θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, December 29, 2013

"Η σημασία του Δημοτικού τραγουδιού και της παράδοσης στην διατήρηση της εθνικής ταυτότητας."







Σαμαντάκας ( Οσμαντάκας )      

  Μωρέ γεια σου Σαμαντάκα, την λεβεντιά σου να ’χα,
την λεβεντιά σου να `χα, γεια σου Σαμαντάκα.
Α'ι'ντε εσυ κοιμάσαι, αχ κι εγώ νυστάζω,
σε συλογιούμαι κι αναστενάζω.
Εσυ κοιμάσαι μωρε στα σεντονάκια,
κι εγώ γυρίζω στα έρημα σοκάκια.
Ξύπνα Σαμαντάκα, και φόρα τα τσαρούχια,
στρίψε τη μουστάκα, γεια σου μωρε Σαμαντακα.


 
Δημ. Χατζηπλής: "Η σημασία του Δημοτικού τραγουδιού."


"Η σημασία του Δημοτικού τραγουδιού και της παράδοσης στην διατήρηση της εθνικής ταυτότητας."

Ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού και βαθύς γνώστης της λαϊκής μας παράδοσης, ὁ Δημήτρης Χατζηπλῆς, μίλησε (καὶ τραγούδησε κιόλας!) το Σάββατο 28/12/2013 8 μ.μ στὸν πολυχῶρο «Δεσμοὶ Ἑλλήνων» Πασσαλίδη 29 Κ.Τούμπα Θεσσαλονίκη
 
 
 
 
Ο Οσμάν Τάκας (Σαμαντάκας)
 
                                                   -Γεια σου, Σαμαντάκα, (Οσμάν Τάκα)
                                                   τη λεβεντιά σου να 'χα!
                                                   Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω,
                                                   σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω.
                                                   Ξύπνα, Σαμαντάκα, (Οσμάν Τάκα)
                                                   και βάλε τα τσαρούχια,
                                                   και στρίψε τη μουστάκα.
                                                   Γεια σου Σαμαντάκα! (Οσμάν Τάκα)
 

  Σε τούτο το σημερινό σημείωμά μου, θα γράψω την ιστορία του Σαμαντάκα, έτσι όπως την άκουσα από ηλικιωμένους και τη διάβασα σε φυλλάδες.
***

  Ο Οσμάν Τάκης, λοιπόν, (Σαμαντάκας από παραφθορά), ήταν ο χριστιανός Παύλος Μπάρας, όμορφος άντρας, τριάντα πέντε περίπου χρονών, γερός και λεβέντης, που ζούσε με τη γυναίκα του και το μωρό παιδάκι του στην περιοχή των Αγίων Σαράντα.
  Δούλευε στα χωράφια, όταν κάποια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τρεις σπαχήδες του Αλή Πασά να σέρνουν τη γυναίκα του. Τα ‘βαλε, ένας αυτός, και με τους τρεις, και κατάφερε να σκοτώσει τους δυο και να τους πάρει τα ντουφέκια. Ο τρίτος του ξέφυγε και καθώς προσπάθησε να τον σκοτώσει, χτύπησε θανάσιμα την αγαπημένη του.
  Επειδή κινδύνευε άμεσα, έτρεξε στο σπίτι, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά και πήρε τα βουνά. Από ράχη σε ράχη, από βουνό σε βουνό, κάποια μέρα έφτασε στην Κορυτσά. Από τις κακουχίες όμως της οδοιπορίας έχασε το μωρό του και ο πόνος γίνηκε τώρα αβάσταχτος που ‘χασε γυναίκα και παιδί. Πήρε, λοιπόν, πάλι δρόμους και μονοπάτια προς το Νότο κι έφτασε στο Μπεράτι με σκοπό να κοινωνήσει σε χριστιανική Εκκλησία μιας κι ήταν Χριστούγεννα και είχε νηστέψει.
  Έκρυψε την αρματωσιά του και τράβηξε ίσια προς τον παπά. Εκεί αντίκρισε μια κόρη σεμνή, σαν άσπρο τριαντάφυλλο και σκίρτησε η καρδιά του. Μετά τη θεία μεταλαβιά βγήκε και την παρακολούθησε κι είδε να τραβάει με τον Τούρκο αγωγιάτη της, που την περίμενε, προς την αρβανίτικη μεριά του Μπερατιού. Προσπάθησε να μάθει κάτι από μερικούς, από τον παπά που τους μετάλαβε, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε τον πήρε χαμπάρι ο δεσπότης και τον κάλεσε στο κονάκι του. Ο Π. Μπάρας πήγε αμέσως μουσαφίρης στο δεσπότη κι έμαθε όλη την ιστορία.
  Η όμορφη αρχόντισσα ήταν χριστιανή από την Κορυτσά. Τη φώναζαν Τζεμιλέ (Φωτεινή) κι ήταν χήρα του Τούρκου Μπεκίμ, σουλτάνα στο σαράι του. Τρεις γυναίκες είχε πάρει ο Αγάς και δεν μπόρεσε ν’ αφήσει απογόνους. Τέταρτη ήταν η Τζεμιλέ κι όμως παιδί δεν απόχτησε και πέθανε άκληρος ο Τούρκος.
  Η γυναίκα κληρονόμησε όλα τα πλούτη και καθώς δεν άλλαξε την πίστη της, γιατί σ’ αυτό δεν τη ζόρισε ο γέρο Μπεκίμ, έδινε πολλά στη Μητρόπολη και στις άλλες εκκλησίες.
  Ο Παύλος Μπάρας, αφού έμαθε όλα τούτα, πήρε τ’ άρματά του και τράβηξε ίσια για το σαράι του Μπεκίμ. Ήταν σούρουπο κι, όταν την εντόπισε, αναρριχήθηκε στον οντά της και την έκανε δική του.
  Το βαθύ χάραμα με την προτροπή της έφυγε προς τ’ άγρια βουνά. Οι μέρες περνούσαν και η Τζεμιλέ κατάλαβε πως ήταν έγκυος κι ήθελε τη συμβουλή του δεσπότη.
  Αυτός την καθησύχασε και της είπε ότι θα ξεγεννήσει στο Μοναστήρι και μετά θα πήγαινε στο σαράι. Το νεογέννητο θα της το πέταγαν στο κατώφλι του σπιτιού της, δήθεν ότι ήταν ξένο, κι αυτή σαν ψυχόπονη γυναίκα, θα το περιμάζευε. Έτσι ακριβώς έγινε και όλοι οι Αρβανίτες μιλούσαν για τη μεγάλη καρδιά της Τζεμιλέ.
  Να όμως που ξαναγύρισε ο Παύλος Μπάρας κι έμεινε για δεύτερη φορά έγκυος. Τώρα πώς να κρατηθεί το μυστικό; Πάλι ο δεσπότης έδωσε τη συμβουλή του. Τους είπε να παντρευτούν τώρα κανονικά κι ο χριστιανός Π. Μπάρας θα παρουσιαζόταν ως Αρβανίτης. Γιατί, αν η Τζεμιλέ παντρευόταν χριστιανό και το μάθαινε ο Πασάς, θα έχανε όλα τα πλούτη της. Βρέθηκε και το όνομα, λοιπόν. Οσμάν Τάκα θα τον έλεγαν…
  Έγινε αυτός ο γάμος και το νέο ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένα με τα δυο μωρουδάκια τους να μοιάζουν του Οσμάν.
  Ως την ώρα όμως που κάποιος σπιούνος είπε στον Κουρτ Πασά πως ο Οσμάν ήταν Έλληνας χριστιανός και τον έπεισε, οπότε ο Πασάς τον συνέλαβε κι έβγαλε Φιρμάνι να τον κρεμάσει. Έφτασε η ορισμένη μέρα, στήθηκε η κρεμάλα κι έφεραν τον κατάδικο Οσμάν μπρος στον Πασά.
 -Έφταιξες, ορέ, έπαιξες με την πίστη του Μωάμεθ. Πες μου ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;
 -Να χορέψω, Πασά μου, είπε ήρεμα ο Οσμάν Τάκας.
 -Τι λες, ορέ; Αποκρίθηκε ο Πασάς.
 -Να χορέψω, μόν’ φέρτε τη γυναίκα μου να μου βαράει το νταούλι.
  Ο Πασάς απορημένος έδωσε εντολή σε δυο σπαχήδες να φέρουν τη Τζεμιλέ και δυο τρεις οργανοπαίχτες.
 Ήρθε η γυναίκα του με τα παιδιά της κι αγκαλιάστηκαν, φίλησε και τα παιδιά του.
 -Μην κλαις, γυναίκα, της είπε. Ο καθένας έχει τη μοίρα του. Μόν’ πιάσε το νταούλι και βάραγε. Θέλω να πεθάνω με χορό.
  Οι οργανοπαίχτες, που δεν άργησαν να φανούν, πήραν θέση κι ο μελλοθάνατος άρχισε να χορεύει περήφανα.
  Τριγύρω μαζεύτηκαν χριστιανοί κι αρβανιτάδες και παρακολουθούσαν το θέαμα με φόβο και σιωπή.
 
  Μετά ο Οσμάν έκανε νόημα στη γυναίκα του να μπει κι αυτή στο χορό και χόρευαν τώρα οι δύο λεβέντικα. Τότε ο Πασάς σηκώθηκε και με το ρακοπότηρο στο χέρι προχώρησε αργά αλλά σταθερά προς το μέρος τους. Ολόγυρα απλώθηκε νεκρική σιγή.
  -Χαλάλι σου, ορέ, βροντοφώναξε, σου δίνω χάρη. Ο χορός σου σε γλύτωσε! Άντε τραβάτε τώρα.
  Ο Παύλος Μπάρας πούλησε στο Μπεράτι την κληρονομιά της Τζεμιλέ, πήρε τη Φωτεινή και τα δύο παιδιά του κι έκτοτε χάθηκαν τα χνάρια τους.
  Έμεινε, όμως, ο χορός αυτός και το τραγούδι σαν θρύλος, σαν παραμύθι, να τραγουδιέται και να χορεύεται περίπαθα από μερακλήδες στις εκδηλώσεις της ζωής μας, τόσο στην περιοχή μας, όσο και στη Β. Ήπειρο.
***
 

Το αναδημοσίευσε στην «ΠΡΑΜΑΝΤΑ» (φύλλο 108 ΝΟΕ. ΔΕΚ. ’12) ο Βαγγέλης Βλάσης από το περιοδικό «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΩΝ», (τ. 56/ΟΚΤ.-ΔΕΚ.΄93)
                                                                                                          Λεωνίδας Λόλας