NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, March 07, 2014

Η δολοφονία του Όδυσσέα Ανδρούτσου




 Η  δολοφονία του Όδυσσέα Ανδρούτσου


'Ο Όδυσσέας Ανδρούτσος είναι μία ηρωική καί συνάμα τραγική μορφή τοϋ ’21. Τό 1797 ήταν 7χρονος όταν οί Τούρκοι πέταξαν στά νερά του Βοσπόρου τό πολυβασανισμένο σώμα του πατέρα του Ανδρούτσου, του θρυλικού εκείνου πρωτοκλέφτη τής Ρούμελης178. Είκοσιοχτώ χρόνια αργότερα καί τό δικό του τό πολυβασανισμένο σώμα τσακιζόταν στα βράχια τής Ακρόπολης. Γκρεμίστηκε ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει δεμένος μέ σκοινί, είπαν κάποιοι αρμόδιοι. Δολοφονήθηκε μέ σκηνοθεσία ατυχήματος, ισχυρίστηκαν κάποιοι άλλοι. Τί ειχε συμβεί; Αύτό θα τό δούμε παρακάτω μέ μία κατά ανάγκη συνοπτική αναφορά μας, αφού τό ζήτημα αύτό είναι μεγάλο και πολύπλοκο και ή εξαντλητική προ­σέγγισή του δεν άνήκει στα καθήκοντα ενός μέρους εισαγωγικού κειμένου.
Ό Όδυσσέας Ανδρούτσος βρέθηκε στό στόχαστρο τής κατασκοπευτικής παρακολούθησης άπό τις αρχές τού 1825, μία έποχή κορύφωσης τών εμφυλίων παθών. Οί πληροφορίες γιά τις κινήσεις του καταγράφονται και άναφέρονται στό 'Υπουργείο Αστυνομίας άπό τον Γενικό Αστυνόμο Αθηνών Πάνο Μοναστηριώτη. Στις 20 Ίανουαρίου άνέφερε δτι συναντήθηκε μέ τούς Τούρκους του Εύρίπου στό προσκυνημένο χωριό Μουζάκι της επαρχίας Ταλαντίου. Οί πληροφοριοδότες τής Αστυνομίας θεωρούσαν ώς απόλυτα βέ­βαιο ότι «φοβερίζει τάς Αθήνας»™. Μία άλλη αναφορά ύπό ημε­ρομηνία 13 Φεβρουάριου 1825 τον παρουσιάζει νά ετοιμάζεται νά συναντηθεί μέ τους Τούρκους πού κατηφόριζαν από τό Ζητούνι (Λαμία) καί είχαν φτάσει στό Μώλο180.
Ακολουθούν δύο άκόμη αναφορές του χρονολογούμενες άπό 7 καί 11 Απριλίου. Στην πρώτη αναφέρεται ότι τήν Τετάρτη του Πάσχα ό Γκούρας «έκαμε ένα πόλεμο με τον Όδυσσέα» πού είχε


178. Δημήτρη Σταμέλου, Τό λιοντάρι της κλεφτουριάς, Ανδρούτσος ό πατέρας τού Όδυσσέα, Αθήνα 2000, έκδοση 3\ σ. 195.
179. ΓΑΚ, ΑΫΑ, φάκ.18
180. ΓΑΚ,ΑΥΑ, φάκ.19


οχυρωθεί μέσα σέ κάποιο μοναστήρι, άναγκάζοντάς τον να καταφύγει στις Λιβανάτες, ένα χωριό κοντινό με τόν Εύριπο, όπου είχαν συγκεντρωθεί οί Τούρκοι1. Ό Πάνος Μοναστηριώτης μέ τη δεύτερη αναφορά του διαβεβαίωνε τό Υπουργείο του ότι ό Όδυσσέας έγκατέλειψε τούς Τούρκους, έφυγε μαζί μέ όλους τούς στρατιώτες του και κατέφυγε στο Ελληνικό στρατόπεδο2.
Όλες αύτές οί κινήσεις τού Όδυσσέα, ανεξάρτητα άν έγιναν ή όχι όπως ακριβώς περιγράφονται, φανερώνουν ότι ό ήρωας τής Γραβιάς είχε θεωρηθεί ώς συνεργάτης τών Τούρκων, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Ήδη ή Γενική Αστυνομία Ναυπλίου προσπαθούσε νά εξακριβώσει τις προθέσεις του. Σε έκθεση εξέτασης κάποιου Σκουρτανιώτη παπα-Άθανάση, τού γίνονται ερωτήσεις γιά τις κινήσεις καί τούς σκοπούς τού Όδυσσέα, τον αριθμό τών στρατιωτών του, τις συνομιλίες του μέ άλλους καπεταναίους κ.λ.π.3. Ή ιδία Αστυνομία συνέλαβε τον αδελφό του Εύαγγέλη ώς ύποπτο κατασκοπίας σέ βάρος τής Διοικήσεως. Δεν διαπιστώθηκε όμως τίποτε τό επιλήψιμο έναντίον του και αφέθηκε ελεύθερος4.
’Έτσι φτάνουμε στα χαράματα τής Παρασκευής 5 Ιουνίου 1825 όταν τό σώμα τού Όδυσσέα βρέθηκε άψυχο, πεσμένο στη βάση τού μεγάλου ένετικού πύργου τής Ακρόπολης, Ό Γενικός Αστυνόμος Αθηνών είδε τό μακάβριο θέαμα από κάποια απόσταση. ’Επικαλούμενος τη μαρτυρία κάποιων φρουρών, άποφαίνεται ότι προσπάθησε νά δραπετεύσει δεμένος μέ ένα σκοινί καί εκείνο κόπηκε ένώ βρισκόταν σέ ύψος πέντε όργυιών από τό έδα­φος καί από τήν πτώση του «έτζακίσθη ό δεξιός μηρός του και έσυντρίφθη τό μηλίγγι του». Έκλήθη ό γιατρός τής πόλης, γνωμάτευσε ότι «έπεσεν χωρίς άλλο» καί δόθηκε ή άδεια τού ενταφια­σμού του5.
Στις 26 ’Ιουλίου 1825 ο Πάνος Μοναστηριώτης πληροφορούσε τό Υπουργείο Αστυνομίας ότι στο στρατόπεδο τών Σαλώνων έλεγαν ότι ό Γκούρας έβαλε καί σκότωσαν τον Όδυσσέα, ενώ «εις τάς Αθήνας έψιθυρίζετο ότι η Σ. Διοίκησις εδωσε κρυφήν διαταγήν νά θανατωθή»6.
Θα σταθούμε με συνοπτική αναφορά σέ αυτή την έκδοχή. Στις '20 και 71 Φεβρουαρίου 1825 τό 'Υπουργείο Πολέμου μέ δύο διαταγές του κατάφορτες από πομπώδεις λέξεις, ζητούσε από τόν Γκούρα καί τους στρατηγούς Στάθη Κατσικογιάννη και Νικόλαο Κριεζώτη νά «γυμνώσουν άπό το λαμπρόν ένδυμα τής δόξης» τόν Όδυσσέα τόν όποιο χαρακτηρίζουν ώς «άχάριστον» και «άντιπατριώτην», έτοιμο νά παραδώση στους Τούρκους «τας ελευθέρας έπαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος»'*1.
Ό Γκούρας βρήκε τότε την εύκαιρία νά έξοντώσει πρώτα ηθικά καί υστέρα βιολογικά τόν Όδυσσέα, μέ τη συγκατάνευση κυβερνητικών κύκλων.
Ό γνωστός γιά τό κύρος του Λειβαδίτης αγωνιστής του ’21 Άντώνης Γεωργαντάς, που χρημάτισε γραμματικός καί του Άνδρούτσου και του Γκούρα, αναφέρει7 ότι ό τελευταίος έστειλε έπιστολή πρός τόν Παπακώστα Τζαμάλα, ό όποιος μαζί μέ άλλους τρεις οπλοφόρους δολοφόνησε τόν Όδυσσέα μέσα στη φυλακή του. Ανάμεσα τους ήταν καί ένας Λιδωρικιώτης στρατιώτης, ονομαζόμενος Θεοχάρης, ό οποίος άφαίρεσε από δάκτυλο του θύμα­τος ένα δαχτυλίδι μέ τή σφραγίδα του.
Κατά τόν Άντώνη Γεωργαντά πάντα, ό Όδυσσέας αντιστάθηκε καί μέ τα δόντια του έκοψε δύο δάχτυλα ενός άλλου στρα­τιώτη Μπαλαούλια στο όνομα, ίσως τού διαβόητου κατά την οθωνική περίοδο λήσταρχου Λουκά Μπελόλια, ό οποίος έδρασε κυρίως στή Βοιωτία8. Οί δολοφόνοι τόν εξουδετέρωσαν συνθλίβοντας μέ τά χέρια τους τά γεννητικά του όργανα καί καταφέροντας μέ τσεκούρι καίριο πλήγμα στο κεφάλι του. Ύστερα σκηνοθέτησαν ατύχημα μέ τόν τρόπο πού προαναφέρθηκε. Μόνο πού δεν σκέφθηκαν — προσθέτουμε εμείς — ότι ό Όδυσσέας ήταν άκινητοποιημένος μέ αλυσίδες στά χέρια καί μπάλες στα πόδια, οπότε δέν ειχε τήν ευχέρεια νά πραγματοποιήσει απόδραση μέ ή χωρίς καταρρίχηση.


'Ένας άλλος στρατιώτης, ονομαζόμενος Μήτρος Λιόσης, λίγο καιρό προτού πεθάνει, ομολόγησε τη συμμετοχή του στή δολοφονία. Τό 1898 δημοσιεύθηκε ή αφήγηση του αγωνιστή του ’21 Κων/νου Καλαντζή, ό όποιος ήταν σκοπός εκείνο τό βράδυ, άντικαταστάθηκε άλλα δεν απομακρύνθηκε. Παρέμεινε αθέατος σε μία γωνιά καί είδε όλη τή σκηνή τής δολοφονίας με συμμέτοχους τέσσερις άνδρες. Τούς Μήτρο Τριανταφυλλίνα, Παπακώστα Τζαμάλα, Ιωάννη Μαμούρη καί ένα στρατιώτη Σαλωνίτη190, ίσως τον  Θεο­χάρη από τό Λιδωρίκι πού συναντήσαμε παραπάνω.
Τό 1850 ό Αλέξανδρος Σούτσος τύπωσε τήν ποιητική συλλογή του «Ή Τουρκομάχος Ελλάς», όπου άναφέρεται   στη δολοφονία τού Άνδρούτσου κατονομάζοντας ώς συμμέτοχο και τον Παπακώστα Τζαμάλα. Εκείνος άρνήθηκε τήν κατηγορία λέγοντας ότι κατά τό χρόνο τής δολοφονίας ήταν κατάκοιτος άπό ασθένεια. Άναφερόμενος στον Γκούρα  ειπε ότι κατέβαλε προσπάθεια «νά τόν σώση εκ των χειρών των τότε κρατουντών, οίτινες    τον  κατεδίωκαν επί έσχάτη προδοσία»'91. Και όμως ήταν τότε κοινό μυστικό ότι ό Γκούρας ένεχόταν στή δολοφονία τού Όδυσσέος. ’Εδώ θά προσθέσουμε τή μαρτυρία τού γραμματέα τού Καραϊσκάκη   Γεωργίου Γαζή τού Δελβινακιώτη, ό όποιος αναφέρει τά έξής:
«Όταν έμαθεν ό Καραϊσκάκης τόν θάνατον του Όδυσσέως τόσην άγανάκτησιν έλαβε κατά τού φονέως, ώστε ίδών τόν Γούραν εις τό στρατόπεδον τής Λεβαδείας εγινε έξω φρενών άπό τόν θυμόν του και ώρμησεν εύθυς κατά τού Γούρα η νά τόν φονεύση πρός έκδίκησιν τού φίλου του Όδυσσέως  ή να  φονευθεί αυτός υπέρ τού φίλου του (διότι και ό Γούρας ην δυνατός και μέ στράτευμα ίκανόν) νά άνάψη τον Εμφύλιον πόλεμον. Άλλά μεσολαβήσας ό Κίτσος Τσαβέλας μόλις και μετά βίας τόν κατεπράϋνε και απομακρύνθέντος  του Γούρα έπαυσε τό κακόν»'92.
Για τον Όδυσσέα  Ανδρούτσο, μέ τά περισσότερα πλεονεκτήματά του και τα λιγότερα έλαττώματά του, έχουν ασχοληθεί μέ έμπεριστατωμένες μελέτες τους ό Κάρπος Παπαδόπουλος9, ό Στέφανος Ξένος, ό Γιάννης Βλαχογιάννης10 καί ό X. ’Άνινος19”. Άπό την άλλη πλευρά υπάρχουν οί δεινοί κατήγοροί του, μέ προεξάρχοντα τον Διονύσιο Σουρμελή, ό όποιος του προσάπτει καί μερικές ανυπόστατες κατηγορίες, άλλα αυτό δέν είναι του πα­ρόντος.
Ό Άνδρούτσος δέν υπήρξε ποτέ προδότης του εθνικοαπελευθερωτικού άγώνα.  Ήταν ένας ικανός διαπραγματευτής, που ενέπνεε εμπιστοσύνη στην τουρκική πλευρά. Άπό τόν Άλή πασά, πού ειχε διαγνώσει από πολύ παλιά την αξιωσύνη του, είχε παραλάβει τη βιαιότητα, την πανουργία, αλλά καί μία — άς τη χαρακτηρί­σουμε έτσι — διπλωματικότητα. Ή συχνή σκληρή καί παρορμητική συμπεριφορά του θά πρέπει νά εξετάζεται ύπό τό πρίσμα τής εξή­γησης των γεγονότων πού αποτελεί ένα από τά βασικά στοιχεία της σύγχρονης ιστορικής έρευνας καί κριτικής.
Ή διαπραγματευτική του ικανότητα μέ τούς Τούρκους, φαίνεται σ’ ένα αχρονολόγητο αντίγραφο επιστολής του πρός τόν βεζύρη καί σερασκέρη Μεϊμέτ πασά. Στο κείμενο αύτό πού προορίζεται γιά άλλη μελέτη μας, καταγγέλλονται αύθαιρεσίες σέ βάρος τών Ελλήνων, στήν περιοχή τής Λειβαδιάς, από τούς πασάδες Μπερκόφτσαλη, Γιουσούφ Κιόρ καί εκείνον τού Εύρίπου. Έδώ θά αναφερθούμε σέ μία καταγγελία του, σύμφωνα μέ τήν όποία «άν είχε τινάς κορίτζι εύμορφον η παιδί, τού τό έπαιρναν».


187. Άρχειον της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Επιμέλεια Ίωάννου Βλαχογιάννη, Α' Άθηναϊκόν Άρχειον, έν Άθήναις 1901, σσ. 12, 421.


Τό παιδομάζωμα λοιπόν συνεχιζόταν υπό άλλη μορφή, Εν όψει όλων αύτών ό Όδυσσέας ζητούσε από τόν βεζύρη νά ενημερώσει μέ ειδική αναφορά του τόν Σουλτάνο, τονίζοντας ότι «άπεφάαιπεν ό λαός νά τεθή μέ τα άρματα εις τάς χείρας διά τά δίκαιά του»11.
Οί προσεγγίσεις του μέ τους Τούρκους βρίσκονταν πάντα στα πλαίσια μιας εύθραυστης ανακωχής. Αυτό τό χαρακτήρα είχαν τά περίφημα «καπάκια» ή «ψευτοκάπακα» ή οί «πλακούλες» με­ταξύ Ελλήνων και Τούρκων οπλαρχηγών. Ή Στερεά Ελλάδα βρι­σκόταν πάντοτε στο δρόμο τών πασάδων πού κατηφίοριζαν πρός τό νότο γιά την κατάπνιξη τής έπανάστασης. Οί προσπάθειες των Ελλήνων όπλαρχηγών γιά τήν προστασία τών τοπικών πληθυσμών, άλλά και τών δικών τους συμφερόντων, τούς υποχρέωναν σέ κάποιες ύποχωρητικές κινήσεις, τίς όποιες οί κατήγοροί τους τις χα­ρακτήριζαν μέ ευκολία ως πράξεις έσχατης προδοσίας.
Κάτω από αύτές τις συνθήκες κατηγορήθηκαν κατά καιρούς μέ βαρύτατους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, αρκετοί Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, όπως ό Όδυσσέας Άνδρούτσος, ό Γώγος Μπακόλας, ό Γεώργιος Βαρνακιώτης, ό Γιαννάκης Ράγκος, ό Γεώργιος Τσόγκος καί άλλοι.
Αφήσαμε τελευταίο τόν Καραϊσκάκη, ό όποιος θά είχε τήν τύχη τού Άνδρούτσου μετά τήν περίφημη εκείνη «δίκη» του στο Αίτωλικό, τόν Απρίλιο τού 1824. Ειχε όμως τήν ετοιμότητα νά προσδώσει φαιδρότητα στην όλη συνωμοσία σέ βάρος του καί νά καταφύγει στά Άγραφα, όπου ειχε ισχυρά έρείσματα από τήν εκεί προηγούμενη κλεφταρματολική δράση του.
Αντίθετα ό Ανδρούτσος προτίμησε νά αποσυρθεί στην περίφημη σπηλιά του. Όταν τό πληροφορήθηκε ό θρυλικός «γιος τής καλογριάς», έσπευσε νά τού μηνύσει ότι στις σπηλιές καταφεύγουν οί αρκούδες καί όχι τά λιοντάρια. Ακόμη τού μήνυσε ότι ό γιός τού Άνδρούτσου πρέπει νά αντιμετωπίσει κάθε κίνημα εναν­τίον του καί όταν ακουστεί τό πρώτο τουφέκι, τό δεύτερο θά είναι τού Καραϊσκάκη12.
Δυστυχώς τα πράγματα πήραν τή γνωστή δραματική τροπή. Δολοφονήθηκε  ένας άνθρωπος πού είχε πολλά νά προσφέρει στον αγώνα.  Όπως έχουν δολοφονηθεί καί τόσοι άλλοι σ’ αύτόν τον ηρωικό μά καί πολύπαθο τόπο 199.