θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 03, 2014

'Ο πολυαίωνος έξοντωτικός διωγμός τών Ελλήνων άπό τούς Χριστιανούς


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΕΞΗΣ

'Ο πολυαίωνος έξοντωτικός διωγμός τών Ελλήνων άπό τούς Χριστιανούς (1. — Άπό τον Κωνστάντιο μέχρι τον 10ο αιώνα)

356 μ.Χ.: Ό Κωνστάντιος διά νόμου έπιβάλλει τό κλείσιμο όλων τών «είδωλολατρικών ναών». Ταυτόχρονα απαγορεύει φυσικά καί τις θυσίες πού έτελουντο σ’ αυτούς.  Η ποινή γιά τούς παραβάτες είναι ό θάνατος.

381 μ.Χ.: Μέ νέο νόμο ορίζεται, ότι οι Χριστιανοί πού θά έπέστρεφαν στήν 'Ελληνική θρησκεία θά έτιμωρούντο μέ στέρηση τών πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ό Μέγας Κωνσταντίνος έρχεται νά ολοκληρώσει τό εργο του Κωνστάντιου μέ τήν συστηματική λαφυραγώγηση τών ιερών καί τών ναών τών Ελλήνων. Έτσι πολλά φημισμένα έργα τέχνης πήραν τον δρόμο γιά τά χυτήρια καί τήν καταστροφή. Ούτε οί ορειχάλκινες πύλες τους ούτε οι πλάκες τής στέγης των γλύτωσαν. Στήν συνέ­χεια ό Κωνσταντίνος θέλοντας νά επισημοποιήσει άκόμα περισσότερο τις ένέργειές του προχώρησε καί στόν διορισμό δύο έπιτρόπων, πού άντικειμενικός τους σκοπός ήταν ή δήμευση όλων τών χρυσών άντικειμένων τών ναών καί ή άφαίρεση άκόμα καί τής έξωτερικής έπένδυσης τών λατρευτικών άγαλμάτων καί ή δήμευση τών κτημάτων τών ναών.

392 μ.Χ.: Νέος νόμος άπό τον αύτοκράτορα Θεοδόσιο τον Α '. Μέ αύτόν κηρύσ­σεται καί πάλι εκτός νόμου ή Έλληνική θρησκεία. Απαγορεύεται ή λατρεία τών οικογενειακών καί οικιακών θεοτήτων, όπως καί ή μαντεία άπό τά σπλάγχνα τών θυσιαζομένων ζώων. Έτσι ορίζεται, ότι γιά κάθε σπίτι στο όποιο θά έκαίετο θυ­μίαμα, θά έπεβάλλετο ή δήμευσίς του. Ομως φαίνεται, ότι δέν ήταν αρκετή ή άπαγόρευσις τής άσκήσεως τής έλληνικής λατρείας, άλλά έθεωρεΐτο έπικίνδυνη ακό­μα καί ή παρακολούθησή της άπό τρίτους. Σάν συνέπεια λοιπόν ύπήρξε τό γεγονός ότι, άκόμα καί αύτοί πού παρακολουθούσαν σάν θεατές μιά θυσία, τιμωρούνταν.

394 μ.Χ.: Καί πάλι ό Θεοδόσιος καταργεί μέ νόμο τούς ’Ολυμπιακούς άγώνες. ’Απαγορεύτηκε μέ βαρειές χρηματικές ποινές καί άργότερα μέ τήν ποινή του θανά­του ή Έλληνική θρησκεία, ή είσοδος στούς ναούς, οί θυσίες, ή όποιαδήποτε πράξίς λατρείας σύμφωνη μέ τό Ελληνικό πνεύμα.
Ή έφαρμογή τών νόμων αύτών, πού κατάφωρα καταπατούσαν κάθε έννοια σε­βασμού πρός τό θειο καί τήν άσκηση λατρείας πρός αύτό, έγινε μέ σκληρό καί άπεχθή τρόπο. Οί  ίδιοι οί ιερείς τής θρησκείας του Ναζωραίου, «τής θρησκείας τής αγάπης», ήταν αύτοί πού πρωτοστατούσαν στο γκρέμισμα ιερών, στις δολοφονίες Ελ­λήνων καί έν τέλει στόν διασυρμό ενός τρόπου ζωής, του Έλληνικού. ’Αναφέρει χαρακτηριστικά ό Χριστιανός χρονογράφος Σωζομενός:
ατών ελληνιστών μικρού πάντες κατ ' εκείνο διεφθάρησαν (έδολοφονήθησαν), καί οί μέν πυρί, οί δέ ξίφει άπολέσθαι προσετάχθησαν. Παραπλησίως δέ διά τήν αύτήν αιτίαν διεφθάρησαν οί  ανά πάσαν τήν άρχομένην λαμπρώς φιλοσοφούντες. Άλλά καί εις μή φιλοσόφους έσθήτι δέ έκείνων χρωμένους έχώρει ό φόνος».

Ο Λιβάνιος μέσα άπό τον περίφημο λόγο του «περί ιερών» προσπαθούσε νά συγκινήσει τήν σκληρή ψυχή του Θεοδόσιου.  Ομως ό κύβος είχε ριφθεί. 'Ο Ελληνι­σμός άνέβαινε τον δικό του Γολγοθά.  Η πορεία του μαρτυρίου είχε πλέον γιά τά καλά άρχίσει.  Ένα πλήθος ναών πολύ γνωστών καί λιγότερο γνωστών γκρεμίζεται έκ βάθρων σέ όλη τήν αύτοκρατορική έπικράτεια. Μοναχοί καί επίσκοποι, όπως εί­παμε καί παραπάνω, πρωτοστατούν στο έργο τής καταστροφής καί  χωρουσι τοίνυν διά τών αγρών, ώσπερ χείμαρρος κατασυροντες διά τών ιερών τους αγρούς». Χώροι άπόδοσης σεβασμού πρός τό θειο μετατρέπονται ακόμα σέ κυβευτήρια (χαρτοπαικτεία), πορνοστάσια  ή άποθήκες. Έκ βάθρων γκρεμίζεται ό ναός τού Σεράπιδος στήν Αλεξάνδρεια, ό ναός τού Διός στήν ’Απάμεια. Πλήθος άλλων στήν Συρία καί τήν Αίγυπτο. Μόνο στήν κυρίως Ελλάδα φαίνεται νά ύπήρξε μιά μικρότερης εύτυχώς έκτασης καταστροφή λόγω τού ισχυρού έθνικού αισθήματος τών Ελλήνων, πού τούς οδήγησε άκόμα καί στήν άμφισβήτηση τής ισχυρής βυζα­ντινής έξουσίας καί τήν άντίσταση κατ’ αύτής. Τό τίμημα όμως ήταν μεγάλο.
Δεκέμβριος τού 390 μ.Χ.: Ο Γότθος στρατηγός Βοθέριχος, αρχηγός τής βυζα­ντινής φρουράς τής Θεσσαλονίκης, προσπαθεί νά έπιβάλει τον έκχριστιανισμό τών Ελλήνων κατοίκων τής πόλεως. ’Αποτέλεσμα, ή έξέγερσις τού λαού πού προσπα­θούσε απεγνωσμένα νά κρατήσει τήν ταυτότητά του. Η Γοτθική φρουρά τής πό­λεως στήν αρχή αίφνιδιάζεται καί πολλοί αξιωματικοί καί στρατιώτες σκοτώνο­νται. 'Όταν όμως ό Θεοδόσιος πληροφορείται τό συμβάν, μέ δόλιο τρόπο, τάχα γιά νά έξευμενίσει τά όξυμένα πνεύματα, καλεΐ τον λαό τής πόλεως στον ιππόδρομο, γιά νά παρακολουθήσουν δήθεν ιπποδρομία. Έκεί μέσα μόνο σέ 3 ώρες κατασφάζει μέ τήν βοήθεια τών Γότθων πάνω άπό 7.000 (κατ’ άλλους 15.000)  Ελληνες, πού δέν ήθελαν νά βαπτισθούν. Βέβαια κανονικά ή Εκκλησία καταδικάζει τον Θεοδό­σιο γιά τήν γενοκτονία αύτή, γιά νά προλάβει νέες ταραχές καί γενικευμένη εξάπλωση τής εξέγερσης σέ ολη τήν αυτοκρατορία. Τού έπέβαλε τήν τιμωρία νά μή μπορεΐ νά μπει στήν Εκκλησία γιά ένα χρονικό διάστημα καί νά μετανοιώσει γιά τήν πράξη του.

Ενδιαφέρουσα είναι ή θέση πού κράτησε ό Θεοδόσιος άπέναντι στήν Ιουδαϊκή θρησκεία. Τό 393 μ.Χ. ορίζει, ότι ή  Ιουδαϊκή θρησκεία είναι άνεκτή καί δέν έπιτρέπεται ή καταστροφή τών ιουδαϊκών συναγωγών άπό Χριστιανούς. Είναι οπωσδή­ποτε άπορίας άξιο, γιατί ό αύτοκράτωρ αύτός μετά άπό τόσα διατάγματα κατά τών Ελλήνων άποφασίζει ταυτόχρονα τήν προστασία τών Ιουδαίων τής αυτο­κρατορίας.
Έπί τής βασιλείας τού διαδόχου τού Θεοδοσίου, τού Άρκάδιου, συνεχίζεται τό έργο τών προκατόχων του. Τότε συμβαίνει καί ή μεγάλη έπιδρομή τού Άλάριχου κατά τής Ελλάδος. Αύτός εισβάλλει αρχικά άπό τήν Μακεδονία στήν Θεσσαλία καταστρέφοντας οτιδήποτε εύρισκε στον δρόμο του μέ σαφή προτίμηση στά άρχαία Ελληνικά οικοδομήματα. Συνοδοί του καί σύγχρονοι εφιάλτες στήν άνίερη αύτή του έκστρατεία πλήθη Χριστιανών μοναχών καί ιερέων. Πηγές μας γι’ αύτήν τήν φρικιαστική συμμαχία ό Ζώσιμος καί ό ιστορικός Εύνάπιος, ό όποιος χαρακτηρι­στικά άναφέρει: «τοιαύτας αύτω τάς πύλας απέδειξε της 'Ελλάδος η τών τά φαιά ίμάτια έχόντων άκωλυτως προσπαρεισελθούσα ασέβεια», Τά «φαιά ίμάτια» είναι τά ράσα, πού άργότερα άλλαξαν σέ μαύρα.
Η συνεργασία όμως μεταξύ βαρβάρων καί Χριστιανών έπεξετάθη άκόμα καί σέ αύτοκρατορικό έπίπεδο. Έτσι στήν άρχή κρατώντας τά προσχήματα άλλά στήν συνέχεια άφαιρώντας τελείως τό προσωπείο τής δήθεν προστασίας τών έλληνικών πληθυσμών ή αύτοκρατορική εξουσία ολοκληρώνει τό έργο τού ’Αλάριχου  (Ulrich) διορίζοντάς τον τό 398 γενικό άρχηγό τού   Ιλλυρικού θέματος. ’Ετσι έκεί πού άπέτυχαν οί νόμοι τού Άρκαδίου (γιατί καί αύτός θεσμοθέτησε κατά τών  Ελλήνων) πέτυχε τό ξίφος του Αλάριχου. Οί νόμοι αύτοί τού Άρκαδίου έπανελάμβαναν τό πνεύμα καταδίκης καί άφανισμού τού έλληνικού πολιτισμού καί πνεύματος. Τό 396 μ.Χ. άφαιρούνται άπό τούς ιερείς καί τούς προϊσταμένους τών Ελληνικών ναών όλα τους τά προνόμια. Ταυτόχρονα μέ τήν έπιδρομή τού Αλάριχου ό Άρκάδιος διατάσσει τήν ίσοπέδωση («ές έδαφος φέρειν») καί οχι άπλά τήν καταστροφή όλων τών έλληνικών ναών, επιβάλλοντας στήν συνέχεια, τό ύλικό τους νά χρησιμοποιηθεί γιά τήν κατασκευή άλλων οικοδομημάτων ούτως, ώστε νά χαθούν παντελώς τά ΐχνη τους.

* Ο Άλάριχος εν τω μεταξύ συνεχίζοντας τον περίπατο καταστροφής στήν 'Ελ­λάδα έφτασε τό 396 καί στις Θερμοπύλες. Λίγο πριν φτάσει καί έδώ είναι τό άποκαλυπτικό γεγονός τής συμμαχίας αύτής --- άνήγγειλε τήν άφιξή του στόν ανθύ­πατο Άντίοχο καί τον άρχηγό τής φρουράς τών Θερμοπυλών Γερούσιο, ζητώντας νά άφήσουν έλευθέρα τήν δίοδό του στήν ύπόλοιπη 'Ελλάδα, πράγμα πού αύτοί έ­καναν. ‘Έτσι οί βάρβαροι πάντα μέ τήν συνοδεία τών μοναχών πλημμυρίζουν Φω­κίδα, Αοκρίδα, Βοιωτία, Αττική λεηλατοΰντες καί κατασφάζοντες 'Έλληνες άνδρες, γυναίκες καί παιδιά άδιακρίτως. Στήν Αττική ισοπεδώνουν τον ναό τής Δή- μητρος καί τής Περσεφόνης στήν Ελευσίνα θανατώνοντας καί ολους τούς ιερείς καί πιστούς πού βρίσκονταν εκεί μέ πρώτο τον Ιλάριο. Στήν συνέχεια διασχίζουν τήν Μεγαρίδα καί εισβάλλουν στήν Πελοπόννησο, οπού συνεχίζουν τό βανδαλικό τους εργο. Φυσικά οί βυζαντινές φρουρές τηρούσαν στάση θεατή. Πρώτα καταστρέφεται ή Κόρινθος, ύστερα τό ’Άργος καί τελευταία ή Σπάρτη, πόλεις άλλοτε ξα­κουστές μά ύπό τήν βυζαντινή κατοχή άποδυναμωμένες, χωρίς προνόμια καί στρα­τό, καταδικασμένες στήν καταστροφή καί τον όλεθρο.  Η ήρωική άντίσταση τών Ελλήνων κατοίκων τής Σπάρτης δυστυχώς δέν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά τον ένδοξο θάνατό τους. Στήν συνέχεια καταστρέφοντας καί πάλι τούς  Ελληνικούς να­ούς καί τά ιερά πού εύρισκε στόν δρόμο του ό συρφετός τών αμαθών καί τυφλωμέ­νων άπό μΐσος ισοπεδώνει τον ναό τοΰ Διός στήν Νεμέα, τά αρκαδικά ιερά τής Λυκόσουρας, τά περίλαμπρα ιερά τής ’Ολυμπίας.
Καί οί καταστροφές θά συνεχίζονταν, έάν οί προσωπικές φιλοδοξίες ενός Γότ­θου στρατηγού, τού Στιλίχωνος, δέν τον έκαναν νά παρακούσει τις έντολές τού Άρκαδίου καί νά άποβιβαστεί στο Λέχαιο τής Κορίνθου, οπού μέ μικρές σχετικά δυνάμεις μπόρεσε νά κατατροπώσει τον Άλάριχο καί νά άποδείξει τελικά πόσο εύ­κολη θά ήταν, έάν κάποιοι ήθελαν, ή εξ άρχής άποτροπή τής βαρβαρικής εισβολής καί ή άποφυγή τής τρομακτικής καταστροφής πού προκλήθηκε σέ ολη τήν Ελληνική έπικράτεια καί τον πολιτισμό.
'Όταν τό 408 μ.Χ. άνεβαίνει στόν θρόνο ό Θεοδόσιος ό Β΄ πολλοί 'Έλληνες πί­στεψαν ότι ίσως θά περιόριζε, άν οχι θά σταματούσε τούς φοβερούς διωγμούς έναντίον τους, άλλά ή συνέχεια δέν τούς δικαίωσε στο έλάχιστο. Αποτέλεσμα τής άνθελληνικής πολιτικής καί αύτού τού αύτοκράτορα ήταν ή κατάργηση στήν Αθήνα τού Άρειου Πάγου, τού θεσμού τών θεσμοθετών καί τών ύπολοίπων ελληνικών δι­καστηρίων. Στήν Σπάρτη ομοίως καταργήθηκαν ολοι οί πολιτειακοί θεσμοί. Οί να­οί εξακολουθούν νά καταστρέφονται καί τό 429 μέ νέο διάταγμα ορίζεται, οτι μπο­ρούν νά μετατρέπονται καί σέ χριστιανικές εκκλησίες. Στήν συνέχεια απαγορεύεται καί πάλι ή τέλεσις ιεροτελεστιών καί έορτών, καί μέ εμπρησμό καταστρέφεται όλοσχερώς ό ναός τού Διός στήν ’Ολυμπία.

Νέοι διωγμοί κατά τών Ελλήνων ολοκληρώνουν τό εργο τού άφελληνισμού τής αύτοκρατορίας. Τραγικό θύμα αύτών τών διωγμών καί ή φιλόσοφος Ύπατία τό 415 στήν Αλεξάνδρεια, ή όποια, άφοΰ συνελήφθη στούς δρόμους τής πόλεως άπό σωματοφύλακες τοΰ Πατριάρχου («παραβολάνους»), σύρθηκε διά τής βίας μέσα σέ ένα ναό, οπού, άφού τήν γύμνωσαν καί τήν κατακρεούργησαν οίκτρά, πέταξαν τά κομμάτια του σώματός της άλλα στήν φωτιά καί άλλα στα σκυλιά.

Έπί του Λέοντος του A ' (457-474) νέοι διωγμοί κατά τών Ελλήνων. Ενας από αύτούς, τούς  Ελληνες, καί ό Ιάκωβος, μέγας γιατρός, ό όποιος, ένώ, οπως μάς πληροφορούν οί ιστορικοί, ήταν άποκλεισμένος άπό κάθε δημόσιο λειτούργημα καί κάθε δημόσια τιμή, έπειδή άκριβώς ήταν Ελληνας, κέρδισε τήν συμπάθεια τού αύτοκράτορα κατορθώνοντας νά τον θεραπεύσει άπό ισχυρό πυρετό. Ό ’Ιάκωβος δολοφονήθηκε.
’Άλλο σημαντικό πρόσωπο ό φιλόσοφος Ίσοκάσιος άπό τήν Κιλικία, ό όποιος, άφού είχε παλαιότερα μεγάλες θέσεις στήν αύτοκρατορική διοίκηση φτάνοντας μέχρι καί τό άξίωμα τού κοιαίστορος, κατηγορήθηκε καί αύτός ώς  Ελλη­νας. ’Αφού καθαιρέθηκε χωρίς δίκη άπ’ τό άξίωμά του, προσήχθη σέ δίκη. Γυμνός καί δεμένος πισθάγκωνα ό μέχρι προ τίνος ισχυρός άνδρας τής αύτοκρατορικής αύλής θά έπρεπε τώρα νά λογοδοτήσει γιά τήν κατηγορία ότι ήταν  Ελληνας. Ό έ­παρχος Πουσαίος τότε τού είπε: «Βλέπεις πώς κατάντησες, Ισοκάσιε;». Καί αύ­τός άπάντησε: «Βλέπω καί δέν άπορώ, γιατί περνώ άνθρώπινες συμφορές. ’Αλλά δίκασέ με δίκαια καί καθαρά, οπως δικάζαμε κάποτε μαζί». Όρθιοι τότε όλοι οί παρευρισκόμενοι χειροκροτούσαν έπευφημώντας τον Ίσοκάσιο, βλέποντας πώς όλόκληρη ή κατηγορία έναντίον του είχε αύτόματα καταπέσει. Μέ τις λέξεις «δίκαια καί καθαρά» έδωσε στον Πουσαίο καί στους υπολοίπους νά καταλάβουν τό άστήριχτο τής κατηγορίας. «Είμαι Ελληνας», τούς είπε, «είναι άλήθεια τόσο μεγάλο έ­γκλημα;».
Τό 474 ένας νέος αύτοκράτορας έμφανίζεται στήν πολιτική σκηνή, ό Ζήνων. ’Επί τής βασιλείας του τό 484 έχουμε τήν επανάσταση τού Αεόντιου, ό όποιος μα­ζί μέ τον  Ιλλο, άρχηγό τού στρατού, καί τον Παμπρέπιο, ’Αθηναίο φιλόσοφο, επι­διώκει τήν άνατροπή τής Χριστιανικής θρησκείας καί τήν επαναφορά τού άρχαίου θρησκεύματος. Είναι μιά άπ ’ τις τελευταίες άπεγνωσμένες προσπάθειες τού 'Ελληνισμού νά έπιζήσει, νά σταθεί καί πάλι στά πόδια του, προσπάθεια πού άσχέτως μέ τήν τελική της άτυχή έκβαση άποδεικνύει οτι παρά τούς συνεχείς καί άνηλέη- τους διωγμούς τό ήθικό τού Ελληνικού λαού δέν έλεγε νά ένδώσει στις άπειλές καί διώξεις. Τό 488 μ.Χ., τέσσερα χρονιά μετά τήν έναρξη τής έπαναστάσεως, έχουμε τήν θανάτωση καί τών τελευταίων άπό τούς υποκινητές της.
Δεύτερη άπόπειρα κατά τής βυζαντινοχριστιανικής εξουσίας έχουμε μέ τον φιλό­σοφο Σεβηριανό, τον όποιο μάταια ό Ζήνων προσπαθούσε νά πείσει νά δεχθεί τά ύ­πατα τών αξιωμάτων, αφού όμως σέ άντάλλαγμα θά δεχόταν νά βαπτισθεί. ’Απε­ναντίας ό Σεβηριανός προσπάθησε νά πείσει τον Ζήνωνα νά άνορθώσει τήν ελληνι­κή θρησκεία καί τον Ελληνισμό στήν άρχική τους θέση, πράγμα πού Ισως θά πετύ­χαινε μαζί μέ άλλους "Ελληνες φιλοσόφους, πού είχαν γίνει πλέον άναπόσπαστο τμήμα τής αύλής καί συμβουλάτορες τού Ζήνωνος, έάν τελικά δέν ύπερίσχυε ή με­ρίδα τών άντιπάλων ίουδαιοχριστιανών αύλικών, πού έπεισαν τον αύτοκράτορα νά προχωρήσει άκόμα καί σέ νέο διωγμό κατά τών Ελλήνων. Έτσι έχουμε τήν κατα­δίωξη τού Σεβηριανού,  Ηραίστιου, Ζώσιμου τού Γαζαίου, Γεσσίου τού ’Αγαπίου καί πολλών άλλων φιλοσόφων καί μή. Στήν περίπτωση δε τού Γεσσίου έχουμε καί τήν θανατική του καταδίκη.

Μετά τον ’Ιουστίνο (518-527), ό όποιος καταργεί τό 521 τούς ’Ολυμπιακούς ’Αγώνες τής ’Αντιόχειας, τήν σκυτάλη παραλαμβάνει τό 527 ό ’Ιουστινιανός (527-565), ένας απ’ τούς μεγαλύτερους διώκτες τού Ελληνισμού. Έπί τής βασι­λείας του συμβαίνει ή περίφημος «στάσις τού Νίκα», πού τόσο έχουν παραποιηθεί τά πραγματικά αίτια πού τήν προξένησαν. Οί Πράσινοι καί. οί Βένετοι άποτελούσαν τις δύο σημαντικότερες άπό τις ίπποδρομιακές φατρίες τής Κωνσταντινούπολης.  Η τρίτη ήταν οί Ροΰσσοι. Ό ’Ιουστινιανός είχε ταχθεί έξ αρχής κατά τών Πρασίνων, τούς όποιους παλαιότερα υποστήριζε ό Αναστάσιος (491-518), ό ό­ποιος είχε εκδηλωθεί ώς ό μοναδικός ίσως εως τώρα βυζαντινός αύτοκράτορας προστάτης τού Ελληνισμού, πλήν φυσικά τού ’ Ιουλιανοΰ, άποκρούοντας τήν επί­θεση τοΰ Γότθου Βιταλιανοΰ, πού προασπίζοντας τήν 'Ορθοδοξία καί τήν σύνοδο τής Χαλκηδόνας, όπως ελεγε, είχε επιτεθεί τό 514 κατά τού ’Αναστασίου άλλά ύπέστη συντριπτική ήττα. ’Αξίζει νά σημειωθεί, ότι ό ’Αναστάσιος είχε καί τήν βοή­θεια τού 'Έλληνα φιλοσόφου Πρόκλου, πού τον ειχε έφοδιάσει μέ τό περίφημο «υ­γρό πύρ».
Οί Πράσινοι είχαν ταχθεί κατά τού Χριστιανισμού στο σύνολό τους καί επιζη­τούσαν μιά λογικότερη καί έλληνίζουσα θρησκεία ταυτόχρονα μέ τήν εξάλειψη τών σκληρών μέτρων καί τό σταμάτημα τών διωγμών τοΰ ’Ιουστινιανού κατά τών Ελλήνων. 'Όρισαν άρχηγό τους τον Υπάτιο, άνηψιό τού έλληνιζοντος ’Αναστα­σίου καί άφοΰ πήραν αργότερα μέ τό μέρος τους καί τούς Βένετους, άπελευθέρωσαν όλους τούς κρατουμένους άπό τις φυλακές καί στήν συνέχεια τις πυρπόλησαν. "Υστερα έκαψαν τήν χαλκή πύλη τού παλατιού καί τήν άγια Σοφία. Καί οί έπιτυχίες θά συνεχίζονταν, έάν τελικά τεράστια λάθη στρατηγικής τών έπαναστατών δέν ο­δηγούσαν τον ’Ιουστινιανό άπ' τήν ταπεινωτική πανωλεθρία στήν άνέλπιστη νίκη καί σωτηρία αύτού καί τού δόγματος πού πρέσβευε. Καταστολή τής έξέγερσης, ε­κτέλεση τού Υπατίου καί τού άδελφού του, γενικές σφαγές καί νέοι διωγμοί κατά τών Ελλήνων άπό τούς βυζαντινούς καί τούς βαρβάρους Έρούλους. 40.000 νεκροί άρχικά, κλείσιμο τών φιλοσοφικών ναών, γκρέμισμα τών ναών.  Η μάχη, πού θά μπορούσε νά είχε σημάνει τήν άναγέννηση τού  Ελληνισμού, είχε χαθεί.
Τά άποτελέσματα: ’Ανανέωσις όλων τών νόμων κατά τών Ελλήνων μέ τήν προσεπιβολή τής ποινής τού θανάτου. ’Αφαίρεση τών κτημάτων τών Ελλήνων καί τών  Ελληνικών ναών ύπέρ τής Χριστιανικής θρησκείας καί τού δημόσιου ταμείου. Τό 529 κατάργηση τής φιλοσοφικής σχολής τών ’Αθηνών. Γράφει ό Μαλαλάς γι ’ αύτό: «Θεσπίσας πρόσταξιν (ό Ιουστινιανός) επεμψεν εν Άθήναις κελεύσας μηδένα τολμάν διδάσκειν φιλοσοφίαν καί αστρονομίαν». ’Ακόμη άφαίρεσε καί τούς μι­σθούς τών δασκάλων όπως καί τό δικαίωμα νά διδάσκουν: « Απαγορεύομε νά άσκούν διδασκαλία αυτοί πού πάσχουν άπ ' τήν ιερόσυλη τρέλλα τών 'Ελλήνων» (’Ιουστινιάνειος Κώδικας I, 11, 10). Ό ορος  Ελληνας τώρα παίρνει καθαρά πλέ­ον τον χαρακτηρισμό πού έπί αιώνες προσπαθούσαν νά κρύψουν έπιμελώς οί Χρι­στιανοί:  ( 'Επειδή τινες ευρηνται έκ τών άνοσίων και μυσαρών 'Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη...» (’Ιουστινιάνειος Κώδικας Α', 11).

Καί συνεχίζει ό Μαλαλάς (Πρός 'Ιουστινιανόν λόγος, 15): «Διωγμός γάρ γέγονε Ελλήνων μέγας καί πολλοί έδημεύθησαν, έν οίς έτελεύτησαν Μακεδόνιος, Άσκληπιόδωρος, Φωκάς ό Κρατερου καί Θωμάς ό κοιαίστωρ. Καί εως τούτου πολύς φόβος γέγονε, έθέσπισε δέ ό αύτός βασιλεύς, ώστε μή πολιτεύεσθαι τούς Ελληνί­ζοντας».
Ούτε πολιτικά δικαιώματα λοιπόν καί άργότερα άπαγόρευσις καί στο νά στρατεύονται. ’Έτσι ούτε συμμετοχή στά κοινά ούτε μεταβίβαση τής περιουσίας τους. Τό 546 στήν Κωνσταντινούπολη φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν καί έκτελέ- στηκαν γραμματικοί, ρήτορες, νομικοί καί γιατροί μέ τήν κατηγορία οτι ήσαν «Ελληνες». Τό 562 έπακολουθεί νέος διωγμός καί, όπως λέει ό Μαλαλάς, «Ελ­ληνες πιάστηκαν καί διαπομπεύθηκαν μέσα στήν Κωνσταντινούπολη ταυτόχρονα μέ τό κάψιμο  Ελληνικών βιβλίων στόν “Κυνήγιον” μαζί μέ εικόνες τών θεών». ’Αλλά καί ό Προκόπιος μιλώντας σχετικά αναφέρει γιά τον Ιουστινιανό: «ήθέλησε καταλύειν τό τών ρητόρων άξίωμα».
’Αντιπρόσωπος του έπικρατούντος αύτού φανατισμού τής έποχής έκείνης τώρα  στον χώρο τής έκκλησιαστικής μουσικής ό περίφημος Ρωμανός ό Μελωδός, αύτός πού τά κοντάκιά του πλημμυρίζουν άπό άνθελληνικό μένος τις έλληνορθόδοξες έκκλησίες άκόμα καί σήμερα. Στον ύμνο  “εις Πεντακοστήν” ψάλλει χαρακτηριστικά:

«Τι φυσώσι ν καί βαμβεύουσιν οί "Ελληνες;
Τί φαντάζονται πρός  Αρατον τον τρισκατάρατον;
Τί πλανώνται πρός Πλάτωνα;
Τί Λημοσθένην στέργουσιν τον άσθενη;
Τί μη νοούσιν  Ομηρον, ονειρον άργόν;
Τί Πυθαγόραν θρυλλούσι τον δικαίως φιμωθέντα;»

Καί φτάνουμε στο 692 μ.Χ. καί στήν περίφημη «Πενθέκτη σύνοδο». Έκεί έχουμε τήν μαρτυρία άπό τούς ίδιους τούς άντιπροσώπους τής ’Εκκλησίας, οτι μεσουντος του του αίώνος έχουμε πλείστα «έθνικά κατάλοιπα”. Είναι πράγματι συ­γκινητικό μετά άπό 400 χρόνια διωγμών κατά τών ’Ελλήνων καί τού Ελληνισμού νά ύφίστανται άκόμα έκείνη τήν έποχή  Ελληνες πού κράτησαν τήν συνείδηση καί τήν ψυχή τους καθαρά ελληνική μέσα σ’ αύτό τό άλογο παραλήρημα φανατισμού καί τήν άποθέωση τής θρησκευτικής μισαλοδοξίας καί του σκοταδισμού. ’Έτσι αύ­τή ή σύνοδος άπαγόρευσε τήν προσφορά αγάλακτος καί μέλιτος» στις θυσίες κατά τον έορτασμό τών «Βοτών» πρός τιμήν τού Πανός, κατά τήν έορτή τών «Βρουμαλίων» πρός τιμήν τού Διονύσου, όπως καί αύτήν τών «Καλάνδων», άπ ’ οπού καί προήλθαν τά σημερινά κάλαντα:  Τάς οΰτω καλουμένας Καλάνδας καί τά λεγάμενα Βοτά και τά καλούμενα Βρουμάλια καθάπαξ έκ της τών πιστών πολιτείας περιαιρεθηναι βουλόμεθα» (62ος κανών). (Η  ίδια γιορτή τών Βρουμαλίων απαγορεύεται καί μέ τον 9ο κανόνα τής συνόδου τής Ρώμης τό 743 μ.Χ.).
Μέ τήν εμφάνιση τής δυναστείας τών Ίσαύρων καί τήν έξαρση τής διαμάχης μεταξύ εικονολατρών καί εικονοκλαστών έχουμε μιά καινούργια διαμορφούμενη πραγματικότητα. Αύτή ή πραγματικότητα δέν είναι μόνο θρησκευτικής ύφής άλλά καί κοινωνικοπολιτικής, καθώς ούσιαστικά έκφράζεται μέσα άπ’ τήν διαμάχη τών Ελληνικών έπαρχιών τής αύτοκρατορίας, πού άσπάζονται τις εικόνες έπηρεαζόμενες άπ ’ τήν προγενέστερη παράδοση τού Ελληνισμού καί τών άνατολικών έπαρχιών, πού μέ όλότελα διαφορετική ψυχοσύνθεση καί επηρεαζόμενες άπ ’ τήν άνεικονικότητα Μωαμεθανισμού καί ’Ιουδαϊσμού τις άντιμάχονται.
Αύτή είναι ή μάχη πού θ’ άποφασίσει τελεσίδικα γιά τό ποιά θά είναι στο εξής ή φυσιογνωμία αύτου τού πολυεθνικού οργανισμού, πού ονομάζεται ((Βυζαντινή αύτοκρατορία» ή καλύτερα «’Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος». Τό θύμα, οπως πάντα, ή Ελλάδα. ’Έτσι στο σύγγραμμα “Χρηστομάθειας έκ τού Στράβωνος Γεωγραφι­κών” άναφέρεται: “Πάσαν 'Ήπειρον καί 'Ελλάδα σχεδόν και Πελοπόννησον και Μακεδονίαν Σκύθαι Σλαύοι νέμονται». Πρόκειται γιά έσκεμμένη τελεία έγκατάλειψη του Ελληνικού χώρου ώς έρμαιου στή διάθεση τών βαρβάρων; Ό Κωνσταντίνος ό Ε' καί οι υπόλοιποι εικονοκλάστες αύτοκράτορες κυρίως έβλεπαν αύτήν τήν έξαφάνιση τού Ελληνικού στοιχείου ώς ούρανόπεμπτο δώρο καί άντίρροπο στις είκονολατρικές αυτές άνταρτικές διαθέσεις τών Ελλήνων.
Πολλοί έδώ θά βιαστούν νά διαχωρίσουν τούς εικονολάτρες αύτοκράτορες καί νά τούς άναγορεύσουν σωτήρες καί θεματοφύλακες τού Ελληνισμού. Δυστυχώς οί πράξεις τους όδηγούνταν άπό φιλοδοξία καί μόνο καί χρησιμοποιούσαν τις προσδο­κίες καί τά οράματα ενός λαού, τού Ελληνικού, στήν προσπάθειά τους νά κυριαρχή­σουν καί νά εξουσιάσουν.  Έτσι καί πάλι οί Έλληνες αίσθάνθηκαν προδομένοι βλέποντας τήν αύτοκράτειρα Ειρήνη τήν ’Αθηναία ενθερμο οπαδό τών εικόνων καί «γνήσιο», δυστυχώς όπως άποδείχτηκε μόνο στά χαρτιά, τέκνο τής Έλληνίδας γης, νά προδίδει τό  ίδιο της τό όνομα, τήν ’ίδια της τήν πατρίδα στο ονομα τού δογματι­σμού καί τής έξουσίας.
(Το ότι όμως κάποιος γεννήθηκε στην Αθήνα αυτό δεν σημαίνει πως είναι και Έλληνας)
Μέ τήν Ζ' οικουμενική σύνοδο τής Νικαίας τό 787 μ.Χ. ή  Ιερά Σύνοδος ορίζει χαρακτηριστικά:
«Τοις τά ελληνικά δεξιούσι μαθήματα, καί μή διά παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις άλλά καί ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις έπομένοις και ώς άληθέσι πιστεύουσι και ούτως αύταίς ώς τό βέβαιον έχούσαις έγκειμένοις ώστε και ετέρους, ποτέ μέν λάθρα, ποτέ δέ φανερώς ένάγειν αύταίς καί διδάσκειν άνενδοιάστως ΑΝΑΘΕΜΑ».
Αύτή άκριβώς ή περικοπή, αύτή ή προσβολή τού Ελληνικού ονόματος, τού πολιτισμού καί τής σοφίας βρίσκεται άκόμα μέχρι σήμερα στο «Τριώδιο» καί διαβάζεται τήν “Κυριακή τής ’Ορθοδοξίας».
['Ας μάς έπιτραπή ένα σχόλιο έδώ: Ποιός παπάς τής ’Εκκλησίας έχει τό θάρρος νά πετάξει τά ράσα του, όταν ξεστομίζει τέτοιες ύβρεις κατά τού Έλληνισμού; Κανένας. Γιατί πρώτα αι­σθάνονται Χριστιανοί κατά συνείδηση καί έπιταγή καί ύστερα κατά συνθήκην «Ελληνες», έπειδή έτυχε νά γεννηθούν σ’ αύτόν τον τόπο. — Τέλος στο πικρό αύ­τό σχόλιο].
"Ενας άλλος κανών, πού ψάλλεται πρός τιμήν τής άποκαταστάσεως τών εικό­νων, πού κατ’ άλλους άποδίδεται στόν Θεόδωρο Στουδίτη καί κατ’ άλλους στόν Πατριάρχη Μεθόδιο (815 μ.Χ.) στρέφεται κατά τού ’Ιωάννη Γραμματικού, ο όποιος άρχικά ήταν ήγούμενος στήν μονή τών άγιων Σέργιου καί Βάκχου άλλά έδει­ξε άργότερα τάσεις αποστασιοποιήσεως άπ' τήν Χριστιανική διδασκαλία, τις ό­ποιες επικρίνει ό κανών αύτός: Τον ονομάζει λοιπόν «ίσον τών 'Ελλήνων» καί συ­νεχίζει λέγοντας οτι «περηφανευόναν γιά τά εργα τους πού ή φωνή τών δικαίων δί­καια τά σκόρπισε στούς άνέμους». Όλόκληρη ή παραπομπή στο άρχαίο κείμενο έχει ώς έξης: «ίσος γάρ τών 'Ελλήνων έδείχθη ύφαυχούμενος τοις τούτων συγγράμμασιν, ά δικαίως έλίκμισαν αί τών δικαίων φωναί‘» Καί συμπληρώνει: «Θά επρεπε νά ονομάζεται οχι  Ιωάννης, άλλά Πυθαγόρας, Κρόνος ή Απόλλων».
Η προσχώρηση αύτή στις έλληνικές άξιες άνθρώπων τής έκκλησίας όπως καί τής αύτοκρατορικής έξουσίας δέν σταματά έδώ καί βρίσκει τήν έκφρασή της άκόμα καί σ’ αύτό τό πρόσωπο τού αύτοκράτορος Δέοντος τού Σοφού (886-912 μ.Χ.). ’Έτσι έχουμε δύο λόγους τού Κωνσταντίνου τού Σικελού κατά τού Λέοντος τού Σοφού, τού όποιου, άξίζει νά σημειωθεί, οτι ήταν μαθητής, όπου φανερώνει καί αύ­τός τό άβυσσαλέο του μίσος κατά τού Έλληνισμού. Στο στιχούργημά του τών 44 στίχων μέ τίτλο «Στίχοι ήρωικοί καί ελεγειακοί εις Αέοντα φιλόσοφον Κωνσταντί­νου μαθητου αύτού» άναφέρει οτι:
«αύτός (ό Λέων) δίδαξε όλη τήν κοσμική έπιστήμη (θύραθεν σοφία), γιά τήν όποια περηφανεύονταν οί άρχαιοι καί εχασε τήν ψυχή του σ’ αύτήν τήν θάλασσα τής άσέβειας. Λάτρεψε τό αμέτρητο πλήθος τών θεών καί άρνήθηκε τήν άγια Τριάδα. 'Ο Χριστός δίκαια τον τιμώρησε γιά τον σαρκασμό του πρός τον άληθινό Θεό, γιατί ήταν ένας άποστάτης, ενας λάτρης τού Δία». Στή συνέχεια τού συγγράμματος ό Λέων στέλνεται «στόν Αδη μαζί μέ τήν έπιστήμη του και τήν άσέβειά του, νά ξαναβρεί τον Χρύσιππο, τον Σωκράτη, τον Πρόκλο καί τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη καί τον   Επίκουρο καί τούς αγαπητούς του φίλους τούς Εύκλείδες καί τούς Πτολεμαστρονόμους συντροφιά μέ τον Ομηρο, Ησίοδο καί τον "Αρατο», τούς φιλοσόφους, τούς σοφούς, τούς ποιητές τής Ελλάδος, νά καεί έκεί μαζί τους στήν φωτιά, «όπως τού άξίζει». Καί τελειώνει: «Νά αύτά πού έγώ ό Κωνσταντίνος, πού θήλασα τό καλό γάλα τής Καλλιόπης, σού έψαλα μέ τέ­χνη έγώ, πού έχοντας ερευνήσει τά μυστήρια τής καρδιάς σου έμαθα νά αναγνωρί­ζω τό κακό πού κρυβόταν έκεί».
Άλλά δέν άρκέστηκε μόνο σ’ αύτά ό Κωνσταντίνος. Επιστρέφει μέ ένα νέο ποίημα 70 στίχων, οπού οί κατηγορίες τώρα παίρνουν άκόμα γενικότερο χαρακτήρα κατά τών Ελλήνων:  Νά χαθούν αυτοί πού άρνιούνται τήν θεότητα, κι  αυτοί πού άσπάζονται τήν πλάνη του Μάνη, κι αυτοί πού λατρεύουν τούς θεούς τών Ελ­λήνων... Κάτω οσοι δέν λατρεύουν τον Θεό πού είναι νοητός σέ τρία πρόσωπα καί τιμάται σέ μιά φύση. Νά χαθούν οσοι 8έν σέβονται μέ ολη τήν τρεμάμενη ψυχή τους τήν ενσάρκωση του θείου λόγου...». Καί στο τέλος ομολογεί: «Ναί είμαι πατροκτόνος δυσεβούς διδασκάλου, εστω κι αν οί  Ελληνες σκάσουν άπ' τό κακό τους...».
Τό σημαντικότερο όμως γεγονός σέ αύτά τά δύο στιχουργήματα προκύπτει άπ' τό οτι γράφτηκαν σέ μία έποχή, τον 10ον μ.Χ. αιώνα, οπού οί περισσότεροι ιστορι­κοί θεωρουν ότι ή Ελληνική φιλοσοφία καί θρησκεία, στήν αυθεντική τους μορφή, έχουν παντελώς έκλείψει. Όμως τί συμβαίνει έδώ, όταν ένας αύτοκράτορας μοιά­ζει νά ακολουθεί τέτοιες ιδέες καί νά κατηγορείται γι' αύτά του τά πιστεύω άπό έναν πρώην μαθητή του γνώστη αύτών του τών πιστεύω καί ιδεών; Ποιοι είναι αύτοί οί περίφημοι 'Έλληνες, πού θά σκάσουν —οπως χαρακτηριστικά αναφέρει— άπ' τό κακό τους; Σέ ποιές άνεξερεύνητες πτυχές τής ιστορίας βρίσκονται εγκλω­βισμένοι;

 
 

[Στο έπόμενο: *Η στάση του Χριστιανισμού κατά τήν Τουρκοκρατία].