NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 21, 2011

ΤΟ ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ - ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ






ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΩΣ Ο ΦΡΟΪΝΤ ΔΙΑΣΤΡΕΥΛΩΣΕ ΤΟΝ ΣΟΦΟΚΛΗ


Στὰ τέ λη τοῦ 19ου αἰ ῶ να ἕνας νέος γιατρός, ὁ Ζίγκμουντ Φρόυντ, διατύπωσε μία ψυχιατρικὴ θεραπευτικὴ θεωρία μὲ κεντρικὸ ἄξονα τὸ «Οἰδιπόδειο Σύμπλεγμα». «Οἰδιπόδειο Σύμπλεγμα» σύμφωνα μὲ τὴν φροϋδικὴ σχολὴ εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ γιοῦ μὲ τὴ μητέρα ἢ ἀντί τοιχα τῆς κόρης μὲ τὸν πατέρα, μὲ ὅ,τι βιολογικά, ψυχικὰ καὶ ἀντικοινωνικὰ ἀποτελέσματα συνεπάγεται. Πόση ἀλήθεια καὶ πόση ἀληθοφάνεια πα ρου σιά ζει ἡ θε ω ρί α αὐτὴ καὶ ὥς ποι ό βαθ μὸ εἶ ναι δυ να τὸ νὰ γε νι κεύ ε ται, ὥ στε νὰ ἀ φο ρᾷ σ’ ὅ λη τὴν ψυ χι κὴ ὅ σο καὶ κοι νω νι κὴ πραγμα τι κό τη τα; Καὶ γιατί ὁ Φρόυντ διάλεξε τὸν χαρακτηρισμὸ «οἰδιπόδειό» της βασικῆς ἔννοιας τῆς θεωρίας του; Οἱ κόρες τοῦ Λὼτ ἐνσυνείδητα τεκνοποίησαν μὲ τὸν πατέρα τους, ὅπως περιγράφεται στὸ ιθ΄ κεφάλαιο τῆς «Γενέσεως» (31-35). Για τί ὁ Φρόυντ δὲν ὠνόμασε τὸ σύμπλεγμα Λώτειο, ὅπως ἄριστα θὰ τοῦ ταίριαζε; Για τί ὁ Φρόυντ διάλεξε τὸ ἐπίθετο αὐτό, τὴ στιγ μὴ ποὺ ὁ Οἰδίπους οὔτε πρόθεση εἶχε, οὔτε κὰν γνώριζε, ὅ τι πατέρας του ἦταν ὁ Λάιος καὶ ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ πατέρα του (Ἰοκάστη) ἦταν ἡ πραγματική του μητέρα στὴν τραγῳδία τοῦ Σοφοκλέους «Οἰδίπους Τύραννος»; Ποιός ἦταν ὁ χαρακτῆρας τοῦ Φρόυντ; Ὁ Ζίγμουντ Φρόυντ καταγόταν ἀπὸ πολὺ πλούσια οἰκογένεια ραββί νων. Ὁ πατέρας του ἦταν ἔμπορος• παντρεύτηκε τὴν -κατὰ πολὺ μικρό τε ρή του- δεύ τε ρη γυ ναῖ κα του καὶ μη τέ ρα τοῦ «Ζίγ κι». Τὰ πρῶ τα χρό νια τῆς ζω ῆς τοῦ Φρό υντ ση μα δεύ τη καν ἀ πὸ τὰ ἑ ξῆς γε γο νό τα: • Συγ κλο νι στι κὴ ἦ ταν γιὰ τὸν Φρό υντ ἡ ἐν τύ πω ση τῆς ἐ ρω τι κῆς πε ρί πτυ ξης τῶν γο νι ῶν του, κα τὰ τὴν ὁ ποί α τοὺς «συ νέ λα βε» κά ποι α νύ κτα, ποὺ μπῆ κε ξαφ νι κὰ στὴν κρε βα το κά μα ρά τους: Ἔ ξαλ λος ὁ πα τέ ρας του τὸν πέ τα ξε ἔ ξω. Πα ρ’ ὅ λο ποὺ πα ρό μοι α πε ρι στα τι κὰ ἐ νί ο τε συμ βαί νουν σὲ ἀρ κε τὲς οἰ κο γέ νει ες, ἡ ἐμ πει ρί α τοῦ νε α ροῦ Φρό υντ τοῦ ἔ κα νε, ὅ πως φαί νε ται, βα θειὰ ἐν τύ πω ση ἔ τσι, ὥ στε ἀρ γό τε ρα ἀ πο τέ λε σε τὴ βά ση, στὴν ὁ ποί α στη ρί χτη κε ἡ θε ω ρί α του γιὰ τὴν ψυ χο θε ρα πεί α. Τὸ κα τα πι ε σμέ νο ἠ θι κὰ


Ὁ Μωυσῆς ἦταν ὁ ἀγαπημένος «ἥρωας», ποὺ ἐνέπνευσε κι ἐπηρέασε τὴ ζωὴ τοῦ Φρόυντ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Ὁ Μωυσῆς κι ὁ Μονοθεϊσμός» (ἀριστερά) ὁ Φρόυντ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μελέτη τοῦ ὁμώνυμου ἔργου τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου. Τὸ 1914 σὲ ἐπιστολὴ του – ἀναφερόμενος στὸν Μωυσῆ- παραδέχθηκε: «Ἔχω βαθύτατα ἐπηρεασθῆ.» Ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ κανένα ἀρχαιολογικὸ εὔρημα, ποὺ νὰ πιστοποιῇ τὴν ὕπαρξη ἢ ἐπὶ πλέον νὰ μᾶς δίνῃ κάποια ἰδέα γιὰ τὴν ὑποτιθέμενη μορφὴ τῶν βιβλικῶν προσώπων, στὴν δεξιὰ εἰκόνα φαίνεται ἕνα -φανταστικό- σκίτσο τοῦ Μωυσῆ, ζωγραφισμένο ἀπὸ τὸν Φρόυντ.



καὶ κοινωνικὰ Ἑβραιόπουλο ποτὲ δὲν ξέχασε τὴ στιγμὴ ἐκείνη. Ζήλεψε καὶ μίσησε. Ἡ προσωπικότητά του ἀπὸ τότε ἀπέβη προβληματική, γιατί κατ’ αὐτὸν ἡ παιδικὴ ἡλικία εἶναι ἄξονας διαμόρφωσης τῶν ἑπομένων φάσεων τῆς ζωῆς.
• Ἰδιαίτερης σημασίας ἦταν ὁ ἐξευτελισμός, ποὺ ὑφίστατο ἀπὸ τὸν πατέρα του, γιὰ τὴ νυκτερινὴ ἐνούρησή του.
• Καταλυτικῆς σημασίας ὑπῆρξε ὁ θάνατος ἑνὸς μικρότερού του ἀδελφοῦ. Τὰ ἀνάμικτα συναισθήματα, ποὺ ἔνοιωσε, ἔκαναν τὸ βιογράφο του Ε. Τζόουνς νὰ παρατηρήσῃ: «Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὁ Φρόυντ ζυμώθηκε μὲ τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς γέννησης, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου» («Τhe Life and Work of Sigmund Freud », τόμ. Ι, «Basic Books », Νέα Ὑόρκη 1953).
• Στὰ ἕβδομα γενέθλιά του ὁ πατέρας του τοῦ δώρισε μία Βίβλο μὲ ἀφιέρωση στὰ Ἑβραϊκὰ καὶ τὸν ἐνθάρρυνε νὰ τὴν μελετάῃ. Ἀπὸ τότε ἡ Βίβλος ἄσκησε μεγάλη ἐπίδραση στὴ ζωή του: «Κάτι ἀπὸ τὴν καρδιά, τὸ ἄρωμα τοῦ γεμάτου νοήματος καὶ τὴ χαρὰ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ δὲν θὰ ἀφήσῃ ποτὲ τὸ σπίτι μας… Συχνὰ νιώθω σὰ σκέψη, ὅτι ἔ χω κλη ρο νο μή σει ὅ λη τὴν πρό κλη ση κι ὅ λο τὸ πά θος, μὲ τὸ ὁ ποῖ ο οἱ πρό γο νοί μας ὑ πε ρα σπί στη καν τὸ να ό τους.» (Ἀ πο σπά σμα τα ἀ πὸ ἐ πι στο λὴ τοῦ Φρό υντ πρὸς τὴν ἀρ ρα βω νι α στι κιὰ καὶ με τέ πει τα γυ ναῖ κα του, ἡ ὁ ποί α ἐ πί σης κα τα γό ταν ἀ πὸ δι α κε κριμέ νη οἰ κο γέ νεια ραβ βί νων ὁ παπ ποῦς της ἦ ταν ὁ ἀρ χι ραβ βῖ νος τοῦ Ἁμ βούρ γου.)
Σὲ ἄλ λη ἐ πι στο λή του ἔ γρα ψε: «Ἡ βα θειὰ ἀ πορ ρό φη σή μου στὶς ἱ στο ρί ες τῆς Βίβλου, σχε δὸν ἀ πὸ τό τε ποὺ πρω το άρ χι σα νὰ μα θαί νω τὴν τέ χνη τοῦ δι α βά σμα τος, ἀ π’ ὅ,τι κα τά λα βα ἀρ γό τε ρα, ἄ σκη σαν δια ρκῆ ἐ πί δρα ση στὴν κα τεύ θυν ση τῶν ἐν δι α φε ρόν των μου.» Οἱ με λέ τες τοῦ Φρό υντ πά νω στὴ Βί βλο ἔ φτα σαν στὸ ἀ πο κορύ φω μά τους με τὰ τὰ ὀ γδόν τα του, ὅ ταν ἄρ χι σε νὰ ἐκ δί δῃ φυλ λά δια σχε τι κὰ μὲ τὸν Μω υ σῆ. Τὸ τε λευ ταῖ ο βι βλί ο ποὺ ἔ γρα ψε, προ τοῦ πε θά νῃ, ἦ ταν «Ὁ Μω υ σῆς κι ὁ Μο νο θε ϊ σμός».

Ποιός εἶναι ὁ «χαρακτῆρας» τοῦ Οἰδίποδα

Κρί νον τας ἐξ ἰ δί ων ὁ Φρό υντ θὰ δη μι ουρ γή σῃ τὴν θε ω ρί α του. Πά τη σε στὸν ἀρ χαῖ ο Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τι σμὸ καὶ τὸν πα ρου σί α σε στρε βλὸ στὸ σύγ χρο νο κό σμο: Θη λυ κὸ ἀν τί στοι χο τοῦ «Οἰ δι πο δεί ου» εἶ ναι κα τὰ τὸν φρο ϋ δι σμὸ _ πάν τα τὸ σύμ πλεγ μα «Ἠ λέ κτρα». Στὶς ὁ μώ νυ μες τρα γῳ δί ες τῶν Σο φο κλέ ους κι Εὐ ρι πί δου βέ βαι α οὐ δό λως ὑ πο νο εῖ ται κά ποι α ἐ ρω τι κὴ σχέ ση με τα ξὺ πα τέ ρα-κό ρης, πα ρὰ μό νο ἡ φυ σι κὴ ἀ γά πη τῆς κό ρης –Ἠ λέ κτρας πρὸς τὸν πα τέ ρα της Ἀ γα μέ μνο να-, ὅ ταν ἐ κεῖ νος ἔ λει πε στὸν Τρω ι κὸ Πό λε μο.
Ὁ «Οἰ δί πους Τύ ραν νος» εἶ ναι ἔρ γο τοῦ Σο φο κλέ ους, τὸ δεύ τε ρο μιᾶς τρι λο γί ας (μὲ τρί το τὸ «Οἰ δί πους ἐ πὶ Κο λω νῷ»). Πα ρα στά θη κε στὰ Με γά λα ∆ι ο νύ σια τοῦ 420 π.X. Στὸ ἔρ γο αὐ τὸ τοῦ Σο φο κλῆ ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι γιὸς τοῦ Λά ι ου καὶ τῆς Ἰ ο κά στης. Ὁ Λά ι ος εἶ ναι τύ ραν νος στὴ Θή βα. ∆ελ φι κὸς χρη σμὸς προ μάν τευ ε τὸ τέ λος του ἀ πὸ τὸ γιό του. Ὁ τύ ραν νος ἀ πο φεύ γει τὴν τε κνο ποί η ση, μὰ δὲν τὰ κα τα φέρ νει. Ἡ Ἰ ο κά στη ἀ πο κτᾷ γιό-δι ά δο χο, τὸν ὁ ποῖ ον ὁ Λά ι ος ὄ χι μό νον δὲν τὸν ἐ πι θυ μεῖ, πα ρὰ τὸν φο βᾶ-ται, γι’ αὐ τὸ καὶ δι α τά ζει τὸ φό νο του. Τὸ βρέ φος τρυ πι έ ται στὰ σφυ ρά, ποὺ πρή ζον ται (οἴ δη μα), κι ἐ κτί θε ται στὸν Κι θαι ρῶ να μὲ τοὺς ἀ στρα γά λους δε μέ νους με τα ξύ τους. Ὁ δρα μα τι κὸς «μῦ θος» θέ λει τὸν «Φου σκο πό δη» - Οἰ δί πο δα στὴν αὐ λὴ τοῦ ἄ τε κνου τυ ραν νι κοῦ ζεύ γους τῆς Κο ρίν θου Πό λυ βου καὶ Με ρό πης. Αὐ τοὶ τὸν υἱ ο θε τοῦν καὶ τὸν ἀ να τρέ φουν ἀρ χον τι κά. Ὅ ταν ὁ Οἰ δί πους ἀ να ζη τᾷ τὴν ταυ τό τη τα-αὐ το γνω σί α του -ποὺ κρα τοῦ σαν μυ στι κὴ οἱ θε τοὶ γο νείς-, ὁ δη γεῖ ται στὸ ∆ελ φι κὸ Μαν τεῖ ο. Ὁ χρησμὸς εἶ ναι εὔ γλωτ τος, ἀλ λὰ πα ρε ξη γεῖ ται ἀ πὸ τὸ νε α ρὸ Οἰ δί πο δα: «Θὰ φο νεύ σῃς τὸν πα τέ ρα καὶ θὰ νυμ φευ θῇς τὴ μη τέ ρα σου», εἶ πε ἡ Πυ θί α. Ὁ Οἰ δί πους ἀ πο φα σί ζει νὰ μὴν ξα να δῇ τὸν Πό λυ βο, τὸν ὁ ποῖ ο θε ω ροῦ σε φυ σι κὸ πα τέ ρα, οὔ τε καὶ τὴ Με ρό πη. Συ νει δη τὰ ἀ πο φα σί ζει νὰ μὴν ἐ πι στρέ ψῃ πο τὲ πιὰ στὴν Κό ριν θο, τὴν ὁ ποί α θε ω ροῦ σε πα τρί δα. Κα τευ θύ νε ται λοι πὸν πρὸς τὴν Θή βα.
Ἀ πὸ τρα γι κὴ σύμ πτω ση συμ πλέ κε ται μὲ τὸ Λά ι ο. Ὁ νέ ος ὑ πε ρι σχύ ει καὶ τὸν φο νεύ ει, ἀ γνοῶν τας πὼς εἶ ναι ὁ φυ σι κός του πα τέ ρας. Στὸ ση μεῖ ο ἐ κεῖ νο, πλη σί ον τῶν ∆ελ φῶν, ὁ Λά ι ος εἶ χε ὁ δη γη θῆ γιὰ χρη σμο δο σί α, προ κει μέ νου νὰ τοῦ ἀ πο κα λυ φθῇ ὁ τρό πος ἀ παλ λα γῆς τῆς Θή βας ἀ πὸ τὸ θα να τι κό, ποὺ τὴ μά στι ζε. Ἡ ἄ γνοι α τῶν αἰτίων σκό τωνε. Μιὰ μυ θι κὴ Σφίγ γα ρω τοῦ σε καὶ ἐ ξέ τα ζε τοὺς πε ρα στι κοὺς ἀ πὸ τὴ Θή βα, μή πως


«Ἐπικαλοῦμαι τὸν μεγάλο, τὸν περιπόθητο, τὸν γλυκὺ Ἔρωτα, τὸν ἰσχυρὸ τοξότη, ποὺ φλογίζει μὲ δύναμη τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ταχὺ καὶ ἀσυγκράτητο, ποὺ εἶναι οἰκεῖος στοὺς θεούς.» (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν ὀρφικὸ ὕμνο, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένος στὸν Ἔρωτα.) Ἀπὸ πανάρχαιες ἐποχές, χιλιάδες χρόνια πρὶν τὸν Φρόυντ, οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἐπισημάνει καὶ ἐξάρει τὴν ἀδιαφιλονίκητη ἰσχὺ τοῦ Ἔρωτα. (Βλ. «Ἡ Γιορτὴ τοῦ Ἔρωτα», «∆», τ. 277.) Ὁ Φρόυντ ὅμως προτίμησε νὰ καθιερώσῃ ἕνα δικό του ὅρο, τὴ «λίμπιντο». Στὴ φωτογραφία δεξιὰ ἕνα ἀρχαῖο ἀγαλματίδιο, ποὺ παριστάνει τὸν Ἔρωτα θεὸ κι ἐκτίθεται στὸ σπίτι, ποὺ ἔζησε ὁ Φρόυντ στὴ Βιέννη, τὸ ὁποῖο ἔχει μετατραπῆ σὲ μουσεῖο. Ἀριστερὰ διάφορα ἄλλα ἐπίσης ἐκτιθέμενα ἀρχαῖα ἀντικείμενα, ὅλα προϊόντα ἀρχαιοκαπηλίας.


γνωρίζουν τὴ λύση στὸ πρόβλημα. ∆ιατύπωνε ἕνα συγκεκριμένο ἐρώτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντηση θὰ ἀναδείκνυε τὸ σωτῆρα τῆς πόλης στὴν παροῦσα κρίση. Τὸ ἐρώτημα εἶχε δύο σκέλη:
• «Ποιό εἶναι τὸ ὂν τὸ δίπουν, τρίπουν καὶ τετράπουν, τὸ ὁποῖον, ὅσο πιὸ ἀδύναμο εἶναι, τόσο περισσότερα πόδια ἔχει, ἀντίθετα μὲ τὸ γενικὸ νόμο», ἦταν τὸ ἕνα.
• «Ὑπάρχουν δύο ἀδελφές, ποὺ ἡ μιὰ γεννάει τὴν ἄλλη καὶ ποὺ ἡ δεύτερη μὲ τὴ σειρά της εἶναι γέννημα τῆς πρώτης», ἦταν τὸ δεύτερο.
Στὸ πρῶτο ἐρώτημα ὁ Οἰδίπους ἀπάντησε ὀρθά: «Ὁ ἄνθρωπος». Στὸ δεύτερο ἀπάντηση εἶναι ἡ φυσικὴ χρονικὴ διαδοχὴ τῆς μέρας ἀπὸ τὴ νύκτα στὸ πλαίσιο τῆς χρονικῆς ἀλληλουχίας καὶ τῆς περιοδικότητας τῶν ἡμερῶν, τῶν ἐποχῶν, τῶν ἀνθρωπίνων γενεῶν. Ἡ μυθικὴ Σφίγγα δὲν εἶχε πλέον λόγο ὕπαρξης. Ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ἀποστολή της. Ἡ Θήβα εἶναι πιὰ σὲ καλὰ χέρια.
Τὤχε δεῖ σὲ ὄνειρο, παραδίδεται, τὸ μυστικὸ αὐτὸ ὁ Οἰδίπους. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν πὼς ἔκρινε ἐξ ἰδίων. Ὅπως καὶ νάχῃ, ἡ διαδοχὴ ἐπιτεύχθηκε, καθὼς ὁ Οἰδίπους ἀναντίρρητα ὑπακούει στὴν διαταγὴ τῆς προσωρινῆς διοίκησης τοῦ Κρέοντα καὶ νυμφεύεται τὴν Ἰοκάστη. Αὐτὴ -στὸ δράμα- εἶναι σύζυγος τοῦ Λάιου (ποὺ μόλις πέθανε). Ἡ σύ ζευ ξη αὐ τὴ ἀ να μέ νε ται νὰ κά νῃ ὁ μα λὴ τὴ συ νέ χεια στὴ δι οί κη ση τῆς Θή βας ἀ πὸ τὸ λα ό της καὶ τοὺς ἰ θύ νον τες. Ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι ὁ τε λευ ταῖ ος «κρί κος» τῆς γε νιᾶς του. Ἡ κρί ση ξε πε ρά στη κε. Τὰ πρό σω πα καὶ τὶς συγ γέ νει ες ὅ λοι τὶς ἀ γνο οῦ σαν.
Ἀ πὸ τὸ βα σι λι κὸ ζεῦ γος γεν νή θη καν τέσ σε ρα παι διὰ -δυ ὸ ἀ γό ρια καὶ δυ ὸ κο ρί τσια: Ὁ Ἐ τε ο κλῆς καὶ ὁ Πο λυ νεί κης, ἡ Ἰ σμή νη καὶ ἡ Ἀν τι γό νη. Γιὰ τοῦ τα πο λὺ σύν το μη προ-ω ρί στη κε ἡ ζω ὴ καὶ κα κορ ρί ζι κη. Ἡ ἀ κού σια αἱ μο μι ξί α, τὸ μπλέ ξι μο τῶν γε νε ῶν στὸ γα μή λιο κρε βά τι καὶ ἡ ἀλ λοί ω ση τῆς χρο νι κῆς συ νέ χειας στὴ μυ θι κὴ Θη βα ϊ κὴ χώ ρα ἐκ δη λώ θη καν μὲ ἀν τί στοι χα και ρι κὰ φαι νό με να, ποὺ προ κά λε σαν ἐκ νέ ου ἀ καρ πί α στὴ φύ ση καὶ λοι μὸ στοὺς ἀν θρώ πους της.
Ὁ ∆ελ φι κὸς χρη σμὸς ἐ πι βάλ λει τό τε τὴν ἀ ναγ και ό τη τα ἀ νεύ ρε σης - τοῦ δο λο φόνου τοῦ Λά ι ου - ὡς προ ϋ πό θε ση γιὰ τὴν ἀ πο κα τά στα ση τῆς γε νι κῆς «κρί σης». Ἡ ἔ ρευ να, ποὺ δι έ τα ξε καὶ δι ε ξή γα γε ὁ ἴ διος ὁ Οἰ δί πους μὲ σο βα ρό τη τα, ἦ θος καὶ ὑ πευθυ νό τη τα τρα γι κή, ἀ πο κα λύ πτει ἐ πὶ τέ λους τὴν ἀ κού σια πα τρο φο νί α (καὶ ἀ νά γει τὸ Σο φο κλῆ σὲ δρα μα τουρ γὸ πρώ της τά ξε ως, για τί στὸν «Οἰ δί πο δα Τύ ραν νό» του ἡ σφι κτο δε μέ νη σει ρὰ τῶν ἀμ φι ση μι ῶν καὶ τῶν ἀμ φι λο γι ῶν καὶ πάμ πλου τη εἶ ναι, ἀλ λὰ καὶ πε ρί τε χνη).
Ἡ ἠ θι κὴ συ νεί δη ση τό σο τῆς βα σί λισ σας ὅ σο καὶ τοῦ τυ ράν νου ὠ θοῦν τὸ ζεῦ γος σὲ αὐ το-τι μω ρί α. Τύ ψεις συ νει δή σε ως καὶ εὐ θι ξί α, ἂν καὶ τὰ συμ βάν τα ἦ ταν ἀ πο τέλε σμα ἄ γνοι ας καὶ μό νο, ὁ δη γοῦν τὴν Ἰ ο κά στη σὲ αὐ το χει ρί α καὶ τὸ σύ ζυ γο καὶ γιό της, τὸν δρα μα τι κὸ ἥ ρω α Οἰ δί πο δα, σὲ αὐ το τύ φλω ση. Ἡ βα σί λισ σα δὲν ἔ χει πιὰ λό γο ὕ παρ ξης. Αὐ το κτο νεῖ. Ὁ τρα γι κὸς Οἰ δί πους μὲ τὸ ἀμ φί ση μο ὄ νο μα (οἴ δη μα + ποῦς = φου σκο πό δης, ἀλ λὰ καὶ οἶ δα + ὅ που = γνω ρί ζω τὸ ποῦ, σὲ θέ ση τρα γι κῆς εἰ ρω νεί ας) καὶ τὴ δί ση μη θέ ση (γιὸς + ὁ μό κλι νος, πα τέ ρας + ἀ δελ φός), τὴν ἀ φύ σι κη, αὐ το τυ φλώ νε-ται. (Σὲ τί τοῦ χρη σί μευ σαν τὰ μά τια στὴ ζω ή του ὥς τώ ρα, ἀ φοῦ ὁ νοῦς ἦ ταν τυ φλός, ἀ σύν δε τος μὲ τοὺς ὀ φθαλ μοὺς καὶ τὰ αὐ τιά του;)
Πραγ μα το ποι ῶν τας τὴ δι α τα γή του καὶ ἐκ πλη ρώ νον τας τὴν ταυ τό ση μη κα τά ρα, τὴν ὁ ποί α ὁ ἴ διος εἶ χε ξε στο μί σει καὶ ἀ φω ροῦ σε στὸν φο νέ α τοῦ Λά ι ου, αὐ το-ε ξο ρί ζε ται σὰν «φαρ μα κός» τῶν Θαρ γη λί ων. Ἡ ἀ πο μά κρυν ση τοῦ Οἰ δί πο δα, τοῦ τυ ράν νου, ἀ πὸ τὴ Θή βα ἰ σο δυ να μεῖ μὲ ἐ λευ θε ρί α καὶ τῆς πό λης καὶ τοῦ ἴ διου. Ἡ τά ξη -φυ σι κὴ καὶ κοι νω νι κή- φαί νε ται νὰ ἐ ξο μα λύ νε ται ἐκ νέ ου.


Ἡ ψυχικὴ νοσηρότητα στὴ θέση τῆς τραγικότητας

ἐ ξέ τα ση κά ποι ων βα σι κῶν στοι χεί ων τοῦ Φρο ϋ δι σμοῦ θὰ δι ευ κο λύ νῃ τὴ διά κρι ση με τα ξὺ τῆς θε ω ρί ας του καὶ τῆς τρα γι κό τη τας. Ἡ φρο ϋ δι κὴ θε ω ρί α ἐ ξε τά ζει τὶς συγ κρού σεις με τα ξὺ ὁρ μέμ φυ των - ἐν στί κτων καὶ ἠ θι κο-κοι-νω νι κῶν ἐ πι τα γῶν, ποὺ δι α μορ φώ νουν τὴν ψυ χο πα θο λο γί α τοῦ ἀ τό μου. Πρω ταρ χι κῆς ση μα σί ας θε ω ρεῖ ται τὸ γε νε τή σιο ἔν στι κτο, ἡ λίμ πιν το κα τὰ Φρό υντ. Ἡ ἐ ρω τι κὴ συμ πε ρι φο ρὰ τοῦ ἀ τό μου δὲν ἐ ξε τά ζε ται στὸ στά διο τῆς φα νε ρῆς φυ σι ο λογι κῆς της ἀ νά πτυ ξης. Ἡ αἰ τί α τῆς ψυ χο πα θο λο γί ας ἀ νά γε ται καὶ προ βάλ λε ται στὴν παι δι κὴ ἡ λι κί α, ὅ ταν -κα τὰ τὴν φροϋδικὴ σχο λή- ὑ πάρ χῃ ἐ ρω τι κὴ ζω ή. Στὴν πε ρί ο δο τῆς βρε φι κῆς, νη πια κῆς καὶ παι δι κῆς ἡ λι κί ας δι α μορ φώ νον ται -δῆ θεν- τὰ συμ πλέγ μα τα τῆς «λίμπιντο» (Οἰ δι πό δει ο καὶ Ἠ λέ κτρας).

«Ἀ πὸ τοῦ 8ου ἔ τους μέ χρι τῆς ἥ βης, γι νο μέ νης τῆς ἐν το πί σε ως εἰς τὰ γεν νη τι κὰ ὄρ γα να, ἡ λίμ πιν το στρέ φε ται ἐ κτὸς τοῦ ἰ δί ου σώ μα τος, πρὸς ἄ το μον ἀν τι θέ του φύ λου, τὸ ὁ ποῖ ον εἶ ναι ἡ μη τέ ρα διὰ τὸ ἄρ ρεν καὶ ὁ πα τέ ρας διὰ τὸ θῆ λυ τέ κνον, ἐ νῷ ταυ το χρό νως ἐ πέρ χε ται ἀν τι πά θεια τοῦ ἄρ ρε νος πρὸς τὸν πα τέ ρα καὶ τοῦ θή λε ος πρὸς τὴν μη τέ ρα». (Ζ. Φρό υντ, «Εἰ σα γω γὴ στὴν Ψυ χα νά λυ ση», Πρό λο γος). Αὐ τὸ εἶ ναι τὸ Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα.

Ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὸν Οἰδίποδα τοῦ Σοφοκλῆ;

Ο Φρό υντ ὑ πο στή ρι ζε, ὅ τι τὸ ἀ γό ρι ἔ χει τὸ ἄγ χος τοῦ εὐ νου χι σμοῦ, ἐ νῷ τὸ κο ρί τσι τὸ φθό νο τοῦ πέ ους. Τὸ ἀ γό ρι ἀ πὸ τὰ πέν τε ἕ ως τὰ ἑ πτά του χρόνια ἀ να πτύσ σει μί α ἐ πι θυ μί α γιὰ αἱ μο μι κτι κὲς σχέ σεις μὲ τὴ μη τέ ρα του. Τὸν πα τέ ρα τὸν βλέ πει σὰν ἀν τί ζη λο. Φο βᾶ ται τὴν τι μω ρί α του, κι αὐ τὸς ὁ φό βος παίρ νει τὴν ἀρ χι κὴ μορ φὴ τοῦ ἄγ χους τοῦ εὐ νου χι σμοῦ, ἕνας φό βος, ὅ τι ὁ πα τέ ρας θὰ τι μω ρή σῃ τὸ ἀ γό ρι στε ρῶν τας το ἀ πὸ τὸ πέ ος. Τὸ κο ρί τσι ὑ πο φέ ρει ἀ πὸ τὸ ἄγ χος τοῦ εὐ νου χι σμοῦ μὲ τὴ μορ φὴ τοῦ φθό νου τοῦ πέ ους, ὅ ταν νοι ώ σῃ πὼς τοῦ λεί πουν τὰ γεν νη τι κὰ ὄρ γα να. Πα ρα πο νι έ ται στὴ μη τέ ρα της, πὼς δὲν ἔ χει πέ ος καὶ τὴν κα τη γο ρεῖ γι’ αὐ τό, ἐ νῷ ἡ ἐ χθρό τη τα ποὺ δη μι ουρ γεῖ ται με τα ξύ τους τὴν κά νει νὰ στρα φῇ στὸν πα τέ ρα της, γιὰ νὰ βρῇ ἱ κα νο ποί η ση. (Ἂν εἶ ναι δυ να τόν!) Αὐ τὸ -κα τὰ τὸν Φρό υντ πάν τα- εἶ ναι γε νι κὸς κα νό νας.

Ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὴν «Ἠλέκτρα» τοῦ Εὐριπίδη;

Κα νεὶς φυ σι ο λο γι κὸς ἄν θρω πος δὲν ἔ χει νοι ώ σει τὰ συ ναι σθή μα τα, ποὺ πε ριγρά φει ὁ Φρό υντ, ὁ ὁ ποῖ ος πα ρα ποι εῖ καὶ δι α βάλ λει τὸν Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τισμὸ καὶ τὸ ἑλ λη νι κὸ ἦθος, προ σπα θών τας πρω τί στως νὰ δι και ο λο γή σῃ τὴ συμ πλεγ μα τι κὴ προ σω πι κό τη τα κα θὼς καὶ τὸν χα ρα κτῆ ρα τῶν Βι βλο-ἀ να-θρεμ μέ νων ὁ μοί ων του. Πράγματι στὸ κε φά λαι ο 21 τοῦ βι βλί ου του «Εἰ σα γω γὴ στὴν Ψυ χα νά λυ ση» ὁ Φρό υντ ὑβρίζει ὡς ἀνήθικο τὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ. Γρά φει:
• «Ἡ τρα γῳ δί α αὐ τὴ (ὁ «Οἰ δί πους Τύ ραν νος» τοῦ Σο φο κλέ ους) κα τὰ βά θος εἶ ναι ἕ να κομ μά τι ἀ νή θι κο, δι ό τι μει ώ νει τὴν ἀν θρώ πι νη προ σω πι κό τη τα, ἀ πο δί δει σὲ θε ϊ κὲς δυ νά μεις τὴν πα ρα κί νη ση πρὸς τὸ ἔγ κλη μα καὶ πα ρου σιά ζει τὴν ἀ δυ να μί α τῶν ἠ θι κῶν δυ νά με ων τοῦ ἀν θρώ που, ποὺ θὰ τὸν προ φύ λασ σαν ἀ πὸ τὶς ἐγ κλη ματι κές του τά σεις.» (Λὲς καὶ τὸ πέ ρας τῆς ζω ῆς, τῆς κυ ρι αρ χί ας ἢ καὶ τῆς ἐ νερ γοῦ δρά σε ως εἶ ναι ἐγ κλη μα τι κό.)
• Καὶ συ νε χί ζει: «Τὸ Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα εἶ ναι ἐ κεῖ νο, ποὺ ὑ πέ βα λε στὸ σύ νο λο τῆς ἀν θρω πό τη τας στὸ ξε κί νη μα τῆς ἱ στο ρί ας της τὸ συ ναί σθη μα τῆς ἐ νο χῆς.» Προφα νῶς κρί νει ἐξ ἰ δί ων τὰ ἀλ λό τρια: Ἡ ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ ἠ θι κὴ δὲν πε ρι εῖ χε στοι χεῖ α ποὺ προ κα λοῦν «σε ξου α λι κὲς ἐ νο χές».
Μέ σα ἀ πὸ στρε βλὸ πρῖ σμα πρό βα λε στὴν ἀν θρω πό τη τα μί α νο ση ρὴ ὀ πτι κή, ἀλ λοίω σε τὸ ὀρ θο λο γι κὸ πα ρελ θὸν καί, πον τά ρον τας στὴν ἀ μά θεια τῶν πολ λῶν καὶ στὴν ἠτ το πά θεια-ἐ νο χι κό τη τα τοῦ ἰουδαιοχρι στι α νι κοῦ πνεύ μα τος, πρό βα λε μί α πλα στὴ ἀ νη θι κό τη τα στὸν ἀρ χαῖ ο Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τι σμό. Ἡ κα τα συ κο φάν τη ση αὐ τὴ προ κα λεῖ ἀ πο τρο πια σμό. Εἰ δι κὰ ὁ Οἰ δί πους θε ω ρεῖ ται τὸ ἀ τοῦ τῆς ἀν θελ λη νι κῆς συμ παι γνί ας.

Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Οἰδίπους δὲν γνώριζε ὅτι ἡ Ἰοκάστη ἦταν μητέρα του, καταδιωκόμενος ἀπὸ τὶς Ἐρινύες-Εὐμενίδες τυφλώθηκε, αὐτοτιμωρούμενος σκληρότατα γιὰ τὴν πράξη του. Ἡ Ἰοκάστη αὐτοκτόνησε. Στὸ εἰκονιζόμενο γλυπτὸ τοῦ Ροῦντολφ Τέγκνερ (1873-1950) ὁ τυφλωμένος Οἰδίπους βαδίζει πρὸς τὴν ἐξορία ὁδηγούμενος ἀπὸ τὴν κόρη του Ἀντιγόνη.

Ἡ φυσιολογικὴ σύγκρουση «διαδοχῆς»

Τὸ θέ μα στὸν «Οἰ δί πο δα Τύ ραν νο» εἶ ναι ἡ δι α δο χή. ∆ι α δο χὴ τοῦ πα τέ ρα ἀ πὸ τὸ γιό, δι α δο χὴ τοῦ θρό νου. Ὁ πα ρα με ρι σμὸς τοῦ ἄρ χον τα -πα τέ ρα- ἰ σχυροῦ καὶ ἡ ἀ νά λη ψη τῆς πο λι τι κῆς ἐ ξου σί ας ἀ πὸ τὸν ἀν δρού με νο καὶ ἰ σχυ-_ ρο ποι ού με νο γιὸ εἶ ναι συ χνὸ θέ μα στὴ Μυ θο λο γί α καὶ ὑ πάρ χει καὶ στὴν Ἡ σι ό δει ο «Θε ο γο νί α» (Κρό νος - Ζεύς).
∆ὲν ἐ ρω τεύ τη κε ὁ Οἰ δί πους τὴ μη τέ ρα του οὔ τε ἡ -ὑ πο τι θέ με νη- μη τέ ρα του τὸ γιό της. Ἀ πὸ ἠ θι κο κοι νω νι κῆς ἀ πό ψε ως ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι ἀ θῷ ος. Μη τέ ρα του θε ω ροῦ σε τὴ Με ρό πη, βα σί λισ σα τῆς Κο ρίν θου καὶ πα τέ ρα του τὸν Πό λυ βο. ∆ὲν ἤ ξε ρε, δὲν ἤ θε λε, δὲν ἐ πέ λε ξε συ νει δη τὰ νὰ φο νεύ σῃ τὸν πα τέ ρα του, ὅ πως ὁ συμ πλεγ μα τι κὸς τύ πος τοῦ Φρό υντ. (Ἀν τί θε τα οἱ θυ γα τέ ρες τοῦ Λὼτ συ νει δη τὰ ἦλ θαν σὲ σε ξου α λι κὴ ἐ πα φὴ μὲ τὸν πα τέ ρα τους, γεν νῶν τας ἐ ρω τη μα τι κὰ ἠ θι κὰ καὶ κοι νω νι κά.)
Ὅ σον ἀ φο ρᾷ στὸν ἰ σχυ ρι σμὸ τοῦ Φρό υντ, ὅ τι τὸ «Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα» ἦ ταν ἐ κεῖ νο ποὺ γέ μι σε τὴν ἀν θρω πό τη τα ἐ νο χές, ἐ πι ση μαί νε ται ὅ τι ὁ ἐ βραι ο γε νὴς καὶ Βι-βλο γε νὴς χρι στι α νι σμὸς μὲ τὴν ἐ πι βο λή του κα τάρ γη σε -μὲ ἄ γριους τρό πους- ὅ λες τὶς γέ φυ ρες μὲ τὴν κα τὰ φύ ση ζω ή. Ἐ χθρό τη τα καλ λι ερ γή θη κε γιὰ τὸ ἀν θρώ πι νο σῶ μα. Ἡ ἐ ρω τι κὴ πρά ξη ἀ πὸ φυ σι ο λο γι κὴ λει τουρ γί α καὶ χα ρὰ ἔ γι νε ἁ μαρ τί α καὶ θε ω ρή θηκε πη γὴ ὅ λων των δει νῶν της ἀν θρω πό τη τας. Ὁ χρι στι α νι σμός, ὅ πως πα ρα τή ρη σε ὁ Νί τσε, «βάλ θη κε νὰ ἀρ ρω στή σῃ τὴν ἀν θρω πό τη τα ἀν τι στρέ φον τας τὴν ἔν νοι α τοῦ κα λοῦ καὶ τοῦ κα κοῦ, τοῦ νο ση ροῦ καὶ τοῦ ὑ γιοῦς, τοῦ ἀ λη θι νοῦ καὶ τοῦ ψεύ τι κου», (βλ. «∆», τ. 259, 269, 277). Ὁ χρι στι α νι σμὸς ἦ ταν ἐ κεῖ νος, ποὺ δι α σά λε ψε τὴν ψυ χι κὴ ἰ σορ ρο πί α τοῦ ἀν θρώ που καὶ τὸν γέ μι σε ἐ νο χές, νευ ρώ σεις καὶ ἄγ χος κι ὄ χι οἱ -δι δακτι κές, παι δευ τι κές- ἀρ χαῖ ες ἑλ λη νι κὲς τρα γῳ δί ες.
Γιὰ τοῦ λό γου τὸ ἀ λη θὲς ἀρ κεῖ νὰ ἐ ξε τά σῃ κα νεὶς τὶς «Εὐ με νί δες» τοῦ Αἰ σχύ λου (458 π.Χ.). Ὀρ θο λο γι σμὸς καὶ εὐ αι σθη σί α -ὅ λα μὲ μέ τρο τὸ «μη δὲν ἄ γαν» καὶ τὸ «γνῶ θι σαὐ τόν» τῶν ∆ελ φῶν- συ νο ψί ζον ται στὴν ἀ πο λύ τρω ση τοῦ μη τρο κτό νου δρα μα τι κοῦ Ὀ ρέ στη. Εἶ ναι γεν νή το ρας ὁ πα τέ ρας καὶ δι ά δο χος -κά θε φο ρά- ὁ γιός, τη ρου μέ νων τῶν ἀ να λο γι ῶν. Ἔ τσι εἶ ναι ἡ τά ξη, ἡ φυ σι κὴ καὶ κοι νω νι κὴ κι ἔ τσι πρέ πει νὰ λει τουρ γῇ ἡ ἀν θρώ πι νη κοι νω νί α καὶ ὁ πο λι τι σμός.
Ὁ πι στὸς τῆς Βί βλου Φρό υντ ἀ σφα λῶς γνώ ρι ζε τὸ ἀ πό σπα σμα, στὸ ὁ ποῖ ο οἱ κό ρες τοῦ Λὼτ με τὰ τὴν κα τα στρο φὴ τῶν Σο δό μων καὶ τῶν Γο μό ρων ἐν συ νεί δη τα ἔ κα ναν ἔ ρω τα μὲ τὸν πα τέ ρα τους. Ὁ Φρό υντ προ τί μη σε νὰ δι α στρε βλώ σῃ τὸν ἑλ λη νι κὸ μῦ θο, ὅ που οὔ τε ὁ Οἰ δί πους οὔ τε ἡ Ἰ ο κά στη γνώ ρι ζαν τὴ συγ γέ νειά τους καὶ μό λις ἀ πο καλύ φθη κε, οἱ ἥ ρω ες αὐ το τι μω ρή θη καν. Ἑ πο μέ νως πρό κει ται γιὰ ἄ το μα ἠ θι κά, εὔ θι κτα καὶ ἀ ξι ο πρε πῆ, ποὺ εἶ χαν μία τρα γι κὴ μοῖ ρα. Μὲ τὴν οἰ κο γέ νεια Λὼτ συμ βαί νει τὸ ἀντί θε το: Ἀ νή θι κοι ἢ -του λά χι στον- ἀ ή θεις. Πα ρ’ ὅ λα αὐ τὰ οἱ πρά ξεις τοῦ Λὼτ καὶ τῶν θυ γα τέ ρων του θε ω ρή θη καν θε ό πνευ στες (!). Ἔ τσι ἡ Ὀρ θό δο ξη Ἐκ κλη σί α τι μᾷ τὸν προ πά το ρά «μας» Λὼτ (στὶς 9 Ὀ κτω βρί ου)! Καὶ ἐ κτὸς ἀ πὸ τὸν Φρό υντ καὶ τὸ ἐ βραι ο-γε νὲς ἑλ λη νο χρι στι α νι κὸ κα τε στη μέ νο ἀ ρέ σκε ται στὸ νὰ πα ρου σιά ζῃ τὸν σχε τι κὸ μῦ θο τοῦ Οἰ δί πο δος σὰν μί α ἀ πὸ τὶς δῆ θεν ἠθικὲς πα ρε κτρο πὲς τῶν προ γό νων μας.

Ἀριάδνη Ἐλευθερίου

∆ΑΥΛΟΣ/282, Ἰούλ.-Αὔγ. 2005