θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, September 22, 2013

Ξέχασε αυτά πού πέρασαν.



 
Γιά τόν Αίσωπο ο Λουκιανός γράφει: «Ό Αίσωπος διηγείτο, (μύθος 60) , ότι ένας άνθρωπος εκαθόταν στην παραλία και μετρούσε τά κύματα. Επειδή όμως έκαμε λάθος στο μέτρημα, ελυπόταν και εστενοχωριόταν. Και τότε του παρουσιάστηκε ή «κερδώ», δηλ. η αλεπού, και του είπεν: «Ευγενικέ κύριε, γιατί λυπείσαι γιά τά κύματα πού επέρασαν;
΄Αρχισε νά μετράς αυτά πού θά έρχωνται άπ' εδώ και πέρα. «ξέχασε αυτά πού πέρασαν.» «Και σύ, άνθρωπε μου», λέγει ο Λουκιανός, «έστω και άν είσαι γέρος, αν ξεχάσης όσα βάσανα πέρασαν, καί άν έχης λογικές απαιτήσεις και ελπίδες, θά πέρασης καλύτερα.» (Λουκ. Έρμότιμος 829)


  Λέγεται ότι από τή Σκυθία (Ν. Ρωσία) ήλθε στην Αθήνα έπί Περικλέους ένας πού ώνομάζετο Τόξαρις καί έμεινε στην Αθήνα μέχρι του θανάτου του. Οί Αθηναίοι τον μετωνόμασαν Ξένον Ίατρόν. Άπό εκείνον, κατά την μεγάλη επιδημία, έμαθεν ή σύζυγος του Αρεοπαγίτου Άρχιτέλους, ότι θα έγλύτωναν άπο τον «λοιμόν», άν έρράντιζαν τά σοκάκια μέ κρασί. Αύτη τήν παραγγελία ,τήν έξετέλεσαν οί Αθηναίοι, καί έσταμάτησεν ή αρρώστια, είτε διότι τό κρασί μέ τήν οσμή του έσβησεν «ατμούς πονηρούς», ή διότι ήταν καλή εκείνη ή συμβουλή. Γι αυτό, του έστησαν άγαλμα, ακόμη δέ και έπί Λουκιανού, οί Αθηναίοι έθυσίαζαν στον τάφο του Τοξάρεως λευκό άλογο. (Λουκ. Σκύθης 860, 861)


Αλλος πάλιν ελεγεν, ότι εκείνος πού λέγει «χαίρετε», χρησιμοποιεί μία ευχή γιά τήν καλή αρχή, αυτός δέ πού λέγει «υγιαίνετε», κάνει κάτι χρήσιμο και υπενθυμίζει όσα συντελούν στην υγεία, και δέν συνεύχεται μόνον, αλλά καϊ παραγγέλλει. (Ενθ' άνωτ. 736)
 

 Ό Λουκιανός αναφέρει κάτι πού ενδιαφέρει τους οδοντογιατρούς. Λέγει δηλ. γιά μιά γρηά γυναίκα ότι τής είχαν απομείνει μόνον τέσσαρα δόντια, καί αυτά ντυμένα μέ χρυσό κάλυμμα, (χρυσίω καί τούτους ένδεδεμένους.») (Λουκ. ρητόρων διδάσκαλος 24)