θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, March 10, 2012

Το δάνειο του 1824-1825



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ + 13
09.03.12

Από το περασμένο φύλλο η «Π+13» άρχισε τη δημοσίευση κειμένων που περιγράφουν και αναλύουν τις αιτίες για τις οποίες η Ελλάδα ήταν μια χώρα καταχρεωμένη πριν ακόμη γίνει κράτος. Στόχος είναι να εφοδιάσουμε τους αναγνώστες της εφημερίδας Μας με υλικά και στοιχεία ώστε να μπορούν καλύτερα να ερμηνεύσουν τα όσα γίνονται σήμερα. Ξεκινήσαμε με αποσπάσματα από το βιβλίο του ιστορικού και σημαντικού προσώπου των ελληνικών γραμμάτων Δημήτρη Φωτιάδη κ' Οθωνας, η μοναρχία». Συνεχίζουμε σήμερα με αποσπάσματα από το σημαντικό δίτομο βιβλίο του Καθηγητή Γ.Β. Δερτιλή «Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920» (Εκδόσεις Εστία).

•Το δάνειο του 1824-1825 ήταν μια οικονομική συμφορά. Εκδόθηκε υπό το άρτιο ώστε να γίνει ελκυστικότερο για τους υποψήφιους αγοραστές. Οι ομολογίες είχαν ονομαστική αξία 100 λιρών αλλά διατέθηκαν στους ομολογιούχους
προς 55,5-59 λίρες. Το επιτόκιο,
επομένως, υπολογισμένο επάνω
στην πραγματική τιμή, έφθανε στο
10%, ποσοστό τριπλάσιο από το
μέσο επιτόκιο καταθέσεων της εποχής. Επίσης, αφού η ονομαστική
τιμή ήταν 100 και η πραγματική τιμή 55,5-59 λίρες, η επαναστατική
κυβέρνηση ανέλαβε ένα χρέος
2.800.000, ούτε αυτό το εισέπραξε, μόλις 540.000 λίρες έφθασαν
τελικά στην Ελλάδα. Η διαφορά,
1.032.000 λίρες, δαπανήθηκε ή
Σπαταλήθηκε από τους διαπραγματευτές του δανείου και, κυρίως,
τους διαχειριστές του.
Τη διαχείριση διεκπεραίωσαν,
πρώτον, οι Έλληνες διαπραγματευτές, απεσταλμένοι των επαναστατικών κυβερνήσεων, δεύτερον, οι
βρετανοί τραπεζίτες που ανέλαβαν
την έκδοση του δανείου, η περίφημη "Τετραρχία", όπως την ονόμασαν οί ίδιοι οι Βρετανοί επικριτές της και, τρίτον, διάφοροι Βρετανοί ιδιώτες, από τους οποίους άλλοι ήταν τυχοδιώκτες που παρίσταναν τους φιλέλληνες και άλλοι φιλέλληνες αυθεντικοί μεν, αλλ' αφελώς αισιόδοξοι. Έτσι, το ποσό των 1.032.000 λιρών δαπανήθηκε σε υπέρογκες προμήθειες, μεσιτείες και δωροδοκίες, σε παραγγελίες πολεμικών πλοίων που δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα, σε υπέρογκες αμοιβές διαφόρων αλλοδαπών και, πιθανότατα σε λαθροχειρίες διαφόρων Ελλήνων. Οι καταβολές στον ναύαρχο Κόχραν, στον οποίο είχε ανατεθεί η αρχηγία του ελληνικού στόλου, είναι το γνωστότερο και χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: 57.500 λίρες ή 1.437.000 φράγκα, περίπου 50 ετών εισόδημα μιας μεσοαστικής αγγλικής οικογένειας εκείνης της εποχής.

«Λαθροχειρίες»
Από την ελληνική πλευρά κατηγορήθηκαν, εκ των υστέρων, οι διαπραγματευτές του δανείου, ονόματι Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης.
Και ναι μεν τελικώς απαλλάχθηκαν από τη συνολική ευθύνη της διαχείρισης, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους εκήρυξε αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου για 809.008 δραχμές (28.769 στερλίνες). Το ποσό ήταν μικρό σε σύγκριση με τα τεράστια ποσά που είχαν ξοδευτεί για άλλους λόγους. Δεν αποκλείεται να χρησίμευσαν οι δύο ταλαίπωροι απεσταλμένοι ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, ίσως επειδή κατέβαλαν ποσά για δωροδοκίες τις οποίες δεν μπόρεσαν εκ των υστέρων να δικαιολογήσουν. Δεν αποκλείονται επίσης ενδεχόμενες λαθροχειρίες άλλων Ελλήνων, ανεξαρτήτως αν ήταν διαπραγματευτές ή όχι. Επάνω στο ονομαστικό κεφάλαιο του δανείου, το υπό κυκλοφορίαν ελληνικό κράτος να καταβάλλει επιτόκιο 5,5% ετησίως, δηλαδή 154.000 λίρες το χρόνο, που σημαίνει ότι για να πληρώσει έστω και μόνο τους τόκους, το ελληνικό κράτος θα εξαντλούσε μέσα σε τέσσερα χρόνια ολόκληρο το κεφάλαιο των 540.000 λιρών που είχε εισπράξει από το δάνειο - και τούτο χωρίς να έχει στο μεταξύ καταβάλει ούτε μία λίρα για χρεολύσια.
Με αυτά τα αμείλικτα αριθμητικά δεδομένα, είναι προφανές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει ποτέ η επαναστατική κυβέρνηση και το μελλοντικό ελληνικό κράτος να αντεπεξέλθουν στην υπηρεσία του δανείου, να μπορούν δηλαδή να εξοφλούν τακτικά δόσεις για τους τόκους και τα χρεολύσια. Εκτός εάν αντλούσαν πρόσθετα έσοδα. Από ποιες πηγές; Θεωρητικώς είχαν, υποτίθεται, τη δυνατότητα να αντλήσουν έσοδα με φορολογίες. Αλλά οι γλίσχρες εισπράξεις από φόρους και από δωρεές δεν έφθαναν ούτε καν για τις ανάγκες του αγώνα. Για την εποχή εκείνη, θα ήταν αδιανόητο αλλά και ατελέσφορο να επιβληθούν άμεσοι φόροι στο εισόδημα ή στην περιουσία των ολίγων εύπορων Ελλήνων. Και νέοι φόροι επί της αγροτικής παραγωγής, άμεσοι ή έμμεσοι, θα ήταν αδύνατον να επιβληθούν εις βάρος μιας μάζας επαναστατημένων και φτωχών ανθρώπων, οι οποίοι μάλιστα είχαν επαναστατήσει όχι μόνο για να έχουν την τιμή να αποκαλούνται Έλληνες, αλλά και για να πληρώνουν λιγότερους φόρους. Π' αυτό άλλωστε ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις ήταν να καταργήσουν τον κεφαλικό φόρο και να ελαφρύνουν γενικότερα το φορολογικό βάρος που σήκωναν οι χωρικοί.
«Ασήμαντο ποσό»
Ποια άλλη λύση απέμεινε; θεωρητικώς, πάντοτε, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν επίσης τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα δανειακά κεφάλαια για την ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της οικονομίας, ώστε να αυξηθεί έτσι το εγχώριο προϊόν και από το περίσσευμα του να αρχίσει κάποτε η εξόφληση των τοκοχρεολυσίων, έστω και πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Αλλά το ασήμαντο ποσό που έφθασε τελικώς στην Ελλάδα δεν μπορούσε να επενδυθεί παραγωγικά, διότι απλούστατα απορροφήθηκε αστραπιαίος από τις ανάγκες της Επανάστασης. Σημειωτέον ότι δεν είχε συμφωνηθεί με τους δανειστές «περίοδος χάριτος», μια προθεσμία μερικών ετών προτού αρχίσουν οι καταβολές των τοκοχρεολυσίων. Αν οι διαπραγματεύσεις είχαν γίνει με φυσιολογικές συνθήκες, ένας τέτοιος όρος θα γινόταν σχετικά εύκολα αποδεκτός, διότι οι δανειστές ήταν εξασφαλισμένοι με υποθήκη πάνω
στις λεγόμενες «εθνικές γαίες», δηλαδή τις εκτάσεις που θα περιέρχονταν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους μετά την αποχώρηση των Οθωμανών κατόχων τους, μεταξύ 1824 και 1832. Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν έγιναν ούτε άνετα ούτε σωστά. Για την επαναστατημένη Ελλάδα ήταν επιτακτική η ανάγκη να εισπράξει το ταχύτερο τα χρήματα του δανείου. Όταν τελικώς εισπράχθηκαν τα δανεικά ψιχία, η Επανάσταση είχε κλονισθεί. Ο μαχητικός ενθουσιασμός των επαναστατημένων χωρικών είχε εξανεμισθεί μαζί με τη φοροδοτική τους ικανότητα. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε ήδη καταστρέψει την πολεμική τους ικανότητα. Και η τελική δοκιμασία είχε ήδη αρχίσει: ο Ιμπραήμ, καίγοντας τα χωριά, πελεκώντας τα δάση και ρημάζοντας τις πολιτείες, άφηνε πίσω του μια χώρα αποστεωμένη, στα χέρια ενός επαναστατικού κράτους κατάχρεου και ανήμπορου. Το 1827 η απόλυτη οικονομική αδυναμία οδήγησε τις ελληνικές κυβερνήσεις στην παύση πληρωμών.
«Καταστρεπτικοί όροι»
Γιατί και πώς οι επαναστατικές κυβερνήσεις δέχθηκαν τους καταστρεπτικούς αυτούς όρους; Η απάντηση είναι δύσκολη. Η ανικανότητα και η τυχόν ανεντιμότητα των Ελλήνων διαπραγματευτών δεν αφορούσε, φυσικά, παρά μόνο την ελληνική κυβέρνηση που τους επέλεξε. Είναι δύσκολο όμως να διαπιστωθεί ποιες ακριβώς εντολές τους έδινε κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης και σε ποιο βαθμό οι κατεπείγουσες ανάγκες της για χρήμα την οδήγησαν σε παράδοση άνευ όρων. Και αν ακόμη οι εκπρόσωποι της υπερέβησαν τα όρια της κυβερνητικής εντολής, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε σήμερα πού τελείωνε η δική τους ευθύνη και πού άρχιζε η ακαταμάχητη απληστία των ξένων μεσαζόντων, με τους οποίους ήταν αναγκασμένοι να διαπραγματευθούν. Εξάλλου, πριν από την τελική συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις του εντολοδόχου δεν δεσμεύουν κατά κανόνα τον εντολέα. Όταν οι διαπραγματεύσεις τελείωσαν, επομένως, η ευθύνη για τους επαχθείς όρους βάρυνε τις επαναστατικές κυβερνήσεις, έστω και αν είχαν το μέγα ελαφρυντικό: ότι, προκειμένου να επιβιώσει η Επανάσταση, ήταν αναγκασμένες να δεχθούν οποιουσδήποτε όρους. Αλλ' αυτό δεν συνιστούσε νομικό επιχείρημα που να δικαιολογεί, τουλάχιστον εκείνη την εποχή, την παύση πληρωμών.
Τα επιχειρήματα
Έτσι, απέναντι στην κατακραυγή των δανειστών και στον αποκλεισμό τους από τις ευρωπαϊκές αγορές, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν μόνο δύο ουσιαστικά επιχειρήματα τα οποία επικαλέσθηκαν τότε και συνέχισαν να τα επικαλούνται έως το 1878. Το ένα επιχείρημα ήταν οι καθυστερήσεις στην παράδοση πολεμικών πλοίων και οι απάτες σχετικά με την ποιότητα τους. Αλλά ενώ ευσταθούσε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, η απόδειξη των γεγονότων ήταν νομικώς δυσχερέστατη. Και γενικότερα, θα μπορούσε κανείς ευκολότατα να ισχυρισθεί ότι και αυτό το επιχείρημα δεν αφορούσε στους δανειστές, αλλά στους προμηθευτές, απέναντι στους δανειστές το επιχείρημα δεν ευσταθούσε. Το άλλο επιχείρημα είχε σαφώς οικονομική χροιά και αφορούσε αμέσως στους πιστωτές αλλά ήταν έωλο. Οι πιστωτές, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, είχαν δανείσει στην κυβέρνηση ενός επαναστατημένου έθνους, του οποίου τμήμα μόνο απέκτησε τελικώς την ανεξαρτησία του. Επομένως, οι κεφαλαιούχοι είχαν συνειδητά αναλάβει τον κίνδυνο να χάσουν τα χρήματα τους αν δεν απελευθερώνονταν οι επαναστάτες: εφόσον τελικά ένα μέρος του επαναστατημένου πληθυσμού δεν απελευθερώθηκε, θα ήταν φυσικό να μην πληρωθεί και κάποιο αντίστοιχο μέρος των κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, θα ήταν σωστό, ίσως και σύμφωνο με τις αρχές του δικαίου, να μην καταλογιστεί ολόκληρο το κεφάλαιο στο υπόλοιπο μέρος του πληθυσμού, στις απελευθερωμένες περιοχές, που σχημάτισαν, μετά το τέλος του Αγώνα, το αποστεωμένο ελληνικό κράτος. Με βάση αυτό το επιχείρημα, το νέο κρατίδιο δεν είχε υποχρέωση να αναλάβει παρά ένα τμήμα του δανείου: το υπόλοιπο είχε χαθεί. Η μερική αυτή απώλεια, μάλιστα, μπορούσε να θεωρηθεί η φυσιολογική ζημία των δανειστών για ένα δάνειο που είχε τόσο επικερδείς όρους ακριβώς επειδή ενείχε εξαρχής και τον αντίστοιχο κίνδυνο.

Οι εγγυήσεις και εθνικές γαίες
Νομικά ή ηθικά, δίκαια ή άδικα, τα επιχειρήματα δεν αρκούσαν Οι ομολογιούχοι διεκδίκησαν με πείσμα τα δικαιώματα τους. Αξίωσαν να εφαρμοστεί αμέσως η εγγύηση που στηριζόταν στις εθνικές γαίες. Επί πολλές δεκαετίες, η αξίωση αυτή και η συνακόλουθη εκκρεμότητα θα εμποδίσουν τις μετέπειτα κυβερνήσεις της Ελλάδας να διαχειριστούν ελεύθερα τις εκτάσεις αυτές, να τις εκποιήσουν ή να τις διανείμουν σε ακτήμονες.
Ωστόσο, οι ομολογιούχοι δεν αρκέσθηκαν σε αυτή τη νομικώς δυσχερή διεκδίκηση, προχώρησαν και σε πρακτικότερες κινήσεις. Πίεσαν και δυσφήμισαν το ελληνικό κράτος και επέβαλαν τον αποκλεισμό του από τα δυτικά χρηματιστήρια.


Σχημάτισαν τις περίφημες εθνικές «Επιτροπές Ομολογιούχων» που τους εκπροσωπούσαν, συντόνιζαν τις διεκδικήσεις τους και προέβαιναν σε αλλεπάλληλα διαβήματα προς τις κυριότερες δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Επί μισό και πλέον αιώνα, οι επιτροπές προσέφευγαν συνεχώς στις κυβερνήσεις τους με συνεχείς διαμαρτυρίες, απαιτώντας την επέμβαση τους. Και έτσι μπόρεσαν να διατηρήσουν το ζήτημα ανοικτό έως το συμβιβασμό του 1878...».