θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, November 25, 2012

ΕΓΥΡΙΣΕ ΣΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ!

Απο το βιβλίο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ
"ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"
ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ
1975



ΕΓΥΡΙΣΕ  ΣΤΗΝ  ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ!

Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που βρίσκονταν στο Ιταλικό στρατόπεδο ήταν και ο στρατιώτης Αθανάσιος Κυρλόσης, άπό το χωριό Χερσό του νομού Κιλκίς.
 Όταν άρχισε ή άπόλυσις των αιχμαλώτων, πού είχαν χαρακτηρισθή Βούλγαροι, τον ρώτησε ο αρμόδιος Ιταλός ταγματάρχης:
— Μα δεν είσαι και σύ Βούλγαρος όπως οί άλλοι;
—  Όχι είμαι  Έλληνας, απάντησε με τα σπασμένα Ιταλικά του.
—  Και που βρέθηκες  Έλληνας βρε ζωντόβολο, αφού ή μητέρα σου μονάχα Βουλγαρικά σε έμαθε, του είπε στά σλαβομακεδονικά, ένας με πολιτικά πού συνώδευε τον Ιταλό ταγματάρχη, απεσταλμένος άπ' τήν Βουλγαρική κυβέρνηση.
— Είμαι Έλληνας Μακεδόνας. Δεν θά με μάθης εσύ τί είμαι, του αποκρίθηκε στην ίδια διάλεκτο.
—  Δύο άπ' τήν περιφέρεια του Κιλκίς έκαμαν τή δήλωσι και φεύγουν.
—  Αύτοι είναι λιποτάκτες. Φοβήθηκαν το χιόνι και το κρύο.  Εγώ αιχμαλωτίσθηκα βαρειά πληγωμένος.  Ας είναι καλά οί Ίταλοί γιατροί πού με γιάτρεψαν.
—  Βρε ανόητε, στρατιώτες πού δεν ξεύρουν λέξη Βουλγαρικά και είναι άπό τήν Παληά Ελλάδα, δηλώνουν πρόθυμα πώς είναι Βούλγαροι γιά νά φύγουν.
— 'Εγώ δεν είμαι σάν αυτούς.
— Μείνε τότε έδώ νά καλοπέρασης.
Ό ταγματάρχης περιορίσθηκε νά ειπή ενα «μπένε» (καλά) και στον Βούλγαρο:
—  Θά μας εχη πολεμήσει και αυτός με λύσσα. Φαίνεται γερό παλληκάρι.
Ένας πράκτορας της Βουλγαρικής Λέσχης Θεσσαλονίκης πού γύριζε τά χωριά γιά προπαγάνδα και έμαθε δτι ό Κυρλόσης δεν ερχόταν άπ' τήν αιχμαλωσία, είπε στους σπιτικούς του:
—   Έννοια σας θά σας ερθη ο Θανάσης.
Πράγματι ή Βουλγαρική Λέσχη έκαμε ενέργειες και ή Βουλγαρική κυβέρνηση έζήτησε τήν απελευθέρωση του. Τον χαρακτήρισε Βούλγαρο.

Ό Κυρλόσης έφτασε με το τραίνο μέσον της Ίταλο - Γερμανο-Βουλγαροκρατουμένης Γιουγκοσλαβίας στα Σκόπια. Οί Βούλγαροι αστυνομικοί του σταθμού, πού τον είδαν με την Έλληνο - Ιταλική στρατιωτική σχολή, τον υποδέχθηκαν με πολλήν προθυμίαν, ευγένεια, χαρά. Τον ώδήγησαν σ' ενα μεγάλο κτίριο προωρισμένο για πρόσφυγες, εκδρομείς, μαθητές από τήν Γερμανοκρατουμένη Ελληνική Μακεδονία, καθώς και για "Ελληνες αιχμαλώτους στρατιώτες.
Ήταν εκεί μια ομάδα από παιδιά και κορίτσια πού τους είχε στείλει ή Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης για να ίδούν Βουλγαρικό έδαφος και ν' απολαύσουν Βουλγαρικόν αέρα. Τον υποδέχθηκαν με χαρούμενες κραυγές: «Καλώς το παλικάρι. Καλώς τον πατριώτη μας».
Ό Κυρλόσης σούφρωσε τα μούτρα.
—  Έλα κάθησε μαζί μας. Περνούμε καλά  πολύ καλά εδώ. Θα το ιδής, τού είπαν.
—  Έγώ βιάζομαι να πάω στην Ελλάδα.
— Ποιάν Ελλάδα μωρέ; Δεν ξεύρεις ότι ψόφησε και τήν έθαψαν επτά μέτρα βάθος με επτά παπάδες;
—  Νά πάω στο χωριό μου, στο σπίτι μου, στους δικούς μου.
—  Δε θά χαθούν αν μείνης μερικές ήμερες εδώ.
—   Όχι θέλω νά φύγω. Νά μου δώσουν τήν άδεια νά περάσω τά σύνορα και εάν είναι δυνατό και ένα εισιτήριο γιά το τραίνο. Είμαι απένταρος. Ειδεμή θά πάω με τά πόδια. Δεν είναι πολύ μακριά τά σύνορα.
— Τόσο λοιπόν βιάζεσαι νά πάς στην ψόφια Ελλάδα τήν Ψωροκώσταινα δπως τήν λέγουν και οί ίδιοι οί Γραικοί; Τί Βούλγαρος είσαι;
— Δεν είμαι Βούλγαρος.
— Δεν είσαι Βούλγαρος;! Τί λες μωρέ; Και πώς θά σε άφηναν οί Ιταλοί αν δεν ήσουνα Βούλγαρος και σύμμαχος τους;!
—  Έγώ και στην Ιταλία έδήλωσα ότι είμαι  Έλληνας.
— Μωρέ ξύλο θέλει τούτος ό ψευτο - Έλληνας άπ' το Χέρσοβο (το παληό όνομα τού Χέρσου).
Τά κορίτσια όμως ήθελαν ειρήνη, Και ένοιωθαν συμπάθεια γιά το ωραίο παλληκάρι πού φαινόταν και λαμπρός πολεμιστής. Ό Θανάσης κρατούσε και ενα χοντρό ταξιδιωτικό ραβδί...
 Ειδοποιήθηκε ό διευθυντής τού ιδρύματος, πού ήταν άπ' τήν παλαιά Βουλγαρία υπάλληλος τού Υπουργείου Προνοίας. Είπε στή Βουλγαρική, πού τήν είχε κάπως απλοποιήσει γιά νά μοιάζη περισσότερο με τά σλαβομακεδονικά:
—  Τί μου λέγουν; Βιάζεσαι νά φύγης; Κάθησε, παιδί μου, μερικές ημέρες νά φας, νά πιής, νά χόρτασης, ν' άναλάβης απ’ τά βάσανα, πού περάσατε στον πόλεμο και τήν αιχμαλωσία.
— Ευχαριστώ. Μα βιάζομαι νά γυρίσω σπίτι μου στην Ελλάδα.
—  Και λες δεν είσαι Βούλγαρος;
—   Όχι. Δεν είμαι Βούλγαρος. Το είπα και στην Ιταλία.
— Τότε πώς απολύθηκες;
—  Δέν ξέρω. Μέ κάλεσαν μιά μέρα οί Ιταλοί και μού είπαν είμαι ελεύθερος νά φύγω. Μού έδωσαν ψωμί, τυρί, μιά μικρή κονσέρβα και λίγα χρήματα, πού τά ξόδεψα στο ταξείδι.
—  Καλά θά ιδούμε τί θά• γίνη. Μείνε εδώ εως ότου αποφασίσουν οί τρανοί. Το ίδρυμα είναι γιά Βουλγάρους άπ' τήν Μακεδονία. Μά σε δεχόμεθα και σένα.  Ήσουν στρατιώτης και πολέμησες και φαίνεσαι καλό παιδί.
Ό διευθυντής είπε σ' ένα βοηθό του, επίσης άπ' τήν παληά Βουλγαρία:
—  Νά ενα λαμπρό παλληκάρι. Αληθινός άντρας. Κρίμα πού δέν είναι δικός μας.
— Δέν είναι σάν τους άλλους, πού μας κάνουν τώρα τον Βούλγαρο γιά νά παίρνουν τρόφιμα, χρήματα και νά καλοπερνούν.
—  Τους ξέρω τί κουμάσια είναι. Μά τί νά κάμω;! Είναι κυβερνητική διαταγή. Θέλει νά τους καλοπιάση ή κυβέρνηση.
Οί τρανοί των Σκοπίων έστειλαν συνοδεία τόν Κυρλόση στή Σόφια μέ τήν ελπίδα δτι στο μεταξύ θά συνέλθη. Μά εκείνος αγύριστο κεφάλι έλεγε παντού και πάντοτε «είμαι Έλληνας».
Τόν πήγαν και σ' ενα μεγάλο και πλούσιο γραφείο  θά ήταν τού Κομιτάτου. Δυο καλοντυμένοι κύριοι ηλικιωμένοι πού φαίνονταν παληοί στρατιωτικοί έστεκαν εκεί. Τού είπε ο γεροντότερος:
— Είμαστε Μακεδόνες. Μακεδόνικο και τό γραφείο. Δέν είσαι και σύ Μακεδόνας;
— Είμαι Μακεδόνας.

— Τότε πώς λες πώς είσαι "Ελληνας;
— Είμαι  Έλληνας Μακεδόνας.
—  Βουλγαρικά δεν σου πρωτομίλησε ή μητέρα σου;
—  Έτσι μιλούσαμε. Μά ή οικογένεια μας ήταν πάππο προς πάππο  Έλληνες.
—  Κολοκυθιά. Κολοκύθι είναι και το κεφάλι σου. Πρέπει μωρέ να είσαι υπερήφανος, πού είσαι Βούλγαρος.
Ό Κυρλόσης σιωπούσε.
—  Α. Τί λες; τού ξαναείπε.
—  Σας είπα. Είμαι  Έλληνας.
— Μά τί πείσμα είναι αυτό το δικό σου; Καθαρά Βουλγαρικό. Δέν καταλαβαίνεις ότι θά άναγκασθή ή Βουλγαρική κυβέρνηση να σε ξαναστείλη στην Ιταλία στο στρατόπεδο;
—   Ας μέ στείλη.
—  Μά τόσο κουτός και βλάκας είσαι;! Πες τώρα πώς είσαι Βούλγαρος και όταν γυρίσης στο χωριό σου γίνου  Έλληνας και γύφτος αν θέλης.
— Δέν μπορώ νά πώ και στά ψέμματα οτι είμαι Βούλγαρος. Ή Βουλγαρική κυβέρνηση τον ξανάστειλε στο Ιταλικό  στρατόπεδο αιχμαλώτων!...
Ό Θανάσης Κυρλόσης απολύθηκε οταν αφέθηκαν ελεύθεροι δλοι οί  Έλληνες αιχμάλωτοι μέ τήν Ιταλική συνθηκολόγηση.