θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, October 21, 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ "ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"


ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ

1975

ΑΝΕΛΠΙΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

— Μά δεν είπατε σ' αυτούς τους ανθρώπους να μη κρατούν σημειώσεις, ημερολόγια, αλληλογραφία; έλεγε ή ακριβότερα εκραύγαζε κατακόκκινος άπ' τον θυμό του και όρθιος ό Γενικός Πρόξενος Θεσσαλονίκης Λάμπρος Κορομηλάς μια άπ' τις τελευταίες ήμερες του Ιουνίου 1907.

Μπροστά του έστεκαν οί προξενικοί υπάλληλοι Ζώης δηλ. υπο­λοχαγός Κάκαβος και Ίωαννίδης ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Μαζαράκης πού του είχαν απεριόριστη έκτίμησι, σεβασμό και ακόμα και θαυμασμό.

— Έχομεν εκδώσει και πολλές διαταγές, απάντησε ο Ζώης -

— Και μάλιστα αυστηρές, συμπλήρωσε ό Ίωαννίδης - Μαζαράκης.

— Και τόσον επιπόλαιοι, ανόητοι και ημπορώ να ειπώ ασυνεί­δητοι είναι ώστε να μη βλέπουν τις τρομερές συνέπειες;! Έκαμαν συμβόλαιο με τον Θεό να μή σκοτωθούν οΰτε να αιχμαλωτισθούν;!

— Τους παρασέρνει ή μανία να γράψουν αργότερα για τον αγώνα και να περιγράψουν τήν ζωή και τα κατορθώματα τους, είπεν ο Ιωαννίδης - Μαζαράκης.

— Πριν μερικούς μήνες, είπεν ό Κάκαβος, ένας Κρητικός στο Μοναστήρι, πού πιάσθηκε σε μια κρυψάνα, καταδικάσθηκε και άπαγχονίσθηκε γιατί είχεν αναγράψει στο ημερολόγιο του με το νί και μέ τό σίγμα όλα τα γεγονότα, όπου είχε πάρει μέρος ακόμα και σέ εκτελέσεις...

— Αιχμαλωτίσθηκε στην υπόγεια κρυψάνα και δέν σκέφθηκε να καταστρέψη τό ημερολόγιο πού ήταν και άδειάσειστο κατηγορη­τήριο του;! Περίμενε παράσημο;!

— Πήρε στο λαιμό του και πολλούς χωρικούς πού τους έρριξε για καλά στή φυλακή.

— Τόσο τό χειρότερο. Άξιος της κρεμάλας. Μά και ο δικός μας εδώ Παπαδόπουλος δέν ήταν καθόλου καλύτερος. Μας τινάζει στον αέρα. Και ήταν νομίζω αξιωματικός.

— Μάλιστα, είπεν ο Ζώης- Κάκαβος. Ήταν του Οικονομικού. Αποτάχθηκε γιά κάποια διαχειριστική ανωμαλία. Ήταν και μεγά­λος, σαράντα σαρανταπέντε χρονών και οικογενειάρχης.

Αξιωματικός, ώριμος άντρας και νά γράφη αυτά τά πράγματα χωρίς καθόλου να λογαριάση τον τρομερόν άντίκτυπον;!

— Ήταν όμως πραγματικά γενναίος από στόφα ήρωϊκή, είπεν ο Ίωαννίδης - Μαζαράκης. Με δέκα άνδρες πολέμησε όλη την ήμερα μέ πολλά αποσπάσματα. Πήρε πολλά τραύματα, δεν έπαψε δμως νά πολέμα και νά προσπαθή νά διάσωση τους άνδρες του στον Βάλτο. Στο τέλος αυτοκτόνησε. Έπεσαν όλοι. Κομμάτιασε πολλά χαρτιά και τά σκόρπισε. Τά άλλα τά είχε, φαίνεται, σε κάποια τσέ­πη και τά ξέχασε.

Ό Γεώργιος Παπαδόπουλος ήρθε στον Βάλτο των Γιαννιτσών την άνοιξι του 1907 να άντικαταστήση τον αρχηγό Νικηφόρο, τον ανθυποπλοίαρχο δηλ. Ιωάννη Δομέστιχα, πού αναγκάσθηκε άπ' τους πυρετούς και τις αρρώστιες νά φύγη στο θεσσαλικό Τσάγεζι με μιά ψαρόβαρκα ντυμένος ψαράς. Πήρε το σώμα και το δνομά του. Ώνομάσθηκε Νικηφόρος ό δεύτερος. "Οπως έχει γράψει ο Γρηγό­ρης Δημόπουλος άπ' τήν Επανομή, πού υπηρετούσε τότε στο ίδιο σώμα, κάλεσε ό Παπαδόπουλος το βραδάκι 24 Ιουνίου, όλους τους άντρες και είπε: Χρειάζομαι δέκα άντρες. Όσοι θέλουν νά αποθάνουν η δεν φοβούνται τον θάνατο ας μέ ακολουθήσουν. Παρουσιά­σθηκαν οι περισσότεροι. Ό Παπαδόπουλος διάλεξε δέκα. Ό Γρηγ. Δημόπουλος έμεινε στον Βάλτο γιατί είχε πολύ δυνατό πυρετό... Βγήκαν βραδάκι και τράβηξαν για τήν περιοχή της Γουμενίτσας νά χτυπήσουν μιά συμμορία κομιτατζήδων. Εκείνοι δμως τους έστειλαν τους Τούρκους... Μεγάλο στρατιωτικό απόσπασμα τους πήρε κα­τά πόδι. Ό Παπαδόπουλος έφευγε και πολεμούσε. Πάσχιζε νά ξαναμπή στον Βάλτο, το λιμάνι τής σωτηρίας γιατί ανήκε στην τουρ­κική αυτοκρατορία δχι δμως και στην τουρκική εξουσία. Ήταν ή­μερα και γυμνός ο κάμπος. Μέ τόν κρότο των όπλων ετρεξαν ενισχύσεις και άπ' τά Γιαννιτσά. Κινητοποιήθηκαν και οί φρουρές των ενδιάμεσων χωριών. ΟΙ Τούρκοι πολλαπλασιάσθηκαν. Έγιναν πολ­λές εκατοντάδες. Αγωνίζονταν νά τού φράξουν τόν δρόμο προς τόν Βάλτο. Ό Παπαδόπουλος κατόρθωσε νά τους διάσπαση και έφυγε. Κάθε χανδάκι, κάθε ξηρολιθιά γινόταν και όχύρωμά του. Απώλει­ες είχαν και οί στρατιώτες. Έπεσαν και μερικοί άπ' τους άνδρες. Είχε πάρει και ο Παπαδόπουλος πολλά τραύματα πού τόν εμπόδιζαν νά τρέχη και ήταν βάρος γιά τους άντρες του. Αυτοκτόνησε τότε αφού ώρισε αρχηγό έναν άλλο. Έπεσαν όμως όλοι. Γλύτωσε μονάχα ο Βασιωτάκης εθελοντής άπ' τήν Αίγυπτο και πλούσιος. Τόν βρήκε μιά χωρική βουτηγμένο στά αίματα του σ' ένα χωράφι μέ γενήματα πού δεν είχαν ακόμη θεριστή. Τής έδωσε νά καταλάβη ότι ήθελε τήν δασκάλα. αχ Ηλέκτρα. Η χωρική ευτυχώς τήν είχε φί­λη. Λίγο αργότερα ήρθε μέ τόν γυιό της και ένα άλογο, τόν ανέβα­σαν και τόν κατέβασαν στον Βάλτο. Τόν παράλαβε πιά ή Ηλέκτρα, ή ήρωϊκή δασκάλα, «νεράιδα τού Βάλτου». Τόν εκαμε καλά και έφυ­γαν μαζί μέ μιά βάρκα στο Τσάγεζι και άπ' εκεί στην Αίγυπτο όπου και παντρεύθηκαν.

— Τί νά τήν κάμω τήν παλληκαριά του, είπε ο Κορομηλάς, αφού μας έρριξε στην τρομερή αυτή αγωνία; Και πάνω άπ' όλα και το χειρότερο ήταν ανάγκη νά σημείωση σε μιά σελίδα τού ημερολο­γίου του « Άθως ίσον Κορομηλάς. Προμηθεύς ή Ζώης ίσον υπολο­χαγός Κάκαβος»;

Ό Παπαδόπουλος είχε σημειώσει και τά ψευδώνυμα και τά ο­νόματα όλων των αξιωματικών πού υπηρετούσαν στο Προξενείο τής Θεσσαλονίκης! Και έγραψε ότι όλοι ήταν νεώτεροι του και τού έδι­δαν διαταγές! 5,Αν είχε μείνει μάλιστα στο στρατό θά έπρεπε νά στέκουν προσοχή μπροστά του.

— Αυτό είναι πραγματικά ακατανόητο. Και εγώ δέν μπορώ νά το εξηγήσω.

— Απλούστατα φοβήθηκε μήν τά ξεχάση όταν θά γύριζε στην Αθήνα και θά άγραφε τήν μεγάλη του Ιστορία...

— Άνθρωποι είμαστε και λάθη κάμνομε.

— Τά πληρώνομεν εμείς όμως και πολύ ακριβά. Κοντεύω νά τά χάσω. Στά καλά καθούμενα παθαίνουμε συμφορά!...

Και άρχιζε νά βηματίζη νευρικά στο δωμάτιο κουνώντας το κε­φάλι. Σταμάτησε απότομα και είπε:

Πρέπει νά ξέρετε δτι δ άνθρωπος μας στο γραφείο τού Πα­σά μας εμήνυσε ότι δέν μπορεί νά κάμη τίποτε. Μας πληροφόρησε γιά τό περιεχόμενο τών έγγραφων. Το κρισιμώτερο σημείο είναι ή σελίδα τού ημερολογίου δπου γράφει: « Άθως ίσον Κορομηλάς και Προμηθεύς ίσον Ζώης υπολοχαγός Κάκαβος» και τά ονόματα τών αξιωματικών. Και υπάρχουν δύο έγγραφα, δέν ξέρω ποια μέ υπο­γραφή Άθως. Περισσότερο είναι τά δικά σας κύριε Ζώη. Και φο­βάμαι μή σας πιάσουν οί Τούρκοι στο σπίτι όπου μένετε. Θά πρέπει

ίσως να έξαφανισθήτε. Πάντως αυτές τις ήμερες θα διανυκερεύετε μέσα στο Προξενείο.

Το Προξενείο μάθαινε το περιεχόμενο των τηλεγραφήματος και εγγράφων, πού έπαιρνε ο Χιλμή πασάς, ο Επιθεωρητής των τριών Βιλαετιων και ουσιαστικός άντιβασιλεύς, ενωρίτερα πολλές φορές άπ' τον ίδιο!

— Ό γιατρός Αντωνάκης μέ τους μπέηδες φίλους του δέν μπορεί να κάμη τίποτε; ρώτησε ο Ζώης.

Ό Αντωνάκης ήταν ένας κομπογιανίτης Πηλιορίτης πού είχε σπουδάσει τήν ιατρική στο μικρό χωριό του και έκαμνε τον γιατρό στό Ρουμλούκι — τα Ελληνόφωνα χωριά του κάμπου Θεσσαλονίκης - Βεροίας. Είχε φίλους μπέηδες γιατί έλεγε ωραίους αμανέδες μέ πολλούς λαρυγγισμούς. Είχαν και ζωτικό συμφέρον οι μπέηδες νά μας καλοπιάνουν και να μας εξυπηρετούν γιατί τά τσιφλίκια τους βρίσκονταν γύρω από τον Βάλτο όπου κυριαρχούσαν τά ιδικά μας σώματα.

Χαρακτηριστικό είναι και το εξής: Τον Μάϊο του 1908 ο Ίωαννίδης-Μαζαράκης πήγε στό Μοναστήρι νά συνεννοηθή μέ τό εκεί Προξενείο. Τον κάλεσε όμως ο Βαλή Πασάς νά τον παρακάλεση νά φροντίση νά του πληρώσουν το καθυστερούμενο γεώμορο οί χω­ρικοί κάποιου τσιφλικιού του στό Βιλαέτι Θεσσαλονίκης σέ περιοχή μάλιστα πού ήταν στή δικαιοδοσία του Μάζαράκη!

— Δέν μπορούν νά κάμουν τίποτα οι μπέηδες και αν θέλουν ει­λικρινά νά μάς βοηθήσουν. Τά χαρτιά τά πήρε ό Είσαγγελεύς του Έκτακτου Δικαστηρίου, τά μονογράφησε και τά παράδωσε στον διερμηνέα για τά Ελληνικά και τά Γαλλικά του Βιλαετίου, κάποιον Τζών Χατζηπαπάν. Είναι καθώς έμαθα ένας κλειστός και ιδιόρρυ­θμος τύπος, χωρίς πολλές σχέσεις, σχεδόν μισάνθρωπος και ύποχονδριακός. Είναι παλιά εδώ οικογένεια,, κάπως τώρα ξεχασμένη. Σ' αυτόν πρέπει νά συγκεντρωθούν όλες οι προσπάθειες μας. Κινηθήτε και σεις. Όλη ή δργάνωσις νά τεθή έπί ποδός. Είμαι πρόθυμος νά διαθέσουμε και πεντακόσιες και χίλιες λίρες. Μακάρι νά είναι ζήτημα χρημάτων.

Ευθύς όλη ή Όργάνωση Θεσσαλονίκης κινητοποιήθηκε. Άλλα δ Χατζηπαπάς ήταν πραγματικά ένας παράξενος, θεόκλειστος, άκοινώνητος άνθρωπος. Είχε παραμείνει σχεδόν άγνωστος. Τον θωρούσαν και ύποπτον αφού δούλευε σέ εμπιστευτική τουρκική υπηρεσία και μέ λίγους Τούρκους δημοσίους υπαλλήλους έκαμνε κάποτε πα­ρέα. Δυο πού είχαν κάποια απλή γνωριμία και γειτονία μαζί του επι­χείρησαν χωριστά ό καθένας νά του μιλήση, μά δέν θέλησε ουδέ νά τους άκούση. Βρέθηκε όμως ένας πρωτεξάδελφός του, άσημος μικρομπακάλης, πού τά είχε καλά μέ τον διερμηνέα. Τον έφεραν στό Προξενείο όπου πρώτη φορά έμπαινε «μετά φόβου Θεού».

Ό Κορομηλάς τον δέχθηκε στό μεγάλο, πλούσιο, πολυτελές γραφείο. Είχε δεξιά και αριστερά του τους Κάκαβον και Άλ. Μαζαράκην. Όρθιος μέ τήν επιβλητική του εμφάνιση, τό αριστοκρα­τικό ύφος, τό ωραίο παράστημα, άρχισε νά λέγη: «Πρέπει νά ξέρε­τε, κύριε, ότι ο εξάδελφός σας κρατάει σήμερα στά χέρια του ύψι­στα εθνικά συμφέροντα. Αν δέν έξαφανισθή ή σελίδα του κατηραμένου ημερολογίου πού λέγει ότι Άθως είμαι εγώ, Προμηθεύς ο Ζώης και τά άλλα, εγώ θά ρεζιλεφθώ και θά φύγω. Ό Βαλής, Ρώσσοι καί Αυστριακοί ζητούν επί πίνακι τήν κεφαλήν μου. Κινδυ­νεύουν νά συλληφθούν οί υπάλληλοι του Προξενείου. Αλλά και ή Ελληνική κυβέρνησις θά ευρέθη εις δυσκολωτάτην θέσιν. Θά εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Και είναι δυστυχώς πολλοί οι εχθροί πού θά σπεύσουν νά επωφεληθούν εις βάρος της Μακεδονίας. Κάμνω έκκλησιν εις τόν πατριωτισμόν τον ίδικόν σας και του εξαδέλφου σας. Είμεθα πρόθυμοι νά διαθέσωμεν τριακοσίας, πεντακόσιας και χιλίας ακόμα λίρας και νά έξασφαλίσωμεν εν ανάγκη εις τό έξάδελφόν μας άνωτέραν θέσιν εις τήν Ελλάδα. Τί λέτε λοιπόν;

Ό άνθρωπος σκυφτός, ταπεινός, κατάπληκτος από όσα άντίκρυσε και άκουσε, αποκρίθηκε μέ σβησμένη φωνή:

— Θά κάμω ό,τι είναι δυνατό και αποσύρθηκε, σκυφτός πάν­τοτε και ταπεινός.

— Δέν περιμένω τίποτε από αυτόν τόν άνθρωπάκον, είπεν ό Κορομηλάς στους αξιωματικούς.

— Ίσως οί χρυσές λίρες νά φέρουν τό αποτέλεσμα, είπεν ο Κάκαβος.

— Είθε! Μά δέν τό πιστεύω. Και κούνησε μέ άπογοήτευσι και πικρία τό κεφάλι.

Ξαναήρθε τήν άλλη μέρα στό Προξενείο ο «ανθρωπάκος». Σκυ­φτός και ταπεινός ξαναμπήκε στό γραφείο του Κορομηλά, είπε ένα σιγανό καλημέρα και έβγαλε ενα κομμάτι χαρτί. Ήταν ή περιλάλητη καί περιζήτητη σελίδα του ημερολογίου πού έγραφε τα Άθως ίσον Κορομηλάς κλπ. Ό Γενικός Πρόξενος πού ήταν αυτήν τη φο­ρά μόνος, καθιστός, ψυχρός και αδιάφορος, τήν είδε, έλαμψαν τα μάτια του, τήν ξανακοίταξε, τινάχθηκε ολόρθος και τον αγκάλιασε ενώ το πρόσωπο του ακτινοβολούσε άγαλλίασι και ενθουσιασμό. Μό­νο πού δεν το φίλησε.

— Μα... Μα... άνθρωπε μου... Κύριε μου... είσαι... είσθε σω­τήρας, μάλιστα εθνικός σωτήρας, μεγάλος πατριώτης. Πρέπει να ξεύρετε προσφέρατε ύψίστην ύπηρεσίαν εις τήν πατρίδα. Μα... ε­λάτε, καθήστε εδώ κοντά μου. Πάρετε ένα τσιγάρο. Να παραγγγείλω Ινα καφέ.

— Ευχαριστώ δεν καπνίζω και καφέ δέν πολυπίνω.

— Καλά... Ας ελθωμεν τώρα στο προκείμενο. Πόσα θέλει ό κύριος Τζών Χατζηπαπάς;

— Δέν θέλει και δέν δέχεται τίποτα.

— Πώς; είναι δυνατόν; Του υποσχεθήκαμε τόσες λίρες!

— Μου είπε έκαμα το καθήκον μου. Έβγαλε με τρόπο τήν σε­λίδα. ΟΙ Τούρκοι δέν πήραν είδηση ούτε θα πάρουν. Παρακαλεί μό­νον να μή βγουν άπ' εδώ λόγια.

— Όσο γι' αυτό να μήν ανήσυχη καθόλου. Τα ξεύρω εγώ και δύο αξιωματικοί του Προξενείου, οι Ζώης και Ίωαννίδης. Τα πρα­γματικά τους ονόματα είναι Κάκαβος και Μαζαράκης. Δέν πειράζει

να τα ξεύρετε και σεις. Μα κάτι πρέπει να κάνουμε για τον εξάδελ­φο σας. Αναδείχθηκε ένας μεγάλος άγνωστος εθνικός ευεργέτης, θα μπορούσαμε να του δώσουμε μεγάλο παράσημο. Μα θα τον εκθέταμε στους Τούρκους. Τί άλλο μπορεί να γίνη;

— Τίποτε.

— Μα θέλω να του δείξουμε τήν ευγνωμοσύνη μας.

— Δέν δέχεται τίποτε.

— Και για σας αγαπητέ μου φίλε πού μεσολαβήσατε με τόσην επιτυχία;

— Και εγώ τίποτε.

— Ούτε διακόσιες, ούτε εκατό λίρες;

— Δέν είμαι πλούσιος μα δέν δέχομαι τίποτε. Έκαμα και εγώ το καθήκον μου και είμαι Μακεδόνας.

Και αποσύρθηκε σκυφτός και ταπεινός πάντοτε. Ό Κορομηλας τότε ξεφώνησε:

— Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα θαυμάσιοι και εξαίσιοι Έλληνες.*