θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, June 08, 2014

Η πλέμπα είναι λέξις Ελληνική και προέρχεται εκ του πληθύς


 

Εκ του πίμπλημι προέρχεται το πληθύς και εξ αυτού το πληβείος pleb, plebe,

One who is considered to be inferior. Derrived from "plebian," the working class of ancient Rome

plebe. Κάποιος που θεωρείται υποδεέστερος. Προέρχεται από το "plebian”, πληβείος, και αναφέρετο στην εργατική τάξη της αρχαίας Ρώμης

πίμπλημι (Ancient Greek)

Καταγωγή και Ιστορία
Πρωτο - Ελληνικό * pleh

Με τη σημερινή και ατελή μορφή του πίμπλημι είναι το μεταβατικό ομόλογό του πλήθω.

 
ενικός

ονομαστική πληθύς
γενική          πληθύος
δοτική         πληθύϊ
αιτιατική    πληθύν
κλητική      πληθύ

πληθυντικός

ονομαστική πληθύες
γενική          πληθύων
δοτική         πληθύσι / πληθύσιν
αιτιατική    πληθῦς
κλητική      πληθύες

πληθύς  -ύος, ἡ, ΜΑ


πλήθος, μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων, πληθώρα.

[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον τ. πλῆθος και έχει πιθ. σχηματιστεί από το ρ. πληθύνομαι, αν δεχθούμε ότι αυτό παράγεται απευθείας από το πλῆθος (βλ. πληθύνω)].