NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, July 11, 2014

Ζ.Χατζηφωτίου: Κάποτε στην Μύκονο.


Ζ.Χατζηφωτίου: Κάποτε στην Μύκονο.

Όσο ανέβαινα τη σκάλα, τόσο τα γέλια και οι στριγγλιές ακούγονταν πιο καθαρά. Απ’ αυτές και μόνο καταλάβαινα σε ποιο στάδιο βρισκόταν η κάθε παρέα των καλεσμένων.
Όταν έφτασα στο πλατύσκαλο κι έριξα μια ματιά στην ανοιχτή πόρτα κάποιου μπάνιου είδα μέσα σ’ αυτό την ίδια εικόνα της καταστροφής με τον κήπο κάτω, μόνο που εδώ ήταν και μια γυναίκα καθισμένη στα μάρμαρα γυμνή με το κεφάλι χωμένο μέσα στο μπάνιο.
Φαντάστηκα πώς θα ’ταν άρρωστη και μπήκα να τη βοηθήσω. Λάθος. Εκείνη «βοηθούσε» κάποιον άλλον, που ’ταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο μπάνιο. Βγήκα κλείνοντας την πόρτα.
Η ακολασία πλανιόταν μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Στο μεγάλο καναπέ του διαδρόμου ήταν ένας άντρας ξαπλωμένος αναίσθητος με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα στο πάτωμα. Τον προπέρασα και τράβηξα για το δωμάτιό μου.
Από συνείδηση προς τον εαυτό μου και μόνον σκέφτηκα να κοιτάξω πού βρισκόταν η Τζιλ στο χάλι που ήταν. Η πόρτα του δωματίου μου ήταν ανοιχτή. Φαντάστηκα πως πιθανόν θα με περίμενε εκεί. Μόλις μπήκα μέσα, ομολογώ ξαφνιάστηκα. Πάνω και κάτω από το κρεβάτι μου ο έρωτας και η συνουσία «δημιουργούσαν» σ’ όλη τους τη δόξα.
Δυο κοπέλες ήταν ξαπλωμένες πάνω στο κρεβάτι. Η μια ήταν ανάσκελα, η άλλη μπρούμυτα είχε έναν άντρα από πάνω της, που βογγούσε. Η άλλη, που ’ταν ξαπλωμένη ανάσκελα, είχε ένα αντρικό κεφάλι ανάμεσα στα μπούτια της  και το τραβούσε με πάθος προς τ’ απάνω. Αυτός ήταν γονατιστός στο πάτωμα και μόνο απ’ τη μέση κι επάνω ακουμπούσε στο κρεβάτι. Η κοπέλα που τραβούσε και φώναζε, ήταν αδύνατο να τον φέρει πιο πάνω. Από πίσω του είχε κολλήσει κάποιος άλλος άντρας και του 'κάνε τη δουλειά.
Όταν με είδε η κοπέλα άφησε το κεφάλι εκείνου, που κρατούσε, άνοιξε τα χέρια της και μου φώναξε:
- Come here you, δηλαδή, έλα εσύ εδώ.
Κάποιος άλλος, που μπήκε στο δωμάτιο από πίσω μου, έτρεξε κοντά της. Χωρίς να κάνει διάκριση στην εκλογή της, άρπαξε αυτόν τον άλλον στην αγκαλιά της κι άρχισαν κάνουν έρωτα.
Βγήκα από το δωμάτιο μ’ ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν ήταν πάντως σεξουαλικός ερεθισμός. Ούτε και αηδία. Ήταν τόσο όμορφη εκείνη η κοπέλα, που ένιωσα μάλλον ντροπή.


Προχώρησα στο διάδρομο προς το δωμάτιο της Τζιλ. Εκεί στον καναπέ, που ’ταν αυτός ο ξαπλωμένος, ήταν τώρα από πάνω του μια γυναίκα που τον έτριβε και τον χάιδευε, προσπαθώντας να τον ξυπνήσει. Όταν έφτασα δίπλα της, γύρισε και με κοίταξε γελώντας.
- He’s dead, μου λέει. Μάλλον θα πέθανε.
Και γελούσε. Κι όπως γελούσε, γύρισε και του έδωσε ένα χαστούκι που πρέπει να του ’φυγαν τα μισά δόντια. Βόγγηξε, μισοξύπνησε, ανασηκώθηκε λίγο και την τράβηξε στην αγκαλιά του από πάνω του.
Προχώρησα προς το δωμάτιο της Τζιλ. Η πόρτα ήταν κλει¬στή, την ώρα όμως που έφτανα, άνοιξε και βγήκε ένας άντρας τελείως γυμνός. Γύρισε και με κοίταξε γελώντας κι αυτός. Τελικά όλοι γελούσαν εκεί μέσα με τη μαριχουάνα που τους είχε ποτίσει.
- Πήγαινε μέσα, μου λέει, μόλις άδειασε μια θέση.
Προχώρησα προς τα μέσα έχοντας προετοιμαστεί με την κουβέντα του για το θέαμα. Θα 'ταν ασφαλώς κάτι σχετικό μ' εκείνο που είχα απολαύσει στο δωμάτιό μου και που ασφαλώς θα συνέβαινε και στ’ άλλα τριγύρω δωμάτια.
Ήμουν όμως πολύ αισιόδοξος. Αυτό που είδα, ξεπερνούσε και την πιο παρανοϊκή φαντασία. Μόλις μπήκα, μια Βαριά μυρωδιά από μαριχουάνα έπνιγε το δωμάτιο. Ποιος ξέρει τι θα είχαν καπνίσει. Οι δυο λάμπες δεξιά κι αριστερά στο κρεβάτι ήταν αναμμένες. Μπόρεσα να δω καθαρά πως στο κρεβάτι επάνω ήταν η Τζιλ.
Ήταν ξαπλωμένη, γυμνή, ανάσκελα και το κεφάλι της ήταν ακουμπισμένο στην κοιλιά μιας άλλης κοπέλας, που ’χε ξαπλώσει στο κόντρα, στο επάνω μέρος του κρεβατιού. Ένας άντρας γονατισμένος στο ύψος του στήθους της, είχε το κορμί της ανάμεσα στα πόδια του. Με τα δυο του χέρια της κρατούσε ανασηκωμένο το κεφάλι και μέσα στο ανοιχτό της στόμα είχε χώσει ολόκληρο το σεξουαλικό του όργανο.
Πήγαινε να την πνίξει. Καθισμένη πιο κάτω στο κρεβάτι μια «αδελφή» γελούσε υστερικά με στριγγλιές, κρατώντας ανοιχτά τα μπούτια της Τζιλ. Εκεί ανάμεσα ένας χοντρός, ιδρωμένος άντρας είχε χωθεί και της έκανε έρωτα γονατιστός.
Η Τζιλ βεβαίως ούτε έβλεπε κι ούτε ήξερε ποιος είναι. Απ’ αυτή τη θέση φαίνεται θα 'χε φύγει εκείνος, που


συνάντησα έξω από την πόρτα και μου 'πε πως άδειασε μια θέση. Ο χοντρός ίδρωνε κι αγωνιζόταν γιατί με το ποτό και τα ναρκωτικά που είχε πιει, του ήταν αδύνατο να τελειώσει. Γι’ αυτό ίσως να γελούσε και με τέτοια υστερία η «αδελφή».
Όλα τα βίτσια κι οι σεξουαλικές διαστροφές είχαν πέσει πάνω σ' αυτό το κρεβάτι. Αλλά το τραγικό σκηνικό δεν σταματούσε εκεί. Αυτόν που ήταν γονατιστός από πάνω της και της κρατούσε το κεφάλι στα χέρια, κάποιος άλλος με μια ζώνη τον χτυπούσε δυνατά στην πλάτη. Τον μαστίγωνε κανονικά. Η πλάτη του είχε αρχίσει να ματώνει, κι όσο μάτωνε, τόσο δυνατότερα τον χτυπούσε ο άλλος, βγάζοντας άναρθρες κραυγές πάνω στην ορμή του.
Έμεινα ακίνητος στη θέση μου, χωρίς να προχωρήσω ούτε ένα βήμα μπρος ούτε και πίσω. Προς στιγμήν σκέφτηκα πως αυτός που μαστιγωνόταν δεν μπορούσε να έχει τον έλεγχο του εαυτού του και πολύ εύκολα θα μπορούσε να πνίξει την Τζιλ. Σκέφτηκα όμως πάλι πως η αγαπημένη μου Τζιλ δεν θα ήταν για πρώτη φορά που έκανε τέτοια πράγματα και θα ήξερε να προστατέψει τον εαυτό της.
Κάποια στιγμή η Τζιλ ελευθέρωσε το στόμα της κι άρχισε να στριγγλίζει υστερικά. Δεν ξαφνιάστηκα. Τις είχα ξανακούσει αυτές τις φωνές κι ήξερα τι της συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Μετά χαλάρωσε κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Ο άλλος όμως που ’ταν στο ζενίθ του οργασμού του, τρώγοντας όλο και πιο δυνατές βιτσιές με τη ζώνη στην πλάτη, άρπαξε βάρβαρα το άβουλο κι αδύναμο κεφάλι της και της ξανάβαλε Βαθιά εκείνο που είχε και πριν στο στόμα της.
Η Τζιλ δεν είχε πια αντιδράσεις. Ήταν σχεδόν λιπόθυμη. Στη στάση που βρισκόταν, έτσι αναίσθητη, γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα απλανές, χωρίς να ξέρω αν στην πραγματικότητα μ’ έβλεπε. Αλλά και πάλι αυτός της γύρισε το κεφάλι μπροστά και το τράβηξε άγρια ακόμα πιο πολύ προς τ’ απάνω του.
Η Τζιλ πνιγόταν. Τα μάτια της είχαν ανοίξει κι είχαν κοκκινίσει φοβερά. Έβγαζε πνιχτές κραυγές από το λαρύγγι της. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να σταματήσει αυτόν τον κατα- ματωμένο ημιπαράφρονα. Τώρα βογγούσε άγρια κι αυτός και την έσφιγγε όλο και πιο πολύ. Κάποια στιγμή έβγαλε ένα τραγικό ουρλιαχτό, που κράτησε πέντε δευτερόλεπτα. Έγειρε μετά κι αυτός σαν νεκρός πλάι της στο κρεβάτι και κατρακύλησε στο πάτωμα. Εκείνος που τον χτυπούσε έπεσε πάνω του και πασαλειμμένος καθώς ήταν με τα αίματα της πλάτης του, του έκανε έρωτα σαν σκύλος.

Γύρισα να δω την Τζιλ. Τι να δω! Η κατάντια της κολυμπούσε σε μια λίμνη εμετού. Ενός εμετού που ’χε απ’ όλα. Σαμπάνια, ακριβά κρασιά, χαβιάρι και το σπέρμα ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων.
Ο χοντρός είχε πέσει τώρα επάνω της μέσα στους εμετούς και προσπαθούσε μ’ αρρωστημένη αγωνία να φτάσει εκεί που φτάνουν κάποτε και τα πιο σιχαμένα και λιπαρά σαν κι αυτόν ζώα. Η «αδελφή» που κρατούσε τα πόδια της Τζιλ ανοιχτά, την παράτησε, σταμάτησε να γελάσει και μ’ ένα λυσσασμένο ύφος έπεσε επάνω τους δυο που κυλιόνταν στο πάτωμα.
Ετοιμαζόμουν να φύγω χωρίς να ξέρω τι αισθανόμουν, όταν κάποιος άλλος μπήκε μέσα. Έριξε μια ματιά τριγύρω του, κοίταξε κι εμένα που πρέπει να ’μουν ανέκφραστος, τράβηξε τον χοντρό με δύναμη πάνω από την Τζιλ, σχεδόν λιποθυμισμένη, και τον πέταξε στο πάτωμα. Ύστερα τράβηξε τη Τζιλ από το λερωμένο κρεβάτι και την ξάπλωσε σε μια γούνα, στο πάτωμα. Γονάτισε από πάνω της, της έπιασε το κεφάλι από τα μαλλιά κι άρχισε να της δίνει χαστούκια. Στην αρχή σιγανά, μετά δυνατότερα και πιο δυνατά και πιο δυνατά, ώσπου η Τζιλ άνοιξε τα μάτια της.
Στάθηκε λίγη ώρα έτσι κοιτάζοντάς τον άγρια κι ύστερα με μια βίαιη και παθιασμένη κίνηση τον τράβηξε επάνω της κι άρχισαν να κάνουν έρωτα.