θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, February 07, 2014

Η παιδεία είναι δύο ειδών: ή θεόσταλτη καί ή ανθρώπι­νη.




ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ DCCXI fol. 82b.



Λόγια του Διογένη πρός τον βασιλιά ’Αλέξανδρο.

Δεν γνωρί­ζεις ότι ή παιδεία είναι δύο ειδών: ή θεόσταλτη καί ή ανθρώπι­νη· ή θεϊκή είναι σπουδαία καί δυνατή καί εύκολη, ένώ ή αν­θρώπινη είναι ασήμαντη κι αδύναμη, καί περικλείει πολλούς κινδύνους κι αρκετή απάτη. ’Αναγκαστικά δμως προστίθεται στή θεϊκή —έτσι είναι τό σωστό— κι ο κόσμος τήν ονομάζει παιδεία, όπως, νομίζω, παιδική ήλικία (παιδία), καί νομίζει δτι οποίος γνωρίζει πάρα πολλά γράμματα καί περσικά καί έλ- ληνικά καί τών Σύρων καί τών Φοινίκων κι όποιος διαβάζει πάρα πολλά βιβλία, είναι σοφότατος καί στο έπακρο μορφωμέ­νος. Πάλι όμως, όταν τά συναντήσει αύτά σέ κάποιους μοχθη­ρούς καί δειλούς καί φιλάργυρους, ύποστηρίζει ότι καί οί γνώ­σεις αυτές καί ό άνθρωπος αυτός έχουν μικρή αξία. Το δεύτερο είδος τής παιδείας ό κόσμος μερικές φορές τό λέει παιδεία, άλ­λοτε πάλι τό λέει άνδρική ήλικία (άνδρία) καί μεγαλοφροσύνη· έτσι λοιπόν οί παλαιότεροι ονόμαζαν απαίδευτους όσους είχαν άγαθή παιδεία καί είχαν άσκήσει τήν ψυχή τους στήν άνδρεία, όπως έκείνο τον 'Ηρακλή. Επομένως, όποιος συμβαίνει νά κα­τέχει εκείνη τή θεόσταλτη παιδεία λόγω τής εύγενικής κατα­γωγής του, εύκολα αποκτά καί τήν ανθρώπινη, ακούγοντας λίγα · κι άκούγοντας λίγες φορές εκείνα τά πολύ σημαντικά καί πολύ βασικά, μυείται σ’ αυτά καί τά κρατάει φυλαγμένα στήν ψυχή του χωρίς κανένας πιά νά μπορεί νά του τά πάρει — ούτε συγκυρία, ούτε άνθρωπος απλός ούτε σοφιστής, ακόμη κι άν κάποιος ήθελε νά τον κάψει στή φωτιά. Άλλά κι άν τον κάψει κανείς, όπως λένε ότι έκαψαν τον 'Ηρακλή, παραμένουν οί άπόψεις του μέσα στήν ψυχή του, όπως, νομίζω, λέγεται δτι παραμένουν τά δόντια τών νεκρών πού καίγονται, ένώ τό υπόλοιπο σώμα έξαφανίζεται άπό τή φωτιά· γιατί αύτός δεν χρειάζεται νά μάθει άλλά μόνο νά θυμηθεί- άμέσως μετά καί ξέρει καί έμαθε, σάν νά τις έχει εξαρχής τής γνώσεις αύτές μέ­σα στο μυαλό του. Κι επιπλέον, άν συναντήσει κάποιον ο όποιος ξέρει καλά τό δρόμο, εύκολα έκείνος θά του τον δείξει καί μόλις τον μάθει, θά φύγει αμέσως· αν όμως συναντήσει κά­ποιον αμαθή καί αλαζόνα σοφιστή, αυτός θά τον ταλαιπωρήσει περιφέροντάς τον άλλοτε στήν ανατολή κι άλλοτε στή δύση ή κατά τό νότο, γιατί ό σοφιστής δεν ξέρει τίποτα άλλα πιθανο­λογεί, αφού πολύ πρωτύτερα είχε κι ό ίδιος εξαπατηθεί από τέτοιους αλαζόνες, όπως ακριβώς οί αμαθές καί ασυγκράτητες σκύλες, οί οποίες τήν ώρα του κυνηγιού δεν καταλαβαίνουν τί­ποτα ούτε αναγνωρίζουν τά χνάρια, εξαπατούν άλλες μέ τή φωνή καί τή στάση τους, ότι τάχα καί ξέρουν καί βλέπουν, ετσι πού πολλές νά τις ακολουθούν: οί άμυαλες ακολουθούν αυτές πού γαυγίζουν χωρίς λόγο· οί πιο ορμητικές όμως καί οί πιο ανόητες, μιμούμενες τις πρώτες, κάνουν φασαρία καί γαυ­γίζουν καί έξαπατούν άλλες. Κάτι παρόμοιο θά συναντήσεις κι ανάμεσα σ’ αυτούς πού ονομάζονται σοφιστές.




Λόγοι Διογένους πρός τον βασιλέα ’Αλέξανδρον.

Ούκ οίσθα, ότι διτ­τή έστι παιδεία, ή μέν τις δαιμόνιος, ή δέ ανθρώπινη· ή μέν ούν θεία μεγάλη και Ισχυρά και ραδία, ή δέ ανθρώπινη μικρά και ασθενής και πολλούς εχουσα κινδύνους καί απάτην ούκ όλίγην.  Ομως δέ αναγ­καία προσγενέσθαι εκείνη, εί όρθώς γίγνοιτο, καί καλούσιν οί πολλοί ταύτην μέν παιδείαν, καθάπερ οϊμαι παιδία, καί νομίζουσι τον πλεΐστα γράμματα είδότα Περσικά τε καί 'Ελληνικά, καί τά Σύρων καί των Φοινίκων καί πλείστοις έντυγχάνοντα βιβλίοις, τούτον σοφωτα- τον καί μάλιστα πεπαιδευμένον. Πάλιν δέ, όταν έντύχωσι των τοιού- των τισί μοχθηροΐς καί δειλοΐς καί φιλαργύροις, ολίγου άξιόν φασι τό πράγμα καί τον άνθρωπον· την δέ έτέραν ενίοτε μέν παιδείαν, ένίοτε δέ άνδρίαν καί μεγαλοφροσύνην καί οΰτω δη δίχα παιδείας έκάλουν οί πρότερον, τούς δέ της αγαθής παιδείας επιτυγχάνον­τας καί τούς τάς φυχάς άνδρείους πεπαιδευμένους, ώς Ήρακλέα έκεϊνον. Ούκοϋν όστις άν έκείνην την παιδείαν εχγ καλώς πεφυκώς, ραδίως καί τχυτης γίνεται μέτοχος, ολίγα άκούσας, καί όλιγάκις αυ­τά τά μέγιστα καί κυριώτατα, καί μεμύηται καί φυλλάττει έν τη ψυ­χή, καί ούδείς άν αύτόν ετι τούτων άφέλοιτο ούτε καιρός, ούτε άν­θρωπος, ούτε σοφιστής άλλ’ ούδ’ άν πυρί τις έγκαϋσαι βουλόμενος - άλλά καν έμπρήση τις τον άνθρωπον, ώσπερ τον Ήρακλέα φασίν αύ­τόν έμπρησαι, μένειν αύτω τά δόγματα έν τη ψυχή, καθάπερ, οΐμαι, των κατακαιομένων νεκρών τούς όδόντας φασί διαμένειν, του άλλου σώματος δαπανηθέντος ύπό τού πυράς, ού γάρ μαθεϊν, άλλ’ ύπομνησθηναι δεϊται μόνον. ”Έπειτα εύθύς οϊδέ τε καί έγνώρισεν, ώς άν έξ άρχης τά δόγματα εχων ταϋτα έν τη αύτοϋ διανοία. Προσέτι δέ, έάν μέν άνδρί περιπέση, ώσπερ όδόν έπισταμένω, ραδίως έκεΐνος έπέδειξεν αύτω  καί μαθών εύθύς άπεισιν έάν δέ άγνοοϋντι καί άλαζόνι σο­φιστή, κατατρίψει περιάγων αύτόν, ότέ μέν πρός άνατολάς, ότέ δέ πρός δύσιν, ότέ δέ πρός μεσημβρίαν ηκων, ούδέν αύτός είδώς, άλλά εΐκάζων, καί πολύ πρότερον αύτός ύπό τοιούτων αλαζόνων πεπλανη- μένος, ώσπερ αί αμαθείς καί άκόλαστοι κύνες, έν τη θηρα μηδέν ξυνιεϊσαι, μηδέ γνωρίσασαι τό ’ίχνος, έξαπατώσιν άλλας τη φωνή καί τώ σχηματι, ώς ειδυΐαί τε καί όρώσαι, καί πολλαί συνέπονται ταύταις, αί άφρονέσταται σχεδόν ταϊς μάτην φθεγγομέναις - τούτων δ’ αί μέν άφθογγοι σιωπώσι, μόνον αύται έζαπατώνται  αί δέ προπετέσταται καί άνοητόταται μιμούμεναι τάς πρώτας, θορυβούσι καί μιμούνται αλλας εξαπαταν τοιούτον εΰροις άν και περί τούς καλουμένους σοφιστάς.