θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, March 01, 2014

Καποδίστριας: Λόγια σοφού πολιτικού



ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 «ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ»

Τί τα ήθελε τα Συντάγματα ο Καΐρης. Η Μάνη ήταν βασίλειο ανε­ξάρτητο και αδούλωτο. Ακόμα και οι Τούρκοι είχαν αναγνωρίσει την αυτονομία της. Είχε τους δικούς της νόμους, τους δικούς της μπέηδες. Δεν χρειαζότανε Συντάγματα και νόμους. Εκεί βασίλευε χρόνια τώρα, ο ύψιστος νόμος της βεντέτας. Η δημοκρατία περίσσευε. Το Σύνταγμα ήταν καλό για τους Μανιάτες, όταν δεν άγγιζε τα συμφέροντά τους και δεν μείωνε τον παρά τους. Αυτά πίστευε τότε, ο 27χρονος πρωθυπουρ­γός, γιατί μετά ακριβώς από 45 μήνες, δολοφόνησε τον άνδρα, που σή­μερα υπάκουε και υποστήριζε, ισχυριζόμενος ότι έκανε το έγκλημα, γιατί το θύμα του δεν παραχωρούσε στους Έλληνες Σύνταγμα. Τον είχε βλέπετε, πιάσει τώρα ο πόνος, για τις συνταγματικές ελευθερίες των Ελλήνων.
Και σαν ήρθε η νύχτα, τελείωσαν οι υποδοχές και οι παράτες «με ευφροσύνην όλου του λαού και μελαγχολίαν μόνον μερικών Αριστοκρατών».1


«Σου ανοίγω την καρδιά μου...»

Την άλλη ’μέρα, ο μέχρι χθες πρωθυπουργός της χώρας, Μπεηζαδές- Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, πηγαίνει να επισκεφθεί τον νέο αρχηγό του Κράτους, λαμπροφορεμένος, όπως συνήθιζε να ντύνεται, «βουτημένος στο μάλαμα», καθώς γράφει ο Τερτσέτης, στον οποίο οφείλουμε όλη την παρακάτω εξιστόρηση. Ο Καποδίστριας «τον εδέχθη ως πατέρας τον υιό» και ανοίγει την καρδιά του, με τις παρακάτω, αθάνατες, μο­ναδικές, προφητικές υποθήκες:
«Δεν σ’ επαινώ δια τα φορέματά σου. Και πριν πατήσω τα χώματα τα ελληνικά, αλλά αφού ήλθα και είδα, εβεβαιώθηκα ότι είναι καιροί που πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα, όταν έφτασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή. Προείδα μεγάλα δυστυχήματα δια την πατρίδα, αν εσείς δεν είσθε σύμφωνοι μαζί μου και εγώ με εσάς.
«Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!», εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήτο το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μερ- τιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από τον γιαλό εις την Εκκλη­σία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω, κι ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ. Και με το δίκηο τους μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήρθα και εσείς με επροσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν. Και κυβέρνησις καθώς πρέπει ζη, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει τους απεθαμένους, διότι διορθώνει την ζημίαν του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζη ο άνθρωπος, ζη το έργον του, καρποφορεί, αν ο δι­οικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχη συνείδησιν, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας. Δύναμαι να κάμω εγώ όλα και να δικαιολογήσω την παντοχή του κόσμου, δύναμαι να πράξω μηδέν, χωρίς την σταθερή ομοφροσύνη των πρώτων του τόπου...
»Υιέ του Μαυρομιχάλη, δια να με τιμήσης ήλθες ευμορφοστολισμένος, το εννοώ και σε αγαπώ, όθεν σου ανοίγω την καρδιά μου. Ήλθεν εις την πατρίδα σας ένας ομογενής περισσότερος, δεν ήφερα ξένους οπλοφόρους, συνοδεία μου έχω μόνο την πειθώ, το φίλεργο, τα τίμια γηρατεία. Όχι εσύ που είσαι νέος, αλλά οι πλέον, πλειό γέροντες δεν έχετε γνώσι λευκαμένη από παλαιότητα καιρού. Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμα η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειά μας: Τ Άνάπλι, Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραΐμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη. Πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιον στρατιώτην και από πειρατείαν, τα δυο μεγάλα καράβια σας είναι αραγμένα, ξαμάρτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδριότερους των Ελλήνων. Πού το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω, επουλήσατε και τη δεκατία του φετεινού έτους, πριν ακόμα σπαρθεί το γέννημα.2 Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κά­τοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το Δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια στερλίνες λίρες χρέος, άλλα τόσα ζητείτε οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς. Ανάγκη να την ελευθερώσουμε και από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγύπτιου. Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζουμαι. Προτιμώ αυτό το σκή­πτρο του πόνου και των δακρύων παρά άλλο. Ο Θεός μου τό ’δωσε, το παίρνω.Θέλει να με δοκιμάση... Είμαι από τη φυλή σας. Εις ένα μνήμα με σας θα θαφτώ... Εκάματε έργα πολεμικά, αθάνατα. Βασιλείς και έθνη σας επαίνεσαν, αλλά πίστευσέ με, δια πολυετίαν ακόμη η ζώνη του Προδρόμου πρέπει να είναι ο στολισμός μας, όχι χρυσοΰφαντη χλα­μύδα. Ως οι παλαιοί ήρωες, ή οι βασιλείς της Ελλάδος, πρέπει να φυ­τεύουμε δένδρα, να ανοίγουμε δρόμους, να παλεύουμε με τα θηρία του δάσους. Να δέσουμε την κοινωνία μας με νόμους συμφώνους με το έθνος μας, ούτε οπίσω, ούτε εμπρός του καιρού μας. Μη μου ζητείτε ζωγραφιές πολύτιμες εις οικοδόμημα ακόμη ατελείωτο. Μέτρο μας και άστρο: εις δεινά ελληνικά, θεραπεία ελληνική! Με το στόμα μας, όχι ως χειρούργοι της Ευρώπης κόφτοντας, αλλά με το στόμα μας να βυ­ζαίνουμε το έμπυο της πατρίδας μας, δια να την γιάνουμε... Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύη στην καρδιά μας θεός ζηλότυπος, μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο Φιλήκοος των ξένων είναι προδότης. Είθε οι νέοι της Ελλάδος να είναι βοηθοί μου και πρώτος εσύ. Μη φορείς πο­λυτελή φορέματα, αταίριαστα με την ένδεια των πολλών. Μη θέλεις άλλο στολίδι και καύχημα, ειμή ότι είσαι από οικογένεια δοξασμένη, που τόσο αίμα έχυσε ανδρειωμένο δια την αναγέννησι της Πατρίδος».3


Λόγια σοφού πολιτικού, υποθήκες αθάνατες. Ντράπηκε, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, μας λέει ο Τερτσέτης. Και μακάρι να συνειδητοποιούσε όσα του είπε ο Κυβερνήτης. Αλλά δυστυχώς δεν έγινε αυτό. «Και τη 27 Σεπτεμβρίου, αντί να σκύψη και να φονεύση τον άνδρα, να ήθελε σκύψη και φιλήση το χέρι... του πατρός του...». Η «συνείδησις των Ελλήνων», γράφει, ας μας πει, ποιός αγαπούσε τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, ο «φονευμένος ή οι σύμβουλοι του του φόνου;»4 Τώρα πια, όλοι ξέρουμε, ποιός αγαπούσε τον Μαυρομιχάλη και την πατρίδα. Οι επισημάνσεις αυτές του Κυβερνήτη, προς τον Μαυρομιχάλη και οι υπο­θήκες του προς όλους τους Έλληνες, αποτελούσαν την πεπτουσία της πολιτικής του. Αυτές οι σκέψεις καθόρισαν την πορεία του. Από την Αίγινα, τον Γενάρη του 1828, ξεκίνησε να συναντήσει το Πεπρωμένο του. Ήταν τα πρώτα του βήματα προς τον Γολγοθά και την Σταύρωση!

Ακυβέρνητη Πολιτεία

Πράγματι. Ήταν έτσι ακριβώς, όπως τα περιέγραψε ο νέος Κυβερνήτης. Όταν ήρθε στην Ελλάδα βρήκε χάος και κόλαση. Η κατάσταση στη χώ­ρα ήταν απελπιστική. Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, στην Στερεά Ελ­λάδα ο Κιουταχής. Στις ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου, ρου­μελιώτικα στρατεύματα, νησιώτες, πρόσφυγες από παντού. Δεν υπήρχε καλύβι όρθιο, δεν υπήρχε ψωμί. Στην στεριά λεηλασίες και ληστείες, στην θάλασσα πειρατείες. Ουσιαστικά δεν υπήρχε κυβέρνηση. Η Αντι- κυβερνητική Επιτροπή δεν είχε κύρος και εξουσία. Ο τόπος ήταν ρη­μαγμένος, ο πληθυσμός εξαθλιωμένος, αποδεκατισμένος, η διοίκηση παραλυμένη. Η «χώρα» -ο Θεός να την πει χώρα-, περιοριζόταν στην Αίγινα, στον Πόρο, στην Σαλαμίνα, στην Ελευσίνα και στα Μέγαρα, και σε μερικά ακόμα νησιά. Η Πελοπόννησος, η Στερεά η Αθήνα, ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, ακόμα στα χέρια των Τούρκων.