θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Monday, December 24, 2012

ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ: ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΑΝΤΑΡΤΩΝ



 
ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ
Γ. ΧΡ. ΜΟΔΗ
(Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ)
ΕΚΔΟΤΗΣ Α. Ι. ΡΑΛΛΗΣ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ 6 - ΑΘΗΝΑΙ
1930

Οι χωρικοί έθυσίασαν ενα κριάρι και με το ζεστό δέρμα του τον έντυσαν.  Όλοι έπίστευαν πώς ή πρωτόγονη αυτή φορεσιά θά εχρησίμευε και γιά νεκρικό σάβανο στον άμοιρο Ξυλευσίνο. 
Εν τούτοις ύστερα από διαμονή τριών εβδομάδων στο δέρμα έβγαινε ό ετοιμοθάνατος υγιέστατος και ίκανός νά κάμη πορεία πέντε ωρών επάνω στα χιόνια γιά νά συνάντηση τον καπετάνιο του.


ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΑΝΤΑΡΤΩΝ    
 
Οί πληγωμένοι της συμπλοκής είμαστε εξ. Επειδή δεν ήταν φρόνιμο να νοσηλευθούμε  όλοι μαζί διαιρεθήκαμε σε τρία ζευγάρια πού το καθένα διάλεξε για νοσοκομείο του ενα από τα τρία χωριά Γραδέσνιτσα, Γροΰνιστα και Ψώβικ. Σ' εμένα και τον Μανώλη έλαχε ή Γροΰνιστα. Άπ' τήν ελλειψι φαρμάκων στην αρχή αναγκάσθηκα να προσφύγω ή μάλον να παραδοθώ στο έλεος των κομπογιαννιτών του Μοριχόβου. Φαίνεται δε πώς και οί εξ άποκαλύψεως αυτοί γιατροί δεν είναι κατώτεροι άπ' τους επιστήμονας συναδέλφους των όσον άφορα τουλάχιστο τήν σκληρότητα προς τά θύματα. Αληθινό μαρτύριο υπέφερε εκ μέρους των ή πληγή μου. Καταπλάσματα σε καταπλάσματα, βότανα πού θά μπορούσαν ν' αποτελέσουν βοτανικό μουσείο, μεχλέμια κτλ. εσωρευονταν απάνω της χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σειρά και τάξι και ιδίως από τις άσχημες εκείνες γρηές, όπου προτιμάει φαίνεται, νά κατασκηνώνη το πνεύμα τού Ιπποκράτους.
Ευτυχώς έφθασαν από το Μοναστήρι κρυμμένα σε σακκιά άπό μαλλί άφθονα αντισηπτικά. Τή θεραπεία πιά ανέλαβε με περισσότερες αξιώσεις ειλικρίνειας αν όχι επιτυχίας ο δάσκαλος τού χωριού. Έκτος άπ' τον γραμματικό του πλούτο είχε πάρει μαζί του απ το Μοναστήρι και λίγα μαθήματα νοσοκόμου με τήν ευγενή φιλοδοξία ν' αναπλήρωση απέναντι μας τήν απουσία τού ερυθρού σταυρού. Ατυχώς όμως ό
- 161 —
δάσκαλος υπήρξε πολύ κακός μαθητής. Ένόμιζε πώς όση   μεγαλύτερη   κατανάλωσι   αντισηπτικών   έκαμνε τόσο   γληγορώτερα  θά έφθανε   στο   ποθητό τέρμα, όπως ό άρρωστος εκείνος χωριάτης πού βαρεθείς νά παίρνη κατά δόσεις τά φάρμακα τού γιατρού τά πήρε όλα δια μιας.  Όλο το χρόνο, πού τού άφηνε διαθέσιμο ή διδασκαλία, τον εθυσίαζε με προθυμία αξία καλλίτερης τύχης, νά λύη και νά ξελύη τήν πληγή και νά τήν ύποβάλλη  σε λουτρά  δυνατών  διαλύσεων σουμπλιμέ και  φανικού Οξέως. Εννοείται πώς με τή μέθοδο αύτη ή πληγή ευρίσκονταν προς μεγάλη απορία τού καλού δασκάλου σε διαρκή ερεθισμό και ή θεραπεία της έχώλαινε περισσότερο κι άπ' το  πόδι  μου. Στο τέλος  επροτίμησα   ν' απαλλαγώ άπό κάθε είδος τών ιατρικών αυτών περιθάλψεων, εμπιστευόμενος εξ ολοκλήρου   στο   θεό   και το   κλίμα   τού Μοριχόβου. Πράγματι δε ή φύση  αποδείχθηκε όχι μόνο φιλανθρωπότερη άλλα και ικανότερη άπ'  όλους τους ερασιτέχνες   εκείνους   Άσκληπιάδες.   Κι   όταν   αργότερα έπεμβήκαν οι σουγιάδες και τά νύχια τών νέων συντρόφων   Γ.   Κονδύλη,   Νώντα και   Μαρκέλλου   και ύστερα άπό οδυνηρή έγχείρησι έβγαλαν άπ' τήν πληγή ένα μακρύ και πλατιασμένο κομμάτι σφαίρας, το σώμα τού εγκλήματος, ή επούλωση επήλθε γοργή κι αυτόματη.
Το σπίτι πού προβιβάσθηκε σε νοσοκομείο μας,
για τον λόγο ότι είχε μία κρύπτη, ήταν μιά τετράγωνη καλύβα όπως άλλως τε  όλα τά σπίτια τού Μοριχόβου, όπου άνθρωποι, κτήνη και πτηνά συζούσαν με αρμονία πού εγνώρισε μονάχα ό παράδεισος, προτού

 

— 162 —
διάπραξη τή γνωστή αμαρτία ή προμμάμη μας. Έδέχονταν το φως άπό μια πλατειά τρύπα ανοιγμένη στο μέσο της στέγης  άπ’ τήν οποία μας επισκέπτονται και ο βορριάς, ή βροχή, το χιόνι.  Ένας πλατύς λάκκος στο μέσο του σπιτιού, το τζάκι, εσχημάτιζε το κέντρο του. Το πολιορκούσαν μέρα νύχτα όλα τα μέλη της οικογενείας με στοργή που εξηγούσε γιατί οι αρχαίοι με τήν εστία συνεταύτιζαν και τήν ιδέα της οικογενείας και της πατρίδας. Κάποτε προσκαλούνταν να πάρη μέρος στην πανδαισία του φωτός και της θαλπωρής κουνώντας μ' ευγνωμοσύνη τήν ουρά του και ό σκύλος του σπιτιού, ενώ τα καημένα τα βώδια και ό γάιδαρος μας ερριχναν γεμάτα  πόνο βλέμματα όπου καθρεφτίζονταν ή φλόγα της πυράς και ή φλόγα της ζήλειας των για τή γινόμενη στο μικρό σύντροφο προτίμησι. Οι λάκκοι αυτοί , όπου καίει πάντα άσβεστη ή φωτιά οσο και το ιερό πυρ τών Εστιάδων είν' επιφορτισμένοι με τήν αποστολή όλων εκείνων τών σκευών και διαμερισμάτων πού είναι πράγματα άγνωστα γιά το Μορίχοβο. Πρώτα πρώτα εκτελεί χρέη μαγειρείου πού βρίσκεται συνήθως κρεμασμένο υπό τή μορφή προομηρικού τσουκαλιού άπό κάποιο σημείο του φεγγίτου μέ μιά άλυσσίδα περισσότερο μαύρη κι απ’ τήν άλυσσίδα της κολάσεως κι αποθεώνεται κάθε στιγμή σε σύννεφα καπνού.  Έπειτα είναι ή τράπεζα της οικογενείας, το ζυμωτήριο, το πλυσταριό της γιά τά μικρά πράγματα. Τή νύκτα ακόμα εξακολουθεί νά είναι το κέντρο. Όλόγυρά του κοιμούνται άκτινοειδώς  όλοι μέ τά πόδια στραμμένα προς αυτό αν και διατρέχουν τον κίνδυνο νά πάθουν
— 163 —
εγκαύματα αν τυχόν τά τεντώσουν   κάπως πέρα απ’ τά κανονισμένα.
Σ’ εμάς γιά λόγους φιλοξενίας είχε παραχωρηθεί ή θέση της τιμής, δηλ. μιά χονδρή και σκληρή ψάθα πού ένόμιζες τήν είχαν πλέξη μέ αγκάθια, ή οποία έδέχονταν το μεγαλύτερο μέρος της ακτινοβολίας της εστίας άλλα και τή μερίδα του λέοντος άπ' τον καπνό της. Επάνω στο πρόχειρο αυτό κρεββάτι ετρώγαμε, έπλύναμε τήν πληγή και έκοιμούμεθα, τυλιγμένοι σε χωριάτικες κάπες τραχείες σάν νά είχαν κατασκευασθή άπό γουρουνότριχες, έφ' όσον, εννοείται, επέτρεπαν τον ύπνο οι κραυγές τών συγκατοίκων μας σκύλων, πτηνών και νηπίων Στην αρχή ένομίσαμε πώς τά τρία αυτά στοιχεία είχαν συνομώση επίτηδες, γιά νά εφαρμόσουν επάνω μας τή θεραπευτική μέθοδο τών Κιρκασίων, γιά τους οποίους,  λέγεται, πώς χορεύουν και τραγουδούν αδιάκοπα ολόγυρα άπ' τον τραυματία γιά ν' αποδιώξουν μέ τον θόρυβο τον ύπνο και τήν γάγγραινα.
Έκτος άπό τις φωνές, τις κραυγές, τά κλάματα, τά γαυγίσματα, τά μουγκρίσματα, και τις απαραίτητες αναθυμιάσεις, ή ατμόσφαιρα του νοσοκομείου μας, ήταν γεμάτη και καπνό. Τά χονδρά κούτσουρα έκαιαν αδιάκοπα. Τή νύκτα γιά λόγους οικονομίας ή φλόγα της φωτιάς άνεπλήρωνε γενικά το πετρέλαιο.  Όταν ό βορριάς εισορμούσε άπό το φεγγίτη εσχημάτιζε δίνες και καταρράκτες κι όταν επικρατούσε νηνεμία, καταστάλαζε ό καπνός σέ παχειά γαλακτώδη στρώμματα. Οι άσπροι επίδεσμοι μας μέσα σέ λίγη ώρα άλλαζαν χρώμα   και πενθηφορούσαν και τά


— 164 —
μάτια μας έκλαιαν ατελείωτα την μαύρη μας μοίρα,   όπως έλεγε ο Μανώλης.
Και ώς να μην έφθαναν ολ' αυτά, δεν μας άφηναν ήσυχους κι οι Τούρκοι. Οι αρχές είχαν πληροφόρηση τον τραυματισμό μας και με λύσσα, πού δικαιολογούσε ή δίψα να εκδικηθούν το θάνατο του αξιωματικού και τήν καταισχύνη της Μπέσιστας ρίχθηκαν στή συστηματική έρευνα των χωριών. Αφήκαν το κύριο σώμα κι έστρεψαν όλη τήν προσοχή τους εναντίον μας, όπως οι κυνηγοί πού παραμελούν το κοπάδι, ψάχνοντας να βρουν το πληγωμένο πουλί. Είχαν πάρη επίσης αυστηρότατα μέτρα για νά εμποδίσουν τή μεταφορά μας στο Μοναστήρι. Κατωρθωσαν νά μάθουν, έστω και πάντοτε τελευταίοι, πώς οι πληγωμένοι αντάρτες του Μοριχόβου μεταφέρονταν συνήθως για νοσηλεία στην πόλι άπ' τους Τουρκαλβανούς χωρικούς του Παραλόβου, πού τους θεωρούσαν άφωσιωμένους υπηκόους του Σουλτάνου και πιστούς συνεργάτες των.
Στή Γροΰνιστα τα’ αποσπάσματα μας επισκέφθηκαν αρκετές φορές. Μέ το πρώτο σημείο του κινδύνου ημείς κατεβαίνανε στην κρύπτη μας. Ήταν ένα βαθύ θεοσκότεινο υπόγειο, πού ή στενή είσοδος του ήταν σκεπασμένη μέ μια μικρή πλάκα και παχύ στρώμμα κοπριάς κι άχυρων. Ατυχώς οι πολλές βροχές και κάποιο κρυφό ρήγμα είχαν γεμίση νερό τή χρονιά εκείνη το ύποχθόνιο καταφύγιο μας. Επομένως κάθε κάθοδος μας σ' αυτό ήταν κι ένα απαίσιο λουτρό. Πληγές κι επίδεσμοι έμούσκευαν.
Αυστηρότερες ήσαν   οι έρευνες στή Γραδέσνιτσα

165 —
και το Ψώβικ. Οι εκεί πληγωμένοι δύσκολα θά τή γλύτωναν χωρίς τήν αφοβία και τήν επινοητικότητα των χωρικών. Στή Γραδέσνιτσα ή νοικοκυρά του σπιτιού, όπου ένοσηλεύονταν ό Ξυλευσίνος και ένας άλλος βαρεία επίσης πληγωμένος, βρέθηκε νά ψένη μικρές κόκκινες πιπεργιές για νά κάμη πιπέρι και τίς δυο φορές πού το επεσκέφθησαν   οι στρατιώτες γιά νά το ερευνήσουν. Οι αναθυμιάσεις ήσαν τόσο δριμείες και πνιγηρές, ώστε όχι μόνον έπνιγαν κάθε οσμή φονικού οξέως και της γάζας αλλά και έκαμναν απροσπέλαστο το σπίτι σέ μεγάλη ακτίνα ολόγυρα του. Στο Ψώβικ πάλιν έσφαξαν ένα καλοθρεμμένο χοίρο και τον άπλωσαν γιά το καθάρισμα επάνω στο αμπάρι, όπου ήσαν κρυμμένοι οι δυο πληγωμένοι Οί καλοί μουσουλμάνοι έφτυσαν το ακάθαρτο ζώο μόλις το αντίκρουσαν και άπεμακρύνθησαν τροχάδην άπ' τήν ασεβή γειτονιά μου.
Ό σύντροφος μου στή νοσηλεία Μανώλης είχε πάρη μια σφαίρα στον ώμο. Έδώ και μερικούς μήνες οι Τούρκοι τον είχαν φιλοδωρήση μέ άλλες δυο πληγές. Γιά τή θεραπεία των ειχεν άποσταλή στο Μοναστήρι, όπου έμεινε ένα μήνα ξαπλωμένος στο νοσοκομείο της ελληνικής κοινότητος μεταμορφωμένος σέ σαρακατσάνο πού είχαν πληγώση οι κομιτατζήδες. Τις εντυπώσεις του απ’ το ταξίδι και τή καλοπέρασι του νοσοκομείου διηγούνταν πάντοτε μέ ύφος ανθρώπου, πού επεσκέφθηκε τις τέσσαρες τουλάχιστο άπ' τις πέντε ηπείρους. Τώρα δεν εννοούσε νά ύποβληθή στή θεραπεία τών κομπογιαννιτών και του δασκάλου της Γρούνιστας, παρ'   όλη

— 166 —
την ευγενή προθυμία του να του προσφέρη τις υπηρεσίες του, περιμένοντας να έλθη ό φίλος του δ Άμέτ αγάς απ’ το Παράλοβο να τον παραλαβή για το Μοναστήρι. Έν τω μεταξύ όμως ή πληγή του δεν περίμενε τον Άμέτ αγά και επουλώνονταν σιωπηλά με γοργότητα πού έβαλε σε πολλήν απορία τις επιστημονικές θεωρίες του ευγενούς ύπηρέτου των γραμμάτων και του Ασκληπιού.
Παρόμοια θαυμαστή ενέργεια πού ισοδυναμούσε με νεκρανάστασι, εξεδήλωσε ή φύσις και στον Ξυλευσίνο. Σ' όλο το δρόμο απ' τη Μπέσιστα στη Γραδένιστα, πού έκαμε στα νώτα ενός γαϊδάρου τήν ήμερα της συμπλοκής τον υποβάσταζαν δεξιά και αριστερά δυο αντάρτες γιά νά μη τυχόν πέση απ' το ζώο νεκρός.  Όταν φθάσαμε στή Γραδέσνιτσα φαίνονταν πώς λίγα πια λεπτά ζωής είχε στή διάθεσί του. Τήν ίδια βραδυά ο τάφος του ήταν έτοιμος νεοσκαμμένος. Χάριν παρηγοριάς μάλλον προς ένα συνάδελφο, πού πέθανε, έπλυναν πρόχειρα και τις τρεις πληγές του με ρακή, ελλείψει άλλου αντισηπτικού. Παρά τήν αντίσταση μερικών ανταρτών, πού ήθελαν νά περάση ήσυχος τις τελευταίες του στιγμές, οι χωρικοί έθυσίασαν ενα κριάρι και με το ζεστό δέρμα του τον έντυσαν.  Όλοι έπίστευαν πώς ή πρωτόγονη αυτή φορεσιά θά εχρησίμευε και γιά νεκρικό σάβανο στον άμοιρο Ξυλευσίνο.  Εν τούτοις ύστερα από διαμονή τριών εβδομάδων στο δέρμα έβγαινε ό ετοιμοθάνατος υγιέστατος και ίκανός νά κάμη πορεία πέντε ωρών επάνω στα χιόνια γιά νά συνάντηση τον καπετάνιο του.

                                 — 167 —
Γιά νά σκοτώσουμε εύκολώτερα τις μακρές ώρες της μονώσεώς μας στή Γρούνιστα επεχείρησα νά μάθω γράμματα τον Μανώλη. Τού εδίδασκα άνάγνωσι και αριθμητική. Αυτός σ' αντάλλαγμα μου άπάγγελνε αποσπάσματα τού Έρωτόκριτου απ' τά όποια είχε θησαυρίσει στή μνήμη του όσα και ένας Αθηναίος του χρυσού αιώνος απ’ τά έπη τού Όμηρου. Άλλα ο τετραπέρατος Μανώλης έδειχνε γιά τά γράμματα πολύ ολίγη επίδοσι και πολύ μεγάλη αμέλεια. Μιά φορά μονάχα ήλθε στο μάθημα μέ ζήλο. Είχε βγή απ' το σπίτι νά ιδή τι ειδήσεις υπήρχαν απ' τον καπετάνιο. Γιά καλό και γιά κακό είχαμε φορέσει και οι δυό μας χωριάτικα ρούχα. Μόλις γύρισε άρχισε νά συλλαβίζη μέ πολλή σοβαρότητα το βα βα. Κατόπιν του όμως ήλθε και ο πάρεδρος τού χωριού και θυμωμένος  είπε:
—Τζάνημ. Νεέν κάνει καλά, Ντέν κάνει καλά.
Ό   Μανώλης εξακολουθούσε νά  διαβάζη β α βα
γ ε γε.
—Ντέν κάνει καλά, επέμενε ο πάρεδρος. Κακό γιά
Μανώλης κακό γιά χωριό.
—Τί έκαμε πάλι πάρεδρε ο άτακτος μαθητής μου;
ερώτησα.
—Είπαμε το Μανώλη νά μή το γυρίζη σήμερα όξω.  Εχομε στο χωριό το εισπράχτορας και δυό χωροφύλακοι. Το εισπράχτορας καλός. Δεν λέει τίποτι. Φοβάει... Μά το χωροφύλακος ντέν ξέρομε τί άντρωπο είναι. Το Μανώλης, τρελλό Μανώλης, γύριζε στο πλατεία και σφύριζε. Γιά νά ιντή το κορίτσι τού μπάρμπα Στέφο.  Το χωροφύλακος   το είνταν  πού γύριζε


-168 —
και είχε το χέρι ντεμένο και το είπαν έλα συ εντώ. Πώς σε λένε; Από που  είσαι; Τί κάνεις εντώ ; Το   Μανώλης το έχασε και ήτελε να φύγη. Το εισπράκτορας έτρεξε και είπε το χωροφύλακος.  Αφήστε τον αυτόν. Τον ξέρω εγώ, είναι τρελλός,.....
— Έπρεπε να τους άφίσης, είπα, να τον πιάσουν.  Έτσι θά έβλεπε και το Μοναστήρι, πού τόσο λαχτάρα, θα τον έβλεπε και το Μοναστήρι... κρεμασμένο.
Ό Μανώλης ατάραχος, έσταμάτησε τή μελέτη του και ερώτησε.
—Τί διαφορά έχει, δάσκαλε, το ζήτα από το ξι ;