θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, June 14, 2014

Ζ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ: Η κυρία... Μολότοφ.



 
 
Ζ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ
 
ΤΑ ΕΝ ΟΙΚΩ ΕΝ ΔΗΜΩ.
 
Ο μεγάλος αρχηγός είναι εξοχή στη Μόσχα. 

Μέσα στις μαύρες αυτές σκέψεις πήρε το μάτι μου ένα ταξί στο οποίο ένευσα και σταμάτησε. Εδώ τα πράματα άλλαζαν. Εδώ, είπα, θα τα καταφέρω! Το ταξί το οδηγούσε κυρία ταξιτζού, αλλά τι κυρία όμως! Η δολοφόνος που δικάστηκε προ καιρού, διότι έσφαξε τα τρία της παιδιά και τα καταπόντισε στο πηγάδι έμοιαζε αγγελούδι μπροστά σε αυτό το τέρας που οδηγούσε το αυτοκίνητο στο οποίο επρόκειτο να  επιβιβαστώ. Η Κάστρου πλάι της θα έμοιαζε καλόγρια. Τέλος, είπα,  ασφαλώς πλούσιο ποινικό μητρώο της δεν με αφορά. Προχώρησα, έσκυψα στο παράθυρό της, της είπα ότι θα φέρω τα πράγματά μου, συμφώνησε,της είπα τη διεύθυνση και τη βόλευε. Φόρτωσα τα πράγματα, μόνος μου βεβαίως. Ούτε απ’ το ξενοδοχείο ασχολήθηκαν να με βοηθήσουν ούτε εκείνη. Διότι ήταν αυτονόητο ότι ήταν κυρία. Αυτή με μια γροθιά μ’ έστελνε στον παράδεισο.
Μπήκα και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο, με ύφος αγριωπό, μου λέει:
«Τι προφορά είναι αυτή που έχετε, δεν είστε Γάλλος;»
«Όχι», απαντώ, «πειράζει;»
«Όχι», απαντά κι εκείνη. «Τι να πειράξει.Τέτοιοι που έγιναν οι Γάλλοι σήμερα, καλύτερα να μην υπήρχε κανείς».
Έφριξα με τον πατριωτισμό της και σώπασα. Όχι όμως για πολύ.
«Και τότε τι είστε;» με ξαναρώτησε με περιφρόνηση.
Διότι στη Γαλλία, όταν δεν είσαι Γάλλος, κατατάσσεσαι σε μια απάτριδα μάζα ανθρώπων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλοι οι υπό λοιποί λαοί της υφηλίου, οι οποίοι κατά τη γαλλική νοοτροπία ζουν παρασιτικά σε αυτή τη γη.
“Ελληνας», απάντησα με συστολή.
«Α!» φώναξε.«Εσείς έχετε ένα μεγάλο αρχηγό», μου λέει.
«Μπα;» έκανα με απορία.
«Ζαχαριάδη δεν τον λένε;»
Καλώς την, είπα από μέσα μου. Πέσαμε σε ινστρούχτορα κι αν θέλω να φτάσω στου Δημήτρη, καλό είναι να μην πάω ενάντια στην ολοκληρωτική θέληση του λαού και της μαζικής εργατιάς της Γαλλίας.
«Ναι», λέω, «μεγάλος αρχηγός, αλλά είναι εξοχή στη Μόσχα τώρα. Η Ελλάδα είχε τόσους αρχηγούς που πήξαμε και δεν ξέρουμε τι να τους κάνουμε. Απόδειξη τούτου», της είπα, «πως, αν περπατάς στην Αθήνα, στο δρόμο, και φωνάξεις έτσι στο βρόντο “πρόεδρε”, τουλάχιστον καμιά δεκαριά κεφάλια θα γυρίσουν να δουν ποιος τους ζητάει».
Εν τω μεταξύ μου είχε πασάρει στο πίσω κάθισμα και την εφημερίδα «Humanite», η οποία είναι η αντίστοιχη γαλλική του «Ριζοσπάστη». Απ’ το ύφος της κατάλαβα πως θα με είχε χαρακτηρίσει ως καπιταλιστή, ιμπεριαλιστή, πουλημένο στους Αγγλο-αμερικάνους και τρεφόμενο απ’ το αίμα του λαού. Καπιταλίστα εμένα το δυστυχή με τις δύο βαλιτσούλες μου και τις φτωχές μου οικονομίες, προερχόμενες από την πώληση των τελευταίων υπαρχόντων μου στην κυρία Φερελπίδου... Αυτή δε, η οποία ήταν θύμα του ιμπεριαλισμού, είχε το ταξί της και ασφαλώς ιδιόκτητο σπίτι, πράγμα το οποίο έχουν όλοι οι πτωχοί Γάλλοι.
Με την κουβέντα, φτάσαμε. Και το κατάλαβα πως φτάσαμε, γιατί φρενάρισε με τέτοιο τρόπο, που εγώ βρέθηκα στο λαιμό της. Έτσι φρενάρουν οι οδηγοί στο Παρίσι.
«12, rue Vineuse», μου λέει και μου δείχνει την πόρτα.
Κατέβηκα, ξεφόρτωσα και πλησίασα στο παράθυρό της να τη ρωτήσω τι οφείλω.
«Πεντακόσια πενήντα φράγκα», μου λέει χωρίς να με κοιτάξει, διότι οι Γάλλοι είναι ο πλέον φιλοχρήματος λαός και από αλαζονεία ποτέ δεν σε ατενίζουν όταν εισπράττουν χρήματα.
«Πώς είναι τόσα πολλά», της λέω, «για μια απόσταση μικρότερη του χιλιομέτρου», κάνοντας αυτομάτως τον υπολογισμό σε δραχμές: τριάντα πέντε δραχμές (τότε).
«Τριακόσια ογδόντα για τη διαδρομή», μου απαντά με αγανάκτηση, «είκοσι πέντε για κάθε βαλίτσα, πακέτο ή χαρτοφύλακα και δεκαπέντε τοις εκατό το πουρμπουάρ».
Ας δώσω τόπο στην οργή, είπα, για να μη δημιουργηθεί κανένα ρωσογαλλο-ελληνικό επεισόδιο. Έβγαλα πεντακόσια πενήντα φράγκα και της τα έδωσα. Μέτρησε τα χρήματα με δυσπιστία και στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι της για πρώτη φορά και με κοίταξε με οργισμένη απορία, λέγοντας:
«Και το πουρμπουάρ;»
«Μα κυρία... Μολότοφ μου»,της λέω, «μου είπατε πριν λίγο τόσο η κούρσα,τόσο οι αποσκευές και δεκαπέντε τοις εκατό το πουρμπουάρ».
«Καλά», λέει, «αυτό ήταν το υποχρεωτικό πουρμπουάρ' το πραγματικό πού είναι;»
«Α!» λέω εκνευρισμένος πλέον.«Το πραγματικό δεν είναι υποχρεωτικό;»
«Όχι, αλλά όλοι δίνουν».
«Ε, λοιπόν εγώ δεν δίνω».Και χτύπησα την πόρτα με τέτοια δύναμη που παραλίγο η κυρία Μολότοφ να εισπράξει τα τζαμιλίκια του ταξί της στο εγκληματικό μούτρο της. Αυτά που άκουσα από το στόμα της ήταν τόσα πολλά KAΙ μπερδεμένα, ώστε δεν μπήκα στον κόπο να τα μεταφράσω. Πάντως, πρέπει να ήταν φοβερά.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες εκνευρισμένος και φορτωμένος, σκέφτηκα πάλι, πού είσαι πατρώα γη, όπου η κούρσα κάνει έντεκα δραχμές κι αν δεν έχεις ψιλά σου λέει με συνεσταλμένη περηφάνια ο οδηγός «δεν πειράζει, αφεντικό, δώσε μου ένα δεκάρικο κι άλλη φορά τα βρίσκουμε». Για να σου δώσει την εντύπωση πως δεν στην κάνει δώρο τη δραχμή και σε προσβάλλει ενώ είναι γνωστό και στους δύο ότι δεν πρόκειται να ξαναϊδωθείτε. Πικραμένος έφτασα ως την πόρτα του Δημήτρη, όπου η υποδοχή του με ξανάφερε στα κέφια μου.