NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, June 28, 2014

ΙΩΡΟΝ, μία ἀρχαία πόλη στόν Νομό Κιλκίς (Παλατιανό)

ΙΩΡΟΝ, μία ἀρχαία πόλη στόν Νομό Κιλκίς (Παλατιανό)
«Ἴωρον, μία ἀρχαία παραμεθόριος πόλη στόν Νομό Κιλκίς» Σέ ἀπόσταση 17 χλμ. περ. ΒΑ τῆς πόλης τοῦ Κιλκίς, στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας Κρηστωνίας, ἐντοπίζεται τό χωριό Παλατιανό μέ τόν σημαντικό ἀρχαιολογικό του χῶρο. Ὁ ἀρχαιολογικός χῶρος ἁπλώνεται σέ δύο γειτονικούς λόφους, πού ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους μέ ἕναν στενό αὐχένα καί δεσπόζουν στήν περιοχή πού βρίσκεται ἀνάμεσα στά χωριά Κεντρικό καί Παλατιανό .
Ἡ ἐπιλογή τῆς θέσης κρίνεται ἀπό στρατηγικῆς ἀπόψεως πολύ ἐπιτυχής, καθώς μέ τό φυσικό σύνορο τοῦ Γαλλικοῦ ποταμοῦ στά νότια καί τόν ὀρεινό ὄγκο τῶν Κρουσσίων νά ὀρθώνεται στά βόρεια, μποροῦσε κανείς εὔκολα νά ἐλέγχει τό πέρασμα ἀπό Βορρᾶ πρός Νότο ἀλλά καί ἀπό Δύση πρός Ἀνατολή, δηλαδή ἀπό τήν Κρηστωνία πρός τήν Παρορβηλία καί τήν Σιντική, πού ἀντιστοιχεῖ σήμερα μέ τήν περιοχή τῆς λίμνης Κερκίνης στόν Νομό Σερρῶν. Παράλληλα, σημειώνεται ὅτι ἡ περιοχή αὐτή εἶναι ἰδιαίτερα εὔφορη καί τά πυκνά δάση τῆς περιοχῆς μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν πηγή ἄφθονης ξυλείας. Ἡ πρώτη ἀνασκαφική ἔρευνα στήν περιοχή διενεργήθηκε στά 1961 ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Φ. Ζαφειροπούλου, μέ ἀφορμή τήν ἀνεύρεση τεσσάρων μαρμάρινων ἀγαλμάτων ὑπερφυσικοῦ μεγέθους. Ἀκολούθησαν ἄλλες δυό σύντομες ἀνασκαφικές περίοδοι, τό 1965-6 καί 1977, μέ ἐπικεφαλῆς τούς ἀρχαιολόγους Φ. Πέτσα καί Λ. Παρλαμά ἀντίστοιχα. Ὅμως ἡ συστηματική ἀνασκαφή τοῦ χώρου κατέστη δυνατή μόνο ἔπειτα ἀπό 16 χρόνια, τό 1993, ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Η. Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη. Ἡ προσπάθεια αὐτή, πού συνεχίζεται ἕως σήμερα, ὁδήγησε στήν ἀποκάλυψη μέρους τῆς ἀρχαίας πόλης.
Από την ερευνα προέκυψαν ὅλα τά οἰκοδομικά λείψανα τῆς πόλης. Πρόκειται γιά τέσσερα κτήρια καί λείψανα ἑνός πέμπτου, διαταγμένα κατά τόν ἄξονα Ν-Β. Τό συγκρότημα αὐτό περιτρέχεται ἀπό νότια καί ἀνατολικά ἀπό ἕναν δρόμο πλάτους 2-2,5μ. καί συνολικοῦ μήκους 77μ. Ὁ δρόμος αὐτός πρέπει νά ἦταν πλακοστρωμένος καί συγκρατεῖται νοτιότερα ἀπό ἕναν ἰσχυρό ἀναλημματικό τοῖχο πού σέ ὁρισμένα σημεῖα φτάνει ἕως καί τά 3,5μ. Ἀπό τά παραπάνω κτήρια, ἰδιαίτερης παρουσίασης χρήζουν τά δυό βορειότερα. Πρόκειται γιά δυό ἡρῶα, κτήρια δηλαδή πού ἦταν προορισμένα γιά τήν μετά θάνατον λατρεία ἐπιφανῶν κατοίκων τῆς πόλης. Τό νοτιότερο ἀπό τά δυό εἶναι ἕνα μονόχωρο στεγασμένο κτήριο διαστάσεων 4,10x3,66μ., ποῦ περιβάλλεται ἀπό λίθινο καί σχεδόν τετράγωνο περίβολο (13x16,20μ.) Ἡ εἴσοδος στόν περίβολο καί τό κτήριο δινόταν ἀπό τά ἀνατολικά. Στόν δυτικό τοῖχο τοῦ κτιρίου βρισκόταν ἕνα ὑψηλό βάθρο πάνω στό ὁποῖο ἦταν στερεωμένα τά ἀγάλματα τῶν ἀφηρωισμένων νεκρῶν πού προαναφέρθηκαν. Πρόκειται γιά τέσσερα μαρμάρινα ἀγάλματα ὑπερφυσικοῦ μεγέθους ὅσον ἀφορᾶ στήν ταυτότητά τους, τήν πληροφο
ρούμαστε ἀπό ἐπιγραφές λαξεμένες πάνω στό βάθρο. Οἱ ἐπιγραφές εἶναι οἱ ἑξῆς: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΑΜΜΙΑ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ΖΟΪΛΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΠΑΤΡΑΟΣ ΖΟΪΛΟΥ καί ΜΗΔΗΣ ΠΑΤΡΑΟΥ. Πρόκειται προφανῶς γιά μία οἰκογένεια, σεβαστή στήν τοπική κοινωνία τῆς ἀρχαίας πόλης. Τό ὄνομα τοῦ πατέρα ἦταν Πατράος, τῆς μητέρας Ἀμμία καί τῶν τριῶν γιῶν, Ἀλέξανδρος, Ζόιλος καί Μήδης. Δηλαδή τό βάθρο ἔφερε πέντε ἀγάλματα, ἀπό τά ὁποία μας σώζονται τά τέσσερα (τό 1993 τό βάθρο ἀποκαταστάθηκε καί τοποθετήθηκαν σέ αὐτό ἐκμαγεῖα τῶν τεσσάρων ἀγαλμάτων καί τῶν μαρμάρινων ἐνεπίγραφων πλακῶν, ὥστε τό μνημεῖο νά εἶναι περισσότερο προσιτό ἀλλά καί ἐντυπωσιακό γιά τόν ἐπισκέπτη. Ἀπό τά ὀνόματα τῆς οἰκογένειας ἀξιοσημείωτο εἶναι τό Πατράος. εἶναι βέβαια σπάνιο, ἀλλά ὄχι ἄγνωστο στή Μακεδονία, καθώς ἔτσι ὀνομαζόταν ἕνας βασιλιάς τῆς Παιονίας τοῦ 4ου αἵ. π.Χ. καί ἐπιπλέον συναντᾶται καί σέ μία ἐπιγραφή ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Ἐπίσης τό ὄνομα Μήδης δέν μαρτυρεῖται πουθενά ἀλλοῦ, γι’ αὐτό καί ὑποστηρίχθηκε ὅτι εἶναι τό δεύτερο συνθετικό ἑνός ἄλλου ὀνόματος, κάτι ὅμως πού ἀποκλείει ἡ διατήρηση τῆς ἐπιγραφῆς. Ὡστόσο δέν ἀποκλείεται νά ἀποτελεῖ ἀνδρικό τύπο τοῦ γυναικείου ὀνόματος Μήδα. Τά ὑπόλοιπα ὀνόματα, Ἀμμία, Ζόιλος καί Ἀλέξανδρος εἶναι κοινά στή Μακεδονία. Τό μνημεῖο τοῦ Ἡρώου καί τά ἀγάλματα χρονολογοῦνται στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἱ. μ.Χ. λίθινος περίβολοςδιαστάσεων 12,80×13,50μ., ποῦ περιέκλειε πιθανόν ἕνα δεύτερο ἡρῶο. Τό ἐσωτερικό του περιβόλου διαμορφώνεται σέ τρία κλιμακωτά ἐπίπεδα. Στό δυτικότερο, πού εἶναι καί αὐτό πού βρίσκεται σέ ὑψηλότερο ἐπίπεδο, βρίσκεται τό κτήριο πού χωρίζεται σέ τρία τμήματα ἀπό δυό ἐγκάρσιους τοίχους. Ἐδῶ ἐντοπίστηκαν τρεῖς ταφές καί τμήματα δυό ἐπιτύμβιων στηλῶν. Ἐπίσης στό μπάζωμα τῶν δωματίων αὐτῶν βρέθηκαν, κατά τήν ἀνασκαφή, πολλά τμήματα εἰδωλίων τῆς θεᾶς Κυβέλης καί ἴσως ὑποδηλώνουν τήν παλαιότερη λειτουργία τοῦ χώρου αὐτοῦ ὡς ἱεροῦ της θεᾶς. Τά δυό ἡρῶα χωρίζονταν μεταξύ τούς ἀπό λιθόστρωτο διάδρομο, πλάτους 2μ. Ὁ διάδρομος αὐτός διασταυρώνεται χαμηλότερα μέ τόν ἐκτεταμένο πλακόστρωτο δρόμο, πού ἀναφέρθηκε παραπάνω, καί συνεχίζει ἀκόμη ἀνατολικότερα. Ἀμέσως βόρεια ἀπό τόν παραπάνω λιθόστρωτο διάδρομο ἀνασκάφηκε ἕνα ἀκόμη κτίσμα, τό ὁποῖο παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.

Ἀνασκάφηκε μόνο τό δυτικό τμῆμά του, διαστάσεων 19,50×7μ., τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρία δωμάτια, τό βορειότερο ἀπό τά ὁποία εἶναι ἕνας πολύ φροντισμένος χῶρος, διαστάσεων 9,60×6,30μ. Τό δωμάτιο αὐτό περιλαμβάνει μία αὐλή στρωμένη μέ πήλινες πλάκες καί μία χτιστῆ δεξαμενή βάθους 3μ. καί διαστάσεων 2,10×1,40μ., ἡ ὁποία ἐσωτερικά ἦταν ἐπιχρισμένη μέ ὑδραυλικό κονίαμα καί εἶχε ἀγωγό γιά τήν ἀπομάκρυνση τῶν ὑδάτων. Δυτικά του ὑπαίθριου χώρου φαίνεται ὅτι διαμορφωνόταν μία στοά, καθώς ὑπάρχουν τρεῖς βάσεις πού θά στήριζαν ἀντίστοιχους κίονες καί σέ ἐπαφή μέ τό δυτικό τοῖχο βρέθηκαν 4 χαμηλές καί ἀνοιχτές στή μπροστινή καί ἐπάνω πλευρά τούς κόγχες καί τῶν ὁποίων ἡ χρήση δέν ἔχει διευκρινιστεῖ ἀκόμα. Ἴσως νά ἐντάσσονται στίς ἐγκαταστάσεις κάποιου ἐργαστηρίου.

Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνασκαμμένου πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συμπληρώνεται ἀπό, τμήματα κτισμάτων βόρεια τοῦ δεύτερου ἡρώου καί ψηλότερα ἀπ’ αὐτό. Τά κτίσματα αὐτά καταλαμβάνουν ἔκταση 8,50×12μ. καί 25,50×23,50μ. καί τά ὅρια του δέν ἔχουν διευκρινιστεῖ ἀκόμη. Οἱ συνεχεῖς ἀλλαγές ὅμως καί ἐπεμβάσεις πού παρουσιάζουν δηλώνει τή συνεχῆ κατοίκηση τοῦ χώρου αὐτοῦ. . Ἡ κορυφή τοῦ λόφου περιτρέχεται ἀπό πολυγωνικό περίβολο, ὁ ὁποῖος ἔχει μῆκος 96μ. καί καταλαμβάνει ἐπιφάνεια 3,5 στρεμμάτων.


Οἱ τοῖχοι τοῦ περιβόλου ἔχουν πάχος 0,60μ. καί εἶναι κατασκευασμένοι ἀπό πέτρες καί χῶμα. Ἀκόμη, στό κεντρικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἀποκαλύφθηκε ἕνα συγκρότημα δωματίων, ὅπου φαίνεται ὅτι λάβαιναν χώρα οἱ βασικές δραστηριότητες τῶν κατοίκων τοῦ χώρου αὐτοῦ, ἐνῶ στό νοτιοδυτικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἐντοπίστηκε ἕνας ὀρθογώνιος πύργος, διαστάσεων 6,10×4,30μ., ποῦ προβάλλει πρός τό ἐσωτερικό.

Ἀπό τόν περίβολο αὐτό μποροῦσε νά ἔχει κανείς τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς γύρω περιοχῆς. Ὡστόσο τά ἕως τώρα ἀνασκαφικά δεδομένα δέν ἐπαρκοῦν γιά τόν προσδιορισμό τῆς χρήσης τῶν κτισμάτων του, ἐνῶ τό μικρό πάχος τῶν τοίχων του δέν βοηθάει στόν χαρακτηρισμό τοῦ περιβόλου ὡς ὀχυρωματικοῦ-ἀμυντικοῦ. Μία ἐναλλακτική ἑρμηνεία ἴσως νά εἶναι ὅτι πρόκειται γιά τόν περίβολο ἑνός τεμένους.

Στό νότιο λόφο, ἐντοπίζεται τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. στήν περιοχή αὐτή ἀνασκάφηκε ἕνας κιβωτιόσχημος τάφος καί ἕνας ἀρκετά κατεστραμμένος κτιστός τάφος, μέ προθάλαμο καί θάλαμο, διαστάσεων 5,90×4,10μ. Τά κτερίσματα (εἰδώλια, ἀγνύθες, χάλκινα νομίσματα καί μικρή μαρμάρινη λεοντοκεφαλή) τούς χρονολογοῦν στήν ὕστερη ἑλληνιστική καί στή ρωμαϊκή περίοδο. .

Ὅλα τά παραπάνω στοιχεῖα σκιαγραφοῦν, ἔστω τμηματικά, τήν εἰκόνα μίας ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλης, πού παρουσιάζει συνεχῆ κατοίκηση ἀπό τόν 8ο αἵ. π.Χ. ἕως τόν 4ο αἵ. μ.Χ., ἀλλά μέ περίοδο ἀκμῆς τό διάστημα 1ου-3ου αἵ. μ.Χ.
Τά πολλά καί ποικίλα εὐρήματα εἶναι ἐνδεικτικά γιά τό βιοτικό ἐπίπεδο καί τόν τρόπο ζωῆς τῶν κατοίκων, τίς δραστηριότητες καί τά ἐπαγγέλματά τους. Ἐνδεικτικά, ἡ ἀνεύρεση πολλῶν ἀγγείων τριπτήρων, μυλολίθων καί ἀγνυθῶν (=ὑφαντικά βάρη) μᾶς προσφέρουν σημαντικά στοιχεῖα γιά τόν τρόπο παρασκευῆς τῆς τροφῆς καί κατασκευῆς τῶν ἐνδυμάτων, καθήκοντα πού προφανῶς, ὅπως σέ ὁλόκληρο τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο, ἐπωμίζονταν οἱ γυναῖκες.

 Ἐπιπλέον, τά πήλινα ἁμαξίδια, καθώς καί τά πήλινα εἰδώλια ζώων ἀποτελοῦν γλαφυρές μαρτυρίες γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο διασκέδαζαν τά μικρά παιδιά. Τέλος, ὁ ἐντοπισμός λαξευμένων λάκκων, ἡ μεγάλη ποσότητα ἀπό σιδηρόμαζες καί ἡ ὕπαρξη σφραγίδων γιά τήν κατασκευή εἰδωλίων καί λυχναριῶν , φανερώνουν τήν ἔντονη παρουσία ἐξειδικευμένων τεχνῶν, ὅπως τοῦ κεραμέα καί τοῦ μεταλλουργοῦ, παράλληλα μέ παραδοσιακότερες μορφές ἐργασίας, ὅπως ἡ γεωργία. .
 Ἐπιπροσθέτως, ἀπό ὁρισμένες κατηγορίες εὐρημάτων μποροῦμε νά ἀντλήσουμε πληροφορίες καί γιά τίς λατρευτικές συνήθειες τῶν κατοίκων.

Ἡ ἔντονη παρουσία καί κυριαρχία τοῦ ἑλληνικοῦ δωδεκάθεου μαρτυρεῖται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ Πάνα καί τοῦ κερδώου Ἑρμῆ, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη εἰδωλίων ἀετῶν, ὑποδηλώνει λατρεία τοῦ Διός Ὑψίστου. Ἰδιαίτερα ἀγαπητή φαίνεται πώς ἦταν ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου, καθώς βρέθηκε μαρμάρινο ἄγαλμα τοῦ θεοῦ μέ δορά πάνθηρα καί ἕνα ἀκόμη μαρμάρινο κεφάλι, πού φέρει στεφάνι κισσοῦ. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστή ἀπό τίς πηγές ἡ ὕπαρξη ἱεροῦ Διονύσου στήν πόλη, πού ὅμως δέν ἔχει ἐντοπιστεῖ ἀνασκαφικά.

Τέλος, ἡ εἰσαγωγή καί λατρεία ξενόφερτων θεοτήτων δηλώνεται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς ἀνατολικῆς θεᾶς Κυβέλης, καθώς καί μία μήτρα εἰδωλίου καί ἕνα χάλκινο εἰδώλιο τῆς αἰγυπτιακῆς θεότητας Bes. Σ’ αὐτό τό σημεῖο προκύπτει ἀβίαστα τό ἐρώτημα, ποιά ἦταν αὐτή ἡ πόλη. Ἡ ταύτιση δέν ἔχει γίνει ἀκόμη μέ βεβαιότητα, ἀφοῦ δέν ἔχει βρεθεῖ κάποια ἐπιγραφική μαρτυρία. Ἔχει διατυπωθεῖ ὅμως ἡ ἄποψη ὅτι πιθανῶς πρόκειται γιά τό Ἴωρον, πόλη γνωστή ἀπό τόν Πτολεμαῖο καί ἀπό δυό ἐπιγραφές, πού προέρχονται ἀπό τή Βέροια καί τό Ἀσκληπιεῖο τῆς Μορρύλου (πού ἐντοπίζεται στό χωριό Ἄνω Ἀπόστολοι Ν. Κιλκίς). Τήν ὑπόθεση αὐτή ἐνισχύει καί ἡ γεωγραφική θέση τῆς πόλης στήν εἴσοδο ἑνός ὀρεινοῦ περάσματος, γεγονός πού πιθανόν δικαιολογεῖ καί τό ὄνομά της (στά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἰωρός σημαίνει φρουρός). Εὐελπιστοῦμε ἡ συνέχιση τῆς ἀνασκαφῆς νά δώσει περισσότερα στοιχεῖα πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀσφαλοῦς ταύτισης τῆς πόλης.


Πηγή http://www.ngonaus.org/nauslib/texts/2006/Laftsidis2006a.pdf Λαφτσίδης Ἀλέξανδρος, Μεταπτυχιακός φοιτητής κλασσικῆς ἀρχαιολογίας Α.Π.Θ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Παλατιανό Νομοῦ Κιλκίς. Ἡ πορεία τῆς ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας, ΑΑΑ ΧΧΙΙI-ΧΧVIII (1990-1995), σ. 89-108. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1993, ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 389-399. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1995, ΑΕΜΘ 9 (1995), σ. 405-409. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Οἱ ἀρχαιολογικές ἔρευνες στό Παλατιανό 1996, ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 191-204. • Hatzopoulos M.-Loukopoulou L., Morrylos cite de la Crestonie, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 7, Athènes 1964. • Σαββοπούλου Θ., Ἀρχαιολογική περιήγηση στόν Νομό Κιλκίς. Ἀπό τά προϊστορικά μέχρι τά παλαιοχριστιανικά χρόνια, Κιλκίς 1997. • Ζαφειροπούλου Φ., Τό ἡρῶο τοῦ Κιλκίς, ΚΕΡΝΟΣ (τιμητικός τόμος στόν καθηγητή Γ. Μπακαλάκη), σ. 43-52.