μαρτυρίες αυτές φαίνεται πως δεν μπόρεσαν να «συγκρατηθούν»...


ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ

Οι επώνυμοι ηθικοί αυτουργοί, είτε πρόκειται περί του Εμμανουήλ Μπενάκη, είτε περί του Εμμανουήλ Ρέπουλη ή του Παύλου Γύπαρη, είτε και περί των τριών μαζί, βεβαίως δεν θα αρκούσαν για να σβήσει η ζωή του μεγάλου πολιτικού και διανοούμενου. Διότι υπήρχε χρεία εκτελεστικών οργάνων.
Και αυτά τα όργανα ήταν εκπαιδευμένα, έμπειρα και ικανά. Μπορεί από κοινωνικής πλευράς να ήταν χαμερπή στοιχεία, όπως επανειλημμένα τα έχουν χαρακτηρίσει σε διάφορες φάσεις οι γνώστες της εποχής, καθώς και οι μάρτυρες ενώπιον της Δικαιοσύνης, αλλά αυτή ήταν η δουλειά τους, για την οποία και αμείβονταν πλουσιοπάροχα με αποδοχές αξιωματικού. Μάλιστα όχι μόνο με μισθό, αλλά και με τα «τυχερά» από εκβιασμούς κλπ.
Εξ αυτών των φυσικών αυτουργών, την κύρια ευθύνη είχε ο λοχίας Σαρτζέτης ή Σαρτζετάκης. Πολλά χρόνια αργότερα (εφημερίδα «Έθνος», Μάιος 1955), ο Παύλος Γύπαρης, προκειμένου να ερμηνεύσει ΠΩΣ εκτελέσθηκε η δολοφονία, αφού πλέον για άγνωστους αλλά προφανείς λόγους αποφεύγει να επαναλάβει τις καταγγελίες του περί Μπενάκη, ανακαλύπτει τη θεωρία του λοχία που «παραφρόνησε». Δεν είναι πειστική, αλλά είναι βολική αυτή η θεωρία.
Ωστόσο, ένα ολόκληρο κράτος είχε φροντίσει λίγο πριν την παράδοση της εξουσίας των βενιζελικών το 1920 να τους ανταμείψει, με την ...προαγωγή τους. Τόσο ο ένας λοχίας που κατά τον Γύπαρη δεν παραφρόνησε, όσο και ο άλλος που κατά την άποψή του παραφρόνησε, πήραν μέσα σε λίγες εβδομάδες από τη δολοφονία Δραγούμη τον βαθμό του ανθυπασπιστή. Ήταν κάποιου είδους «επιβράβευση» από την πολιτεία ή πρόνοια για μια ενδεχόμενη μελλοντική εξασφάλιση αν θα χάνονταν οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου;
Το 1963, όταν ευθύς μετά τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, αναδείχθηκε στο προσκήνιο το όνομα του νεαρού δικαστικού Χρήστου Σαρτζετάκη, κάποιοι μνήμονες ηλικιωμένοι θορυβήθηκαν. Ο επίσης νεαρός τότε βουλευτής της ΕΡΕ Νίκος Φαρμάκης μέσα στη Βουλή δημιούργησε θέμα επ’ αυτού, υποβάλλοντας δύο διαδοχικές επερωτήσεις και συνδέοντας τον πατέρα του δραστήριου ανακριτή της υποθέσεως Λαμπράκη με έναν από τους φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας Δραγούμη πριν από 43 χρόνια. Στην απάντησή του ο δικαστικός και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπεραμύνθηκε του πατέρα του, όπως ήταν φυσικό, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καμία ανάμιξη στη δολοφονία του Ι. Δραγούμη και, κάνοντας επανειλημμένα μνείες σεβασμού προς τον νεκρό, αποκήρυξε τον μακρινό, όπως υποστήριζε, συγγενή του, με τον οποίο «ίσως» δεν είχε καν συγγένεια (βλ. την υπ’ αριθ. 4/19.9.1963 εμπιστευτική αναφορά του προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της 21ης Σεπτεμβρίου 1963). Και ακόμη περαιτέρω, θεωρεί ...«μήπω ιστορικώς εξηκριβωμένoν γεγονός» τη συμμετοχή του εν λόγω Σαρτζέτη στη δολοφονία του Δραγούμη!
Εδώ ας κάνουμε μια διευκρίνιση. Έχει χρειασθεί και σε άλλες περιπτώσεις να γίνει. Δεν είμαστε της θεωρίας περί οικογενειακής ευθύνης, αν και ορισμένοι την αποδέχονται υπό κάποιες προϋποθέσεις. Αν ο πατέρας Σαρτζετάκης ήταν ο (κατά τον Γύπαρη ημιπαράφρων) επιλοχίας που πυροβόλησε τον Δραγούμη όταν γινόταν η σύλληψή του στους Αμπελοκήπους και στη συνέχεια εκείνος που οργάνωσε και διέταξε την εκτέλεσή του στα Ηλύσια, πράγματι ποια ευθύνη μπορεί να έχει ο υιός, ο οποίος μάλιστα γεννήθηκε εννέα χρόνια μετά τα επίμαχα γεγονότα; Η ευθύνη του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αφορά στο τι ήταν ο πατέρας του. Το ζήτημα είναι αν έγινε παραποίηση των ιστορικών στοιχείων και πλαστοπροσωπία του κυρίως δράστη της δολοφονίας Δραγούμη – και βεβαίως ποιοι είναι εκείνοι που ηθελημένα ανακυκλώνουν την ψευδή εικόνα, ενώ γνωρίζουν ποια είναι η ιστορική αλήθεια...
Και επειδή, όπως φαίνεται, η ελληνική κοινωνία είναι πολύ μικρή, χρειάζεται να σημειώσουμε κάποιες διαβολικές συμπτώσεις. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης πρωτοήρθε στη δημοσιότητα ως ανακριτής στην υπόθεση Λαμπράκη. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης ήταν ο στενός συνεργάτης του καθηγητή Κων. Λογοθετόπουλου, που το 1943 ήταν κατοχικός πρωθυπουργός. Το 1943 ο Νικόλαος Σαρτζέτης-Σαρτζετάκης δολοφονείται από τους κομμουνιστές στην Κρήτη. Την ίδια χρόνια, το 1943, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και οκτώ χρόνια μετά την απόταξή του από τη Χωροφυλακή λόγω συμμετοχής στο κίνημα του Μαρτίου 1935, ο πατέρας του «αποκαθίσταται» και επανέρχεται στην υπηρεσία του, κερδίζοντας αναδρομικά και όλες τις προαγωγές που είχε στερηθεί. Το 1963 ο Χρ. Σαρτζετάκης υποστηρίχθηκε, έναντι των καταγγελιών του βουλευτή Νίκου Φαρμάκη, με δημόσιες δηλώσεις από ορισμένους αντιπολιτευόμενους προς τον τελευταίο δικηγόρους του Αγρινίου, μεταξύ των οποίων από τους πρώτους υπέγραψε ο Κων. Ροκόφυλλος, αξιωματικός δικαστικού των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά την Κατοχή.
Όλα αυτά ασφαλώς είναι συμπτώσεις χωρίς ουσιαστική αξία, όσο ομοίως χωρίς σημασία είναι και οποιαδήποτε επικοινωνία και συνεργασία του πατέρα Σαρτζετάκη με τον Αντώνιο Μπενάκη μεταπολεμικά, στο πλαίσιο του προσκοπισμού.
Η συμμετοχή Σαρτζετάκηδων στο δολοφονικό απόσπασμα των «γυπαραίων», το οποίο κηλίδωσε την ελληνική ιστορία με την εκτέλεση του Ίωνος Δραγούμη, δείχνει την πληθωρικότητα της ομώνυμης οικογένειας. Αυτό δεν εμπόδισε έναν γόνο της οικογένειας, τον εμπορορράπτη Ευτύχιο Αντ. Σαρτζετάκη να δημοσιεύσει επιστολή («Ελευθερία», 21 Σεπ. 1963) με τα ονόματα των 27 συνεπωνύμων συγγενών του που έχασαν τη ζωή τους υπέρ των εθνικών αγώνων. Μπορεί μέσα σ’ αυτά να είναι και ο λοχίας Σαρτζέτης-Σαρτζετάκης, αλλά ίσως είναι και μερικοί από τα θύματα της γνωστής στην Κρήτη βεντέτας της οικογένειας με τους Πεντάρηδες. Η βεντέτα αυτή, που τουλάχιστον μέχρι το 1955 είχε στοιχίσει στις δύο κρητικές οικογένειες 82 συνολικά θύματα («Έθνος», 2 Ιουνίου 1955) ξεκίνησε το 1941, την εποχή της Μάχης της Κρήτης, άγνωστο πώς και γιατί. Κάπου όμως, εναπόκειται και στην οικογένεια Πεντάρη να φωτίσει πώς σε τέτοιους καιρούς άρχισε αυτή η βεντέτα με αλλεπάλληλους αλληλοσκοτωμούς...
Αλλά μέσα σε όλη αυτή την αναφορά περί Σαρτζετάκηδων, κάπου γίνεται μία σύγχυση, προφανώς εκ του πονηρού. Ποιος είναι ο «παραφρονήσας» (κατά τον Γύπαρη του 1955) λοχίας ονόματι Αντώνης που έδωσε το λυσσασμένο σύνθημα για τη δολοφονία του Δραγούμη; Μήπως είναι ένας Αντώνης Σαρτζετάκης; Και σ’ αυτήν την περίπτωση είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πατέρα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας; Επί του παρόντος, θέτουμε χωρίς σχολιασμό το ερώτημα, ευελπιστώντας να έχουμε μια απάντηση από οποιονδήποτε γνωρίζει με υπευθυνότητα. Ούτως ή άλλως θα επανέλθουμε.
Αν ο κατά περίσταση και επιλεκτικά (Σ.Σ. ο γράφων έχει από το 1989 μια προσωπική εμπειρία για την παροιμιώδη πλην επιλεκτική ευθιξία του) ευαισθητοποιούμενος πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήθελε να λύσει το μυστήριο, θα μπορούσε σε συνέχεια της προαναφερθείσης εμπιστευτικής αναφοράς του προς τον υπουργό Δικαιοσύνης να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις για τον πατέρα του, τεκμηριώνοντας με τα αντίστοιχα φύλλα μητρώου πού ακριβώς υπηρετούσε ο πατέρας του κατά την επίμαχη περίοδο. Απλά και σαφή πράγματα".