θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, January 31, 2014

Ο Μακρυγιάννης χωρίς το Φωτοστέφανο


Ο Μακρυγιάννης χωρίς το Φωτοστέφανο
Έξω Γιάννης και μέσα Σουλεϊμάνης!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Καθένας έχει δυο γλώσσες, των λόγων και των έργων
Γκαίτε

Φίλος ο Πλάτων, αλλά καλύτερη φίλη η αλήθεια1

 Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης είναι μια ξεχωριστή, ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, και έχει απασχολήσει όσο κα­νένας άλλος, με εξαίρεση ίσως τον Κολοκοτρώνη, την ιστοριογραφία της Επανάστασης. Η φήμη του και η αξία του, κυρίως δεν οφείλεται στην πολεμική του δράση, που ωστόσο δεν είναι αμελητέα, όσο στην μεταθανάτιο μυθοποίησή του από τον λόγιο συμπατριώτη του, Γιάννη Βλαχογιάννη, ο οποίος ανεκάλυψε και έφερε σε φως τα γνωστά πλέον Απομνημονεύματά του, και στην εν συνεχεία υποστήριξή του από κά- ποια «ιερά τέρατα»2 της ελληνικής διανόησης, την άποψη των οποίων, κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει. Μάλιστα δε, ο Γεώργιος Σαββίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να ανακηρύξει τον Μακρυγιάννη Άγιο!
Χάρις σ’ αυτήν την προβολή και κυρίως εξ αιτίας της ιδιομορφίας της γραφής του, βγήκε από την αφάνεια. Σχεδόν όλοι όσοι καταπιάστηκαν με το έργο του, περιορίστηκαν στον Μακρυγιάννη «γραφιά», στο είδος, στο ύφος, στην ιδιομορφία της γλώσσας του.
Και ελάχιστοι και περιορισμένα, με τον «άνθρωπο» Μακρυγιάννη, με τον χαρακτήρα του, το ήθος του, τη συμπεριφορά του, την πολιτική του δράση, με τις αρετές του [αν διέθετε], τα ελαττώματά του, τη συμμετοχή του γενικότερα και την προσφορά του στο Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Όλοι κοίταζαν το δένδρο και δεν πρόσεξαν το δάσος. Ελπίζω ότι οι σελίδες που ακολουθούν θα φωτίσουν σε κάποιον βαθμό την αμφιλεγόμενη αυτή προσωπικότητα.
Ο Μακρυγιάννης εμφανίστηκε στη δημόσια σκηνή της Επανάστασης, ουσιαστικά στα τέλη του 1823, που κατέβηκε για πρώτη φορά στην Πελοπόννησο και άρχισε να αναμειγνύεται στις κομματικές διαμάχες εκείνης της περιόδου, για να συμμετάσχει στη συνέχεια, με πρωταγωνιστικό ρόλο, στον Εμφύλιο Πόλεμο 1824-1825, με τα ρουμελιώτικα στρατεύματα, υπό την αρχηγία του Κωλέτη, ως αρχηγός της φρουράς του και ως θησαυροφύλακας των χρημάτων του τελευταίου.
Ο ίδιος, που υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες στον Εμφύλιο Πόλεμο, έγινε από την μια ημέρα στην άλλη, από χιλίαρχος, αντιστράτηγος, στρατηγός, αντάλαγμα της απιστίας και αποστασίας του, αφού πρόδωσε τους φίλους του και προσχώρησε στους αντιπάλους τους. Ο Κάρπος Παπαδόπουλος, συναγωνιστής του, στα πεδία των μαχών, γράφει ότι, ήταν «ο κυριότερος μοχλός του Εμφυλίου Πολέμου, που προκάλεσε τον αφανισμό του Μόριά».3
Μέχρι τότε ήταν ένας ασήμαντος μικροκαπετάνιος της Ρούμελης, δορυφόρος του Ανδρούτσου και του Γκούρα, στην περιοχή της Ρούμελης και των Αθηνών.
Από τον Εμφύλιο και μετά βρίσκεται συνεχώς στο πλευρό του Κωλέτη και στη συνέχεια του Μαυροκορδάτου και του Κουντουριώτη, τις

Χύνει κροκοδείλια δάκρυα γιατί βασανίζονται οι «στραβοραγιάδες», από τους προεστούς και τους οπλαρχηγούς: «Κι εμείς τρώμε τα πρά­ματά τους και στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε... και μας πλερώνουν και μας ταγίζουνε. Και τους βάνομε ομπρός εις τον πόλεμον και σκο­τώνονται αυτήνοι και δοξαζόμαστε εμείς», αλλά την επόμενη κιόλας ημέρα, «Βγάλαμε τα μαχαίρια σκοτώσαμε τον μπαϊραχτάρη τους, σκο­τώσαμε και άλλους... πιάσαμε και κάμποσους ζωντανούς... Οι άνθρω­ποί μου πήραν λάφυρα πολλά... τους πήραμε τα πραχτικά τους κι’ όλα τους τ’ αναγκαία.. .»4
Φυσικά όλα αυτά τα θύματα δεν ήσαν Τούρκοι, ήσαν'Ελληνες, που τόσο, μα τόσο πολύ, τους λυπότανε!
Ενώ, έχει ορκιστεί να υπηρετεί την Κυβέρνηση Μαυρομιχάλη-Κολοκοτρώνη, το 1823, που τον έκανε χιλίαρχο, ραδιουργεί σε βάρος της, την κατασκοπεύει, πιστό όργανο της αντιπολίτευσης Μαυροκορδάτου- Κωλέτη:
«Αφήτε με εμένα να τους διαλύσω αυτηνών εδώ τη δύναμή τους όλη. Αλλά να μην ξέρη κανένας ότι αγρικιώνται με τ’ εμένα και κιντυ- νέψω αδίκως και δεν βγάλω και τ’ αποτέλεσμα».5
Έξω Γιάννης και μέσα Σουλεϊμάνης!
Διορίστηκε από τον Καποδίστρια, «Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης», παρίστανε τον φίλο του και ορκιζόταν στ’ όνομά του, ενώ παράλληλα, του έσκαβε τον λάκ­κο κρυφά. Το βράδυ ενώ έτρωγαν μαζί, ορκιζόταν: «Εγώ, πατρίδα δο­ξάζω, θρησκεία και την Εξοχότη σου...» και το πρωϊ γύρευε να του στείλουν από την'Υδρα 2.000 τάλληρα, για να εξαγοράσει τον Φρούραρχο του Παλαμηδιού, να το καταλάβει ο ίδιος και να υποχρεώσει τον Κυβερνήτη, σε παραίτηση, επειδή ήταν «τύραννος», «απατεώνας» και «δόλιος».6 Την ίδια περίοδο «... συνενοείτο μετά των ολιχαρχικών και ιδία μετά των Μαυρομιχαλαίων [των δολοφόνων] και έκραζεν στε- ντορείως “σύνταγμα”, αλλ’ αφού εδήωσε τη χώραν, μετά  των άλλων συνταγματικών λίαν “συνταγματικούς” εχλεύαζε το σύνταγμα και φέ- ρων την χείρα εις το θυλάκιον, ως ίνα δείξη το βαλάντιον αυτού έλεγε: “Να το σύνταγμα...!”». Αληθέστατον είναι ότι ο ανήρ ούτος, γνωστός εν Ελλάδι, ως είς των Ελλήνων, των μη εναρέτων».7
Δικαιολογεί και δικαιώνει τους δολοφόνους του Καποδίστρια. Για την δολοφονία του φταίει ο ίδιος, γιατί: «πολύ τους καταφρόνεσε... που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε... Και αποφάσισαν να τον σκοτώσου­νε και να πεθάνουν... 8 *.
Τα ίδια ακριβώς έλεγε και έκανε και με βασιλιά Όθωνα, τον «πίτροπο του Θεού», τον κουμπάρο του:9 «Εγώ τώρα προσκυνώ Θεόν, πατρίδα και βασιλέα»10 και την ίδια στιγμή τον κατασκόπευε: «Είχα ανθρώπους ορκισμένους και ήξερα τι γίνεται εις τον ίδιον τον βασιλέα».11
Αλλά ο Όθωνας δεν ήταν Καποδίστριας. Δεν δίστασε να τον καταδικάσει σε θάνατο, όταν του είπαν ότι συνωμοτεί εναντίον του. Και δεν τον έσωσε από την εκτέλεση, ούτε η παραπάνω δήλωση νομιμοφροσύνης, ούτε η κουμπαριά. Και σίγουρα θα του έκοβε το κεφάλι, αν δεν είχε εγκαίρως τρελαθεί.

«Γιάννη, Γιάννη και Αγιάννη, ήρθα μόνος μου»
Λίγοι ξέρουν ότι, στο τέλος της ζωής κατελήφθη από ψυχωσικές και παρανοϊκές ιδεοληπτικές ιδέες και παθολογική θρησκοληψία και πέ- θανε φρενοβλαβής. Η θρησκοληψία του εξελίσσεται σιγά-σιγά σε θρησκευτικό παραλήρημα. Είχε σαλέψει για τα καλά.
Βλέπει στον ύπνο του και στον ξύπνιο του, παράξενα όνειρα και οράματα. Τις παραισθήσεις του αυτές, που τις πιστεύει απόλυτα σαν αληθινές, τις καταγράφει από τις αρχές του 1851 σ’ ένα τετράδιο και γεμίζει σχεδόν 300 σελίδες. Είναι ένα δεύτερο ημερολόγιο της τελευταίας περιόδου της ζωής του, άσχετο και διαφορετικό από το πρώτο. Το νέο αυτό χειρόγραφο βαφτίστηκε από τους λόγιους επιμελητές του, Οράματα και Θάματα. Ο Βλαχογιάννης, ο πρώτος που το διάβασε, αποφαίνεται ότι «είναι το έργο ενός τρελού». Και δεν έχει άδικο, γιατί πρό­κειται για ένα θρησκευτικό παραλήρημα, ενός σαλεμένου νου, που βιώνει μια εικονική πραγματικότητα. Δέχεται επισκέψεις αγίων, των δώδεκα αποστόλων, του Χριστού, της Παναγίας, ακόμα και του ίδιου του Θεού.Τον φωνάζουν με το μικρό του όνομα, ταξιδεύει μαζί τους, του κάνουν δώρα, ακόμα και στην γυναίκα του. Του υπόσχονται να του φτιάξουν το σπίτι, εκκλησιάζονται μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον θεραπεύουν.
Για όσους τυχόν αναγνώστες, δεν έχουν υπ’ όψιν τους, αυτό το δεύτερο έργο του, καταγράφω εδώ μερικά σύντομα αποσπάσματα για να σχηματίσουν μια ιδέα για το περιεχόμενό του:
«... Ο α-Γιώργης και ο άγι-Δημήτρης ήρθαν εις το περιβόλι μου καβάλα. .. και επάνω εις το σπίτι μου και μου πήραν το φέσι μου από το κεφάλι μου... Εις τις 12 Νοεμβρίου [1844] ήρθε ο άγιος Ηλίας απόξω από το σπίτι μου, εις τη βρύση, και με φώναξε και με έβγαλε έξω... Εις τις 13 του ιδίου ήρθε η Παναγία η Πουρσιώτισσα και ευτύς κρέμασε έναν χρυσόν μπερντέ εις την οξώρποτα... Εις τις 1844, την πρώτη Δεκεβρίου ήρθε ο Χριστός ο αληθινός και η Θεοτόκο και όλοι οι άγιοι... Και μου λέγει εις το τέλος ο Χριστός «Εγώ αναχωρώ, Γιάννη, και δεν ματάρχωμαι δια καμόσον... Τα μεσάνυχτα μας πήρε ο άγιος Γιάννης και η αγία Αικατερίνη, εμένα και τη γυναίκα μου και μας πήγαν εις την χάρη της ... εις την Τήνο... Τις έξι, του αγίου Νικολάγου, ήρθε εις το σπίτι μου ο άγιοςΝικόλας... και μου λέγει: «Τι κάνεις γέρο-Γιάννη;... Την άλλη ημέρα ο α-Γιάννης και η αγι-Κατερίνη..., ήφεραν μια χρυσή ποδιά της γυναίκας μου... και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια... Τις 22 ήρθαν οι άγιοι όλοι και οι δώδεκα απόστολοι κι ένας ήφερε μίαν χρυσή καθίκλα και μ’ έβαλαν επάνω... κι ο άγιος Νικόλας μ’ έπιασε και μ’ έλου­ζε. .. Τις 28 ήρθεν όλοι οι άγιοι και ύστερα η χάρη της και μόφερε μίαν άγια κάρα σε μιάν χρυσή κασελοπούλα...». Τόσα όμως θεϊκά δώρα, έπρεπε να καταγραφούν για να μην χαθούν. Ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι ο Συμβολαιογράφος, που τα καταγράφει λεπτομερώς και η Παναγία η ταξινόμος, που τα τοποθετεί μπροστά του επιμελώς!
«Έγραφε ο άγιος Σπυρίδωνας, και η Θεοτόκο μου τα ’ βαίνε ομπρός μου... και γιόμωσε ο τόπος από αυτά όλα τα θεοτικά δώρα... Ρωτήθηκε ο άγιος Σπυρίδωνας να τα διαβάσει, αν είναι όλα. Ήταν όλα. Τότε μου λέγει ο αφέντης μας [ο Θεός]: “Λάβε τα, Γιάννη, είναι της βασιλείας σου και των απογόνω σου..Την άλλη βραδιά η χάρη της και όλοι οι άγιοι με πήραν και με πήγαν εις την σπηλιάν οπού ’χω δια εκκλησία και έκαμαν μια δοξολογίαν... Με πήρε ο αφέντης Χριστός και πήγαμεν πρώτα εις τον Άγιον Τάφον... και εις την Άγια-Σοφιά, εις την Κωνσταντινούπολη...».
Ο κατάλογος είναι ατέλειωτος και τον κλείνουμε, με μια αυτοπρόσωπο επίσκεψη του ίδιου του Θεού, στο σπίτι του:
«Την άλλη βραδιά ήρθε ο Παντοκράτορας μόνος του, όπου δεν μα- ταήρθε με τέτοιον τρόπον... εις το δεξιόν του ο Χριστός και όλοι οι άγιοι, και έλαμπε όλο το σπίτι, και ήταν όλοι, γιομάτη η σάλα... Τότε μου λέγει τρεις φορές: «Γιάννη, Γιάννη και Αγιάννη, ήρθα μόνος μου κάτω και εις την οικίαν σου. Δεν απόλαψε άλλος τοιούτως δε τούτην τη ζωή. Μόνο εσύ... Όσα σου λέγει το τέκνο μου και το τέκνο μου της μητέρας του, είναι λόγοι δικοί μου... και τους έστειλα να σου φκιάσουνε το σπίτι...»12