θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, January 05, 2013

Ή προτεραιότης τών Άρχαιοελλήνων έναντι τών Ισραηλιτών




 
Η ΑΙΓΗΪΣ ΤΩΝ ΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ


Στρατηγού   έ. ά.     Ξ.   Λ Ι Β Α
 
Βραβείον Ι. Κουμάρη
Ελλην.  Άνθρωπολογικής  Εταιρείας
 
Η ΑΙΓΗΪΣ ΤΩΝ ΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Πολιτιστική προήγησις και ακτινοβολία
Φυλετική ένότης
Αμελητέα φυλετικώς ή παρείσδυσις των Σλάβων και των Τούρκων
 
Έκδοσις  συμπεπληρωμένη
ΑΘΗΝΑΙ    1963


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ  ΈΚ ΤΗΣ ΕΒΡΑΙΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ Περί ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ  ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η Επίδρασις των Άρχαιοελλήνων εν Συροχαναναία.— Άπό μακρού ήδη, έχει γίνει δεκτή, — αρ' όλων, ή έκ Κρήτης προέλευσις τών Φιλισταίων *, ύπεστηρίχθη δε εις τό αμέσως προηγούμενον κεφάλαιον, ότι καί οι Φοίνικες πρέπει νά ήσαν άποικοι των Αιγαιοκρηττών. Έν τη αυτή τάξει, ύπεστηρίχθη επίσης, ότι όλα τά «Ελ », «Ηλ », «Μπέλ », « Εάαλ » ( = Κύριος, ό Εξουσιάζων), τά «Άστάρτ», « Χαστορέτ », « 'Αθάρ » (=: θήλυς αστρική θεότης) τών Συροχαναναίων και των Εβραίων και τά αντίστοιχα «τ'ίλού», «Μπέλ» καί «Ίστάρ» των Μεσοποτάμιων είναι δάνεια (μέσω των Φιλισταίων καί τών φοινίκων, δια τους Σημίτας, καί μέσω των έν τή κατευθύνσει τών Ινδιών από του Αιγαίου κινηθέντων Αρίων, δια τους Σουμεροσκκαδίους), έκ της Παλαιοελληνικής—Αρχαιοελληνικής  καί της Ελληνικής, συναπτόμενα προς τάς λέξεις «ήλιος», « άβέλιος » τών Κ ρητών (έξ ου καί βέλος — «άγανά βέλεα» του Απόλλωνος, Ομήρου ίλ. Ω 759, και βάλλων•—• « τόπον άκτίσ; βάλλει ήέλιος », Όδ. Ξ 479) καί «αστήρ», « άστρον », αίτινες (άνήκουσαι εις τους έκ του Αιγαίου άναχωρήσαντας Άρίους)   ευρίσκονται ώς θεότητες «Μπίλε—Μπέλι », « Βίλι—Βάλι », « Μπιέλι »

* Κατά τό Έβραϊκόν κείμενον « Πελιστίμ ». Εις τά Ασσυριακά μνημεία, « Παλαστού » και « Πιλιστού ». Εις τά τών Αιγυπτίων, « Πουλεσάτα ».  'Εξ αυτών, ή Παλαιστίνη. Τους Πελιστί'μ — Παλαστού συνάπτουσί τίνες προς τους «Πελασγούς». Ασχέτως δε πρός τους Φιλισταίους, θά ίδωμεν είς περαιτέρω κεφάλαια, ότι (ώς και που έν τοις πρόσθεν είρηται) ή Παλαιστίνη, εξ αρχής καί μέχρι πρό τινος, άνήκεν είς τον φυλετικόν και   τον πολιτιστικόν κύκλον  της Αιγηιδος.



Εβραϊκή Βίβλος                                                89

καί ώς ταυτόσημος λέξις «stairno» και «sterno» (star, stern) καί είς τους Άρίους της Βορείου Ευρώπης. Τό αυτό ελέχθη καί δια τό Έβραϊκόν « Άδωνάϊ » ( = Κύριος, παρ' Έβραίοις), ταυτό προς τον «Αδωνιν » τών Φοινίκων καί τών Ελλήνων (ώς καί τών Άρχαιοελλήνων) καί δυνάμενον νά άνιχνευθή καί παρά τοις άρχαίοις Σλάβοις, έν τή (πανομοιοτύπω σχεδόν προς την τού  Αδωνιδος) λατρεία του Γιαρίλο, ώς καί παρά τοις άλλοις Βορείοις Άρίοις, έν ταις λέξεσι «garm», «garsmen» κλπ. (= κραυγή, όλοφυρμός. μεθ' ού έλατρεύετο ό Άδωνις), ταύτοσήμοις πρός   τήν Έλληνικήν   «γήρυς —γάρυς ».
Ή άποψις,  ότι παρά τοις  Σημίταις αι  λέξεις αύται   υπήρξαν  δάνειοι (από τους Φοίνικας—Άρχαιοέλληνας), ενισχύεται λίαν, έκ τής συμπτώσεως των επί τήν αυτήν θεολογικήν εννοιαν, χωρίς άλλην τινά γραμματικήν σημασίαν, τής του « ήλ » καί  « ελ» = ισχυρός,  κραταιός,  φοβερός, αποτελούσης κατηγορικήν   εννοιαν   τής θεότητας,  έκ   τών   ιδιοτήτων   αυτής.    Έξ άλλου, ή  ύπαρξις  αντιστοιχούν  στοιχείων  είς  τους  Άρίους  τής   Βορείου   Ευρώπης μαρτυρεί άδιαψεύστως, περί τής έν τή Αιγαία χώρα  (παρά τοις Παλαιοέλλησιν — Άρχαιοέλλησιν)  υπάρξεως αυτών, από τών πρωϊμωτάτων νεολιθικών χρόνων  (ασφαλώς προ της Πέμπτης π.Χ. χιλιετηρίδος), άφ' ότου δηλαδή άπεχωρίσθησαν καί  έκινήθησαν προς  Βορράν  οι   Βόρειοι   ούτοι   Άριοι.   Έάν δε είναι άληθός, οτι οί "Αριοί  είχαν ποτέ κοινήν τίνα κοιτίδα   (καί  πρέπει νά είχαν, διότι άλλως τό γλωσσικόν ζήτημα αυτών θά έμενε σκοτεινόν καί άλυτον), ή σύμμετρος αύτη, προς Βορραν καί προς Ανατολάς, διάδοσίς τών αυτών θρησκευτικών στοιχείων, έν συνδυασμώ  με τό   θέμα   τών   Φιλισταίων καί τών Φοινίκων, θά ήτο ανεξήγητος, έάν ή  κοιτίς αυτή δεν έτοποθετείτο εις τήν περί τό Αιγαίον χώραν.
 Ήδη, έν συνεκτιμήσει τών δεδομένων αυτών, είναι λίαν ενδιαφέρουσα, από τής συζητούμενης απόψεως, καί ή παράλληλος διερεύνησίς τών όσων περί εθνών αφηγείται ή Εβραϊκή Βίβλος (Γένεσις, Κεφ. 10). Οι Ίσραηλίται φέρονται άπό τών αρχών τής δευτέρας π.Χ. χιλιετηρίδος (Αβραάμ), κινούμενοι άνά τήν Παλαιστίνην, εις τό μεταίχμιον δηλαδή δύο μεγάλων πολιτισμών, τών Μεσοποταμίων καί τών Αιγυπτίων. Έάν δε είναι εύλογον ώς έκ τούτου, όπως αι  ρίζαι του πνευματικού των (Μου άναζητηθώσι είς τους δύο τούτους πολιτισμούς, είναι έν ταύτώ άξιοσημείωτον, οτι ή Βίβλος, έν τή γενεαλογία τών εθνών, εντρυφά μετά ιδιαζούσης γεωγραφικής ανταποκρίσεως ( ώς έν συνεχεία έκτεθήσεται) εις τά γένη τών Αίγαιοκρητών καί τών Αρίων γενικώτερον.

Οί κατακλυσμοί.

 Ή βιβλική άνθρωπογονία και οι Άρχαιοέλληνες τών ακτών τής Ανατολικής Μεσογείου. —Έν -πρώτοις, προκύπτει έκ τής Βίβλου (άλλα καί έξ άλλων -παραδόσεων), οτι οι Σημΐται εγνωρίζον ένα μόνον κατακλυσμόν, προφανώς τόν πρό 30.000—15.000 περίπου ετών, όταν με τήν τηξιν τών   παγετώνων    (τών   τελευταίων)    κατεκλύσθη   ή

90                                                      Εβραϊκή  Βίβλος

Μεσόγειος   (σημειούμενη  προγενεστέρως  υπό  δύο   μικρών σχετικώς  λιμνών) και   προεκλήθη   ούτω   μεγάλη   άναστάτωσις   και   καταστροφή   εις   τους   εκεί, λόγω των παγετώνων ακριβώς, συνωθημένους ανθρώπους. Εις τον αυτόν προφανώς κατακλυσμόν αναφέρονται και οί περι Δευκαλίωνος μύθοι τών Ελλήνων, των όποίων μύθων οι ύπάρχουσαι ττοικιλίαι και παραλλαγαί μαρτυρούν περι  της πρωτοτυπίας των, έν τη έννοία, οτι ή περί του κατακλυσμού τούτου παράδοσις τών  Ελλήνων δεν είναι  δάνειος,  ώς τινές πεπλανημένως  υπεστήριζαν, άλλα διεμορφώθη κατά τάς τοπικάς   (δ’  έκάστην  Παλαισελληνικήν περιοχήν)   εντυπώσεις.   Ό  έπί   Ώγυγου   (βασιλέως  τής   Βοιωτίας   και της Αττικής), αναφερόμενος υπό τών Ελλήνων κατακλυσμός, πρέπει να είναι   μεταγενέστερος του  επί   Δευκαλίωνος,   ανάγεται  δε προφανώς,   εις  τον προ  12.000 — 15.000 ετών καταποντισμόν της Αιγαίας χώρας, άνιχνευόμενον και είς τόν περί κατακλυσμού μύθον τών  Ροδίων, καθ' ον διεσώθη μόνον ή θυγάτηρ του Ποσειδώνος  Ρόδος, μήτηρ τών «Ήλιαδών », έκ τού θεού  Ηλίου,  του  μετέπειτα << Ελ»,  « Ηλ», «Βάαλ», «Μπέλ» και  «Ίλοΰ» τών  Σημιτών και  τών Μεσοποτάμιων. Τόν αυτόν καταποντισμόν (τής Αιγηίδος) και τόν  Ωγυγον  αυτόν τούτον υπαινίσσεται και   ή   Ινδική  λέξις   OGHA    = (Π.   Καρολίδης,   Παγκ.  Ίστορία,  Τομ. Α', σελ.  326)   χείμαρρος,  κατακλυσμός και είς το αυτό γεγονός πρέπει  να αναφέρεται και  ή   (παρά  Πλάτωνι,  Τίμαιος 23 έξ.)  προς τόν Σόλωνα οικεία άφήγησις του Αιγυπτίου Ιερέως, περί  σεισμών και καταποντισμών εις τήν  Ελλάδα,   έάν ύπάρχη   βεβαίως – σπυρί  τις αληθείας έν αυτή.
Έπιβεβαίωσιν τών δύο τούτων κατακλυσμών και κατά τάς περίπου χρονικάς αυτών περιόδους, έσχομεν και προσφάτως (Σεπτέμβριος 1958), έκ των έν Θεσσαλία ανασκαφών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, από τάς οποίας προέκυψεν, ότι προ 20 — 25.000 ετών (συμπίπτει και με τήν κατάκλυσιν τής Μεσογείου) ή Θεσσαλική πεδιάς είχε καταστή λίμνη (υπέρ το στρώμα της Ώρινισκίου βαθμίδος υπήρχε άμμος περιέχουσα υπολείμματα λιμναίας ζωής) και ότι ή λίμνη αυτή άπεστραγγίσθη μετά πολλάς χιλιετηρίδας (συμπίπτει με τόν καταποντισμόν τής Αΐγηιδος), δια νά έπαναρχίση πάλιν μετ' ολίγον ή ανθρωπινή δραστηριότης τής μεσολιθικής (έδώ, της προκεραμεικής νεολιθικής, έπί τό άκριβέστερον) εποχής.
Τα υπάρχοντα κοινά στοιχεία είς τάς περί Νώε και Δευκαλίωνος παραδόσεις (θεία άγανάκτησις κατά των ανθρώπων, κιβωτός— πλοίον κλπ.), τά όποια επεχείρησαν τίνες νά αναγάγουν εις τόν άντίστοιχον μύθον τών Σουμερίων (αληθεύει βεβαίως τούτο διά τά περί Νώε τών Ισραηλιτών), και έάν ήσαν μεμονωμένα και αυτοτελή, ευκόλως θά ήδύναντο πάλιν νά έξηγηθώσιν, έκ τής είς πλείστας περιπτώσεις διαπιστουμένης ταυτότητος των πνευματικών  ροπών τού άνθρωπου (Ί. Κούμαρης, Έλλ. Άνθρ. Έταιρ. και Ζ. f. Μοrph. u. Αηthr. 1954), υπό τήν οποίαν κατανοείται, πώς άνθρωπΟΙ και φυλαί, άψιοτάμενοι γεωγραφικώς και άνευ επικοινωνίας μεταξύ των  έπέλυσαν και εξήγησαν, καθ' όμοιον ή άνάλογον τρόπον, τά διάφορα προβλήματα και τά φαινόμενα τής φύσεως. Επειδή όμως, δια τόν περί Δευκαλίωνος μύθον, ύπερ της τοπικής έν τω Αίγαίω εμπνεύσεως αυτού, συνηγορεί και ή σχεδόν ταυτότης τών περί χαμαιγενών ανθρώπων στοιχείων, τά όποια άνευρίσκομεν ( F. Guirand, Παγκ. Μυθολογία, Έλλην. μετάφρ. σελ. 384) και εις τόν περί κατακλυσμού μύθον τών (από τού Αιγαίου αναχωρησάντων) αρχαίων Λιθουανών, και επειδή γεγονότα αντίστοιχα προς τήν κατάκλυσιν τής Μεσογείου και προς τόν καταποντισμόν τής Αιγηίδος δεν έλαβον χώραν έν Μεσσοποταμία, μή κατοικουμένη άλλως τε κατά τους χρόνους εκείνους, πρέπει νά συναγάγωμεν, ότι, κατά μεγίστην πιθανότητα, από τους προς Βορράν αυτών Άρίους έλαβον οι Σουμέριοι τόν περί κατακλυσμού μύθον, άφ’  ου, ώς θά ΐδομεν εις άλλο κεφάλαιον, και πολλά άλλα πολιτιστικά στοιχεία έδέχθησαν εκείθεν.
Ερχόμενοι ήδη είς τους Ίσραηλίτας, κατά πολύ μεταγενεστέρους τών ώς έν τοις προηγουμένοις ετέθη Άρχαιοελλήνων και Σουμερίων, πρέπει νά δεχθώμεν, ότι έξ αυτών ήντλησαν, διά την Βιβλικήν κοσμογονίαν γενικώς και διά τόν κατακλυσμόν του Νώε είδικώτερον.
Ώς προς την Ίσραηλιτικήν άνθρωπογονίαν, είναι άξιοσημείωτον, ότι μεταξύ τών υιών του Νώε περιλαμβάνεται και ό Ίάφεθ, ταύτιζόμενος απολύτως, ώς έκ τού ονόματος και τών (κατά τήν Βίβλον) απογόνων του, μετά του Ίαπετοΰ τών Ελλήνων (και τών Άρχαιοελλήνων), περί οΰ είναι γνωστόν, ότι ανεγνωρίζετο (και μετά τήν έπικράτησιν του Διός), ώς ό δημιουργός τών ανθρώπων, είς πολλάς τοπικάς παραδόσεις, ιδίως έν Άρκαδία, Κρήτη και Κιλικία. Ούτω, έκ του περί εθνών χωρίου τής Βίβλου, άγόμεθα ευθέως είς τήν Έλληνικήν μυθολογίαν, διά δε τών απογόνων του Ίάφεθ, Ίωναν ( Ίων, γενάρχης τών Ιώνων), Θίρας (ή νήσος Θήρα;), Θαρσείς (Ταρσός τής Κιλικίας), Κυττείμ (Κίτιον τής Κύπρου) και Δωδανείμ ( Ρόδιοι), έχομεν όλην σχεδόν την πρωιμωτάτην έθνογραφίαν και γεωγραφίαν (και περί νήσων γίνεται λόγος είς Γεν. Κεφ. 10,5) τών Ανατολικώς τού Αιγαίου Ελλήνων. Ύπό τόν Θίραν, ό Ίώσηπος και άλλοι ευρίσκουν τους Θράκας, οπερ τό ίδιον από της τιθεμένης απόψεως.
Άνάλογον τι συμβαίνει και μέ τους απογόνους του Χάμ (Κέμ; = μαύρος, Αιγύπτιος), δευτερστόκου υιού του Νώε, έξ ών ένδιαφέρουσιν ενταύθα ό Χαναάν (Φοίνιξ), οι Πατροσωνιίμ (καθαρώς Ελληνική λέξις), Φιλιατιίμ (οί γνωστοί Φιλισταΐοι), Καφθοριίμ (Κρήτες), ό Σιδών (ή γνωστή πόλις τής Φοινίκης) και ό Χέθ (Χετταΐος). Γνωρίζομεν όμως ήδη (έχει γίνει δεκτόν παρά τών περισσοτέρων ειδικών), ότι οι Φιλισταίοι υπήρξαν άποικοι τών Κρητών και ότι οι Χετταΐοι ήσαν  Αριοι, προελθόντες φυσικά έκ τής Αιγαίας χώρας, ώς προκύπτει και έκ τής φθογγολογικής σχέσεως τών λέξεων «Χέθ» και «Χέτ» προς τάς «Αχαιός» και «ΧαΤχ » = Αρμένιος. Προκειμένου δε περί τών Φοινίκων, υπεστηρίχθη άποδεικτικώς είς προηγούμενον κεφάλαιον,  δτι και  ούτοι  υπήρξαν  άποικοι   τών   (Αρίων)   Αίγαιοκρητων,

Εβραϊκή  Βίβλος 92

δι' ην άποψιν ειρήσθω έν παρόδω, Θά ήδύνατο  να άρκέσχι, ώς σοβαρόν επιχείρημα, και  μόνη ή συνεκδοχή της περιπτώσεως των Φιλισταίων.
Σημειωθήτω ένταΰθα προεισαγωγικώς,  ότι  αμφισβητείται  σοβαρότατα ή σχέσις του Χαμ  (έξ ου «Χαμίτες ») προς τον Κέμ   ( = μαύρος, Αϊγύπτιος) και ότι έκ των από του Χαμ Καφθοριίμ   Κρητών)  άναχωροΰσιν αι γνωσταί ττλάναι  περί στρώματος Χαμιτικών   (Σημιτικών)   λαών εις  Κρήτην,  Ελλάδα και Μ.   Ασίαν, κατά τους προϊστορικούς  χρόνους   (προ της δήθεν  καθόδου των   Αρίων),  διαλυόμεναι   όμως συν τώ   χρόνω,  άφ'   ης  απεκαλύφθη       ή Μινωϊκή γραφή  Β'   (1500 π.Χ.)   εκφράζει   γνησίαν   προομηρικήν γλώσσαν. Άς λεχθή προς τούτοις παρεμτηπτόντως,  ότι  αι   αυτού του είδους πλάναι,
β)  μεταγενέστερα τίνα τοπωνύμια εμπορικών Φοινικικών σταθμών, κατά μεταφρασιν έκ τής Ελληνικής συνήθως  (ώς ή περίπτωσις τών είς τό προηγούμενον κεφάλαιον μνημονευθεισών Κλαζομενών), και
γ)  διάφοροι ψευδείς έτυμολογήσεις, κατ’ άντιστροφήν ώς έπί τό πλείστον τών   (ώς ευθύς  μετ' ολίγον,   μέσω  τών Φοιινίκων και Φιλισταίων κυρίως,  πιθανώς δε  και   μέσω  τών προσημιτικών νεολιθικών  Αρίων κατοίκων της   Παλαιστίνης)    κατά καιρούς είσδυσάντων παρά τοις   Σημίταις  Αρίων γλωσσικών   στοιχείων    (τινά  τών όποιων δυνατόν και  νά υπήρχον από τών πρό της κατακλύσεως τής Μεσογείου χρόνων ακόμη, οτε έπεκοινώνουν άμεσώτερον μεταξύ των οι  μετέπειτα είς Άρίους και Σημίτας διαφοροποιηθέντες άνθρωποι), έδοσαν τήν εΰχέρειαν εις τινας  ευφάνταστους  Άσσυριολόγους  και   Άνατολιστάς,   όπως  πλάσωσι -παράληρον, τή άληθεία, σημιτολογικήν  (περί γλωσσών και ανθρώπων)   μυθιστοριαν,   διά τής οποίας επιχειρούν νά  ερμηνεύσωσι  τήν  άρχαιολογίαν και την προιστορίαν ού μόνον τής  Βαλκανο-μίκρασίας,  αλλά και  ολοκλήρου τής Ευρώπης.
Κατά τήν  μαρτυρίαν τής Βίβλου,   οί  Φοίνικες   (ίσως  και  οΙ  Φιλισταίοι, πιθανώτατα   πρέπει νά είχαν έγκατασταθή είς τήν χώραν των, προ τής 2ας π.Χ.   χιλιετηρίδος, διότι ό Άβιραάμ, έλθων εις τήν γήν Χαναάν,  εΰρεν  εκεί εγκατεστημένους ήδη τους Χαναναίους = Φοίνικας   (Γένεσις.   Κεφ.   12,6)   και υποτίθεται   βασίμως ότι, καθ'  οΰς χρόνους άρχονται   και  αναπτύσσονται   αιϊ Ισραηλιτικά! παραδόσεις,  και  οι  Φοίνικες και οι  Φιλισταίοι  δεν εΐχον ακόμη έκσημιτισθη  γλωσσικώς    (δι' ό  και   εθεωρούντο παρά τών  Ισραηλιτών αλλόφυλοι) και ότι διεσώζοντο ακόμη παρ’  αύτοίς αι περί τής προελεύσεως των παραδόσεις,  αι  άποτελέσασαι  τό υπόστρωμα τών περί  εθνών αφηγήσεων της Βίβλου. Αμφότεροι (και οί Φοίνικες και οί Φιλισταίοι), καίτοι άναμιχθέντες  μετά αυτοχθόνων  (έξ ου και ό γλωσσικός έκσημιτισμός των),  εΐχον πλήρη συνείδησιν τής έναντι τών περιοικούντων διαφοράς, δι' ο και άγωνιστίκωτατοι έπεδείχθησαν  κατά   τους διεξαχθέντας  πολέμους.
Αναφορικά προς τον χρόνον τής είς τά παράλια της Ανατολικής Μεσογείου δράσεως και εγκαταστάσεως τών Φοινίκων ώς Άρχαιοελλήνων εννοουμένων, λαμβάνομεν ιδέαν τινά έκ τών του Η. G. Wells : The  Outline of History,   
Παγκ.  Ιστορία, κατά τήν Έλλην. μετάφρ., σελ.  170—1) 
Ότι


Εβραϊκή Βίβλος                                                      93

« . . . περί τό 4.000 Π.Χ. και ακόμη ένωρίτερον εύρίσκομεν Άρίους και Σημιτικούς, διεξάγοντας μεταξύ των πολέμους και έμπόριον περί τό άνατολικόν άκρον τής Μεσογείου. . . . ». Δεν είναι ποσώς παράδοξον, εάν άπό τότε και επί μακρούς αιώνας μετέπειτα έδρων εκεί διάφοροι έξ Αιγαίου πειραταί  και έμποροι, διά νά καταλήξωσι μετ' ολίγον είς μονίμους έν τοις παραλίοις εγκαταστάσεις, άς γνωρίζομεν σήμερον ώς Φοινικικός.
Ή επιστήμη (Will Durant, Παγκ. Ίστορ. Πολιτισμού, 'Ελλην. μετάφρ. Τόμ. Α', σελ. 308) αμφιβάλλει, περί τής φυλετικής υποστάσεως τών ανθρώπων αυτών, παρουσιαζομένων έν τή Ιστορία και ώς ανωνύμων, δεδομένου ότι τό μεν όνομα τών Φοινίκων εδόθη αύτοίς υπό τών Ελλήνων, τό δε τών Χαναναίων τής Εβραϊκής Βίβλου είναι όνομα γεωγραφικόν και σημαίνει τους κατοικούντας είς τήν Χαναάν = Γή χθαμαλή. Ταύτα και ή έλλειψις πολιτικής ένότητος μεταξύ τών διαφόρων Φοινικικών πόλεων συνηγοροΰσιν υπέρ τής απόψεως, οτι επρόκειτο περί αλλεπαλλήλων στρωμάτων πανσπερμίας ληστοπειρατών έξ Αιγαίου. Έάν επρόκειτο περί πάτριας τίνος έκ του  Περσικού κόλπου, ώς (κατά τά είς τό προηγούμενον κεφάλαιον εκτεθέντα) παραδίδει ό Ηρόδοτος, θά είχαν έν πρώτοις όνομα, τό του αρχηγού τής πατριός τουλάχιστον, και θά παρουσιάζετο ύπό στοιχειώδη τινά έθνικήν συνοχήν και ενότητα ώς οί άλλοι  Βιβλικοί λαοί και εθνότητες.
Κατ' άνάλογον τρόπον (διαδοχικές  αφίξεις), πρέπει νά έγκατεστάθησαν και οί Φιλισταΐοι είς Παλαιστίην, διότι ώς όμοσπονδίαν πέντε (Άσκάλων, Ακκαρών, Γάδ, Άζωτος και Γάζα) ανεξαρτήτων πόλεων (Πεντάπολις) τους εύρίσκομεν μετέπειτα και όχι ώς κράτος συμπαγές.
Έπίδρασις τών Άρχαιοελλήνων επι τών Ισραηλιτών και επί τήν Χαναναίαν έν γένει. — Είναι συναφές προς τό θέμα, και έχει μεγίστην σημασίαν διά τήν συζητουμένην θέσιν, τό ζήτημα τών άνθρωπογονικών πρωτοτοκίων. Έν Κεφ. 10,21 τής Γενέσεως (και τω Σήμ... άδελφώ Ίάφεθ τού μείζονος), απονέμονται  ρητώς είς τον 'Ιάφεθ, απλώς δέ χάριν εύφωνίας προφανώς, προτάσσεται τό όνομα τοΰ  Σήμ έν τή άφηγήσει. Ούτω, ασχέτως προς τήν ιστορικήν άξίαν, ήν δύνανται νά έχουν αι αφηγήσεις αύται τής Βίβλου, προκύπτει έκ τών ολίγων τούτων, ότι τά δύο τρίτα σχεδόν τής βιβλικής ανθρωπογονίας και τά έν αυτή πρωτοτόκια παραχωρούνται εις τους Αΐγαιοκρήτας, τους  Ιωνας και τους Χετταίους. Προσέτι, είς τον 'Ιάφεθ ( μέ επτά υιούς) αποδίδεται μεγαλύτερα πολυγονία, έναντι του Χάμ (με τεσσάρας) και του Σήμ (με πέντε). Παραλλήλως, οι Σουμεροακκάδιοι, έξ ών οί Ίσραηλΐται άνεχώρησαν, και οί Αιγύπτιοι, μεθ' ών επί μακρόν συνέζησαν, τίθενται εις ήσσονα μοίραν έν τή έθνογονική ιεραρχία, παρά τό γεγονός, ότι οι λαοί ούτοι καθ' εαυτούς, λόγω του αρχαιοτάτου πολιτισμού των, γνωστού ασφαλώς είς τους Ίσραηλίτας, έδικαιοΰντο και άπό της απόψεως ταύτης τών πρωτείων παρά τοις Ίσραηλίταις τουλάχιστον. Παρά ταύτα όμως, ένω ή σχέσις του Χάμ προς τον Κέμ   (= Αιγύπτιος)  τελεί ύπό  άμψισβήτησιν,  


94                                                Εβραϊκή Βίβλος

εις τους Έλαμίτας  (Αϊλάμ,  υιός τοΰ Σήμ)    και   εις τους  Σουμερίους (Νεβρώδ, εγγονός τοΰ Χαμ)  δίδεται γενεαλογική θέσις δευτέρου και τρίτου βαθμοΰ.
Ενδιαφέρει  ενταύθα,   ότι  και  αυτός ό θεός τών  Ισραηλιτών έκαλείτο αρχικώς  Έλ,  τοΰ   Γιαχβέ είσελθάντος έπί   σκηνής πολύ   βραδύτερον,   μετά τήν άπό της Αιγύπτου έξοδον.    Τό «ελ» τούτο, Φοινικικής άρα Αρχαιοελληνικής προελεύσεως ως προελέχθη,  ευρίσκεται  ώς  συνθετικόν εις πλείστα Εβραϊκά ονόματα και τοπωνυμίας, της τοιαύτης προλεύσεως του έπιμαρτυρουμένης και εκ του Έλ—ισά, υοΰ τών Ίωύαν και έγγόνου του Ίάφεθ. Είναι γνωστόν επίσης ότι πολλαί τοπωνυμίαι της Παλαιστίνης, αναφερόμενοι έν τή  Βίβλο , δεν είναι  Σημιτικής γλωσσικής προελεύσεως,  ενώ άλλαι   (ώς τό όρος  Ορ, ή κούλας Άρνών, ό Κέδρων κλπ.) δύνανται να συναφθώσιν ευθέως προς τήν  Έλληνικήν- Άρχαιοελληνικήν.   Τούτ' αυτό δύναται  ενδεικτικώς,  να λεχθή δια τον  βασιλέα 'Ώγ   (δυνάμενον να συσχετισθή, ώς όνομα, προς τον μυθολογικών  Ωγυγον   τών  Ελλήνων),   δια   τον Ίεροβάαλ = άντιτασσόμενος είς τον  Βάαλ   (πρωταρχική  σημασία τής λέξεως ιερός εις τήν Έλληνικήν είναι  ή του ζωηρού,   ακμαίου,   ισχυρού)   και   δι'  άλλα ονόματα. Έν τή  κατευθύνσει  ταύτη, είναι πρόδηλον,  ότι υπάρχει  ευρύ στάδιον λίαν διαφωτιστικών  τής  τιθεμένης  απόψεως   αναζητήσεων   και   παραλληλισμών. Θά προέκυπτεν ευκόλως, ότι  οσαι  λέξεις τής  Εβραϊκής και  τής  Άραμαϊκής παρουσιάζονται  υπό σχέσιν τινά προς  Ελληνικός είναι   Αρχαιοελληνικής  (μέσω τών Φιλισταίων και  τών Φοινίκων κυρίως, ώς είρηται)   προελεύσεως και  καταγωγής, όπως παραδ. χάριν, μεταξύ πολλών άλλων, και ή τόσον συζητηθεϊσά ποτέ σημιτική   (τάχα)  λέξις σάλεμ - σιαλώμ = ειρήνη,  καταφύγιον (έξ ής, μετά του «ιερός», και   ή Ιερουσαλήμ,   έβραϊστϊ   Γιερου-σιαλάϊμ = ίσχυρόν   καταφύγιο,  όχυρόν),     καταγόμενη   προφανώς   άπό   τής Αρχαιοελληνικής    σάλος = αγκυροβόλιον    (και    τρικυμία,    κατά    τό  Αατιν. $&]ΙΙΙΗ = ό σάλος τής θαλάσσης, τό πέλαγος)  και της   (έν τή  Άρία όμοίο-γλωσσία)  Λατινικής $3ΐυ$ - υΐϊδ-   σωτηρία, υγεία,   και    όχι   τό   άντίθετον. Και αυτό τό άρχαιότατον όνομα του  Ισραήλ   (=ό παλαίσας με τον θεόν) δύναται  νά θεωρηθή παραχθέν, έκ της αυτής  Αρχαιοελληνικής λέξεως     ιερός  (τα τούτω συναφή, έν τή 'Αρία όμοιογλωσσία, είναι   Ιστρος και ό Κελτικός ποταμός Isara =ό ορμητικός,   Σανσκρ. Isira — h = γενναίος,   ακμαίος) ~ηλ(= ήλιος—θεός).   Άπό του  ιερός επίσης   (Δωρ.   ίαρός) +Τάνος   (ποταμός τής Αργολίδος, Δανούβιος, Τάναϊς κ.λ.π.) ώνόμασαν οι από τοΰ Αιγαίου Φοίνικες τόν Ιορδάνη  ποταμόν  (Έβραϊστϊ  Γιαρ - δειν = 


Εβραϊκή Βίβλος                                                 95


ορμητική εκροή, κατ' έμμονήν της Άρίας και Αρχαιοελληνικής τών λέξεων σημασίας), έν πλήρει αναλογία -προς τόν Ίάρδανον -ποταμόν τής  Ηλιδος και τον άλλον (μνημονευόμενον έν Γ Όδυσσείας) Ίάρδανον τής Κρήτης. Παραλλήλως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, είς τους Σουφοτΐμ ( = Κριταϊ) τής Βίβλου, έχομεν αυτουσίαν τήν Έλληνικήν λέξιν « σοφός ».
Τό σπουδαιότερον, κατ' άνασκαφάς του 1931, άνευρέθησαν έν Χαναναία (Will Durant, Παγκ. Ίστορ. Πολιτισμού, Έλλην. μετάφρ. Τόμ. Α, σελ. 326) αγγεία, αναγόμενα είς την όρειχαλκίνην έποχήν (άπό τής 3ης π.Χ. χιλιετηρίδας), έφ' ών αναγράφεται τό όνομα θεότητός τίνος τών Χαναναίων Γιάχ ή Γιαχοΰ. Είναι όμως άξιον προσοχής, ότι ό Γιαχοΰ, έξ ος κατάγεται πιθανώτατα ό Γιαχβέ, όμοηχεί απολύτως και δύναται νά ταύτισθή προς τόν Έλληνικόν (ασφαλώς δε καϊ Αρχαιοελληνικών)  Ίακχο (και   Ιαχον ;), πρός τό μυστηριακόν όνομα δηλαδή του Βάκχου - Διονύσου. Επειδή ό  Ιακχος (και ή νύμφη Ίάχη, συμπαίκτρια τής Περσεφόνης), τό ίάχω ( = φωνάζω προς έκδήλωσιν χαράς ή λύπης) και ή ιαχή ( = βοή, φωνή, κραυγή οδύνης, θρήνος) έτυμολογοΰνται έκ του είς τήν Άρίαν όμοιογλωσσίαν ανήκοντος « ήχή » ( = ταραχώδης θόρυβος τοΰ όχλου κ.λ.π.), δύναται νά συναχθή, ότι ευρισκόμεθα ενταύθα προ αρχαιοτάτου Αρχαιοελληνικού κύκλου θρησκευτικών και λατρευτικών αντιλήψεων και εθίμων, είς τόν όποιον άνήκουσιν, πλην του Διονύσου, του Γιαρίλο, του Άδωνιδος, τοΰ Όσίριδος και του Ταμούζ (περί ών θά γίνη λόγος και περαιτέρω), ο τε Γιαχού και ό Γιαχβέ τών Χαναναίων και τών Ισραηλιτών. Είδικώτερον, εάν άνσπολήσωμεν προς στιγμήν τήν υπό τόν Ζαγρέα — ταΰρον ύποκρυπτομένην παναρχαίαν ζωολατρικήν φάσιν του Διονύσου-—Ιάκχου, θά δυνηθώμεν νά κατανοήσωμεν κάλλιον τό του αυτού Will Durant (ό αυτός τόμος, σελ. 325), ότι οι Ίσραηλίται « Δεν παρημέλουν επίσης τήν λατρείαν του ταύρου . . . του Χρυσού Μόσχου . . . και ό Γιαχβέ ειχεν επί πολύ ώς σύμβολον αυτό τό φυτοφάγον ζώον ».
Θά γίνη λόγος περαιτέρω, ότι υπήρξε και Αιγύπτιος τις (Αιγαίας προελεύσεως και αυτός) σεληνιακός θεός υπό τό όνομα 'Αχου (Αah, Jah, Αuhu, Jauhu), άλλ' ήτο τόσον ασήμαντος καϊ άσημος, ώστε νά αποκλείεται παντάπασιν ή έξ Αιγύπτου καταγωγή τοΰ Γιαχβέ, δεδομένου άλλως τε οτι τό όνομα τοΰ τελευταίου μνημονεύεται καϊ είς τήν Γένεσιν (Κεφ. 22.14) έν τή φράσει « καϊ έκάλεσεν Αβραάμ τό όνομα τοΰ τόπου εκείνου, Κύριος εΐδεν ( — Γιαχβέ γιρέ)», αναφερομένη είς περιστατικόν άναγόμενον είς χρόνον προ τής μεταβάσεως είς Αϊγυπτον.
Επίσης, τό ότι (ό αύτος Τόμος του Will Durant, σελ. 350) «Ό αμνός υπήρξε τό Τοτέμ ενός γένους Χαναναίων και τό Πάσχα ήτο δια τας φυλάς τών Χαναναίων ή εορτή τής προσφοράς ενός άμνοΰ είς τόν τοπικον θεόν», έξ οΰ προφανώς καϊ τό περί Πάσχα θρησκευτικόν έθιμον τής Βίβλου, μάς επαναφέρει είς άλλον (περί οΰ είς το περϊ Αιγυπτίων κεφάλαιον) Άρχαιοελληνικόν πάλιν κύκλον λατρευτικού εθίμου, έξ οΰ και ό κερασφόρος και


96                                                      Εβραϊκή Βίβλος

ο  κριόμορφος  Αμμων   (Ζευς)   της  Κυρηναΐκής  και  της Αιγύπτου  άντιστοίχως.
Πάντα ταύτα δεικνύουν,   ότι  πολύ   μεγάλη  και   βαθεΐα  ύπήρξεν  ή  επι τών Ισραηλιτών έπίδρασις τον Αίγαιοκρητών,  μέσο τών αποίκων των Φιλισταίων και Φοινίκων, και τοιαύτη ώστε, άπό τών τεθεισών απόψεων, να άπομακρυνθώσιν ούτοι, κατά τίνα τρόπον, τών -προγονικών των παραδόσεων, τών Άσσυροβαβυλωνειακών.   Είς  τούτο πιθανώς,   και   συγκεκριμένως   είς  την  εν παλαιοτάτοις χρόνοις έπιμειξίαν τών Φιλισταίων και τών Φοινίκων μετά τών Ισραηλιτών, πρέπει να άναφέρωνται  τά   (Μακκαβαίων   Α',    Κεφ.    12,   20) περί τών χαιρετισμών  μεταξύ τοΰ  Βασιλέως της  Σπάρτης  'Αρέως   (309— 265  π.Χ.)   και   τοΰ   'Αρχιερέως  Όνία,  είς τους οποίους  χαιρετισμούς εξαίρεται ή συγγένεια Λακεδαιμονίων και   Εβραίων,  στηριζομένη   είς γραφήν  τίνα, περί καταγωγής εξ ενός γένους.   Είς υποστήρηξιν τής αυτής απόψεως της εκ τής Αιγαίας χώρας προελεύσεως τών Φοινίκων,  συγκλίνουσι προσέτι (μνημονευθέντα -και είς το προηγούμενον κεφάλαιον)  α)   ή  διαπίστωσις, ότι  ώς φυλετική πάθησις θεωρούμενη έρυθροβλαστική αναιμία τύπου   (Cooley εμφανίζεται συστηματικώτερον είς τους Ιταλούς, είς τους Έλληνας και είς τους  Σύρους   (Πρ.   Έλλ.  Άνθρ.   Έταιρ.   1936),  β)' ή   (ώς εις το Αίγαΐον) ύπαρξις τής ανθρωπολογικής  ξανθής συνδρομής  εν Συρία   και   Παλαιστίνη ( κατά την  Βίβλον,   Βασιλειών Α,   16,   12,  ό  Δαυίδ ήτο ξανθός - πυρράκης), έντονωτέρας παρά τοΐς Δρούσοις,  και  γ)   ή πίθανότης τής έκ του Αρχαιοελληνικού προελεύσεως τών λέξεων  Συρία,  'Αράμ  και   Χανσάν.   Είς τό αυτό κατατείνει  και ή έπ' εσχάτων επικρατούσα   γνώμη,   ότι   τό   Φοινικικόν   άλφάβητον αποτελεί έξέλιξιν τής Κρητικής γραφής και δεν έχει  οΰδεμίαν σχέσιν ούτε με τους Αιγυπτίους ούτε με τους  Σημίτας.
Χαμ = ό χαμαιγενής. Σήμ = ό ( σεσημασμένος ) περιτετμημένος. —
 Έν τή άπόψει τής έπί την Παλαιστίνην Αίγαιοκρητικής επιδράσεως, έχει την θέσιν της ενταύθα και ή έν τω αύτω κύκλω έξέτασις τής προελεύσεως τών -λέξεων Χάμ (τής προς τό Αίγυπτιακόν Κέμ σχέσεως ούσης λίαν απίθανου) και Σήμ, δυναμένων νά συναφθώσιν αντιστοίχως προς τας Ελληνικός  « χαμαί »   και   « σήμα ».     Οι άρχαιοέλληνες,  ώς απόγονοι  του

* Κατά Διόδωρον Σικελιώτην ( Βιβλ. Ε/ΧΧνIII), άνθρωποι τοΰ Δαναού όρμηθέντες έξ Αιγύπτου, « συνώκισαν (την άρχαιοτάτην σχεδόν τών παρ' "Ελλησι πόλεων "Αργός, τό τε τών Κόλχων έθνος εν τω Πόντω και  τό τών Ιουδαίων άνά μέσον Αραβίας και Συρίας... ». Τοΰτο δύναται νά άποτελή άπήχησιν της μεταναστεύσεως τών Φοινίκων και τών Φιλισταίων, από τοΰ Αιγαίου ή  και άπό τών ύπο Αίγαιοκρητών έποικισθέντων παραλίων τής Αιγύπτου (άνθρωποι του Δαναού), οϊτινες Φοίνικες και Φιλισταΐοι, συναναμιχθέντες μετά τών Ισραηλιτών, απετέλεσαν τό μετά ταΰτα Ίουδαϊκόν έθνος.
Εις τά του  Αργούς «αι των Κόλχων, πρόκειται προφανώς περί εφελκυσμού και αντιστροφής του περί τών περιπλανήσεων τής (έξ ης ειλκε τό γένος ό Δαναός) ΆΡΥείας Ίοΰς μύθου. -Περί τών Κόχλων (Καυκάσιοι γλώσσαι, συγγενείς πως τή Εασκική)  θα γίνη ειδικότερα  μνεία είς τό περί  Σουμερίων κεφάλαιον.



Εβραϊκή Βίβλος                                                       97

Δευκαλιωνος και τής Πύρρας, γεννηθέντες από της γής, έκ  τών παρ' αυτών προς τά όπισθεν  ριπτομένων λίθων, ώνομάζοντο « χαμαιγενεΐς ». Εντεύθεν προέρχονται και τά Λατινικά. humo = άνθρωπος, humanus = ανθρώπειος και Παλ - γερμ. gomo = άνθρωπος. Χαμαιγενεΐς συνεπώς έθεώρουν και ώνόμαζον εαυτούς και οι Φοίνικες και οι Φιλισταΐοι, όταν διετήρουν ακόμη τάς προγονικός των παραδόσεις.
Έξ  άλλου,  ή  περιτομή     τών   Σημιτών,   ασκούμενη     άπό παλαιότατων χρόνων (από του Αβραάμ, λέγει ή Βίβλος), ήτο αδύνατον νά μή προσήλκυσεν την προσοχήν τών περιοικούντων  Φοινίκων  και  Φιλισταίων,  ώς  σημείον διακριτικόν και αναγνωριστικόν τών γειτόνων των, ήτο δε φυσικόν νά άπετέλεσεν, από τής πρώτης στιγμής, και αντικείμενον τρέχοντος τίνος και εύχρηστου προσδιορισμού,  ώς ό του   (σε)σημασμένου,   του σημαδιακού, ώς λέγομεν και ημείς σήμερον.  Και  δύναται   μεν,   νά   θεωρηθή τολμηρά ίσως έκ πρώτης όψεως ή σύναψις του Σήμ προς τό « σήμα »,  άλλα έν τή σειρά τών άλλων συναφών  (περί Ίάφεθ και Χάμ)  διαπιστώσεων, θά ήδύνατο και αυτό νά συζητηθή, διότι   και τό πράγμα  (τό σωματικόν σημείον)  υπήρχεν είς τήν μίαν πλευράν και ή λέξις (σήμα) είς τήν άλλην.  Ας σημειωθή ήδη, ότι ή λέξις «σήμα»  (Δωρικόν « σάμα », έξ ου και αι νήσοι Σάμη, Σάμος και  Σαμοθράκη)  ήτο αρχαιότατη παρά τοις  Ελλησιν   (Ίαπετικής—Αρχαιοελληνικής προελεύσεως),  με την έννοιαν του « χαρακτηριστικού σημείου»,  και  ας ληφθή ύπ’  όψει  παραλλήλως, ότι ή λέξις « σήμ »,  προφερομένη  Έβραϊστί  ώς «σέμ », σημαίνει  και  έν τή  Εβραϊκή  επίσης « γνώρισμα »,  « χαρακτηριστικόν σημείον » (Έβραιογερμανικόν λεξικόν KARL SIEGFRIED— Bernard Stade  , οπόταν ή είς τό θέμα τούτο άπό του  Ελληνικού είς τό  Έβραϊκόν   (και  όχι τό άντίθετον)  σχέσις περισφίγγεται έτι περισσότερον, υπέρ τής έκ τών Φιλισταίων και  τών Φοινίκων   (αποίκων  τών  Άρχαιοελλήνων) προελεύσεως.
Ύπό τάς προϋποθέσεις όθεν αύτάς, έν πλήρεi ειρμό και συνάφεια προς τό όλον θέμα, ως ετέθη τούτο και είς προηγούμενα κεφάλαια, ευρίσκει ούτω και τό ζήτημα τών ονομάτων του Χάμ και του Σήμ τήν περισσότερον αληθοφανή έξήγησίν του.                                                                                           
Διά τον Σήμ ιδία, υπό την παρεχομένην ένδειξιν, έκ τής έν τή Εβραϊκή σημασίας τής λέξεως « σήιμ » (= γνώρισμα), μία περαιτέρω συζήτησις επί του θέματος είναι κατά πάντα θεμιτή, διότι ευρισκόμεθα ενταύθα πρό αλλεπαλλήλων έν άλληλουχία: συμπτώσεων, και θά ήτο μεγάλη απροσεξία τουλάχιστον, νά τάς άντιπαρέλθωμεν ή νά τάς άποδόσωμεν είς μόνην τήν τυχην. Έχομεν τήν πρώτην σύμπτωσιν του ονόματος (Σήμ) προς τήν λέξιν (σήμ), σημαίνουσαν «γνώρισμα», και δευτέραν τήν τής σημασίας ταύτης προς τήν περιτομήν, ήτις αποτελεί πράγματι γνώρισμα, διά τους περιτεμνομένους Ίσραηλίτας. Επεκτείνεται τό πράγμα και προς τήν άλλην πλευράν, τήν τών Φιλισταίων και τών φοινίκων, οι όποιοι κατά σύμπτωσιν πάλιν είναι


98                                                Εβραϊκή Βίβλος     

άποικοι τών άρχαιοελλήνων, έν τή γλώσση τών οποίων, κατ' άλλην σύμπτωσιν, υπάρχει ή λέξις « σήμα», έχουσα, κατά πολλοστήν έν τή σειρά πάλιν σύμπτωσιν, την σημασίαν του « γνωρίσματος» και τέλος άλλη σύμπτωσις, ότι ή σημαία αυτή προσιδιάζει τελείως εις την περίπτωσιν τών Ισραηλιτών. 'Αλλά εννοείται οίκοθεν, οτι, κατά τους νόμους τών πιθανοτήτων, ή έπί το αυτό πράγμα συρροή όλων αυτών τών συμπτώσεων είναι πρακτικώς απαράδεκτος και πρέπει κατ' αρχήν ή τυχαία συγκυρία νά αποκλεισθή, εις τήν προκειμένην ιδία περίπτωσιν, ένθα υφίστανται εμφανείς όλαι αι προϋποθέσεις τής αιτιώδους σχέσεως.


Συνέχεια περί του Χάμ. Οί «Χαμαιγενεις » λαοί καί άνθρωποι.

— Εις τήν παραδοχήν τής άρτι περιγραφείσης αιτιώδους σχέσεως, κατατείνουν και όλα τα προεκτεθέντα, περί τών άλλων επιδράσεων τών Αιγαιοκρητών ( μέσω τών Φιλισταίων και τών Φοινίκων), μέ την προσθήκην ότι, πιστοποιουμένης ούτω τής περιπτώσεως του Σήμ, προβάλλουν αυτοτελώς καί αύταί, μέ τάς αύτάς αξιώσεις έγκυρότητος και αληθοφάνειας. Ύπό το πρίσμα δε τούτο της σχεδόν, έάν όχι πλήρους βεβαιότητος περί του Σήμ, είναι σκόπιμον, νά έξετασθή έκ νέου καί ή ύπόθεσις του Χάμ, μετά  μεγαλύτερης πλέον εμπιστοσύνης, τόσον έπί το τεθέν έτυμον τής λέξεως, όσον και έπί τά έκεΐθεν δυνατά συμπεράσματα.
Έν πρώτοις, πρέπει νά αποκλεισθή πάσα σχέσις του  Εβραϊκού Χάμ (= θερμός, έξημμένος)  προς τό Αίγυπτιακόν Κέμ  ( = μαύρος).   Έάν δε δεν είναι σύμπτωσις απλή ή έν τη Εβραϊκή ύπαρξη καί λέξεως «χάμ»   μέ τήν σημασίαν του θερμού, καί  υποτεθεί ότι έθεωρήθησαν θερμοί  καί   έξημμένο, οί απόγονο, του Χάμ, πάλιν δεν εξηγείται τό ζήτημα του ονόματος τού Χάμ έκ τής πιθανής  ίδιοτητός του, τοΰ  θερμού  και  έξημμένου,  καί   είναι  ορθόν νά δεχθώμεν οτι, του ονόματος δοθέντος, απέκτησε κατόπιν -παρα τοις  Ίσραηλίταις «αι ή λέξις  (χάμ)  σημασίαν,  έκ τών ιδιοτήτων του όνομοσθέντος, κατά τήν ύπό τής  Βίβλου ίστορουμένην έπίμονον αγωνιστικότητα τών Φιλισταίων, ως  καί  ημείς σήμερον λέγομεν «Τούρκος»,  διά νά  χαρακτηρίσωμεν τον όργίλον καί τον βίαιον.
Οί Ίσραηλΐται εύρίσκοντο έξ αρχής εις άμεσον γειτονίαν καί εις συνεχή έπικοινωνίαν προς τους Φιλισταίους καί τους Φοίνικας καί εΐναι πολύ Φυσικόν, ότι εκείθεν ήρύσθησαν τάς περί τής καταγωγής καί τής γενεαλογίας τούτων ειδήσεις τής Βίβλου, διότι αστοί πρέπει νά έγνώριζον καλύτερον παντός άλλου τά τής ιδίας αυτών καταγωγής καί προελεύσεως Παρά τών Φιλισταίων καί τών Φοινίκων λοιπόν εδόθη εις τους Ίσραηλίτας τό όνομα τοΰ προγόνου των Χάμ καί είναι πολύ φυσικόν πάλιν, ότ, ούτοι, ώς άποικοι τών Αϊγαιοκρητών καί τών Αρχαιοελλήνων, διετήρουν τότε τάς (κατά τον μύθον τοΰ Δευκαλίωνος καί τής Πύρρας) ττερΐ τής « χαμαιγενείας» των παραδόσεις.

Εβραϊκή Βίβλος                                                     99

Τούτου δοθέντος, είναι πάλιν θεμιτόν, όπως ώθήσωμεν έτι περαιτέρω τήν έρευναν καί νά δεχθώμεν, ότι καί όλόκληρον τό γενεαλογικόν δένδρον του Χάμ προέρχεται έκ τής αυτής πηγής, οτι δηλαδή καί ό Χους καί ό Μισραΐμ (Αιγύπτιος) και ό Φούδ καί οί Αουδιΐμ καί οί Λαβιΐμ (οί δύο τελευταίοι αντιπροσωπεύουν πιθανώς τους Λίβυας) καί όλοι οί άλλοι έν τή σειρά εύρίσκοντο εις τάς -παραδόσεις τών Φιλισταίων καί τών Φοινίκων. Εις τό σημείον τούτο, δύναται νά λεχθή οτι, έάν τόσον ενωρίς οί (Χαμαιγενεΐς) Αίγαιοκρήτες καί Άρχαιοέλληνες είχαν αποικήσει καί έγκατασταθή εις τά παράλια τής Παλαιστίνης, πολύ ένωρίτερον πρέπει νά εύρίσκοντο εις τά παράλια τής Αιγύπτου καί τής Λιβύης, ώς υποδηλούν καί οί περί Βήλου και Αιγύπτου (μυθικών Βασιλέων τής Αιγύπτου) καί του Δαναού (μυθικού επίσης βασιλέως τής Λιβύης) μύθοι, δεδομένου ότι οί Αϊγαιοκρήτες πρέπει νά έθαλασσοπόρουν καί προ τής 7ης καί 8ης ίσως π.Χ. χιλιετηρίδος (ολίγον μετά τον καταποντισμόν τής Αίγηΐδος), ώς είδικώτερον καί διεξοδικώτερον θά έκτεθή είς τό περί προτεραιότητος τών Αϊγαιοκρητών έναντι τών Αιγυπτίων κεφάλαιον. Είναι δε πολύ πιθανόν, οί Φιλισταίοι να προήρχοντο έκ τών πρωϊμώτερον εις τά παράλια τής Αιγύπτου καί τής Λιβύης εγκατασταθέντων Αϊγαιοκρητών (μνημονευθέν χωρίον του Διόδωρου Σικελιώτου, Ε/ΧΧνίΙΙ, περί ανθρώπων τοΰ Δαναού, διεισδυσάντων άπό Αιγύπτου εις περιοχήν « άνά μέσον Αραβίας καί Συρίας»), δι' επεκτάσεως κατά μήκος τής παραλίας, μέχρι τών ακτών τής Παλαιστίνης. Διά τους Φιλισταίους όθεν, εϊτε έλθόντας είς Παλαιστίνην διά θαλάσσης, είτε οδικώς διά (ών Βορείων ακτών τής Αφρικής, άλλα γνωρίζοντας τάς είς πρωϊμωτέραν έποχήν Αίγαιοκρητικάς εγκαταστάσεις έν Βορείω Αφρική, όλοι οί λαοί αυτοί, άπό τής Κρήτης μέχρι τής Νουβίας, ήσαν ομογενείς καί έθεωρήθησαν ώς ανήκοντες εις τό αυτό γενεαλογικόν δένδρον, τό του Χάμ (χαμαιγενούς), μη ύπαρχούσης προφανώς συνειδήσεως, άλλα καί λόγου διακρίσεως τής υφισταμένης διαφοράς, μεταξύ τών αποίκων τών Αιγαιοκρητών καί τών καθ’ εαυτό Αιγυπτίων και Λιβύων.
Είς τήν πλάνην ταύτην ενδέχεται νά συνέβαλε καί τό είς τό περί Αιγυπτίων κεφάλαιον ύποστηριχθησόμενον καί γνωστόν προφανώς είς τους Φιλισταίους, ότι ή πρώτη Αιγυπτιακή δυναστεία (του Μινός, άπό τοΰ 3.200 π.Χ.) ήτο Κρητικής προελεύσεως. Από άλλης απόψεως, δεν πρόκειται περί πλάνης, έν τή έννοια, Οτι έγνώριζον ίσως οί Φιλισταίοι (καί οί Φοίνικες) τάς καί προ του Μινός αλλεπάλληλους είς Κάτω καί έν συνεχεία είς Ανω Αϊγυπτον διεισδύσεις τών (άπό Αιγαίου) λεγομένων « Αρμενοειδών», περί ών πάλιν είς τό περί Αιγυπτίων κεφάλαιον, και έθεώρουν συνεπώς όλόκληρον τήν Αϊγυπτον, ώς χώραν βαθύτατα έπηρεασμένην φυλετικώς έκ « χαμαιγενών» ανθρώπων.
Δεκτής γενομένης τής έκ του « χαμαιγενούς » ετυμολογίας του Χάμ και

100                                                   Εβραϊκή Βίβλος

άναχωροΰντες ήδη έκ τοΰ υίοΰ αύτοΰ (Γένεσις, Κεφ. 10, 6) Χανααν = Φοίνιξ, διαπιστοΰμεν έκ της Βίβλου ότι, εις παλαιοτέρους των Φιλισταίων χρόνους, οι εξ Άρχαιοελλήνων Φοίνικες είχαν ευρύτατα διεισδύσει και επικρατήσει, καθ' όλη τήν Παλαιστίνην *. Άναγιγνώσκομεν εις τήν Γένεσιν (Κεφ. 10, 15—20) «Χαναάν δε έγέννησεν τόν Σιδώνα. . . (και τον Χετταΐον) και τον Ίεβουσαΐον και τον Άμορραΐον . .. και τόν Άράδιον και τον Σαμαραΐον . . . και μετά τοΰτο διεσπάρησαν αί φυλαί των Χαναναίων και έγένοντο τά δρια των Χαναναίων από Σιδώνος εως έλθει» εις Γεράρα καϊ Γάζαν, έως έλθεϊν Σοδόμων και Γομόρας ... έως Λασά ». Έκ τοΰ Χετταίου (συνήντησε και Χετταίους, ώς εν τοΐς πρόσθεν εϊρηται, κατά την προς τον Νότον διαδρομήν του ό Αβραάμ), δύναται να συναχθή, ότι αϊ ειδήσεις αύται προήρχοντο έκ παραδόσεων από της εποχής του Αβραάμ (περί τάς αρχάς τής 2ας π.Χ. χιλιετηρίδος), ττράγμα το όποΐον πιστοποεί το λεχθέν ήδη, οτι οί Χαναναΐοι (= Φοίνικες) μέχρι τής Γάζης δεν εΐχον εκσημιτισθή ακόμη γλωσσικώς κατά τήν έποχήν έκείνην, διότι άλλως θά εθεωρούντο απόγονοι του Σήμ και όχι του Χάμ.
Τέλος, έκ τών ολίγων τούτων, κατανοείται ευκόλως πόσον πλανώνται παλαιότεροι, αλλά καί τίνες πρόσφατοι προίστορες, όταν έκ τής Εβραϊκής Βίβλου συνάγουν Χαμιτικόν έποικισμόν έν Κρήτη, άφ' οϋ τής αυτής Βίβλου αϊ ενδείξεις, κατ' άλλον τρόπον έρμηνευόμεναι, δύνανται νά στηρίξουν τήν άποψιν, οτι είχε λάβει χώραν ακριβώς τό άντίθετον.
Αρχαιοελληνικές ώς επί τό πλείστον ήσαν αί πηγαί τής Βιβλικής έθνογονίας καί γεωγραφίας.
— Έν τή προ ολίγου γενομένη αναλύσει, προβάλλει συγχρόνως, δτι έν πολλοίς είναι καθ' ολα αξιόπιστος πηγή ή Βίβλος, ώς προς τήν έθνογραφίαν της εποχής της, διότι αί ειδήσεις της εΐναι ειδήσεις πρώτης χειρός, πλην τών πλανών βεβαίως εκείνων, αί οποίαι ήσαν και τότε δύναται, ώς ή σύγχυσις τών εις τάς νοτίας καί ανατολικός άκτάς τής Μεσογείου εγκατεστημένων Αίγαιοκρητών—Άρχαιοελλήνων, μετά τών Αιγυπτίων. Πρώτης χειρός επίσης ειδήσεις πρέπει νά ήσαν καί τά περί Ίάφεθ, ληφθέντα προφανώς από τους Φοίνικας ή από τους κατοίκους τής Κύπρου καί τής Κιλικίας, ένθα καί μεταγενεστέρως έπέμεινεν ή λατρεία του Ίαπετοΰ, ώς δημιουργού τών Ανθρώπων. Καθ' όμοιον τρόπον, άπ' ευθείας από τους Χετταίους, καί τά τής καταγωγής τούτων ελαβον οι Ίσραηλϊται, διότι από παλαιότατων χρόνων (από του Αβραάμ) εΰρίσκοντο προς αυτούς εις σχέσεις καί εις έπικοινωνίαν. Έθεώρουν συνεπώς καί οι Χετταΐοι εαυτούς « χαμαιγενείς» καί ομογενείς τών Φοινίκων καί τών Φιλισταίων, ταύτα δέ, μετά της έν
* Έγένετο καί θα γίνη λόγος πολλαχού (εις τά περί Άρίας ανθρωπολογίας καί περί Σουμερίων κεφάλαια), οτι έν Παλαιστίνη εχουσιν έπιτευχθή παλαιότατα παλαιολιθικά σκελετικά και άλλα ευρήματα, ότι έν Μεριχω και άλλαχοϋ άνεσκάφη ανεπτυγμένος μεσολιθικός και νεολιθικός πολιτισμός καί οτι οί πρώιμοι εκείνοι οίκισταί τής χώρας δέν ήσαν Σημΐται.


Εβραϊκή Βίβλος                                                        101

Κιλικία λατρείας τοϋ Ίαπετοΰ  , άποτελούσι σαφείς ενδείξεις, μέχρι ποίου βάθους έν Μ. Ασία, κατά τήν Βίβλον, έξετείνετο ό κύκλος τής Αρχαιοελληνικής όμοφυλίας, εις τόν όποιον ανήκον καί οί Χετταΐοι.
Έν τή αυτή τάξει πρέπει, νά θεωρηθή ακριβής, παρεμπιπτόντως εξεταζόμενη, καί ή περί  Σουμερίων πληροφορία της Εβραϊκής Βίβλου, ότι δηλαδή, ώς απόγονοι του Χους καί του Νεβρώδ, ήσαν ούτοι Αφρικανικής  (Αιγυπτιακής)   προελεύσεως,  ώς διεξοδικώτερον εξετάζεται,  εις  τό    είδικόν   περί προτεραιότητος τών Άρχαιοελλήνων έπί τών Σουμερίων κεφάλαιον. 'Από τήν χώραν τών  Σουμερίων έξεκίνησαν οί Ίσρσηλΐται  καί  ήσαν σ.   επώς,  ώς   έκ τούτου,  καλώς περί αύτοΰ πληροφορημένοι,  έκ τών επιτόπιων παραδόσεων. Καί έν τή προφανεΐ πλάνη τής υπαγωγής τών Έλαμιτών εις τους απογόνους του Σήμ, υπάρχει πάλιν ή θετική διαπίστωσις, οτι ουτοι,  καιτοι  έκσουμερισθέντες γλωσσικώς, δέν είχαν φυλετικήν σχέσιν προς τους Σoυμερίους, άλλ' ήσαν άλλης προελεύσεως  ('Αρίας προφανώς, ώς άλλαχοϋ εκτίθεται), την οποίαν, ώς άρχαιοτέραν, αγνοούντες οί  Ίσραηλϊται,  υπέθεσαν  Σημιτικήν.
Έν τή αυτή επίσης έννοία  εξεταζόμενη καί  ή ύπόθεσις τών παραδεισίων ποταμών Φισών καί  Γηών τής Βίβλου  (Γεν. 2,   11), τους όποιους ή αφελής φαντασία του παρελθόντος αιώνος έταύτισε με τους Ώξον καί Ίαξάρτην (δια νά τοποθέτηση τήν κοιτίδα τής άνθρωπότητος εις την  Κεντρικήν 'Ασίαν), απλουστεύεται καί αυτή, δια τής παραδοχής απλούστερου τρόπου σκέψεως, τόσον διά τόν συγγραφέα του οικείου κεφαλαίου τής Βίβλου, όσον καί δια τόν σημερινόν μελετητήν. Πράγματι αί γεωγραφικές γνώσεις τών τότε Ισραηλιτών πρέπει νά ήσαν κατ' ανάγκην περίωρισμέναι.  Γνωρίζοντες ουτοι, έκ τών ιδίων παραδόσεων, τά τών άλλων δύο παραδεισίων   ποταμών Τίγρητος καί Εύφράτου, από τους γείτονας προφανώς  (Χετταίους, Φοίνικας, Φιλισταίους, Αιγυπτίους κ.λπ.) ήρύσθησαν τά τής υπολοίπου γνωστής τότε γεωγραφίας. Ένώ ούτω ενδέχεται ό μεν Γηών νά ειναι αί καί τότε μυθολογούμεναι πηγαί του Νείλου,  αϊ   (καί  κατά την Βίβλον)   περιρρέουσαι   την   χώραν Χους, έξ άλλου ό   (κατά την Βίβλον πάλιν)    χρυσοφόρον   χώραν   περιρρέων Φισών δέν θά ήτο παράλογον νά ταύτισθή, προς τόν δυνάμενον πράγματι νά έξαψη τήν φαντασίαν τών ανθρώπων χρυσοφόρον Πακτωλόν— Ερμον τής δυτικής Μ. 'Ασίας. Τω οντι, οί τέσσαρες -αυτοί ποταμοί   περικλείουν όλον τόν τότε δυνάμενον νά είναι γνωστός εις τους Ίσραηλίτας κόσμον,  εντός του οποίου έφαντάσθησαν προφανώς καί κατά ποιητικόν τρόπον περιέγραψαν τήν κοιτίδα τής άνθρωπότητος.
Ή έναντι τών Ισραηλιτών  προτεραιότης τών Άρχαιοελλήνων μαρτυρεί καί περί τής όλης προτεραιότητος αυτών.
 — Τά περί τής βιβλικής έθνογονίας καί γεωγραφίας συζητηθέντα, είναι καί αυτά συναφή καί σχετικά προς   τό τεθέν   της Αρχαιοελληνικής   προτεραιότητος   θέμα,   διότι
*     Καί   μεταγενέστεροι    ισραηλίτες   (Μουδίθ.   Κεφ.    2,25)   παρά   την   Κιλικίαν τοποθετούν τά ορια τών απογόνων του Ίάφεθ — Ίαπετοΰ.

102             Εβραϊκή Βίβλος

καθ' έαυτά μέν και καθ΄ έκαστα ενισχύουν τάς έν αύτώ τεθείσας επί μέρους απόψεις, έν τώ συνόλω τον δε τταρέχουν επαρκείς ενδείξεις, προς καθοδήγησιν έν τη διερευνήσει τών υφισταμένων μέχρι τουδε πλανών.  Εχουσα ή ολη υττόθεσις έξ απαρχής τά ϊδια αυτής ισχυρά εξωτερικά ερείσματα, κυριαρχείται και ενισχύεται παραλλήλως καί έκ τών εσωθεν, υπό της περιπτώσεως του Σημ, ήτις, επειδή είναι παράλογον νά άποδοθή εϊς τήν τύχην, δεσμεύει καί ύποχρεοί κατά τίνα τρόπον τόν μελετητήν καί προς τάς αλλάς του εξεταζομένου θέματος κατευθύνσεις.
Έν τω κυρίω θέματι τέλος, έκ της γενομένης διερευνήσεως τών ΰττό της Εβραϊκής Βίβλου παρεχομένων πολλαπλών ενδείξεων, λίαν χαρακτηριστικών καί εύγλωττων δια την τιθεμένην άποψιν, διεφάνη έναργώς σκιαγραφούμενος ό ιδιαίτερος και έπικρατών, είς τάς άνθρωπογονικάς αφηγήσεις αυτής,  ρόλος τών Αίγαιοκρητών καί τών Άρχαιοελλήνων γενικώτερον καί διεγράφη συγχρόνως μέχρι ποίου βάθους προς Ανατολάς έν Μ. Ασία έξετείνετο ό φυλετικός καί πολιτιστικός κύκλος τής Αρχαιοελληνικής ομοφυλίας. Μαρτυρεΐται προ παντός σαφής καί άδιαφιλονείκητος χρονική καί πολιτιστική προτεραιότης τών έπί τών ακτών τής Ανατολικής Μεσογείου αποίκων τών Άρχαιοελλήνων εκείνων, έναντι τών Ισραηλιτών αναγόμενη κατά τήν Βίβλον αυτήν ταύτην ώς προελέχθη, είς τό τέλος τής 3ης ή τάς αρχάς τής 2ας π.Χ. χιλιετηρίδος, δίδει δε τούτο, έν συνεκτιμήσει καί προς τά άλλα συναφή είς προηγούμενα κεφάλαια έξετασθέντα θέματα, άμυδράν μόνον ιδέαν, είς ποίους παλαιότατους χρόνους προς τά οπίσω πρέπει νά τοποθετηθή ή αρχή τής ακμής του κεντρικού πυρήνος. Έξ άλλου, ή του κεντρικού τούτου πυρήνος (μετά άκτινοβοληθέντων, προς Βορράν καί προς Ανατολάς, Αρίων γλωσσικών καί μυθοθρησκευτικών στοιχείων) παλαιότης έν τή Αίγαία χώρα, ώς  εκφράζεται ιδία είς τά υπέρ του Ίάφεθ άνθρωπογονικά πρωτοτόκια, ενισχύει παραλλήλως καί τήν εις προηγούμενα κεφάλαια τεθεΐσαν καί άποδεικτικώς ύττοστηριχθείσαν άποψιν, περί προσδιορισμού τής χώρας ταύτης και ώς κοιτίδος τών Αρίων, καί αναιρεί συγχρόνως όλα τά γνωστά μυθεύματα, περί μεταγενεστέρας δήθεν από Βορρά καθόδου αυτών.