θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, June 14, 2014

Ζ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ: Οι κλωσάρ είναι περίεργη ράτσα.


 
ΖΑΧΟΣ  ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ
 
Κάποτε στη Μύκονο

Ακουγα τον Κωνσταντή και κουνούσα το κεφάλι μου, σα να επιβεβαίωνα.
- Έχεις πάει, Κωνσταντή, στο Παρίσι; τον ρώτησα διακόπτοντας τη θαλασσινή του φιλοσοφία.
- Στη Γαλλία εννοείς;
- Ναι, αλλά στο Παρίσι.
- Στη Μασσαλία και στο Σαν Μαλό, έχω πάει. Στο Παρίσι δεν πιάσαμε ποτέ.
- Πώς να πιάσετε, βρε, στο Παρίσι, αφού δεν είναι λιμάνι;
- Ε, τότε δεν έχω πάει...
- Λοιπόν, άκου. Μέσα στο Παρίσι περνάει ένας ποτάμος, ο Σηκουάνας.
Στη μέση του ποταμού είναι ένα νησάκι να, δυο τρεις φορές ίσαμε το νησί του Μπάο. Πάνω στο νησάκι είναι χτισμένα πολλά και μεγάλα σπίτια. Μεγάλα και πλούσια. Τα πιο πλούσια, γιατί γύρω γύρω είναι το ποτάμι κι είναι πολύ όμορφα. Λέγεται το νησί του Αγίου Λουδοβίκου.
- Ε, βέβαια, μάτια μου, με διέκοψε, όλοι οι πλούσιοι θένε κι από έναν Άγιο να τους φυλάει τα λεφτά.
- Τα γύρω σπίτια είναι χτισμένα πάνω σ’ ένα «μολαράκι» σαν προβλήτα, για να τους προστατεύει τα θεμέλια. Πάνω σ’ αυτή τη γύρω γύρω προβλήτα λοιπόν είναι εγκατεστημένοι «οι κλοσάρ». Είναι εκεί από τα παλιά χρόνια, γιατί οι πλούσιοι τους έριχναν αποφάγια και ζούσαν.
Συνέχιζα την ιστορία και ο Κωνσταντής παρακολουθούσε προσεχτικά. Κάθε τόσο έπινε και μια γουλιά.
- Οι κλωσάρ λοιπόν, Κωνταντή μου, είναι περίεργη ράτσα. Είναι κάτι σαν αλήτες, αλλά δεν είναι αλήτες. Είναι άνθρωποι που άλλοτε ήταν πολύ κανονικοί, καθηγητές, φιλόσοφοι, πλούσιοι που τα έχασαν όλα και διάφοροι άλλοι. Αυτοί τώρα ζουν εκεί ομάδες ομάδες, σαν οικογένειες.
- Μέσα, βρε, στο Παρίσι γίνονται αυτά; Τι λες μωρέ;
- Όχι μόνο γίνονται και επιτρέπονται, αλλά τους δείχνουν και στους ξένους για αξιοθέατο.
- «Μουσάτοι» και «μαλλιάδες», που λέμε εδώ, μου κάνει με απορία.
- Ναι, αλλά, ας πούμε, προπολεμικοί. Αυτοί λοιπόν είναι φιλοσοφημένοι άνθρωποι. Κάποτε έμενα σ’ ένα απ’ αυτά τα σπίτια και τους παρακολουθούσα από πάνω. Τέτοια λοιπόν εποχή, έτσι όπως μου τα 'πες πριν λίγο, τους βαράει κι αυτούς η μελαγχολία του χειμώνα που έρχεται. Κάθε χρόνο λοιπόν είναι ορισμένοι που αποφασίζουν πως δεν αντέχουν άλλο.
- Ε, και τι γίνεται για; ρώτησε γεμάτος περιέργεια.
- Όταν κάποιος πάρει την απόφαση πως δεν πάει άλλο, το λέει στους δικούς του. Μόλις σουρουπώσει λοιπόν, αρχίζουν ένα είδος πανηγυριού. Είναι το τελευταίο του πανηγύρι.
Αφού τα πιουν γερά, σηκώνεται ο ενδιαφερόμενος και φυλάει τους πιο στενούς του φίλους. Τότε σωπαίνουν όλοι. Δεν ακούγεται μιλιά. Και μέσα σ’ αυτήν την ησυχία της νύχτας ακούγεται το «πλαφ», που κάνει το κορμί που πέφτει μέσα στο παγωμένο νερό του ποταμού. Ούτε τον κλαίνε, ούτε μιλάνε.


Πέφτουν και κοιμούνται.