θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, November 18, 2012

ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Απο το βιβλίο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ
 
"ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ
1975
 

ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
Ό άρχιβοεβόδας Τζόλε (Τζόλε Γκέργιεφ) έβγαλε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα Ελληνικά βιβλία και να καούν στο μεσοχώρι. Οι διαταγές του ήταν νόμος για τό άμοιρο χωριό του την Βεΰη (Μπάνιτσα) της Φλώρινας. Μεγάλος στο σωματικό όγκο και μεγαλύτερος στή θηριωδία σκότωνε με τή μεγαλύτερη ευκολία και χωριανούς του. Ήταν και ο ίδιος άπ' τήν Βεΰη. Σκόρπισε αίματα και στάχτη και σε πολλά άλλα χωριά. Κατακρεούργησε μιά μέρα και 6 χωρικούς άπ' τις Κάτω Κλεινές, πού είχαν πάει στο δάσος να κόψουν καυσόξυλα. Έφτασε στο σημείο να βάλη έμπιστα όργανα του να δολοφονήσουν και ακόμα να προδώσουν στους Τούρκους άλλους μικρότερους βοεβοδάδες πού δεν χώνευε (τον Νάτση Κάτιν, τον Λέοντε πού ξέφυγε και άλλους).
Έτρεξαν τά οργανά του στις εκκλησίες και εμασαν όλα τά παληά βιβλία. Μερικά ήταν του τυπογραφείου της Μοσχόπολης, πολύτιμα και δυσεύρετα. Ερεύνησαν και σπίτια «γραικομάνων». Εμφανίσθηκε όμως στή Βεύη στρατιωτικόν απόσπασμα και ή ευσεβής και χριστιανική πυρά αναβλήθηκε γιά τήν άλλη μέρα...
Ή απόφαση όμως του μεγάλου βοεβόδα ήταν ευρύτερη και ριζοσπαστικώτερη. Ήθελε νά κατεδάφιση τή μεσαιωνική εκκλησία της Αγίας  Άννας και νά άναγείρη στή θέση της Βουλγαρικό σχολείο!
Έκάλεσε κτίστες άπ' τήν Κέλη. Ήρθαν πρωί οι άνθρωποι μά σάν έμαθαν τή δουλειά πού θά έκαμναν, στάθηκαν διστακτικοί και στενοχωρημένοι.
— Τί στέκεσθε μωρέ έτσι σάν χαζοί; Εμπρός πιάστε δουλειά, τους είπε επιτακτικά ο Τζόλε.
— Μά νά γκρεμίσουμε εκκλησία;! Δεν είναι μεγάλη αμαρτία; !
—  Ή αμαρτία είναι δική μου. Σεις είστε μαστόροι. Τή δουλειά σας θά κάμετε. Και θά πληρωθήτε.
—  Μά πώς νά τό πούμε; Είναι αμαρτία. Σκέψου το καλλίτερα, καπίντανε. Και τί θά πή ο κόσμος όταν μάθη δτι Χριστιανός εσύ, πού παλεύεις γιά τό σταυρό και τή λευθεριά, γκρεμίζεις εκκλησίες;!
— Σεις βρε ζωντόβολα θά με μάθετε τί πρέπει νά κάμνω και τί νά μην κάμνω;!  Άιντε.  Ανασκουμπωθήτε και δουλέψετε.
Ανέβηκαν μερικοί στη στέγη της εκκλησίας και άρχισαν νά βγάζουν με πολλή προσοχή τά κεραμίδια. Μά κατέβηκαν ευθύς κάτω.
—  Γιατί μωρέ σταματήσατε; τους είπε ο Τζόλε.
— Πάθαμε ζαλάδα. Και θά πέφταμε κάτω.
— Τί παραμυθία είναι αυτά πού λέτε;
— Είναι ή αλήθεια. Δέν μπορούμε νά χαλάσουμε εκκλησία. Δώσε μας οποιαδήποτε άλλη δουλειά.
—  Ξέρω τί θέλετε σεις. Νά σας πάρω μ' ένα χοντρό ξύλο ή και μ’ ένα μαχαίρι.
—  Κάνε μας δ,τι θέλεις. Μά δέν μπορούμε νά χαλάσουμε εκκλησία.
— Θά τήν γκρεμίσω εγώ μέ τους άντρες μου. Γκρεμοτσακισθήτε σεις παληόσκυλα. Σίχτιρ... Στο διάβολο νά πάτε.
Και πραγματικά ανέβηκε στή στέγη και πετούσε γραμμή κάτω κεραμίδια» που έσπαναν. Τον βοηθούσαν πρόθυμα κομιτατζήδες και άλλα όργανα του.
Οι χωρικοί, άντρες και γυναίκες, έριχναν μιά ματιά στην  Άγια Άννα και έφευγαν βιαστικοί μέ σταυροκοπήματα για νά μή τους βαραίνη και αυτούς ή μεγάλη αμαρτία.
Ήταν Ιούνιος τού 1907. Παρουσιάσθηκαν τότε ό γέρο Τρύφων Δημητρίου Χολέρης πολλά χρόνια μουχτάρης μέ χάνια στο Μοναστήρι, τήν Φλώρινα, τήν Μελίτη, το σεβαστότερο πρόσωπο τού χωριού και ό γαμπρός του άπό θυγατέρα Γιάννης Ρούση Κωτσόπουλος. Σάν τον είδαν ανεβασμένο στή στέγη της εκκλησίας είπε ό Κωτσόπουλος:
—  Πώς δέν τόν γκρεμίζει κάτω ή Αγία Άννα νά άνασάνη 6 κόσμος και νά ξεβρωμίση ο τόπος;
—  Οί άγιοι και ό Θεός δέν βιάζονται, τού απάντησε ό πενθερός.
Προχώρησε έπειτα και είπε τού Τζόλε:
— Καλημέρα καπίντανε. Πώς είσαι; Είσαι καλά;
—Πολύ καλά είμαι, αν ενδιαφέρεστε αληθινά για τήν υγεία μου σεις γραικομάνοι.
—  Πώς δέν ενδιαφερόμαστε; Σέ καμαρώνουμε. Μά...
-Τίμα;
— Μά, παιδί μου, τ' είναι αυτά πού κάνεις; Νά γκρεμίζης εκκλησία ;! Πού ακούσθηκε;! Θεός φυλάξοι. Λέμε νά γκρεμίζουμε τά τζαμιά...
—  Ή γρηά μάνα μου, είπε ό Κωτσόπουλος, άναψε άπό το πρωΐ τήν κανδύλα και μιά λαμπαδίτσα, γιατί, είπε, θά μας βρή μεγάλο κακό. Ό Τζόλε χαλνάει τήν Αγία Άννα.
—  Χαλνάμε τήν παληά και ετοιμόρροπη εκκλησία γιά νά φιάξουμε καινούργιο σχολείο.
— Μά είχαμε πολλά άδεια μέρη κατάλληλα γιά σχολείο.
—  Ή παληοεκκλησία είναι το κεντρικώτερο.
— Και γι' αυτό πρέπει νά τήν χαλάσουμε;! Πού ακούσθηκε;!
— Τά λέτε εσείς γιατί είστε αδιόρθωτοι γραικομάνοι.
—  Μά είμαστε και χριστιανοί. Καλός χριστιανός είναι και ό πατέρας σου καί ακόμα καλλίτερος ό παππούς σου. Τόν είχα τόν στενώτερο φίλο.
—  Αϊ στο διάβολο. Μέ παραζαλίσατε. Φύγετε καί ξεκουμπισθήτε.
—  Μωρέ θά σας γκρεμίσουμε καί τά σπίτια σας. Σπόρος δικός σας νά μή μείνη, είπε ο κομιτατζής Κύρο (Κυριάκος) Κατσιώρα ανεβασμένος επίσης στην εκκλησία.
— Σύ νά μή μιλάς. Τα’ ακούς; τού απάντησε ό γέρος.
Ό Κύρο όμως κατέβηκε καί τόν έδειρε αλύπητα. Τού έσπασε καί το χέρι. Ό Τζόλε χαχάνιζε...
Ό λαμπρός αυτός αγωνιστής ήταν χρόνια υπηρέτης τού Χολέρη. Πήγε καί στην Πόλη. Καί επειδή δέν έκαμε προκοπή αποφάσισε νά γίνη... Τούρκος!! Ό Αλέξανδρος, ό υιός τού γέρου πού είχε κατάστημα στην Πόλη, τού έδωσε τά χρήματα γιά ναύλα καί χαρτζηλίκι καί τόν έστειλε στή Βεύη. Σέ λίγο κάηκε σέ σπίτι στους Λόφους οπού τόν είχαν κυκλώσει οί Τούρκοι. Ή εκκλησία Ισοπεδώθηκε καί άπ' τά εικονίσματα της έσβησαν τά ελληνικά γράμματα καί τά αντικατέστησαν μέ Βουλγαρικά. Εξαγνισμένα έτσι καί έκβουλγαρισμένα τά έβαλαν σε άλλες εκκλησίες...
Στις 24 Ιουνίου 1907 ό Τρύφωνας Χολέρης καί ό γαμπρός του Γιάννη Ρούσης Κωτσόπουλος κάθονταν στην πλατεία της Βεύης. Ξάφνου ξεχύθηκαν άπό ένα σπίτι οί κομιτατζήδες καί τους ρίχθηκαν μέ πιστολισμούς. Ό γέρος πριν ξεψυχήση είπε:
—  Άπό σφαίρα θα την πάθης και συ Τζόλε.
—  Έμενα δεν με πιάνουν οι σφαίρες.
— Ό Θεός αργεί μα δεν ξεχνάει.
Την ίδια μέρα ήρθε στη Βεΰη ένας χωρικός άπ' τη Σιτάρια και παρακάλεσε τόν εφημέριο Παπαγιάννη Δάϊκο να κάμη τον κόπο να έ'ρθη στο χωριό του και να θάψη τό παιδί του εξαδέλφου του, γιατί ό δικός τους παπάς απουσίαζε στο Μοναστήρι. Ό καλός λευΐτης αναδίπλωσε τό ράσο του και πήγε αποστολικά στή Σιτάρια στο σπίτι του έξαδέλφου. Αντί όμως νεκρό βρήκε τόν Τζόλε και τους αντάξιους συντρόφους του. Τόν έπιασαν, τόν πήγαν στο εκεί κοντά ποταμάκι, τόν κατακρεούργησαν και τόν παράχωσαν στην κοίτη, αφού μετακίνησαν για λίγη ώρα τό ρεύμα. Μπορούσαν ολοι οί Τούρκοι τής Αυτοκρατορίας νά ψάχνουν και νά σκάβουν μά ποτέ δεν θά εύρισκαν τό πτώμα του παπά...
Είχε και ενα άλλο επίσης μεγάλο κατόρθωμα στο ενεργητικό του ο Τζόλε. Αρχές του Όκτωβρίου 1907 πήγαιναν γιά τά θεσσαλικά χειμαδιά τά κοπάδια των τσελιγκάδων Γέμτου και Μισιάκου απ, τή Νιζόπολι του Μοναστηρίου.  Όταν περνούσαν νύχτα στο δημόσιο δρόμο κοντά στή Βεύη τους ρίχθηκαν οί κομιτατζήδες, έπιασαν και έσφαξαν τους έξι (αριθμός 6) τσομπαναραίους, σκότωσαν τά σκυλιά και πήραν λάφυρα 2.000 πρόβατα και πολλά άλογομούλαρα!! Ό Τζόλε τά σκόρπισε και τά πούλησε σε πολλά χωριά. Ένα σκυλί μονάχα γλύτωσε και γύρισε στή Νιζόπολι μέ σκυμμένο τό κεφάλι και τήν ουρά, οικτρό λείψανο τής φρικτής τραγωδίας.
Λίγο έλειψε νά τήν πάθη γιά καλά ο Τζόλε τόν Ιούνιο του 1908. Είχαν έκστρατεύσει πολλές συμμορίες με επιστρατευμένους χωρικούς νά κυνηγήσουν τό μικρό σώμα του Μανώλη Νικολούδη στή θέσι Πιπερίτσα, ψηλά στο Καϊμακτσαλάν. Είχαν δμως έρθει εκείνη τήν ημέρα έκεΐ μέ καινούργια σώματα οί παλαίμαχοι οπλαρχηγοί Γεώργιος Βολάνης και Ιωάννης Κραβίτης πού πήγαιναν στο Μορίχοβο. Τους κυνήγησαν αμέσως, σκότωσαν τόν βοεβόδα Παγούντσεφ και κάμποσους άλλους, τραυμάτισαν τόν γενικόν αρχηγό τους Τζόλε και αιχμαλώτισε ό Βολάνης τήν άσπρη φοράδα του.
Ξέσπασε στο Μοναστήρι 10 Ιουλίου ή Νεοτουρκική μεταπολίτευση, τό περίφημο «Χουριέτ» (Ελευθερία). Αντάρτες και κομιτατζήδες έγιναν δεκτοί άπό τους Τούρκους μέ τΙς θερμότερες εκδηλώσεις σάν πρόδρομοι του «Χουριέτ». Μιά άπό κείνες τις βραδυές ο Βολάνης και ό Καραβίτης έπιναν Γερμανική μπύρα στην αυλή του ξενοδοχείου «Θεσσαλονίκη». Ό κόσμος τους κερνούσε. Παρουσιάσθηκαν όμως και ό Τζόλε μέ άλλους κομιτατζήδες. Ό καταστηματάρχης και τά γκαρσόνια δέν τους δέχονταν. Πολλά χρόνια δεν είχε πατήσει εκεί Βούλγαρος. Επενέβησαν όμως οί αξιωματικοί, πού τους συνώδευαν. Κάθησαν οί ανεπιθύμητοι σε μιαν άκρη και τοστρωσαν ευθύς οί έρίφηδες σέ κομιτατζήδικα τραγούδια. Οί δικοί μας έφεραν άπ' τό χάνι τήν άσπρη φοράδα του Τζόλε και οί κομιτατζήδες έφυγαν σάν φρόνιμοι νοικοκυραίοι μέ σκυφτό τό κεφάλι.
Ήρθε πιά ή τελευταία ώρα του Τζόλε αν και «δέν τόν έπιανε σφαίρα». Τή νύχτα 31 Δεκεμβρίου 1909 έτρωγε μπογάτσα μέ άλλους βοεβόδες σ' ενα μικρό κατάστημα τής Φλώρινας. Θά πήγαιναν έπειτα στην Πρωτοχρονιάτικη εορτή του Βουλγάρικου σχολείου. Ήταν ξέγνοιαστος. Τά είχε πολύ καλά με τους Τούρκους γιατί είχε πάρει μέρος μέ τά στρατιωτικά αποσπάσματα στή δίωξη του οπλαρχηγού Παύλου Ρακοβίτη πού είχε σκοτώσει τόν Ιούλιο 1909 τόν βοεβόδα Ντήμκο. Μιά σφαίρα όμως τόν κάρφωσε γιά καλά στην καρέκλα του.
Πολλά είναι τά εγκλήματα του και μάλιστα στή γενέτειρα του Βεύη.  Ήδη τό 1903 παραμονές του περιβόητου «Ήλιντεν» ξέκαμε τους Ευάγγελο Νιτσόπουλο, Κυριάκο Κωτσόπουλο και Τράϊκο Κούρτα. Τους έθαψε σέ μιά καλύβα των βουνών τής Κέλης.  Ύστερα άπό χρόνια μπόρεσαν οί υίοί τους ν' ανακαλύψουν τόν τάφο και ν' αποκομίσουν τά κόκκαλά τους.
Τά κακουργήματα αυτά προκάλεσαν δπως ήταν φυσικό και αντίποινα. Ήρθαν άπ' τήν Αμερική και τήν Πόλη τά παιδιά των θυμάτων νά «πάρουν τό αίμα πίσω». Ξέκαμαν μερικούς άπ' τους στενούς συνεργάτες του Τζόλε. Αναγνωρίσθηκε οπλαρχηγός ό Σταυρός Κωτσόπουλος και αναδείχθηκε ηρωικός όσον και ευγενικός ο Γκόνος (Αντίγονος) Αλεξάνδρου Χολέρης πού άφησε τό σχολείο του στην Πόλη γιά νά έκδικηθή τόν πάππον του (Τρύφωνα) και τόν θείον του Γιάννη (Ροΰσσον).  Έπεσε ηρωικά 6 Ιουλίου 1913 σέ σύγκρουση μέ κομιτατζήδες.
Εΐχε ξεκινήσει άπ' τή Σόφια μέ τήν έναρξι του Έλληνο - Βουλγαρικού πολέμου ό απαίσιος όπως και ο Τζόλε Τσακαλάρωφ μέ 80 παληους κομιτατζήδες για να προκαλέση επανάσταση στην ορεινή περιοχή ανάμεσα Φλώρινα και Καστοριά. Πέρασαν  όλο το Σερβοκρατούμενο έδαφος χωρίς καμμιά δυσκολία ή και απλή ενόχληση σα να ήταν Βουλγαρικό. Άλλα ευθύς μόλις υπερπήδησαν τήν κορυφογραμμή του Καϊμακτσαλάν, τα Έλληνο - Σερβικά σύνορα, δέχθηκαν πυρά πρώτα Σαρακατσαναίων και έπειτα χωρικών. Στή στενωπό του Κλειδιού, όπου αναγκαστικά θά περνούσαν γιά τό Βίτσι, τους περίμεναν Ιερολοχίτες Βεΰνης και Κέλης και στρατιώτες. Ό Γκόνος μέ 11 στρατιώτες και 3 Ιερολοχίτες είχε πιάσει επίκαιρη μά ακάλυπτη θέση. Εκεί ώρμησε μέ όμοβροντίες νά περάση ο Τσακαλάρωφ. Σκοτώθηκε ο στρατιώτης Μιχαλόπουλος και οι άλλοι σκόρπισαν! Μόνος τότε ο Γκόνος ρίχνεται στον Τσακαλάρωφ, που ήταν καβάλα σ' ένα περήφανο ψαρί άλογο, τον τραυματίζει στην κοιλιά και σκοτώνει τον υπασπιστή τον βοεβόδα Χρήστο Ποπωφ και τό άλογο. Κρατούσε στο χέρι ενα έννεάσφαιρο πιστόλι. Πρόλαβε όμως νά τόν τραυματίση μέ τό περίστροφο του ο Τσακαλάρωφ και ένας άλλος κομιτατζής του φύτεψε πισώπλατα κάμποσες σφαίρες. Ή μονομαχία έγινε άπό τόσο κοντά ώστε τό περίστροφο ήταν τό προχειρότερο όπλο. Ώς τόσο ο Γκόνος πεσμένος καταγής εξακολουθούσε νά ρίχνη μέ τό πιστόλι και τό Μάνλιχερ.
Ξεψύχησε υστέρα άπό λίγες ώρες. Τόν ακολούθησε έπειτα άπό δυο ήμερες και δ τραυματισμένος Τσακαλάρωφ. Τόν αποτελείωσαν και διασκόρπισαν τή συμμορία του οί ιερολοχίτες του Φλάμπουρου.
 
Σημ.: Ό φρούραρχος της Φλώρινας ταγματάρχης Ζαγοραΐος όταν είδε ότι χειροτέρευαν οί σχέσεις μας μέ τους Βουλγάρους, έξώπλισε τους ιδικούς μας στα χωριά. Τους έδωσε άπό ένα Μάουξερ, τουρκικό λάφυρο, και τους ώνόμασε «Ιερούς Λόχους». Ό κόσμος γελούσε μαζί τους. Αποδείχθηκαν όμως πολυτιμότατοι. Ούτε ρουθούνι κομιτατξήδικο έμεινε.  Ήταν πρόδρομοι των ΜΑΤ και ΤΕΑ του συμμοριτοπολέμου.