θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, November 03, 2012

ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΠΥΡΠΟΛΕΙΤΑΙ



Η Στρώμνιτσα ευρίσκεται στις υπώρειες της βορειοδυτικής προεκτάσεως του όρους Κερκίνη (Μπέλες) και αποτελεί τμήμα της Βόρειας Μακεδονίας.

Απο το βιβλίο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ
"ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ
1975


ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΠΥΡΠΟΛΕΙΤΑΙ

Ή Στρώμνιτσα ήταν ή βορειότερη εθνική μας ακρόπολις στη Μακεδονία.
Σλαβόφωνοι οι κάτοικοι είχαν ακμαιότατο το έθνικόν φρόνημα όπως και οι γειτονικοί Γευγελιώτες.  Έτσι εξηγείται και το αβυσσαλέο μίσος των Βουλγάρων εναντίον των «γραικομάνων» (Έλληνο-μανών) πού μιλούσαν την ίδια περίπου γλώσσα, μαζί τους ήταν αδυσώπητοι δμως εχθροί.
Τον 10ον, 13ον και ίσως και τον 14ον και 15ον αιώνα ήταν Ελληνόφωνη ή Στρώμνιτσα με τα περισσότερα χωριά της. Βρήκε πρώτος Γάλλος αρχαιολόγος στο μοναστήρι της Παναγίας Έλεοΰσης πού κτίσθηκε το 1080 πέντε χιλιόμετρα άπ' τή Στρώμνιτσα αφιερώματα με ονόματα Έλληνικώτερα και άπ' τα σημερινά της Πελοποννήσου (Σπανόπουλος, Ψειρής, Χαρισανίδης, Αργυρόπουλος κλπ.).
 Έτσι εξαφανίσθηκαν και οί Βαρδαριωτες, πού ήταν παρακάτω γύρω Γευγελή, Δοϊράνη και ΝτεμΙρ κάπου και οί Οΰζοι και άλλοι πού ήταν παραπάνω. Οι σλαβικές γλώσσες έχουν το προσόν να μεταδίδονται εύκολα κατ' αντίθεση με τή δική μας.  Έχουμε και το παράδειγμα τεσσάρων χωριών των Μογλενών περί τήν Γουμενίτσαν πού αντικατέστησαν μόλις το 1800 και 1810 στή μητρική τους Βλάχικη γλώσσα με τήν Βουλγαρομακεδονική.
Είχε και χαρακτηριστική προϊστορία ή Στρώμνιτσα. Ό πάππος του αληθινά ηρωικού οπλαρχηγού Παντελή Γραικού ή Παπαϊωάννου έπεσε στην έξοδο του Μεσολογγίου. Κορίτσι συνεργατών του Ρήγα Φεραίου πού στραγγαλίσθηκαν μαζί του στο Βελιγράδι βρέθηκε στή Στρώμνιτσα. Το πήραν ορφανό γιά νά τό προστατεύσουν Στρωμνιτσιώτες έμποροι στή Βιέννη. Διαμαρτυρήθηκαν οι Στρωμνιτσιώτες τό 1876 και απείλησαν νά δράξουν τά δπλα γιατί μιά Διάσκεψις στην Πόλη μελετούσε τήν δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρίας, πού έμπαινε βαθειά στή Μακεδονία, Διαμαρτυρήθηκαν επίσης κατά τής Συνθήκης τοΰ Αγίου Στεφάνου, πού κατασκεύαζε τή μεγάλη Βουλγαρία.
Διατηρούσαν πάντοτε λαμπρά Ελληνικά σχολεία. Άπ' τις δυο καινούργιες μητροπόλεις, πού πήρε τό δικαίωμα νά ίδρυση στή Μακεδονία άπό τον Σουλτάνο ή Βουλγαρία γιά τήν ουδετερότητα της στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, την μίαν εγκατέστησε στη Στρώμνιτσα. Ό Βούλγαρος μητροπολίτης θέλησε να άνεγείρη Βουλγαρική εκκλησία και αγόρασε ενα κεντρικό οικόπεδο. Ή δημογεροντία όμως αγόρασε ευθύς όλα τα γύρω οικόπεδα και σπίτια και αχρήστευσε με τον ασφυκτικό κλοιό το οικόπεδο.
Σύμφωνα με τή στατιστική του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας, πού δημοσιεύθηκε Γαλλικά στο Παρίσι το 1905 με το ψευδώνυμο Μπραγκωφ, ή Στρώμνιτσα είχε 1.800 Βουλγάρους και 4.400 «Έλληνίζοντες». Και δεν ήταν βέβαια το στόμα τής αλήθειας ή Βουλγαρική στατιστική.
«Εβδομάδα των Παθών» πέρασε ή Στρώμνιτσα με τον κομιτατζηδισμό. Σκότωναν οί κομιτατζήδες και απαγόρευαν στους χωρικούς να ψωνίζουν από Ελληνικά καταστήματα. Ό Τσερνοπέεφ, πρώην υπαξιωματικός του Βουλγαρικού στρατού, σκότωνε και λήστευε. Επίσημοι Βούλγαροι τον ώνόμασαν λήσταρχο. Έβγαζε και επιταγές και άλλοίμονο σε κείνους πού δεν θά τις εξαργύρωναν αμέσως. Ζήτησε και από την κοινότητα 4.000 λίρες χρυσές! Δεν υπήρχαν τότε χάρτινες.
Γενικά τόσο το παράκαναν οί κομιτατζήδες ώστε Βουλγαροχώρια κοντά στά παληά Βουλγαρικά σύνορα πήραν όπλα από τους Τούρκους γιά νά αμυνθούν εναντίον των τυραννομάχων!
 Έστησαν πολλοί και ενέδρα στον μητροπολίτη Ωρολογά πού ,  γύριζε από κάποιο χωριό στή Στρώμνιτσα. Ευτυχώς στάθηκαν γενναίοι οί λίγοι στρατιώτες, πού τον συνόδευαν.  Έτρεξαν εις βοήθειαν και χωρικοί άπ' το Ζάμποβο. Τήν γλύτωσε δ μητροπολίτης τραυματισμένος, πληγώθηκαν ένας αρχιμανδρίτης και ένας παπάς και σκοτώθηκαν δύο χωρικοί.
Ήταν από πάνω και οί Ρώσσοι αξιωματικοί τών «Μεταρρυθμίσεων», πού είχαν τήν περιοχή στή δικαιοδοσία τους και ήταν συχνά Βουλγαρικώτεροι τών Βουλγάρων. Οί Στρωμνιτσιίοτες έστειλαν τηλεγραφική διαμαρτυρία με πολλές υπογραφές στον Χιλμή πασά, τό Πατριαρχείο, τήν Τουρκική κυβέρνηση και άλλους. Ό Χιλμή πασάς θέλησε νά εξακρίβωση αν ήταν γνήσιες οί υπογραφές. Και παρουσιάσθηκαν οί ίδιοι μπροστά του στή Θεσσαλονίκη!...
 Άρχισε ή οργάνωση και αντίδραση. Διορίσθηκε διευθυντής τών  σχολείων  ό  τότε  υπολοχαγός και αργότερα   αντιστράτηγος Βλάσης Τσιρογιάννης με τό ψευδώνυμο Βλάσης Ντίλης. "Αγνωστο πού βρέθηκε τό σχετικό «νοφούζι» (είδος ταυτότητας) Κοντούλης με τό φεσάκι, τό μπαστουνάκι και τήν φρονιμάδα του δεν προκάλεσε καθόλου τις υποψίες της αστυνομίας και έκαμε πολύ καλά τή δουλειά του.
Επειδή είχαν γίνει κάμποσοι φόνοι άπό όργανα τού Κομιτάτου και μέσα στην πόλη γύριζαν τά βράδυα στους δρόμους ανά δύο νέοι ώπλισμένοι με περίστροφα πού αγόραζαν άπό Τούρκους... γιά νά προστατεύσουν τους ιδικούς μας άπό δολοφονική επίθεση. Ή ομάδα όμως τού Αγγειοπλάστη και τού Νικολάου Παπακωνσταντίνου δέχθηκε ξαφνική επίθεση τον Όκτώβρη 1904. Ό τελευταίος αν και γιγαντόσωμος έπεσε ευθύς νεκρός με σφαίρες στο κεφάλι άπό τον υπηρέτη και μαθητευόμενο, πού τον είχε σαν παιδί του. Ρίχθηκε του Αγγειοπλάστη παληός φίλος, πού είχε προσχωρήσει στο Κομιτάτο, παρίστανε όμως τώρα τον μετανοημένο!... Εκείνος πρόλαβε και τον χτύπησε με τό μπαστούνι. Τήν γλύτωσε και άλλες φορές με τό θαυματουργό μπαστούνι του.
Γύριζαν επίσης τά βράδυ σάν αστυνομικές περιπολίες και παιδιά 14 χρονών.  Ήταν άοπλα. Ή παρουσία τους όμως θά ήταν πολύ ενοχλητική γιά τον υποψήφιο δολοφόνο.
Όργανώθηκαν και ένοπλες πολιτοφυλακές στά δικά μας χωριά γιά νά φυλάγουν τή νύχτα απ  τους κομιτατζήδες.  Έπρεπε δμως νά φυλάγονταν και άπό τους... Τούρκους... Ή «θεόσωστη Αυτοκρατορία» δεν μπορούσε νά προστατεύση τους φιλήσυχους υπηκόους της αλλά και δεν τους άφινε νά αύτοπροστατευθούν!...
Ήταν πιά απαραίτητη ή παρουσία ενός τουλάχιστον ανταρτικού σώματος. Μά ήταν ή Στρώμνιτσα μακρυνή και απομονωμένη. Και όσα σώματα ξεκίνησαν γιά τό Μπέλες με ξένους αρχηγούς (τον καπετάν Γεώργη άπ' τό Φλάμπουρο της Φλώρινας και τον ύπολοχαγόν Άμβράσογλου) ατύχησαν. Τά βλέμματα δλων στράφησαν προς τον Παντελή Γραικό ή Παπαϊωάννου. Ήταν υιός παπά άπ' τό Κολέσινο. Σκότωσε ενα Τούρκο, πού ήθελε νά τον άτιμάση και αναγκάσθηκε νά πάρη τά βουνά με τους κομιτατζήδες. Διακρίθηκε. Όλοι θαύμαζαν τήν παλληκαριά του και τήν τιμιότητα. Σάν είδε όμως τά καμώματα τους, έκαμε τον άρρωστο, αποσύρθηκε στή Βουλγαρία και με τή βοήθεια τού Προξένου της Βάρνας κατέβηκε μ' ένα Ελληνικό βαπόρι στον Πειραιά. Τον γνώρισα τότε. Δεν ήξερε πολλά Ελληνικά. Ήταν ενα ωραίο παλληκάρι σεμνό και λιγόλογο.  Έφυγε γρήγορα για τόν Βάλτο των Γιαννιτσών, οπού έτάχθηκε υπαρχηγός του Γκόνου. Δεν εννοούσε να πάη στην περιφέρεια του αν δεν του έδιναν όπλα Μάνλιχερ.
Ήταν ακατανόητο να κρατούν Βούλγαροι και Τούρκοι όπλα επαναληπτικά και οι  Έλληνες παληοτούφεκα Γκρα! Συνεργάσθηκαν στο τέλος στη Θεσσαλονίκη έμποροι, υπάλληλοι τους «κομισιονάρηδες» Ζήσης Βέρος και Κονταξής και οι σιδηροδρομικοί και φόρτωσαν στο τραίνο μαζί με άλλα σιδηρικά και δυο κάσες πού είχαν δέκα κοντά Μάνλιχερ. Στο σταθμό του Βαλαντόβου, το επίνειο της Στρώμνιτσας, τις παράλαβε ο Παπαδιονυσίου και τις παράδωσε σ' ενα Βούλγαρο αγωγιάτη, πού είχε χρόνια στην υπηρεσία του με τήν εντολή νά τις ξεφορτώση σ' ώρισμένο σπίτι. Διαπιστώθηκε όμως εκεί οτι οι κάσες είχαν παραβιασθή και φοβήθηκαν ότι ο αγωγιάτης, πού δεν δέχθηκε μάλιστα νά πιή τόν καφέ, πού τόν είχαν ψήσει, θά ειδοποιούσε άλλους Βουλγάρους, πού θα στελναν αμέσως τή Τουρκική Αστυνομία. Άναστάτωσις! Έκλήθηκε γρήγορα και δ κύριος Βλάσης για νά βρουν τρόπο και μεταφερθούν οί δυο κάσες σε άλλο μακρυνό σπίτι χωρίς καθυστέρηση αλλά και χωρίς πρόκληση της προσοχής της αστυνομίας. Εμφανίσθηκε δμως τότε ή γρηά Καραμανώλαινα, φόρτωσε στο άλογο της τά όπλα τυλιγμένα σε βελέντζες και παπλώματα, το καβαλίκεψε και πέρασε καμαρωτή άπ' τή πλατεία γιά το κτήμα τους στο Ζάμποβο.
Ό Παντελής έτρεξε τώρα στή γενέτειρα του. Έσχημάτισε γρήγορα σώμα άπό 10 παιδιά του τόπου. Έλέκτρισε και συγκλόνισε. Δυο κομιτατζήδες παλιοί φίλοι του ετάχθηκαν στο πλευρό του. Ετοιμάζονταν νά τους ακολουθήσουν και άλλοι. Οί άνθροοποι του Κομιτάτου είδαν ότι τράνταξε το έδαφος κάτω άπ' τά πόδια τους και του 'στειλαν ένα ολάκερο Τουρκικό τάγμα πού τόν κύκλωσε στο Κολέσινο. Στις φωνές των Τούρκων και χωρικών νά παραδοθή γιατί δεν είχε νέο έγκλημα εις βάρος του απάντησε με τουφεκιές. Και όταν εξαντλήθηκαν τά φυσίγγια τους έκαμε ηρωική και απέλπιδα έξοδο.  Έπεσαν όλοι και μόνο ένας λαβωμένος γλύτωσε.  Ήταν 25 Αυγούστου 1907.
Τόν διαδέχθηκε δ εξάδελφος του Λάμπρος Μπουφίδης με το ψευδώνυμο Φορτούνας, επίσης άξιος. Τόν ενίσχυσαν και νεαροί Στρωμνιτσιώτες. Το Μπέλες έγινε δικό μας. Ανέβαιναν και οι οπλαρχηγοί Καραϊσκάκης άπ' τήν Μπογκντάντσα της Γευγελής, πού γιάτρεψε το τραύμα του μέσα στή Στρώμνιτσα και ό Στέργιος Βλάχμπεης άπ' τήν Ηράκλεια των Σερρών, πού είχε ορμητήριο τά Πορόϊα.
Τον Σεπτέμβρη 1907 ήρθε μαζί μας και αγωνίσθηκε στο  πλευρό μας και ό λαμπρός βοεβόδας Ντίνος Σμόλαρλης (άπό το χωριό Σμόλαρ). Τόν δολοφόνησαν οί Βούλγαροι τό 1911 με πρωτεργάτη τόν... αδελφό του...
Τά βουλγαροχώρια τού πέρα κάμπου έκαψαν τόν χειμώνα 1907-1908 τους φράκτες και τά οπωροφόρα δέντρα γιατί δεν μπορούσαν νά πάν στο Μπέλες και νά κόψουν καυσόξυλα στο απέραντο δάσος του.
Τό 1912 οί Βούλγαροι μπήκαν στή Στρώμνιτσα.  Υπήρχε κάποιο διάστημα και ένα Σερβικό τάγμα πού βοηθούσε κάπως τους ιδικούς μας. Πολλοί νέοι το 'σκασαν κρυφά και κατατάχθηκαν στρατιώτες, αντάρτες και οδηγοί. Και στις 24 Ιουνίου 1903 φάνηκε Ελληνικό ιππικό και έπειτα ολάκερη μεραρχία πού αιχμαλώτισε ενα Βουλγαρικό τάγμα και 22 κανόνια. Πανζουρλισμός στή Στρώμνιτσα. Χτυπούσαν οί καμπάνες  όλων των εκκλησιών και αντηχούσαν τά «Χριστός Ανέστη».  Ύστερα όμως άπό ενα μήνα κεραυνός. Με τήν συνθήκη τού Βουκουρεστίου ή Στρώμνιτσα ξαναγινόταν Βουλγαρική !
Συγκεντρώθηκαν οί κάτοικοι στον περίβολο τής Μητρόπολης και αποφάσισαν ομόφωνα νά φύγουν και νά κάψουν τά σπίτια τους.
Πρώτοι έφυγαν όσοι είχαν ιδικά τους μεταφορικά μέσα. Ό στρατός έδωσε στους άλλους κάρρα, υποζύγια και τά λίγα αυτοκίνητα, πού είχε. Μια συνοδεία 60 χιλιομέτρων άπό τροχοφόρα και άλογομούλαρα και ολάκερο λαό σέρνονταν αργά και τελετουργικά προς νότον. Ακολουθούσαν με τις βοδάμαξες και τά περισσότερα ιδικά μας χωριά. 

Οί Στρωμνιτσιώτες έβλεπαν άπ' τά υψώματα τους καπνούς πού ανέβαιναν πάνω άπ' τήν γενέτειρα τους. Και έγιναν πρόσφυγες εθελοντές στή φτωχή Ελλάδα! Εκτέλεσαν τόν μεγαλύτερο Γραικομάνικο άθλο πού έκαμε τους Βουλγάρους νά τρίβουν άπό κατάπληξη και λύσσα τα μάτια τους.
Έχει σημειωθή και το έξης χαρακτηριστικό και καθαρά Μακεδόνικο γεγονός. Ένας Στρωμνιτσιώτης, ο Πάντος, προτίμησε νά μείνη στον τόπο του μαζύ με τον μικρό τότε υιό του Νικόλα. Ή γυναίκα του με τις δυο θυγατέρες πήρε τον δρόμο της φυγής και προσφυγιάς.  Όταν ή Στρώμνιτσα έγινε Σερβική με τον πρώτο Ευρωπαϊκό πόλεμο δ Πάντος έφυγε με τον υιό του στή Σόφια όπου και πέθανε. Ό Νικόλας πού μεγάλωσε πια άνοιξε ένα μικρό μαγαζάκι και παντρεύθηκε. Μητέρα και αδελφές τις είχε ξεχάσει και ούτε καν ήξευρε αν ζουν και υπάρχουν. Το καλοκαίρι όμως του 1928 τον καλούν ξάφνου στα κεντρικά γραφεία του Κομιτάτου. Ό μεγάλος αρχηγός στρατηγός Πρώτογέρωφ του ανακοίνωσε ότι το Κομιτατο του αναθέτει μιά μεγάλη και πολύ τιμητική αποστολή και έπρεπε νά φανή άξιος. Ή τιμητική αποστολή ήταν νά πάη μαζί μ' ενα ανθυπασπιστή Νάνωφ άπ' το Κιλκίς και νά βάλουν ωρολογιακές βόμπες στην  Έκθεση και το Γιουγκοσλαβικό Προξενείο! Ταξείδεψαν ανενόχλητοι με χαρτιά της Επιτροπής τής Έλληνο - Βουλγαρικής Μεταναστεύσεως αν και ή Σερβική Στρώμνιτσα δεν είχε καμμιά σχέσι μαζί της.
Στο ξενοδοχείο των Παρισίων, όπου έγκατεστάθηκαν, του είπε ο Νάνωφ τήν τρίτη μέρα νά πάη νά επισκεφθή μάνα και αδελφές. Αρνήθηκε. Δεν είχε μάνα και αδελφές. Του ξαναειπε όμως ότι ήταν υψηλή διαταγή. Το Κομιτατο φοβήθηκε, φαίνεται, μήπως έμπαινε σέ υποψίες ή Ελληνική αστυνομία αν δεν έβλεπε τή μάνα...
Πήγε μέ κρύα και σφιγμένη τήν καρδιά. Μάνα όμως και αδελφές τον δέχθηκαν μέ τά θερμότερα φιλιά και αγκαλιές. Είδε ότι και ή οικονομική της κατάσταση ήταν καλλίτερη άπ' τήν ιδική του.  Όταν τις άκουσε νά λέγουν ότι θά πήγαιναν τήν άλλη βραδυά στην  Έκθεση τους είπε νά μήν πάν. Και αναγκάσθηκε νά τους αποκαλύψει τήν αποστολή του! Ή μάνα τον πήγε αμέσως στον Διοικητή του Γ' Σώματος Βλάσιο Τσιρογιάννη, πού τόν ήξευρε άπ' τή Στρώμνιτσα. Ό Νάνωφ και ο χωρικός Κουνέλης άπ' τά μέρη του Σιδηροκάστρου πού κουβάλησε μέ μιαν κούρσα τά εκρηκτικά μηχανήματα μέσα σέ καλάθια μέ ψωμιά, τυριά, αυγά, σταφύλια, καταδικάσθηκαν άπ' τους ενόρκους και τουφεκίσθηκαν.
Ό Νικόλας πουλούσε στην αρχή στή Θεσσαλονίκη φρούτα σέ καρροτσάκι.


Σημ.:  Ιδε Μακεδόνικες Ιστορίες. Πάντωφ ό δυναμιτιστής.