θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, November 02, 2013

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ.

 ΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΑ

ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΗΘΩΝ


Τα ελληνικά συμπόσια και τα κοινά γεύματα
Περί τον αφελέσθαι τα των Ελλήνων συμπόσια.    (Κανών Ξ' της εν Καρθαγένη Συνόδου)

Οι Βυζαντινοί, συνεχίζοντας την αρχαία παράδοση, διατήρησαν και την προσφιλή συνήθεια της διοργάνωσης ελληνικών συμποσίων. Τα συμπόσια αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από φαγοπότι, συνοδευόμενο με μουσική, χορό και συχνά ποικίλες παραστάσεις. Συνήθως οι εύποροι πολίτες και το παλάτι οργάνωναν τέτοια συμπόσια είτε τακτικά ως ένδειξη πλούτου ή κύρους αλλά και για την προσωπική τους ευδαιμονία είτε εκτάκτως προς τιμή κάποιων σημαντικών φιλοξενουμένων τους. Αυτά ήταν τα ιδιωτικά συμπόσια. Υπήρχαν όμως και τα δημόσια, όσα δηλαδή γίνονταν κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών πανηγύρεων ή άλλων λαϊκών γιορτών, όπως την περίοδο της Αποκριάς,1 και στα οποία μπορούσε να συμμετάσχει ο κάθε πολίτης. Ονομάστηκαν, βέβαια, «ελληνικά» γιατί είχαν την καταγωγή τους στην αρχαία Ελλάδα. Συνεχίστηκαν και στη ρωμαϊκή περίοδο.
Η Εκκλησία όμως τα ονόμαζε «ελληνικά» με τόνο απαξιωτικό, επειδή ανήκαν στους Έλληνες. Απαιτώντας από τον Βυζαντινό αποκλειστικότητα στην

25
υιοθέτηση των δικών της αφύσικων ηθικών αξιών, αποδοκίμασε τα ελληνικά συμπόσια στα οποία ακολουθούσαν χοροί και ερωτικά τραγούδια χωρίς ίχνος ψευδοσεμνοτυφίας. Παράλληλα, υπήρξε γενική απαγόρευση συμμετοχής σ' αυτά .2 Πάγιο αίτημα της εκκλησιαστικής εξουσίας προς την Πολιτεία ήταν η με νόμο απαγόρευση συμποσίων μετά  των «μυσαρών ορχήσεων»  : Ταύτα τοίνυν κωλυθήναι εδέοντο παρά της βασιλικής εξουσίας.3

Ειδικότερα,1 οργανώνονταν συμπόσια σε εκκλησίες και σε άλλους χριστιανικούς τόπους την ημέρα που εορταζόταν η μνήμη κάποιου “αγίου”, στα οποία πολλοί από τους παρευρισκόμενους ορμούσαν τάχα χωρίς ντροπή, με λάγνες διαθέσεις σε σεμνές γυναίκες που πήγαιναν εκεί για προσκύνημα. Τούτο προφασίστηκε η Εκκλησία  αφού έτσι “προσβάλλονταν η τιμή των σεμνών γυναικών, η ιερότητα του χώρου και η μνήμη των αγίων”. Αυτή την “ανήθικη” συμπεριφορά των αντρών προκαλούσε η ερωτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι μυσαραί ορχήσεις και άλλα τινά, όπως οι χοροί, τα ερωτικά άσματα, τα ασυγκράτητα γέλια, τα λαϊκά παιχνίδια και πιθανόν η ελευθεροστομία που τα συνόδευαν. Η ενόχληση της Εκκλησίας γινόταν πιο έντονη όταν σε άλλα, ιδιωτικά συμπόσια, πολλοί πλούσιοι προσκαλούσαν προς τέρψιν των καλεσμένων τους αυλητρίδες και ορχησιρίδες, τις οποίες οι Χριστιανοί προπαγανδιστές (Πατέρες της Εκκλησίας) χαρακτήριζαν πόρνες, καθώς και γελωτοποιούς, κόλακες, μίμους, νάνους, ηθοποιούς, «μεταβάλλοντας έτσι το συμπόσιο σε θέατρο».5
Πάντως, στα συμπόσια, δημόσια και ιδιωτικά, δεν επιτρεπόταν, για λόγους κοσμιότητας, να συμμετέχουν οι ανύπανυρες, οι παρθένες και οι παντρεμένες σεμνές γυναίκες.6 Μάλιστα, ο άντρας είχε δικαίωμα να χωρίσει τη σύζυγο του αν αυτή παρά τη θέληση του, συμμετείχε σε συμπόσια.7 Πολλές φορές όμως,   παντρεμένες γυναίκες  , παρά την εθιμική απαγόρευση του χωρισμού αντρών και γυναικών στα συμπόσια, συμμετείχαν σ' αυτά. 8



Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της «εταίρας» Θεοδώρας, της μελλοντικής αυτοκράτειρας, η οποία φθάνοντας στο σπίτι κάποιου επιφανούς και ενώ όλοι οι συνδαιτυμόνες την κοίταζαν πιωμένοι, ανέβηκε στην άκρη του ανακλίντρου πλάι στα πόδια τους και, σηκώνοντας με τον πιο αηδιαστικό τρόπο τα φουστάνια της, θεώρησε καλό να τους κάνει επιτόπου μια επίδειξη λαγνείας. Και ενώ δούλευε και με τις τρεις τρύπες μαζί, κατηγορούσε τη φύση, παραπονούμενη πως δεν της είχε κάνει πιο φαρδιές και τις τρύπες των μαστών της ώστε να μπορεί να σκαρφίζεται κι άλλα κόλπα συνουσιαζόμενη κι από εκεί:

“και ποτέ ες των τίνος επιφανών οικίαν ελθούσα μεταξύ τον πότου θεωμένων αυτήν, ως φασι, των ξυμποτών απάντων ες το προύχον αναβάσα της κλίνης αμφί τε τα προς ποδών ανασύρασα τα ιμάτια ουδενί κόσμω ενταύθα ουκ απηξίωσε την ακολασίαν ενδείκνυσθαι, η δε κακ τριών τρυπημάτων εργαζομένη ενεκάλει τη φύσει, δυσφορουμένη ότι δη μη και τους τιτθούς αυτή ευρύτερον η νυν εισι τρυπζόη, όπως και άλλην ενταύθα μίξιν επιτεχνάσθαι δυνατή είη”.
Άλλες φορές, πηγαίνοντας συχνά σε συμπόσια μαζί με δέκα ή και περισσότερους νεαρούς, όλους εξαιρετικά γεροδεμένους, που είχαν κάνει δουλειά τους τη λαγνεία, επιδιδόταν σε ολονύχτια όργια με όλους μαζί τους συνδαιτυμόνες:
“ήσσων γαρ τις ηδονής ούτως απάσης ουδαμή γέγονεν, επεί και ες ξυναγώγιμον δείπνον πολλάκις ελθούσα ξυν νεανίαις δέκα ή τούτων πλείοσιν ισχύι τε σώματος ακμάζουσι λίαν και το λαγνεύειν πεποιημένοις έργον, ξυνεκοιτάζετο μεν την νύκτα όλην τοις συνδείπνοις άπασιν”.
Ύστερα, όταν δεν έμενε πια πνοή σε κανέναν από αυτούς, εκείνη πήγαινε κι έβρισκε τους υπηρέτες τους, πολλές φορές καμιά τριανταριά, και ζευγάρωνε με έναν έναν από αυτούς- αλλά ούτε κι έτσι μπορούσε να χορτάσει τη λαγνεία της:

“επειδάν δε προς το έργον τούτο πάντες απείποιεν, ήδε παρά τους εκείνων οικέτας ιούσα τριάκοντα όντας, αν ούτω τύχοι, ξυνεδυάζετο μεν αυτών εκάστω, κόρον δε ουδ' ως ταύτης δη της μισητίας ελάμβανε”.9
 

Υπήρχαν ακόμη άντρες οι οποίοι καλούσαν τις ερωτικές τους συντρόφους στα συμπόσια ενώ εκείνες, πιο αυστηρών αρχών ίσως και ενοχλημένες με την παρουσία τόσων αντρών συνδαιτυμόνων, δίσταζαν να τους ακολουθήσουν. Όταν σε ερωτικό μυθιστόρημα της εποχής εμφανίζεται ο Δοσικλής να προσκαλεί τη Ροδάνθη να μετάσχει σε κάποιο συμπόσιο, εκείνη διστακτικά του λέει:

“Ουκ ήλθον εντός, εντροπής αντιστάσει
εγώ γαρ ειμί και γυνή και παρθένος-
πώς ουν, Δοσίκλεις, εισιούσα την θύραν,
τόσων μετ' ανδρών συμφάγω γυνή μία;”10

Δεν ήταν μόνο τα ελληνικά συμπόσια που, λόγω της συμμέτοχης σ' αυτά περιθωριακών γυναικών, προθύμων στη διάπραξη σεξουαλικών έργων, αποδοκιμάστηκαν από την Εκκλησία αλλά και τα κοινά γεύματα αντρών και γυναικών αν αυτά συνοδεύονταν από “σατανικά” άσματα, κιθάραις και λυγίσματα πορνικά, δηλαδή ερωτικά τραγούδια, μουσική και άσεμνους χορούς." Ο λόγος της αποδοκιμασίας τέτοιων γευμάτων ήταν ότι σ' αυτά, με την ατμόσφαιρα που επικρατούσε, δινόταν η ευκαιρία για ηθικές παρεκτροπές αλλά και μόνη η παρουσία ξένων γυναικών προκαλούσε κάτι τέτοιο, αφού, κατά τον πουριτανικό λόγο του Χριστιανού θεού ο εμβλέψας γυναικί, προς το επιθυμήσαι αυτής, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού.12
Επιτρέπονταν μόνο τα βαρετά οικογενειακά γεύματα συνοδευόμενα όμως από ευχαριστίες στο θεό και εκκλησιαστικούς ύμνους.η Γενικά, πάντως, ανεκτή ήταν η από κοινού παρουσία αντρών και γυναικών σε γεύμα μόνον αν αυτοί ήταν θεό-φοβοι και πουριτανοί . Αναφορικά με τους κληρικούς και μοναχούς, απαγορεύτηκε ρητά η συμ­μετοχή τους σ' αυτά. Αλλά ούτε ιδιωτικά με γυναίκα επιτρεπόταν σε μοναχούς να συμφάγουν ακόμη κι αν αυτή ήταν η αδελφή τους. Μάλιστα, εάν κάποιος μοναχός συνέτρωγε με κοσμικούς, έμενε ακοινώνητος για σαράντα ημέρες.14 Και όταν γινόταν γάμος ή θρησκευτικό πανηγύρι, οι κληρικοί μπορούσαν να καθήσουν στο κοινό τραπέζι και να το ευλογήσουν, υποχρεώνονταν όμως να αποχωρήσουν σαν κατέφθαναν οι μουσικοί και οι εκτελεστές διαφόρων δημοφιλών παιχνιδιών για να διασκεδάσουν τους παρευρισκόμενους. Σε διαφορετική περίπτωση, τιμωρούνταν με την ποινή της παύσης ή της καθαίρεσης.15


ΚΑΝΩΝ Ξ' ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΦΕΛΕΣΘΑΙ ΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΑ
Κακείνο έτι μην δει αιτήσαι παρά των Χριστιανών βασιλέων, επειδή παρά τα θεία παραγγέλματα εν πολλοίς τόποις συμπόσια ούτως επιτελούνται, εκ της εθνικής πλάνης προενεχθέντα, ως και Χριστιανούς τοις Έλλησι λάθρα προσσυνάγεσθαι επί τη τούτων τελετή, ίνα κελεύσωσι τα τοιαύτα κωλυθήναι και εκ των πόλεων και εκ των κτήσεων μάλιστα, ότι και εν αυτοίς τοις γενεσίοις των μακαρίων μαρτύρων ανά τινας πόλεις και εις αυτούς τους ιερούς τόπους τα τοιαύτα πλημμελείν ουχ υφορώνται εν αις ημέραις, όπερ και λέγειν αισχύνη εστίν, ορχήσεις μυσαρός εις τους αγρούς και εις τας πλατείας εκτελούσιν, ώστε τη των οικοδεσποινών τιμή, και άλλων αναρίθμητων γυναικών τη αιδοί, των ευλαβώς ας την αγίαν ημέραν παραγενομένων, λάγναις ύβρεσιν εφορμάν, ως και αυτής της αγίας πίστεως σχεδόν ψεύγεσθαι την προσέλευσιν.