θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 21, 2011

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ




Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

∆ΑΥΛΟΣ/283, Σεπτέμβριος 2005


Επι βάλ λε ται καὶ ἀ ξί ζει τὸν κό πο νὰ ἀ σχο λη θοῦ με μὲ τὸ νομι κὸ κα θε στὼς τῆς δουλείας στὴν προχρι στι α νι κὴ ἀρ χαι ό τη τα, ἔ τσι ὥ στε νὰ γί νῃ αὐ τὸ γνω στὸ καὶ γιὰ τὸ «φυ γεῖν τὴν ἄ γνοι αν», ἀλ λὰ καὶ γιὰ νὰ ἐ ξα χθοῦν χρή σι μα συμ πε ρά σμα τα στὴν Φι λο σοφί α τῆς Ἱ στο ρί ας. Ἀ θή να, Σπάρ τη καὶ Ρώ μη εἶ ναι οἱ τρεῖς πό λεις-κρά τη, ποὺ ἐκ φρά ζουν τὴν πρὸ τῆς ἐ πι βο λῆς τῆς χρι στι α νι κῆς θρη σκεί ας ἀρ χαι ό τη τα, για τὶ ἔ παι ξαν ση μαν τι κὸ ρό λο στὴν ἱ στο ρί α της καὶ τὸ νο μι κὸ κα θε στὼς αὐ τῶν θὰ δι ευ κρι νί σῃ τὸ κα θε στὼς τῆς δου λεί ας στὴν ἀρ χαι ό τη τα.

ΑΘΗΝΑ

Ερ χό μα στε στὴν Ἀ θή να, ὅ που ὁ Ἑλ λη νι κὸς Πο λι τι σμὸς χά ρις στὴ δι α λε κτι κὴ σχέ ση Φι λο σο φί ας καὶ δη μο κρα τι κοῦ πο λι τεύ μα τος ἔ φθα σε στὴν κο ρύ φωσή του, σ’ ὅλες τὶς ἐκ φρά σεις του ὥστε νὰ δι εκ δι κῇ πε ρί λαμ πρη θέ ση καὶ ὁ _ νο μι κὸς πο λι τι σμός της. Ὁ ∆η μο σθέ νης στὸν «κα τὰ Μει δί ου» λό γο του μᾶς δι έ σω σε τὸ κείμενο νό μου, ποὺ ἀ φο ρᾷ στὴ δου λεί α. Ὁ νό μος ἔ λε γε:
«Ἂν κά ποι ος προ σβά λῃ κά ποι ον ἢ παι δὶ ἢ γυ ναῖ κα ἢ ἄν δρα ἐκ τῶν ἐ λεύ θε ρων ἢ τῶν δού λων ἢ κά τι πα ρά νο μο πρά ξῃ σὲ κά ποι ον ἀ πὸ αὐ τούς, μπο ρεῖ νὰ τὸν μηνύ σῃ στοὺς Θε σμο θέ τες, ὅ ποι ος ἐ πι θυ μεῖ ἀ πὸ τοὺς Ἀ θη ναί ους ἐ κεί νους ποὺ ἔ χουν τὸ δι καί ω μα. Οἱ δὲ Θε σμο θέ τες εἰ σά γουν (τὴ μή νυ ση) στὴν Ἡ λια ία ἐν τὸς τριά ντα ἡ με ρῶν ἀ πὸ τὴν ὑ πο βο λή της, ἂν δὲν ὑ πάρ χῃ κά ποι ο νομικὸ κώ λυ μα. ∆ι α φο ρε τι κὰ αὐ τὴ ἐκ δι κά ζε ται κα τὰ προ τε ραι ό τη τα.» («Κα τὰ Μει δί ου», 47.)
Καὶ ὑ πε ρή φα να ὁ ∆η μο σθέ νης ἀ να φω νεῖ γιὰ τὸ νο μι κὸ πο λι τι σμὸ τῆς Ἀ θή νας: «Ἀ κούστε, ὦ Ἀ θη ναῖ οι, τὸ νό μο τῆς φι λαν θρω πί ας, ποὺ ἀ ξι ώ νει, οὔ τε οἱ δού λοι νὰ προ-σβάλ λων ται.» («Ἀ κού ε τ’, ὦ ἄν δρες Ἀ θη ναῖ οι, τοῦ νό μου τῆς φι λαν θρω πί ας, οὐδὲ τοὺς δού λους ὑ βρί ζε σθαι ἀ ξιοῖ.») («Κα τὰ Μει δί ου» 48.)
Ὁ ∆η μο σθέ νης θὰ το νί σῃ ἰ δι αί τε ρα τὴν εἰ δο ποι ὸ δι α φο ρὰ τοῦ νό μου κατὰ τῆς ἄ σκησης βί ας ὡς δη μό σιου ἀ δι κή μα τος:
«Για τὶ τὴν πό λη πι στεύ ει πὼς ἀ δι κεῖ καὶ ὄ χι μό νο τὸν πα θόν τα, ἐ κεῖ νος ποὺ ἐ πιχει ρεῖ νὰ προ σβά λῃ... Καὶ σὲ τέ τοι ο βαθ μὸ ὑ περ βο λῆς ἔ φθα σε, ὥ στε, καὶ ἂν κά ποι ος προ σβάλῃ δοῦ λο, ὁ μοί ως ἔ δω σε ὑ πὲρ αὐ τοῦ τὸ δι καί ω μα δη μό σιας μή νυ σης. Για τὶ
ἔ κρι νε πὼς δὲν πρέ πει νὰ ἀ πο σκο πῇ στὸ ποι ός εἶ ναι ὁ πα θών, ἀλ λὰ ποι ά εἶ ναι ἡ πράξη ποὺ ἔ γι νε. Καὶ ἐ πει δὴ τὴν βρῆ κε ἐν τε λῶς πα ρά νο μη, εἴ τε γί νε ται εἰς βά ρος δού λου εἴ τε ὁ ποι ου δή πο τε, ἀ πα γό ρευ σε τὴν δι ά πρα ξη αὐ τῆς.» («Κα τὰ Μει δί ου, 45 καὶ 46.)
Ὁ γραμ μα τι κὸς καὶ ἱ στο ρι κὸς σο φι στὴς Ἀ θή ναι ος ἐ πι βε βαι ώ νει τὸ νομικὸ αὐτὸ ὑπέρ τῶν δούλων κα θε στὼς τῆς Ἀ θη να ϊ κῆς ∆η μο κρα τί ας:
«Οἱ Ἀ θη ναῖ οι δέ, καὶ γιὰ τὴ τύ χη τῶν δού λων ἀ φοῦ προ νό η σαν, νο μο θέ τη σαν ὑ πὲρ τῶν δού λων, νὰ εἶ ναι ἀ δί κη μα αὐ τε πάγ γελ της δί ω ξης ἡ προ σβο λή τους. Μά λιστα ὁ ρή το ρας Ὑ πε ρεί δης στὸν “Κα τὰ Μαν τι θέ ου προ σβο λῆς” λό γο λέ ει πὼς ὑ πάρ χει νό μος ὄ χι μό νον ὑ πὲρ τῶν ἐ λεύ θε ρων, ἀλ λὰ ποὺ προ βλέ πει ἀ κό μη ὅ τι, ἂν κά ποι ος σω μα τι κὰ προ σβά λῃ δοῦ λο, νὰ πα ρέ χε ται τὸ δι καί ω μα αὐ τε πάγ γελ της δίω ξης κα τὰ ἐ κεί νου ποὺ δι έ πρα ξε τὴν προ σβο λή.» (Ἀ θή ναι ος, «∆ει πνο σο φι σταί» ΣΤ΄)
Ὁ Σό λων (640-560 π.Χ.) μὲ τὴν Σει σά χθεια κα τάρ γη σε τὸ δα νει σμὸ «ἐ πὶ σώ μα σι», ὥ στε οἱ ἐ λεύ θε ροι νὰ μὴν γί νων ται δοῦ λοι καὶ ἐ ξα γό ρα σε μὲ χρή μα τα τῆς πο λι τεί ας τοὺς ἐ λεύ θε ρους, ποὺ πω λή θη καν ὡς δοῦ λοι. Καὶ «ὁ Κλει σθέ νης (τὸ 510 π.Χ.) με τὰ τὴν ἐκ βο λὴ τῶν τυ ράν νων, πολ λοὺς ἀ θρό ως κα τέ τα ξε στὶς φυ λὲς ὡς πο λί τες ξέ νους καὶ δού λους
καὶ με τοί κους». (Ἀ ρι στο τέ λης, «Πο λι τι κά» 1275, 10.)
Πέ ραν αὐ τῶν ὁ Ἀ θη ναῖ ος πο λί της εἶ χε τὸ δι καί ω μα ἀ πε λευ θέ ρω σης τῶν δού λων εἴ τε μὲ ἀν τα μοι βὴ ὑ πη ρε σι ῶν εἴ τε μὲ ἐ ξα γο ρά, ὅ που οἱ δοῦ λοι θὰ μπο ροῦ σαν νὰ δα νεί-ζων ται ἀ πὸ εἰ δι κὲς Τρά πε ζες. Ἀ κό μη ὁ μά δες πο λι τῶν σχη μά τι ζαν ἐ ρα νι κὲς ἐ πι τρο πὲς γιὰ τὴν ἀ πε λευ θέ ρω ση δού λων. Ἐπίσης βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων ἀ πο λά μβα ναν οἱ δοῦ λοι τὴν ἰ σό τι μη συμ με το χὴ στὶς ἱ ε ρὲς γι ορ τές.

ΣΠΑΡΤΗ


Ο Παυ σα νί ας στὰ «Λα κω νι κά» ἀ να φέ ρει τὸ ἱ στο ρι κὸ τῆς θε σμο θέ τη σης τῆς εἱ λω τεί ας: «Πα ρα θα λάσ σια ἦ ταν μί α πό λη, ποὺ καὶ ὁ Ὅ μη ρος μνη μό νευ σε στὸν κα τά λο γο τῶν Λα κε δαι μο νί ων: αὐ τοὶ κα τεῖ χαν τὶς Ἀ μῦ κλες καὶ τὴν πα ρα θα λάσ σια πό λη Ἕ λος. Αὐ τὴν ἔ κτι σε ὁ Ἕ λιος, ὁ νε ώ τε ρος ἀ πὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Περ σέ α, ὕ στε ρα ὅ μως οἱ ∆ω ρι εῖς τὴν πο λι όρ κη σαν, καὶ πρῶ τοι αὐ τοὶ ἔ γι ναν δοῦ λοι τῶν Λα κε δαι μο νί ων καὶ εἵ λω τες ὠ νο μά σθη καν πρῶ τοι, ὅ πως πράγ μα τι ἔ γι ναν. Καὶ οἱ δοῦ λοι, ποὺ ἀ πο κτή θη καν ὕ στε ρα καὶ ἦ ταν οἱ ∆ω ρι εῖς Μεσ σή νιοι, καὶ αὐ τοὶ ὠ νο μά σθη καν εἵ λω τες, ἀ φοῦ καὶ αὐ τοὺς τοὺς νί κη σαν.» (Λα κω νι κά, Γ΄ 6.)
Πράγ μα τι ἐ τυ μο λο γι κὰ ἡ λέ ξη εἵ λω τες προ έρ χε ται πι θα νὸν ἀ πὸ τὸ ρῆ μα αἱ ρῶ (κυ ριεύ ω), ἀ ό ρι στος β΄ εἷ λον. Οἱ εἵ λω τες λοι πὸν ἦ ταν οἱ ἡτ τη θέν τες στὸν πό λε μο. Νο μι κὰ ἀ ποτε λοῦ σαν ἰ δι ο κτη σί α τοῦ κρά τους τῶν Σπαρ τια τῶν, ποὺ τοὺς πα ρα χω ροῦ σε πρὸς χρή ση μα ζὶ μὲ τὶς δη μό σι ες γαῖ ες στοὺς πο λί τες γιὰ καλ λι έρ γεια. Γε νι κὰ τὰ δι και ώ μα τα τῶν ἐ λεύθε ρων πο λι τῶν στὴ Σπάρ τη ἐ πὶ τῶν εἱ λώ των ἦ ταν πε ρι ω ρι σμέ να. Στὸν πό λε μο οἱ εἵ λω τες ἀ κο λου θοῦ σαν τοὺς ἐ λεύ θε ρους πο λί τες ὡς θε ρά πον τες ἢ ὡς ψι λοὶ (ἐ λα φρὸ πε ζι κό) καὶ ὡς ναῦ τες. Ἐ πι τρε πό ταν βά σει τῆς νο μο θε σί ας τῆς Σπάρ της καὶ ἀ πε λευ θέ ρω ση τῶν εἱ λώ των ὡς ἀν τα μοι βὴ πο λε μι κῶν ὑ πη ρε σι ῶν. Οἱ ἀ πε λεύ θε ροι εἵ λω τες ἐ ξω μοι ώ νον ταν πρὸς τοὺς πε ρί οι κους, οἱ ὁ ποῖ οι ἐπίσης στε ροῦν ταν πο λι τι κῶν δι και ω μά των.






Ἐ κτὸς τῆς προ στα σί ας, ποὺ προ σέ φε ρε στοὺς δού λους ἡ νο μο θε σί α τῶν ἀρ χαι ο ελ λη νι κῶν πό λε ων, προ έ βλε πε καὶ τὴν ἀ πε λευ θέ ρω σή τους, ἀ κό μη καὶ τῶν εἱ λώ των, ὑ πὸ ὡ ρι σμέ νες προ ϋ πο θέ σεις προ σφο ρᾶς στὸ κοι νω νι κὸ σύ νο λο. Στὴ φω το γρα φί α ἀ νά γλυ φο ἐνθύμιο τῶν ἀ να κτη σάν των τὴν ἐ λευ θε ρί α τους δού λων ∆η μη τρί ου καὶ Φι λο νεί κου, ποὺ τοὺς δώ ρη σε ὁ δι κα στὴς Λι κί νιος.


ΡΩΜΗ

Ασφαλῶς στὴ Ρώ μη, ὡς ἰμ πε ρι αλι στι κὸ στρα τι ω τι κὸ κρά τος, ὁ θε σμὸς τῆς δουλεί ας ὑ πῆρ ξε σκλη ρό τε ρος. Ὁ δοῦ λος θε ω ρεῖτο πρᾶγ μα (τβα), ὑ πα γό με νος στὸ δί και ο τῶν πραγ μά των (Κβα ΡιιΜίεα Κοιηαηα), ὅ που ὁ κύ ριος τοῦ δού λου εἶ χε | κα θο λι κὴ ἐ ξου σί α πάνω του, ἀ πὸ τὴν ἱ κα νο ποί η ση ἀ νώ μα λων ὀ ρέ ξε ων, τὴν ἐρ γα σί α, μέ χρι τὴν χρη σι μο ποί η σή του ὡς μο νο μά χου ἢ θη ρι ο μά χου στὸ Κο λοσ σα ῖο, τὸ μνη μεῖ ο τοῦ Ρω μα ϊ κοῦ Πο λι τι σμοῦ, ποὺ προ σέ φε ρε στοὺς Ρω μαί ους «άρ τον καϊ θε ά ματα». Ἀ κό μη ὁ κύ ριος τοῦ δού λου μπο ροῦ σε νὰ τὸν πω λή σῃ, νὰ τὸν φο νεύ σῃ καὶ νὰ τὸν χρη σι μο ποι ή σῃ στὰ ὄρ για τῶν ρω μα ϊ κῶν συμ πο σί ων. Για τὶ στὸν Ρω μαῖ ο πο λί τη ἀ νῆ κε καὶ ὄ χι στὸ Ρω μα ϊ κὸ Κρά τος, ὅ πως συ νέ βαι νε στὴ Σπάρ τη.
Ὑ πῆρ χε ἀ κό μη καὶ ὁ θε σμὸς τῆς δου λο ποί η σης τῶν ἐ λεύ θε ρων πο λι τῶν. Ὡς δοῦ λος ἐπωλεῖτο ἐ κεῖ νος ποὺ κα τα δι κά σθη κε γιὰ θη ρι ο μα χί α μὲ ξί φος ἢ πέ λε κυ ἢ σὲ κα τα ναγκα στι κὰ ἔρ γα καὶ ἡ Ρω μαί α ποὺ συν δέ θη κε ἐ ρω τι κὰ μὲ δοῦ λο.

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1948!

Η ἔν νο μη δου λεί α, ἐ πί κτη τη ἢ κλη ρο νομι κή, συ νε χί σθη κε καὶ στοὺς νε ώ τε ρους χρό νους μέ χρι τὴ δι α κή ρυ ξη τῶν ∆ι και ω μά των τοῦ ΟΗΕ τὸ 1948. Ἡ δου λεί α συμ πε ρι έ λα βε τὴ δου λο πα ροι κί α κα τὰ τὸ Με σαί ω να, ὁπότε ἄν θη σε τὸ δουλεμ πό ριο. Ὑ πῆρ ξε με γά λο ρεῦ μα δου λεμ πο ρί ου ἀ πὸ βαλ κα νι κοὺς λα οὺς πρὸς τὴ χρι στι α νι κὴ ∆ύ ση, ποὺ ὠ νο μά σθη καν σκλά βοι. Ἀ κό μη ἐν τα τι κο ποι ή θη κε τὸ δου λεμ πόριο Ἀ φρι κα νῶν δού λων στὴν Ἀ με ρι κή. Ὁ Κολ μπὲρ μὲ δι ά ταγ μά του («Μαῦ ρος Κῶ διξ», 1685) κα θώ ρι σε τὴν ἔν νο μη δου λεί α σύμ φω να μὲ τὸ Ρω μα ϊ κὸ ∆ί και ο.
Μό λις τὸ 1807 ἀ πα γο ρεύ ε ται τὸ δου λεμ πό ριο ἀ πὸ τὴν Ἀγ γλί α καὶ τὸ 1815 ἀ πὸ τὴ Γαλ λί α καὶ ἀ κο λου θεῖ ἡ χει ρα φέ τη ση τῶν δού λων τὸ 1833 ἀ πὸ τὴν Ἀγ γλί α καὶ τὸ 1848 ἀ πὸ τὴ Γαλ λί α. Καὶ συ νε χί σθη κε ἡ ἀν τι δου λο κτη τι κὴ πο λι τι κὴ μὲ σει ρὰ δι α τά ξε ων σὲ ἄλλα κράτη μὲ ἱ κα νο ποι η τι κὰ ἀ πο τε λέ σμα τα. Συγ κε κρι μέ να στὶς ΗΠΑ τὸ 1866 νο μοθε τή θη κε ἡ ἰ σό τι μη δι κα στι κὴ ἀν τι με τώ πι ση τῶν Μαύ ρων, τὸ 1964 ἡ ἴ ση ἀ πα σχό λη ση καὶ μό λις τὸ 1968 κα ταρ γή θη κε ἡ δι ά κρι ση γιὰ τὴν ἀ γο ρὰ καὶ ἐ νοι κί α ση κα τοι κι ῶν σὲ βά ρος τῶν Μαύ ρων.
* * *
Κα τό πιν αὐ τῶν τί θε ται τὸ ἱ στο ρι κὸ ἐ ρώ τη μα: Για τί ἡ Ἀ θη να ϊ κὴ ∆η μο κρα τί α εἶ χε τὴν κα λύ τε ρη ἔν νο μη τά ξη πε ρὶ δου λεί ας δι α χρο νι κὰ ἀ νὰ τοὺς αἰ ῶ νες μὲ τὴν ἰ σό τι μη ἐ λεύ θε ρων καὶ δού λων δι κα στι κὴ ἀν τι με τώ πι ση, θε ω ρῶν τας τὴν ^ προ σβο λὴ τῶν δού λων δη μό σιο ἀ δί κη μα, ὥ στε ὁ λα κε δαι μο νί ζων ὀ λι γαρ χι κὸς ψευ δο-Ξε νο φῶν νὰ ἐκ φρά σῃ ἔ τσι τὴν ἀν τί θε σή του στὴν Ἀ θη ναί ων Πο λι τεί α: «Τῶν μετοί κων πά λι καὶ τῶν δού λων εἶ ναι με γά λη στὴν Ἀ θή να ἡ ἀ κο λα σί α καὶ οὔ τε μπο ρεῖς νὰ πα τά ξῃς δοῦ λο οὔ τε πα ρα με ρί ζει αὐ τός, γιὰ νὰ πε ρά σῃς.»;
Τὴν ἀ πάν τη ση ἔ δω σε ὁ Πε ρι κλῆς στὸν κλασι κὸ ἐ πι τά φιο λό γο του, λέ γον τας μὲ «ποι ό πο λί τευ μα» (36) ἐ πι τεύ χθη κε τὸ θαῦ μα τοῦ Ἀ θη να ϊ κοῦ Πο λι τι σμοῦ, ὅ που ἰ σότι μη θέ ση σὲ αὐ τὸν ἔ χει καὶ ὁ νο μι κὸς πο λι τι σμός. «Καὶ κα τὰ τὸ ὄ νο μα», τό νι σε ὁ Πε ρι κλῆς, «δη μο κρα τί α ὀ νο μά ζε ται, γιὰ τὸ ὅ τι ἡ ἐ ξου σί α ἀ σκεῖ ται ὄ χι ἀ πὸ λί γους, ἀλ λὰ ἀ πὸ τοὺς πολ λούς» (37) καὶ ἐ πί σης «ὁ λό κλη ρη ἡ πό λη εἶ ναι ἐκ παι δευ τή ριο τῆς Ἑλ λά δας» (41).
Ἡ ἐ λευ θε ρία τοῦ πνεύ μα τος τοῦ ἀ θη να ϊ κοῦ δη μο κρα τι κοῦ πο λι τεύ μα τος ἔ δω σε τὴ δυ να τό τη τα στοὺς σο φι στές, στοὺς φι λο σό φους τοῦ ∆ι α φω τι σμοῦ τῆς ἀρ χαι ό τη τας, νὰ το νί σουν πὼς πα ρὰ φύ ση ἦ ταν ἡ κα τὰ νό μο καὶ βί α δου λεί α («Πο λι τι κά», 1253 β), καὶ πρὸς τὴν ἄ πο ψη αὐ τὴ συμ φω νοῦ σε καὶ ὁ Ἀ ρι στο τέ λης («Πο λι τι κά» 1255 α: βλ. «∆», τ. 254, «Ἡ κατάσταση τῶν δούλων στὴν ἀρχαιότητα» καὶ τ. 279, «Ὁ Ἀριστοτέλης ἐναντίον τῆς δουλείας».) Καὶ ἀ πὸ σκη νῆς ὁ φι λό σο φος Εὐ ρι πί δης με γα λό φω να, χω ρὶς φό βο, θὰ πῇ πὼς «ἡ ψυ χὴ πολ λῶν δού λων εἶ ναι πιὸ ἐ λεύ θε ρη καὶ ἀ πὸ τῶν ἐ λεύ θε ρων ἀν θρώ πων». (Στο βαῖ ος Ξβ, 39.)

Γεράσιμος Καζάνας Οἰ κονομολόγος