θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, October 13, 2012

Οι διώξεις των Ελλήνων από τους κομιτατζήδες.

ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ

Γ. Χρ. Μόδη

(Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ)

1930
Βούλγαροι κομιτατζήδες

Η αποτυχία αυτή δεν αποθάρρυνε τους Βουλγάρους. Άλλαξαν μονάχα τακτική. Αντί να χαλαρωθή ή ενέργεια τους απεναντίας, έσπρωξαν τά πράγ­ματα. Ή μάσκα του Μακεδονισμού τους έπνιγε και γι' αυτό τήν πέταξαν και φάνηκαν τέτοιοι όπως πραγματικά ήσαν. Ή κραυγή «ή Μακεδονία γιά τους Μακεδόνες» ή «ελευθερία ή θάνατος» αντικατεστάθηκε μέ το πρόγραμμα «ή Μακεδονία βουλγα­ρική μέ κάθε θυσία» Οι βοεβόδες έγιναν ιεραπό­στολοι της Εξαρχίας, πού κατέφευγαν κατά προτί­μηση στην εύγλωττία της μπάλας. Οι Τούρκοι πλέον παραγκωνίσθηκαν και όλη ή μήνις του κομιτάτου συγκεντρώθηκε στον Ελληνισμό. Ούκάζια επά­νω σε ούκάζια καί προκηρύξεις βγήκαν πώς δέν ήταν δυνατό νά ελευθερωθή ή Μακεδονία, εάν δέν καθαριζόταν ριζικά από τους Γραικομάνους. Κάθε σχέση μαζί τους απαγορεύθηκε. Απλή ομιλία μέ Έλληνα τιμωριόταν μέ χρηματικό πρόστιμο. Ή αγορά από Ελληνικό κατάστημα μπορούσε νά κοστίση ραβδισμό ή και θάνατο. Δέν επιτρεπόταν ακόμα στους χωρικούς νά πληρώσουν σ' Έλληνας παλαιά χρέη τους. Οι Έλληνες δάσκαλοι των χωριών διώχνονταν από τις θέσεις των όταν δέν εσφάζονταν. Οι παπάδες υποχρεώθηκαν νά διακόψουν κάθε σχέση μέ τον Έλληνα Μητροπολίτη και νά τελούν πλέον τήν ιερουργία των βουλγάρικα. Όταν δέν μπορούσαν νά μάθουν στά γεράματα τά ιερογλυφικά τής σλαβωνικής, τους επιτρεπόταν νά ιερουργούν ελληνικά μέ τον απαρά­βατο όμως όρο νά μνημονεύουν τον Έξαρχο αντί τού Πατριάρχου. Όσοι τολμούσαν νά παρακούσουν

— 33 —

το επλήρωναν μέ το κεφάλι τους. Κι έτσι οι Σπάρτακοι ενός λαού έγιναν μιά καλή πρωία οι δολοφόνοι του.

Αυτή ή μεταβολή υπήρξε το θανάσιμο σφάλμα των Βουλγάρων. Δίχως αυτήν ίσως θά είχαν κερδίσει το ζήτημα. Έως τότε το Κομιτάτο στηριζόταν στον υψηλό απελευθερωτικό σκοπό του. Στήριγμα του εί­χε το έμβλημα του. Στην ψυχή και στις ελπίδες ολά­κερου λαού είχε τή βάση του και απ αυτή αντλού­σε όλη του τή δύναμη. Μόλις έρριξε από τά χέρια του το σταυρό και τον αντικατέστησε μέ το αδελφο­κτόνο μαχαίρι, κόπηκε απότομα και ή συνοχή του μέ τον ανεκτίμητο αυτόν συμπυκνωτήρα δυνάμεως καί ορμής. Μηδαμινά ήσαν και τά αποτελέσματα τής νέας τακτικής. Ο έκβουλγαρισμός τής Μακεδονίας γινόταν πολύ καλύτερα και αθόρυβα κάτω από τή σκιά του λαβάρου τής ελευθερίας, όταν ακόμα ή λέ­ξη κομιτατζής στή συνείδηση των χωρικών ήταν σχεδόν συνώνυμος μέ τον ελευθερωτή. Τώρα ή πίε­ση γέννησε τήν αντίδραση. Χωρικοί σλαυόφωνοι, πού πριν δέν είξεραν καλά-καλά σε ποια εθνικότητα άνηκαν, εύρισκαν πιά τή δύναμη νά μαρτυρήσουν γιά τον Ελληνισμό. Μέσα στο αίμα και το διωγμό διαμορφωνόταν και αποκρυσταλλώθηκε ή εθνική συνείδηση πληθυσμών, πού έως τότε ένα πράγμα κυ­ρίως ήξεραν : νά είναι χριστιανοί καί νά μισούν τους Τούρκους. Το αίμα, πού χυνόταν υπήρξε ή καλύτερη τροφή τής ελληνικής ιδέας. Και οι απλοϊκοί στρατιώ­τες της πέθαιναν μέ τον ενθουσιασμό και τή γαλή­νη των πρώτων χριστιανικών μαρτύρων. «Είμαστε Στά Μακεδόνικα Βουνά 3

— 34 —

Έλληνες!» ήταν ή επωδός, πού άκουαν τακτικά στις ανθρωποθυσίες τους οι Βούλγαροι από το στόμα των θυμάτων τους και μάλιστα σε γλώσσα όχι Ελληνική, πράγμα πού διπλασίαζε τή λύσσα τους.

Ή Βουλγαρική βία ήταν φυσικό να προκαλέση τήν άμυνα του ελληνισμού κι έτσι έδημιούργησε τον Μακεδονικόν αγώνα, πού σκόρπισε το πένθος και τήν ερήμωση ως τους πλέον απόκεντρους συνοικισμούς της Μακεδονίας. Το Μορίχοβο ήταν μεταξύ των πρώτων Μακεδονικών περιφερειών, πού σήκω­σαν τή σημαία της ανταρσίας κατά του κομιτάτου. Τα έξη χωριά Γραδέσνιτσα, Σταραβίνα, Ψώβικ, Βουδιμέρτσι. Γρούνιστα και Πεταλίνα μαζί με τά πεδινώτερα Μακόβο, Σουοδόλ, Παράλοβο, Μπρότ Σκοτσιβίρ κι αλλλα μικρότερα συνενώθηκαν και αποτέ­λεσαν ιεράν όμοσπονδίαν ελευθερίας της εθνικής συνειδήσεως. Πολλοί, πάρα πολλοί πρόκριτοι και παπάδες έπεσαν. Δεν άργησε όμως ή παθητική αντί­σταση τους να συστηματοποιηθή και να δείξη τά δόντια της. Το φθινόπωρο του 1904- έφθασε εκεί από το Μοναστήρι με λίγους άνδρες ό οπλαρχηγός Αντώνιος Ζώης, ό οποίος κατώρθωσε να οργάνωση και στερέωση τήν άμυνα τους. Και τήν άνοιξη του 1905 άρχισαν νά συρρέουν διάφορα άλλα σώματα. Από τότε ο αγώνας γιγαντώθηκε μέσα σε αίματα και θυσίες ανυπολόγιστες. Πάνω στο τραχύ οροπέδιο ανταρτικά σώματα και πολυάνθρωπα χωριά άναρπάζονταν το ένα πίσω άπ' το άλλο άπ' τή μπόρα της άγριας πάλης με βιαιότητα μεγαλύτερη και κατα­στρεπτικότερη άπό παντού άλλου.