θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, September 16, 2011

Ή δια της πίστεως πρόοδος μας εις την Πνευματικήν όδόν

Βεβαίως, κάθε θρησκεία δια να είναι θρησκεία οφείλει να διαθέτη αυτό πού περιγράφουν τα λεξικά ώς θρησκευτική πίστη η συνειδητή αποδοχή της ύπαρξης θεού και ή προσήλωση σε αυτόν, το να δέχεται κανείς την ύπαρξη και την ουσία του, σύμφωνα με συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα». Άς τό έξετάσωμε:
Ό άνθρωπος ζή «βίο ανεξέταστο», βίο φυτικό, απλώς ικανοποιεί τάς βιολογικάς του άνάγκας και όταν ό λόγος έλθει εις την Κοσμοθέασι τότε βιαστικά αναμασά τις Ιδέες πού του επεβλήθησαν άπό τό σχολείο ή την οικογένεια. Αυτό ιδιαιτέρως ισχύει διά την ελληνική πραγματικότητα όπου θεωρούμε σήμερα αυτονόητο δικαίωμα τού άνθρωπου νά έκλέγη τό πολιτικό κόμμα της απολύτου αρεσκείας του, όμως όταν φθάνωμε είς την επιλογήν Κοσμοθεάσεως, στά σοβαρά ερωτήματα περί της ζωής και τού Κόσμου, τότε έντρομος ή κοινωνία θέλει νά διαπλάσση μέ δεκάδας τρόπων πλύσεως εγκεφάλου τήν ανήλικο ψυχή τού παιδιού ούτως ώστε νά άσπασθη τήν κρατικώς επιβαλλομένη Χ.Ο. Κοσμοθέασι! Όμως φθάνει κάποια στιγμή πού ό άνθρωπος έχων αποκτήσει πλέον ώριμο ψυχή, αιρόμενος υπεράνω της βιομερίμνης φθάνει εις τήν κατάστασιν τής καθαράς μερίμνης, ή οποία είναι ή υπαρξιακή ώδίνα και αγωνία περί τής αληθείας και τής ουσίας τού Κόσμου, στέκει προ τού μυστηρίου τής Ζωής και τού Θανάτου, όπως μάς λέγει ό Πρόκλος, ποθεί νά γνωρίση κάτι περί αυτών, είτε ερωτών τους άλλους, είτε ερευνών ό ίδιος όσον δύναται! Και επαναστατεί, θραύει τά κοινωνικά δεσμά! Τότε εκδηλώνεται ή Θεία Πρόνοια ή οποία φροντίζει ώστε ή ώριμος αυτή ψυχή να γνωρίση τήν Ελληνική Κοσμοθέασι και νά αρχίση νά μελετά. Ή Θεία Πρόνοια εκδηλώνεται τότε διότι εμείς τήν προσκαλούμε, ή αγωνία μας κρούει τον κώδωνα τής φιλανθρωπίας τών Ανωτέρων Κόσμων οί όποιοι σεβόμενοι πλήρως τήν έλευθέραν μας βούλησιν ουδέποτε θά δράσουν άνευ τής συγκαταθέσεώς μας!




ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΣΤΑΔΙΟΝ



Μελετούμε λοιπόν τόν Έλληνισμόν διά τών περισπούδαστων κειμένων του, προσπαθούμε νά κατανοήσωμε τόν Όρφικόν Ιερόν Λόγον, τά εκτεταμένα θεολογικά συγγράμματα ώς ή Πλατωνική Θεολογία ή τά Σχόλια είς "Τίμαιον". Ασχολούμεθα μέ τήν Προϊστορία, μέ τήν άρχαιοαστρονομία, έρίζομε περί τήν χρονολόγησι τών Όρφικών. Έκστασιαξόμεθα προ τών γνώσεων τών Αρχαίων, τών περιγραφών τής μεριστής ουσίας στον Τίμαιο ή τής ψυχής στους Στωικούς. Καταβάλλομε εντατική προσπάθεια διά νά αποκρυπτογραφήσουμε τήν Μυθολογία ή νά συλλέξωμε βιβλιογραφία και πληροφορίες σχετικά μέ τήν λατρεία, συγκρίνομε και άναλύομε. Επιθυμούμε νά γνωρίσωμε τά Μυστηριακά δρώμενα, τήν ερμηνεία τών Χαλδαϊκών Λογίων κ.ο.κ. Καταγινόμεθα εις συγκρίσεις, έπανευρίσκομε τήν Κοσμογονία στις σύγχρονες κοσμολογικές αντιλήψεις και τήν Ψυχογονία στις πρόσφατες παραψυχολογικές μελέτες, ασχολούμεθα μέ τις άλλες παραδοσιακές θρησκείες, εύρίσκομε ομοιότητες και τοπικές παραλλαγές κ.ο.κ.Όλα αυτά είναι όχι μόνον θεμιτά άλλα καί απαραίτητα διά νά έπιτύχωμε τήν γνωστική μας τελείωσι καθώς καλλιεργούν εντός μας τό επιστημονικό πνεύμα, μάς δίδουν μόρφωσι και αρχαιογνωσία, μάς καθιστούν ικανούς νά κατανοήσωμε ένδελεχώς, νά διδάξωμε καί νά επιχειρηματολογήσουμε. Εμείς είδικώς τά θεωρούμε βάσι τής πνευματικότητος και αυτό τόν στόχο τού έγκυκλίως καλλιεργημένου άνθρωπου εξυπηρετούν τά σεμινάρια καί οί εκδρομές τής Εταιρείας Άρχαιοφίλων.Πιστεύομε, συγχρόνως, ότι μία θρησκεία πρέπει νά είναι στερρώς θεμελιωμένη στην Λογικήν και τήν Έπιστήμην καί ν' άποτελή άτρωτον φιλοσοφικόν σύστημα. Μέ άλλας λέξεις θεωρούμε ότι βάσις κάθε θρησκείας πρέπει νά είναι ή καλούμενη Σχολαστική φιλοσοφία ή οποία αναλύει τάς εννοίας καί τους συλλογισμούς και δίδει κρυστάλλινη διαύγεια εις τά θρησκευτικά δόγματα. Διά ταύτα, έχομε θέσει ώς έργον ζωής τόσον τήν φιλοσοφική θεμελίωσι τών προτάσεων τής θρησκείας μας, όσον καί τήν επιστημονική άνίχνευσι τών Ιστορικών γεγονότων πού είναι συνυφασμένα μετ' αυτής, ούτως αφιερώσαμε πολλά έτη εργασίας άφ' ενός προς επιστημονική θεμελίωσι τής εννοίας τής "Χρυσής Εποχής" διά τού Προκατακλυσμιαίου Πολιτισμού ώστε νά διαλευκανθή τό ζήτημα της καταγωγής της θρησκείας μας, και άφ' έτερου, στην μελέτη της Ιδέας της Κοσμοπολίτικης θρησκείας ή οποία όχι μόνον διευκρινίζει τα συμβάντα της Υστέρας Αρχαιότητος αλλά, κυρίως, έκφωτίσει, διά πρώτη φορά, την αληθή φύσι του χριστιανισμού και καθιστά, ούτως, αποτελεσματικήν την αντιμετώπισιν του και την άσκησιν πραγματικής, δομικής κριτικής.Θεωρούμε ότι ουδείς πιστός πρέπει νά πιστεύη άκρίτως (βλέπομε εν τη ρύμη της γραφίδος νά παρεισφρέη ή λέξις πιστός) άλλ' ότι εις το μέτρον του δυνατού όφείλομε άναπτύσοντες την γνωστική του Ικανότητα — καθώς ή άνάπτυξίς της είναι, ούτως ή άλλως, προϋπόθεσις διά την πνευματικήν τελείωσιν— νά τον καταστήσουμε κατάλληλο νά άντιληφθη τάς μεγάλας αληθείας διά της Λογικής, τής Φυσικής, των φυσικών επιστημών εν γένει και τής επιστημονικής μεθόδου ώς λέγει ό Πρόκλος (Πλατωνική Θεολογία, ): Διά νά καταστή εις κάποιον πλήρης ή αληθείας κατανόησις είναι άπαραίτητον «ταίς λογικαίς μεθόδοις άπάσαις γεγυμνάσθω» και «μηδέ τής Φυσικής άνήκοος έστω», «μήτε τής έν τοις φαινομένοις αληθείας», «μήτε αύ τών κατά παίδευσιν οδών και τών έν αύταίς μαθήσεων άπολελείφθω».Όμως, έν τέλει, όλη αυτή ή ασχολία δεν είναι θρησκεία, είναι επιστημονική έρευνα, ή «αληθινή Παιδεία» κατά τον Κέβητα, Έλληνογνωσία όπως εμείς τήν όνομάζομε. Βεβαίως αύτη ή Παιδεία έχει μία κυρία θρησκευτική σημασία: νά μάς δείξη έναν άλλο τρόπο σκέψεως, νά προκαλέση τήν αλλα¬γή στην διάνοια μας, τήν μετάνοια. Όλοι έχομε ύποστή τήν χριστιανική κατήχησι, έρμηνεύομε τον κόσμο και τά κοινωνικά συμβάντα αυτομάτως, ύποσυνειδήτως, μέ τίς χριστιανικές αρχές, πιθανώς ή συνείδησις μας νά άνθίσταται όμως υπνωτισμένοι από τήν αμείλικτη πλύσι εγκεφάλου είμεθα έρμαια τών χριστιανικών αξιολογήσεων πού συνεχώς αναδύονται έκ τοϋ ασυνειδήτου και απαιτείται ψυχικός άγων μέγας διά νά εκριζωθούν. Αυτόν τον αγώνα, διά νά μετανοήσωμε, νά πάψωμε νά βλέπωμε τον κόσμο μέσα άπό τις χριστιανικές διόπτρες, νά πλησιάσωμε τον υγιή τρόπο σκέψεως εξυπηρετεί ή Έλληνογνωσία ή οποία είναι, όμως, μόνον θρησκευτική προπαρασκευή ή καλύτερον, τό πρώτο στάδιο της: ή μετάνοια, μέ τήν πλέον ριζική έννοια, τουτέστιν ή προετοιμασία διά μία νέαν αρχήν. Μετάνοια: λέξις πού μάς έκλεψαν οι χριστιανοί. Δι' ημάς ή Μετάνοια δέν είναι μόνον κατάστασις άλλα και ή Θεά πού έφορεύει έπ' αυτής. Γράφει π.χ. Ό Κέβητος πίναξ (10): «Όποιος είναι κυριευμένος άπό τήν πλάνη καταλήγει εις τόν οΐκον τής Κακοδαιμονίας και εκεί ζή μέσα σέ κάθε δυστυχία, αν δέν τόν συνάντηση κατά τύχην ή Μετάνοια—τον βιον καταστρέφει εν πάση κακοδαιμονία, αν μη ή Μετάνοια αύτω τύχη συναντησασα— ή οποία τόν βγάζει από τίς συμφορές και του εμφυσά τόν πόθο πού τόν οδηγεί προς τήν αληθινή Παιδεία».



ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΣΤΑΔΙΟΝ



Κατόπιν διά τής Έλληνογνωσίας οδηγούμεθα εις τό δεύτερον στάδιον τής θρησκευτικής προπαρασκευής, στην πρώτη βαθμίδα, στην πραγματικότητα, τής κλίμακος τής άγούσης στην θύρα του Τεμένους τής Ελληνικής Θρησκείας. Όπως έδίδασκε ό Πυθαγόρας ή πρώτη βαθμίς έγκειται εις τό νά ενστερνισθούμε τήν έννοιαν τής Μετεμψυχώσεως. Και βεβαίως, συνακολούθως, τό σύνολον τών Βασικών Αρχών τής Ελληνικής Θρησκείας. Ό ενστερνισμός αυτός οφείλει νά μή είναι επιπόλαιος, επιφανειακός, ούτε καν νοητική διεργασία, άλλα γνησία εσωτερική βεβαιότητα, πράγμα πού κατά τά λεξικά ονομάζεται πίστις. Ούτως ή άλλως δυνάμεθα νά παρουσιάσουμε μέγα πλήθος ισχυρών ενδείξεων υπέρ τής Μετεμψυχώσεως άλλ' όχι τήν άπόδειξι πού απαιτεί ό κακόπιστος αμφισβητίας! Έδώ πρέπει νά τονίσωμε δύο τινά: πρώτον, μέ τήν μελέτη, τήν ένόρασι, τήν βοήθεια τών διδασκάλων μας και τών Θεών κτίζομε τήν εσωτερική βεβαιότητα, όμως ήδη ή εσωτερική βεβαιότης υπάρχει εντός μας διότι έάν δέν υπήρχε θά μέναμε εσαεί σκεπτικισταί και εξ ορισμού υπάρχει διότι μόνον σέ ώριμες αρχαίες ψυχές γεννάται ή υπαρξιακή αγωνία!Στον αγώνα αυτό τόν πνευματικό βεβαίως δέν είμεθα μόνοι, διά νά προχωρήσωμε πρέπει φυσικά νά μάς καθοδηγή κάποιος διδάσκαλος, όμως δέν ομιλούμε περί αυτού. Δέν έχομε ακόμη προσεγγίσει τήν θρησκεία όμως οί θείες οντότητες πού ενδιαφέρονται διά τήν πνευματική μας πρόοδο —βεβαίως, ενδιαφέρονται διότι εμείς τους δώσαμε τό δικαίωμα τούτο διά τής ειλικρινούς επιθυμίας μας διά πρόοδο και Έλληνογνωσία— μάς παραστέκονται, μάς δίδουν εμπνεύσεις και ψυχική στήριξι. Αυτή είναι ή Θεία Χάρις πού θα μας συνοδεύει έκτοτε. Οί Ανώτεροι Κόσμοι φροντίζουν όλους όσοι επιθυμούν την πνευματική τους έξέλιξι και αυτό είναι εις τό ανθρώπινο πεδίο ή Θεία Πρόνοια τών Στωικών. Πράγματι έχομε νά δώσωμε δεινάς μάχας πνευματικάς διά νά έπιτύχωμε την ριζική αλλαγή της νοοτροπίας μας, τήν ουσιαστική μεταστροφή προς τις Ελληνικές Αξίες, τήν μετάνοια, καί έδώ θά έχωμε Θεούς συμπαραστάτας όπως είναι ό Θεός Άρης, Κύριος τού Νόμου της Κινήσεως πού περιλαμβάνει τήν νοητική, πνευματική κινητικότητα και μεταστροφή, Κύριος τών πνευματικών μαχών. Προς αυτόν μπορούμε νά προσευχωμεθα σε κάθε πνευματική μας Γιγαντομαχία καί Τιτανομαχία εναντίον τών δυνάμεων της πλάνης, τής αυταπάτης, τών προκαταλήψεων, της παρακμής, τού νείκους, τών άντιφυσικών ιδεών. Και χρειαζόμεθα φίλους και συμμαχητάς. Ενθυμούμεθα τον μύθο τού Διονύσου: οί Τιτάνες εμφανίζονται αγνώριστοι, μετημφιεσμένοι, εμφανίζονται μέ πάλλευκα πρόσωπα αλειμμένα με γύψο διά νά καλύψουν τό σκοτεινόν βάθος τού μίσους των! Πρόκειται διά μύθο μεγάλης διδακτικής αξίας και διαχρονικής εφαρμογής: ιδού π.χ. ή βυζαντινή θεοκρατία έχουσα καλυμμένη τήν "μηχανή πού σε κόβει φέτες" κάτω από τήν συναιθηματική φλυαρία περί «αγάπης»!Γράφει ό Άντ. Άδριανόπουλος (Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, σ.86):«Πρέπει νά προσέξωμε στην λεπτομέρεια, ότι οί Τιτάνες διά νά φονεύσουν καί διαμελίσουν τόν Διόνυσον ήλειψαν τά πρόσωπα των διά γύψου. Ούτω καί εις τόν ανθρώπινο κόσμο μετεμορφώθη καταλλήλως τό Τιτανικό στοιχείον, ώστε έξηπάτησε τους ανθρώπους περί τής ταυτότητος του καί κατώρθωσε νά έπιβληθή. Έχαρακτηρίσθη ώς έκ τούτου ως θείον καί επεβλήθη. Τό δέ όντως θείας καταγωγής εν ήμίν Διονυσιακόν παρεμερίσθη, διεβλήθη, έσυκοφαντήθη, περιύβρίσθη καί κατεδιώχθη». Τήν εποχή λοιπόν εκείνη τού αγώνος, τής πάλης προς τήν αμφιβολία ή, διά νά είμεθα ακριβείς, προς τήν πλύσι εγκεφάλου πού έχομε ύποστή παιδιόθεν καί ή οποία αναδύεται κάθε στιγμή άπό τά βάθη τής ψυχής μας προβάλλουσα τά μορμολύκεια τής άντι-φυσικής χριστιανικής δοξασίας, καί συγχρόνως τής πάλης προς τόν κοινωνικό περίγυρο, προς τήν οικογένεια —"θωρακισμένοι" άνθρωποι πού μισούν ό,τι έχει Ζωή, πού θέλουν νά μας κρατήσουν είς τά χριστιανικά δεσμά τού πνευματικού Θανάτου [δεν θά θέλαμε νά είμεθα στην θέσι τους καθώς τούτο αποτελεί, κατά τήν θρησκεία μας, το μέγιστον τών θανάσιμων αμαρτημάτων]—, προς τό σκοτεινό νέφος τού χριστιανικού μίσους πού απλώνεται πάνω άπ' όλη τήν πόλι μας, τότε ή βοήθεια τών Θεών μας παρέχεται εν αφθονία.Τά ανωτέρω είναι βαθμίδες τής κλίμακος προς τήν θρησκεία, βαθμιαίως προσεγγίζομε τήν παραδοσιακή έννοια τού Θείου, όμως καί αυτό δέν είναι θρησκεία! Πύλη τής θρησκείας είναι κάτι άλλο, είναι ή εσωτερική βεβαιότητα διά τήν ύπαρξι τών Ανωτέρων Κόσμων καί διά τήν προσω¬πική καί ατομική τους σύστασι: ή πίστις είς τήν ύπαρξι τών Θεών.



ΤΟ ΤΡΙΤΟΝ ΣΤΑΔΙΟΝ



Άς τό προσέξωμε: υπάρχει μία κρίσιμος διάκρισις μεταξύ τής "πίστεως ότι" καί τής "πίστεως είς". Είναι δυνατόν νά πιστεύω ότι κάποιος ή κάτι υπάρχει, όμως αυτή ή πεποίθησι νά μήν έχει πρακτική σημασία διά τήν ζωή μου. Φυλλομετρούμε έναν τηλεφωνικό κατάλογο καί αυτό μας δημιουργεί τήν πίστι ότι αυτοί οί άνθρωποι υπάρχουν, όμως ή πεποίθησις αυτή δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Αντιθέτως, όταν λέγομε σε ένα φίλο ότι "πιστεύομε" σ' αυτόν έκφράζομε κάτι περισότερο άπ' δτι πιστεύομε στην φυσική του ύπαρξι, εννοούμε δτι τόν έμπιστευόμεθα, στρεφόμεθα προς αυτόν προς ύποστήριξι, έξομολογούμεθα τά προβλήματα μας, προσδοκούμε τήν συνεπικουρία καί τήν συνεργασία του.Ή πίστις λοιπόν είς τους Ανωτέρους Κόσμους δέν ομοιάζει καθόλου μέ τό είδος τής λογικής βεβαιότητος πού δίδει ή άπόδειξις τών θεωρημάτων τής Γεωμετρίας, οί Θεοί δέν είναι τό συμπέρασμα σε μιά σειρά συλλογισμών. Υπάρχουν δπως όλοι γνωρίζομε άπειροπληθείς ίσχυρές ενδείξεις πού ομιλούν εύγλώττως έπικυρούσαι τήν αλήθεια της Ελληνικής Κοσμοθεάσεως καΐ επομένως κάλλιστα μπορεί νά κατάληξη κάποιος εις αυτό το συμπέρασμα άλλα είναι δυνατόν αυτό νά μήν τόν άγγίξη, νά παραμείνη ψυχρός και αδιάφορος, άθρησκος ή και ακόμη εχθρός των Θεών. Οθεν, ούτε ή πίστις εις τήν ύπαρξι τών Θείων Προσωπικοτήτων συνιστά θρησκεία.Τό νά πιστεύωμε με θρησκευτικό συναίσθημα στον Ερμή ή τήν Εκάτη δεν είναι τό νά δεχώμεθα απλώς τήν δυνατότητα τής υπάρξεως των ώς αυτονόμων άτομικοτήτων και προσωπικοτήτων επειδή αυτό έχει "άποδειχθή" με κάποιο θεωρητικό επιχείρημα, αλλά είναι νά τους εμπιστευθούμε ώς Αυτούς που γνωρίζομε, αισθανόμεθα φίλους και στηριζόμεθα. Ή πίστις δεν είναι ή ύπόθεσις ότι κάτι ίσως είναι αλήθεια, άλλ' ή βεβαιότης ότι κάποιος υπάρχει και ενδιαφέρεται δι' εμάς: άλλα και εισί [Θεοί] και μέλει αύτοίς τών ανθρώπειων μάς λέγει ό Μάρκος Αυρήλιος (ΒΊα'). Ή πίστις δεν είναι λογική βεβαιότης άλλα προσωπική σχέσι, δεν είναι νά γνωρίσης τους Θεούς ώς θεωρητικά κατασκευάσματα ή ώς αφηρημένες αρχές, αλλά ώς πρόσωπα. Τό νά γνωρίζης ενα πρόσωπο είναι κάτι πολύ περισσότερο από τό νά γνωρίζης τά του βίου του. Τό νά γνωρίζης ένα πρόσωπο σημαίνει ουσιαστικά νά αισθάνεσαι συμπάθεια και έκτίμησι• δεν μπορεί νά ύπαρξη αληθινή γνώσι τών άλλων δίχως αμοιβαία θετικά αισθήματα. Δεν έχουμε καμμία αντικειμενική γνώσι εκείνων πού μισούμε ή πού μάς είναι αδιάφοροι.Πιθανώτατα ή πίστις αυτή νά χρωματίζεται άπό τήν ατέλεια, τόν δισταγμό ή τήν αμφιβολία όμως αυτό δεν τήν καθιστά λιγώτερο πραγματική. Τότε όμως έρχεται ή ώρα πού πρέπει νά άφήσωμε τήν σχολαστική φιλοσοφία διά νά παραδοθούμε στην θεία καθοδήγησι, νά γίνωμε ώς αρμόζει εις τους σώφρονας Θεώ φίλοι όπως μάς λέγει ό Πλάτων. Έν τέλει οί Θεοί δεν είναι εξωτερική μαρτυρία άλλα ή μυστική πρόσκλησις εντός μας. Ισως οί όλιγώτερο εσφαλμένοι τρόποι αντιλήψεως τών Θεών είναι νά τους θεωρούμε ώς προσωπικότητες καί ώς φίλους πού πάντοτε θά μάς ακούσουν μέ ευσπλαχνία καί εύνοια: άκούσαντες Ιλεω τε και ευμενείς ώς λέγεται στον Φαίδρο ή ώς λέγει ό Μάρκος Αυρήλιος (Β'γ'): Τά τών Θεών προνοίας μεστά.Κατανόησι καί συμπαράστασι είναι λέξεις κλειδιά πού χαρακτηρίζουν τήν σχέσι μας μέ τους Θεούς καθώς αυτοί δεν είναι ούτε δυνάμεις απρόσωπες, ούτε θείες, υπέρτατες κοσμογονικές ουσίες καί παρουσίες —άλλες είναι αυτές, είναι τό απρόσωπο Θείο τού Κόσμου—, ούτε θειες οντότητες γεννημένες σε κόσμους θεϊκής φαντασίας έξω άπό τήν ιδική μας πραγματικότητα — καί τούτο, δηλαδή ή έ'λλειψις κατανοήσεως, ισχύει ακόμη κι αν, όπως λέγουν οί χριστιανοί, κάποιος τέτοιος Θεός πραγματοποίηση ένα ταξίδι στον ανθρώπινο κόσμο, ακόμη κι αν αίσθανθη τί σημαίνει θάνατος. 'Άς σκεφθούμε τί λέγουν: ό Θεός ένανθρωπίζεται μέν, γνωρί¬ζει τάς σωματικάς ταλαιπωρίας καί τόν θάνατον, όμως δεν γνωρίζει διόλου τόν πραγματικό βίο τού άνθρωπου διότι, καθώς είναι Θεός: Δεν έχει σεξουαλικότητα! Δέν γνωρίζει τόν έρωτα! Τόν γάμο! Τήν τεκνοποιία! Τά οικογενειακά βάρη! Τήν καθημερινή εργασία! Τήν οικονομική στενότητα! Ζή βίο ανέμελο πλάνητος προφήτου! Διατρέφεται εκ δωρεών «ώς τά στρουθία»! 'Άς μάς συγχωρούν οί χριστιανοί, άλλά δέν έζησε ό θεός των ανθρώπινο βίο! Ούτως ή άλλως, καί τούτο είναι τό κυριώτερον, τοιούτου είδους θεοί δέν εί¬ναι δυνατόν νά γίνουν φίλοι καί συμπαραστάται μας διότι δέν μάς καταλαβαίνουν καθώς διαφέρουν όντολογικώς δέν είναι ομοούσιοι μ' εμάς! Λέμε ότι κατανοούμε ή αγαπούμε κάποιον άνθρωπο, ίσως κάποιο κυνάριο, διότι ανήκει σέ άκρως συγγενικό μας ζωολογικό είδος, όμως αποτελεί παραδοξότητα τό νά λέγωμε ότι καταλαβαίνομε ένα ερπετό, ένα έντομο ή ένα φύκος, λόγω τής μεγάλης φυλογενετικής αποστάσεως τους άπό εμάς• και όμως όλα αυτά εΐναι πλήρως ομοούσια μ' εμάς! Πώς νά κατανόηση εμάς ό άύλος; Οί Θεοί τής παραδοσιακής θρησκείας βαδίζουν δίπλα μας, τους έπικαλούμεθα στίς ώρες τής μοναξιάς ή τής δοκιμασίας, διότι όχι μόνον είναι ομοούσιοι άλλα είναι έξελιχθείσαι έμβιοι οντότη¬τες, υπήρξαν άνθρωποι, όχι χάριν μελέτης ή ταξιδιού εις άλλας διαστάσεις ή άλλας ουσίας, άλλ' άνθρωποι σωστοί πού επί πολλούς βίους έγνώρισαν τ' ανθρώπινα, έπαθαν καί έμαθαν, έζησαν πραγματικά, καί όχι σέ "εικονική πραγματικότητα", κάθε ανθρωπινή κατάστασι, άλλοτε υγιείς καί άλλοτε ασθενείς, άλλοτε μέ μιά ζωή συνηθισμένη καί άλλοτε τραγικοί ήρωες, άλλοτε εύδαίμονες καί άλλοτε κυνηγημένοι άπ' τις κακοτυχίες, άλλοτε προλετά¬ριοι καί άλλοτε βασιλείς. Είναι οί φίλοι πού μπορούν νά μάς συ¬μπαρασταθούν καί νά μάς συμβουλεύσουν διότι "πέρασαν πολλά καί γνώρισαν πολλά" ! Ιδού διατί ή συνήθης προσφώνησις είναι «φίλε», π.χ. (Μενάνδρου Σαμία, 444): "Απολλον φίλτατε! ...κλύθι, άκουε, άκουσον, αιιάί, βχειιιάί, έλθέ, βλέψον προς ημάς...τους λέγομε, τους έπικαλούμεθα, τους προσφωνούμε, και αύτοι έρχονται έπήκοοι — και κωφού συνίημι και ου φωνεύντος ακούω, μας λέγει ό Απόλλων (Ήρόδοτ. 1,47). Και τότε εις το όντως Μυστήριον της Ιεράς Έξομολογήσεως ομιλούμε δια τους πόθους μας, τους φόβους μας, τα πεπραγμένα μας, δι' αυτά πού δεν έχομε το θάρρος νά άκούση ούτε ό εαυτός μας, ψιθυρίζομε εις τα ώτα του Θεού — ου τεθάρρηκα,... εντός δε μόλις τών χειλέων υποστενω— και αναφέρονται ό "Ηρώς Ψίθυρος της Λίνδου, ό Έρμης Ψίθυρος, ή Αφροδίτη Ψίθυρος (Ευσταθίου σχόλιον είς Όδύσσειαν, 20, 8: εκαλείτο ψίθυρος δια το τάς ευχομένας αυτή προς το ους λέγειν). Έπακουόμεθα, όπερ σημαίνει συγχρόνως, γινόμεθα ακουστοί και λαμβάνομε αυτό πού θέλομε (π.χ. υπάρχει ή Αφροδίτη Έπακούουσα και Έπήκοος). Κα! στις ώρες των μεγάλων συμφορών, όταν προσφεύγομε ώσπερ οι βώμιοι τών ικετών κλαίοντες, πάντοτε μας παρίσταται ό Μέγας έπήκοος, ό Εύχοδότης Ζευς.'Άς τά προσέξωμε τα ανωτέρω: το σημείον πού στηρίζεται εξ ολοκλήρου το οικοδόμημα της Ελληνικής Θρησκείας είναι η λυτρωτική προσωπική σχέσι με τους Θεούς η οποία, πάλι, δικαιολο¬γείται και υφίσταται μόνον έφ' όσον αποδεχθούμε το όμοούσιον, την παραδοσιακή Θεογονία, το «ένθεν άναβλαστάνουσι Θεοί τιμήσι φέριστοι» (Εμπεδοκλής, 146)! Άνευ αυτής τής θέσεως ή Ελληνική Κοσμοθέασις παύει νά είναι θρησκεία!Λέγοντας, λοιπόν, εν τέλει ότι πιστεύομε στον Ερμή σημαίνει ότι τον γνωρίζομε άμεσα, άπο ιδική μας εμπειρία και όχι άπό λογικές αποδείξεις. Ίσως εδώ θά έπρεπε νά γίνη διακρισι μεταξύ τής εμπειρίας ή οποία σημαίνει "εσωτερική βεβαιότητα" και τής εμπει¬ρίας ή οποία σημαίνει "μυστική εμπειρία": υπάρχουν πράγματι πολλοί πού ό πνευματικός τους δρόμος καταλάμπεται άπό δια¬φωτιστικές εμπειρίες, άπό θεοφάνειες κατά τήν εκφρασι τών Νεοπλατωνικών, όμως υπάρχουν και άλλοι πού χωρίς νά δύνανται νά παρουσιάσουν κάποια τοιαύτη εμπειρία καθ' όλη τήν διάρκεια του βίου των και συνολικώς κυριαρχούνται άπό τήν ολοκληρωτική βεβαιότητα τής θείας παρουσίας. Επομένως αυτή είναι ή βασική «μαρτυρία» διά τήν ύπαρξι τών Θεών: μία πρόσκλησις δι' άμεσον έσωτερικήν βεβαιότητα (και όχι άναγκαστικώς διά "μυστικάς εμπειρίας"). Λέγει ό Πρόκλος: Πρέπει νά άρχίζωμε άπό τους Θεούς, περισσότερο μάλιστα όταν έρμηνεύωμε τήν φύσι τών Θεών, διότι δεν είναι δυνατόν νά γνωρίσωμε διαφοροτρόπως τους Θεούς παρά διαφωτιζόμενοι άπό το ιδικό Τους φώς καί ούτε δυνάμεθα νά διδάξωμε εις άλλους τήν φύσι τών Θεών αν δεν κυβερνώμεθα άπό Αυτούς (άν, 7-8)! άπο θεών ποιείσθαι τάς αρχάς, ουχ ηκιστα δε εν ταις περί τών θεών έξηγήσεσιν ούτε γαρ νοήσαι το θείον άλλως δυνατόν η τω παρ’ αυτών φωτι τελεσθεντας, ούτε εις άλλους εξενεγκείν η παρ' αυτών κυβερνώμενους.Νά γίνωμε πάλι σχολαστικοί; Οί Θεοί επικοινωνούν μαζί μας με πολλούς τρόπους, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Θά ήδυνάμεθα νά περιγράψωμε τήν εσωτερική επικοινωνία απλώς ώς "τηλεπάθεια" καί αυτό θά αρκούσε, όμως δυνάμεθα νά τό λεπτολογήσωμε: τό μέσον τμήμα του τριμερούς, τριαδικού ψυχικού μας άτομου, αποτελείται εκ συνεχούς ουσίας, τουτέστιν περιγράφεται ώς "ένδιάμεσον αιθερικόν" και τούτο δε συνδέεται με τό ένδιάμεσον αιθερικόν τό έξηπλωμένον έφ' ολοκλήρου τού σύμπαντος τό οποίον αποτελεί και τόν φορέα τής θείας ακτινοβολίας καί τών θείων ενεργειών!Αυτή λοιπόν είναι ή ουσία τής θρησκείας: τό νά δεχώμεθα τους Θεούς ώς συνταξιδιώτας, συμπαραστάτας καί διδασκάλους πού έμπιστευόμεθα νά οδηγούν τήν ψυχή μας προς τήν τελείωσι — αγοιεν τον της ψυχής ημών νουν ώς λέγει ό Πρόκλος— και συνακολούθως νά βασιλεύη εντός μας ή εσωτερική βεβαιότης ή καλούμενη πίστις.



ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟΝ ΣΤΑΔΙΟΝ



Ή κατάστασις αυτή, τής προσωπικής σχέσεως με τους Θεούς, πού ονομάζεται άπό τόν Πλάτωνα προσομιλείν τοίς Θεοίς (Νόμοι, 716) καί άπό τους Στωικούς συζην Θεοίς, αποτελεί τήν ούσίαν τής θρησκείας καί οδηγεί τόν άνθρωπον εις τήν έκπνευμάτωσιν.Άς τονισθη εδώ ότι είς τά Μυστήρια ενα άπό τά πρώτα πράγματα τά οποία έδιδάσκετο ό μύστης ήτο διά τόν Θεό συμπαραστάτη του με τόν όποιο έμάνθανε νά έπικοινωνή, νά τόν εμπιστεύεται καί με τήν βοήθεια του νά πετά είς τάς πνευματικάς κορυφάς.Μία ψυχή ή οποία ευρίσκεται εις τοιαύτη κατάστασι λέγομε δτι κυριαρχείται από το Διονυσιακόν στοιχείον. Γράφει ό Άντ. Άδριανόπουλος (άν.σ. 102): «Εις τα Μυστήρια έκαλλιεργείτο το Διονυσιακόν στοιχείον τής ψυχής ήτις έκ τούτου ύφίστατο μίαν έξαρσιν, μίαν άνύψωσιν εις ανωτέρας πνευματικάς σφαίρας και έδημιούργει τήν έμπνευσιν, τήν έκστασιν [έκστασις είναι ενθουσιαστική δόνησις τής ψυχής, ή οποία θραύει τόν κλοιόν, πού τήν περιβάλλει, απολύεται προς τόν άνάλογον προς τήν φύσιν της κόσμον, τόν κόσμον τοϋ πνεύματος, του αληθούς, του ωραίου. Μετριωτέρα δόνησις τής ψυχής φέρει τήν έμπνευσιν], τόν ένθουσιασμόν. Ή δόνησις του Διονυσιακού στοιχείου έδημιούργει είς τήν ψυχήν εν μέθυ και τούτο έδιδε εις αυτήν πτερά, μέ τα οποία μετηρσιούτο εις τόν φωτεινόν κόσμον του ωραίου και του αληθούς και έξη τήν ζωήν τού κόσμου αυτού, τού οποίου άπέκτα τήν αίσθησιν».Ή επιτυχία εις αυτό τό στάδιο τού πνευματικού αγώνος θα έπιφέρη, πάντοτε μέ τήν άρωγήν τών Θεών, τήν γνωστικήν μας τελείωσιν και τήν ήθικήν μας άναγέννησιν και ούτως ό καθείς εξ ημών έφωδιασμένος μέ τις ηθικές αρετές και μέ φρόνησιν ρυθμίζουσαν τάς τάσεις τής ψυχής μέ τήν λογική τής αρετής θα καταστή ικανός δια τήν περαιτέρω πρόοδο του προς τήν τελείωσιν (Πρόκλος, αν. 10):ταΐς μεν ήθικαίς άρεταΐς κεκοσμημενος και πάντα τα άγενη και ανάρμοστα της ψυχής κινήματα τω της αρετής λόγω καταδησάμενος και προς εν τό της φρονησεως είδος άρμόσας.Βεβαίως ηθική άναγέννησις του άνθρωπου σημαίνει τήν αύθόρμητον προσαρμογήν τοϋ ηγεμονικού τής ψυχής εις τόν Τυθμόν τού Κόσμου. Λέγει ό Μάρκος Αυρήλιος (Δ' κγ'): «Θεωρώ κατάλληλο για μένα, οτιδήποτε άρμόζει σ' έσέ, ώ Κόσμε. Ποτέ δέν θα ειπώότι είναι πρόωρο ή όψιμο κάθε τι πού συμβαίνει, κατά τήν άποψί σου, στην σωστή στιγμή. Ω Φύσι, ό,τι φέρουν οί εποχές σου είναι καρπός ευπρόσδεκτος σ' έμενα, καθώς όλα προέρχονται άπ' εσένα, υπάρχουν εντός σου και σ' εσένα επιστρέφουν».
Παν μοι συναρμόζει ο σοι ενάρμοστόν εστίν, ώ Κόσμε" ουδεν μοι πρόωρον ουδέ όψιμον ό σοι εύκαιρον, παν μοι καρπός ο φερουσιν αϊ σαι ωραι, ώ Φύσις' έκ σου πάντα, εν σοι πάντα, εις σε πάντα.
Και ιδού πώς αισθάνεται και ή ψυχή πού βιώνει τό «συςήν θεοίς» (Ε' κζ'): «Ποιος συξή θεοίς; Αυτός πού συνεχώς τους παρουσιάζει τήν ψυχή του για να τους δείξη ότι, άφ' ενός, αρέσκεται εις όσα φέρει ό ρυθμός του Κόσμου καί, άφ' ετέρου, ότι ενεργεί όπως επιτάσσει ό κύριος πού μας τόν έδωσε ό Ζευς ώς προστάτη καί οδηγό καί δέν είναι άλλος άπό τήν φωνή τής νοήσεως και τής λογικής».

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟΝ ΣΤΑΔΙΟΝ



Ώς οίκοθεν νοείται, φθάνων κάποτε ό άνθρωπος εις τό θεανθρωπικόν έπίπεδον βιώνει ύπο τήν πλήρη του έννοια τό «συζήν θεοΐς»• γράφει και πάλιν ό Άντ. Άδριανόπουλος:«Ό άνθρωπος ό φθάσας εις τό άκρότατον όριον τής εξελίξεως επί τής γής, έκδηλοι θείας ιδιότητας καί τότε ζή διπλήν ξωήν. Ζή έδώ ώς άνθρωπος, άλλα καί εν τω πνευματικώ κόσμω μετά τελείων πνευμάτων, ώς πνεύμα... περί τούτου νομίζομεν ότι ομιλεί τό ρητόν. Υπάρχουν μερικαί παραδόσεις, "μυθεύματα", όπως θεωρούνται σήμερον, κατά τά όποια συνέβη ή συμβίωσις αύτη. Αναφέρεται, ότι ό Νουμάς Πομπήλιος συνέβη μετά τής νύμφης Ηγερίας, καί έδιδάσκετο παρ' αυτής. Ό Μίνως, όπως αναφέρει ό Όμηρος καί ό Πλάτων, όστις έβασίλευεν εννέα έτη καί τό δέκατον ανήρχετο έπί τής Ίδης, όπου έν τω εκεί σπηλαίω έλογοδότει εις τόν Θεό Δία. Τό δαιμόνιον του Σωκράτους, τό όποιον ήτο έν θείον πνεύμα, παρακολουθούν καί προτρέπον τόν φιλόσοφον είς τό μέγα έργον τό όποιον είχεν αναλάβει. Ακόμη δέ αί παραδόσεις περί νυμφολήπτων κλπ. Ταύτα δίδουν τήν πραγματικήν έννοιαν του "συξήν θεοίς"».Ή ουσία λοιπόν τής Θρησκείας μας είναι τό νομίζειν Θεοίς.
Πράγματι, μας συμβουλεύει ό Πλάτων (Νόμοι, 716): «Άπ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει το ακόλουθο δίδαγμα, πού κατά τη γνώμη μου, εϊναι το ωραιότερο και τό πιο αληθινό άπ' όλα τά διδάγματα, ότι γιά τον ενάρετο άνθρωπο τό ωραιότερο, τό καλύτερο, και συ¬νάμα τό πιο αποτελεσματικό μέσον —και μάλιστα τό πιο ταιριαστό άπ' όλα τάλλα— γιά νά ξήση ευτυχισμένος, είναι νά θυσιάξη στους Θεούς και νά επικοινωνία μαζί τους με προσευχές και ανα¬θήματα και με κάθε λογής Ιεροτελεστίες».Νοησωμεν δη τούτοις επόμενον είναι τον τοιόνδε λόγον, απάντων κάλλιστον και άληθέστατον οίμαι λόγων, ως τω μεν άγαθώ θύειν και προσομιλείν άει τοις θεοίς εύχαίς και άναθημασιν και συμπάση θεραπεία θεών κάλλιστον και άριστον και άνυσιμώτατον προς τον εύδαίμονα βιον και δη και διαφερόντως πρέπον.Ό άνθρωπος, όθεν, αιρόμενος υπεράνω τής βιομερίμνης φθάνει εις την κατάστασιν τής καθαράς μερίμνης περί τής αληθείας και τής ουσίας του Κόσμου, στέκει προ των μυστηρίων τής Ζωής και του Θανάτου, ποθεί νά γνωρίση κάτι περί αυτών, είτε ερωτών τους άλλους, είτε ερευνών ό ίδιος όσον δύναται. Τότε όμως υπάρχει μόνον ένας τρόπος νά γνωρίσωμε την αλήθεια και νά θεραπεύσωμε κατά τρόπο άριστο την υπαρξιακή μας ώδίνα, νά πεισθούμε νά καταστήσωμε τους Θεούς οδηγούς και διδασκάλους μας, όπως μας παροτρύνει ό Τίμαιος (Πρόκλος, άν. Α' 8): τω Πλατωνικού Τιμαίω παραινούντι πειθόμενοι προστησώμεθα τους Θεούς ηγεμόνας της περί αυτών διδασκαλίας... σύμπασαν την περί αυτών άληθειαν ΰποδεξόμεθα, και τέλος τό άριστον εξομεν της εν ήμίν ώδίνος ην εχομεν περί τα θεία, γνώναί τι περί τούτων ποθούντες και παρ' άλλων πυνθανόμενοι και εαυτούς εις δύναμιν βασανίζοντες.
Έδώ κλείνει ό κύκλος: τώρα αντιλαμβανόμεθα Οτι θρησκεία είναι ή θεραπεία τής υπαρξιακής αγωνίας και ότι ό μόνος τρόπος εξόδου άπό αυτήν είναι νά δεχθούμε την λυτρωτική παρουσία τών Θεών στη ζωή μας.


Από το βιβλίο του Παν. Μαρίνη: «Φωνή εξυπνισμού εν τω αιώνι της νυκτός»