θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, May 29, 2011

Νέος που προσεύχεται


Νέος που προσεύχεται
Ελληνικές και Ρωμαϊκές
αρχαιότητες
Μουσείο της Περγάμου
100 π.Χ.
Από τη Ρόδο Αντίγραφο πρωτότυπου του 4ου αιώνα π.Χ. Μπρούντζος, ύψος 128 εκ. 5Κ2

Οι μελετητές τείνουν να ταυτίζουν το γλυπτό μ' ένα έργο που βρισκόταν στο ναό του Απόλλωνα στη Ρόδο" το νησί πέρασε από την κυριαρχία της Βενετίας, στην οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, το άγαλμα βρισκόταν κατά τον 16ο αιώνα. Μετά από περίπλοκες διαπραγματεύσεις, το 1747 ο Νέος που προσεύχεται αγοράστηκε από τον Φρειδερίκο Β' της Πρωσίας για το βασιλικό ανάκτορο του Σαν Σουσί στο Πότσνταμ, λίγο έξω από το Βερολίνο, στους κήπους του οποίου βρισκόταν τουλάχιστον μέχρι το 1786 (από εκεί πέρασε στις βασιλικές συλλογές).
Όρισμένα στοιχεία οδηγούν στην υπόθεση ότι το μοντέλο από το οποίο προέρχεται το αντίγραφο ανήκει στα τέλη του 4ου αιώνα, όταν στην Ελλάδα εδραιώνονταν οι αντιπροσωπευτικοί κανόνες που αποσκοπούσαν στην επίτευξη της μορφολογικής ισορροπίας: η γαλήνια και ατάραχη έκφραση, η αρμονική κατανομή του βάρους στα πόδια, η αναλογία μεταξύ των διαφόρων μερών του σώματος. Κυρίως όμως, είναι εντυπωσιακό ότι έφτασε ώς εμάς σχεδόν ανέπαφο ένα μπρούντζινο γλυπτό, των οποίων η Ρόδος ήταν μια από τις μεγαλύτερες «πηγές». Κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα (αν και υπάρχουν μαρτυρίες για αντίστοιχες πρακτικές έως και την περίοδο του Μπαρόκ), τα μπρούντζινα έργα λιώνονταν κατά κανόνα για να κατασκευαστούν όπλα, καθώς η εξόρυξη των μετάλλων είχε γίνει πια δύσκολη.
Ο Ελληνικός και ο Ρωμαϊκός κόσμος αγαπούσαν ιδιαίτερα τα ορειχάλκινα (μπρούντζινα) αγάλματα" το λαμπερό και ανθεκτικό υλικό θύμιζε χρυσό ή ασήμι, ανάλογα και με την ποσότητα χαλκού που χρησιμοποιούσαν στο κράμα με τον ψευδάργυρο. Ειδικά, πάντως, τα αυτοκρατορικά αγάλματα και οι προτομές, καλύπτονταν συχνά με «φύλλα χρυσού», που καθιστούσαν πιο εντυπωσιακή την επιφάνεια τους.

Οι 10 μεγαλύτερες σφαγές στην ανθρωπότητα

Obviously things did not happen that way.
We put this issue to show the falsehood that continues today.

It was a massacre of Greeks who refused to become Christians.

Evidemment les choses ne se produit pas de cette façon.
Nous avons posé cette question pour voir la fausseté qui se poursuit aujourd'hui.

Ce fut un massacre des Grecs qui refusaient de devenir chrétiens.

Top 10 Biggest Massacres in Mankind Past

http://amazing-newz.blogspot.com/2011/04/top-10-biggest-massacres-in-mankind.html

6. Massacre of Thessalonica
Biggest Massacres

The massacre of Thessalonica happened in a retaliatory action by a Roman Emperor Theodosius in 390. According to the sources, in April 390, a charioteer was arrested by the Roman military commander but soon he became the victim of mutiny which angered the Roman Emperor and he decided to kill all those people who were revolting against the orders. Though, the Emperor did had second thoughts to stop the killing the message of stopping the massacre reached late and more than 7000 people were already slaughtered.

Η Σφαγή της Θεσσαλονίκης

Η σφαγή της Θεσσαλονίκης συνέβη σε μια πράξη αντιποίνων από έναν Ρωμαίο ΑυτοκράτοραΘεοδόσιο το 390. Σύμφωνα με τις πηγές, τον Απρίλιο του 390, έναν ηνίοχο συνελήφθη από τη Ρωμαϊκή στρατιωτικός διοικητής, αλλά σύντομα έγινε το θύμα της ανταρσίας που εξόργισετον Ρωμαίο Αυτοκράτορα και αποφάσισε να σκοτώσει όλους εκείνους τους ανθρώπους πουήταν επαναστατούν εναντίον των παραγγελιών. Αν και, ο αυτοκράτορας είχε δεύτερες σκέψεις για να σταματήσει η δολοφονία το μήνυμα να σταματήσει η σφαγή έφτασε αργά και περισσότεροι από 7000 άνθρωποι είχαν ήδη σφαγεί.


Προφανώς και τα πράγματα δεν συνέβησαν έτσι.
Τοποθετήσαμε το θέμα αυτό για να δείξουμε πως οι ψευδολογίες συνεχίζονται μέχρι και σήμερα.

Επρόκειτο για σφαγή Ελλήνων που αρνούντο να γίνουν Χριστιανοί.

Saturday, May 28, 2011

ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟ ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Pourquoi haïr LA GRÈCE ANTIQUE?

Από το πρώτο επεισόδιο της Αμερικανικής σειράς "Desperate Housewives" βλέπουμε ένα σχεδόν μόνιμο μοτίβο στις Αμερικανικές ταινίες: Την καταστροφή Ελληνικών αγαλμάτων, αρχιτεκτονημάτων, ή όπως βλέπουμε εδώ .... του Δούρειου Ίππου

Desperate Housewives is an American television comedy-drama series created by Marc Cherry and produced by ABC Studios and Cherry Productions




ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟΝ ΦΑΜΕ

ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ "ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ" ΣTHN TAINIA "the TRUMAN SHOW"




OMOΦYΛOΦYΛIKOΣ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΣ ΣTHN TAINIA "the TRUMAN SHOW"


Friday, May 27, 2011

Η σκιώδης οικονομία κρατάει ζωντανή την Ελλάδα»


Η σκιώδης οικονομία κρατάει ζωντανή την Ελλάδα»

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Παρασκευή 20.05.2011
Ο ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΣΝΑΪΝΤΕΡ ΣΤΗ «Μ»

Τι λέει ο συντάκτης της μελέτης για την παραοικονομία, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Johannes Kepler της Αυστρίας
Συνέντευξη στον Γιώργο Χρηστίδη
Ένα εντυπωσιακό πόρισμα της μελέτης σας έχει να κάνει με τα οφέλη, ας τα πούμε έτσι, της εκτεταμένης παραοικονομίας στην Ελλάδα.
Η σκιώδης οικονομία είναι αυτή που κρατάει σήμερα ζωντανή την ελληνική οικονομία. Τα χρήματα της σκιώδους οικονομίας δαπανώνται αμέσως στην πραγματική οικονομία, για την αγορά τροφίμων και ρούχων, για την πληρωμή των ενοικίων και ούτω καθεξής.
Από αυτή την άποψη, αποτελεί σταθεροποιητικό και όχι αποσταθεροποιητικό παράγοντα για τη χώρα σας σε μια περίοδο περικοπής των μισθών και των συντάξεων των Ελλήνων. Ή φοροδιαφυγή, αντίθετα, η ξεκάθαρη φοροδιαφυγή από τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα στην Ελλάδα, είναι κάτι διαφορετικό.

Δεν παρέχει προστιθέμενη αξία και μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών μεταφέρεται σε τράπεζες του εξωτερικού, θα πρέπει λοιπόν να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην αμιγή φοροδιαφυγή και την φο-ροαποφυγή λόγω δραστηριοτήτων στη σκιώδη οικονομία. Είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα.
Τι συμβουλή θα δίνατε στην ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να εντάξει στην επίσημη οικονομία τις δραστηριότητες της παραοικονομίας;
θα έλεγα ότι δεν πρέπει να έχει τη λογική να πολεμήσει τη σκιώδη οικονομία, αλλά να θεσπίσει κίνητρα για την ενσωμάτωση της. Για να γίνει αυτό, πρέπει καταρχάς να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος και τους κυβερνητικούς θεσμούς. Να πάψουν ορισμένοι λίγοι να είναι προνομιούχοι, να υποστούν περικοπές πρώτοι οι πλούσιοι. Τότε θα ενισχυθεί το φορολογικό ηθικό και των απλών Ελλήνων, που θα δουν ότι όλοι έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και συμμετέχουν ισότιμα στα βάρη. Αυτό είναι το πρώτο και βασικό μέτρο.
Με τη διαφθορά τι γίνεται; Στην εργασία σας κάνετε συνάρτηση της διαφθοράς με την παραοικονομία.
Η διαφθορά στη χώρα σας είναι πολύ υψηλή και η ζημιά που προκαλεί δεν έχει
κανένα αντισταθμιστικό όφελος, καμία προστιθέμενη αξία. Κάθε δισεκατομμύριο ευρώ που εξοικονομείται λοιπόν από την καταπολέμηση της διαφθοράς θα είχε θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία. Δεν θα πρέπει λοιπόν να μπερδεύουμε την παραοικονομία με τη διαφθορά. Η καταπολέμηση της διαφθοράς όμως απαιτεί χρόνο και απαιτεί επίσης πρωτίστως την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης στους κυβερνητικούς θεσμούς.


Ποιος είναι
Ο Φρίντριχ Σνάιντερ είναι καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Johannes Kepler της Αυστρίας. 'Εχοντας αφιερώσει περισσότερα από 30 χρόνια του φαινομένου, θεωρείται σήμερα η κορυφαία αυθεντία στον κόσμο σε θέματα παραοικονομίας. Με αυτή την ιδιότητα έχει διατελέσει σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Sunday, May 22, 2011

Παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κακοποίηση στην FYROΜ

«Τὸ λιοντάρι μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ μίλησε γιὰ τὸ Χριστό»!




«Τὸ λιοντάρι μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ μίλησε γιὰ τὸ Χριστό»!


∆ΑΥΛΟΣ/283, Σεπτέμβριος 2005


Ἀξιότιμε κ. Λάμπρου,
Θὰ μεταφέρω ἀπὸ ἕνα βιβλίο, ποὺ πρόσφατα διάβασα, ἕνα τυχαῖο «θαῦμα», ποὺ ἀφορᾷ σὲ δύο ἁγίους, τὸν μοναχὸ Ζώσιμο καὶ τὸν Ἀθανάσιο Κεμενταρήσιο, ποὺ ἑορτάζονται στὶς 4 Ἰανουαρίου. Νὰ διευκρινίσω ὅτι τὸ βιβλίο εἶναι ἔκδοση τῆς Ἀποστολικῆς ∆ιακονίας καὶ φέρει τὸν τίτλο «Συναξαριστὴς μηνὸς Ἰανουαρίου Νο 1 - Μὲ τοὺς ἁγίους μας». Ὑπάρχουν συνολικὰ 12 συναξαριστές (!), ἕνας γιὰ κάθε μῆνα καὶ ἀναφέρουν τὴ ζωή, τὸ ἔργο, τὰ μαρτύρια καὶ τὸν θάνατο ὅλων τῶν «ἁγίων» ποὺ ἑορτάζει ἡ ἰουδαιοχριστιανικὴ παράδοση:

«Μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχοῦ καὶ Ἀθανασίου Κομενταρησίου.
» Ὁ ἅγιος Ζώσιμος ἔζησε στὴν Κιλικία καὶ κατοικοῦσε στὴν ἔρημο μαζὶ μὲ τὰ ἄγρια θηρία. Ἐκεῖ τὸν ἀναζήτησαν οἱ εἰδωλολάτρες, τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ὡδήγησαν στὸν ἄρχοντα ∆ομετιανό. Ὁ Ζώσιμος ὡμολόγησε μὲ παρ ρησία μπροστὰ στὸν ἄρχοντα τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἄρχοντας τότε διέτα ξε νὰ ὑποβάλουν τὸν ἅγιο σὲ φοβερὰ βασανι στήρια. Τοῦ ἔκαψαν λοιπὸν τὰ αὐτιὰ μὲ πυρα κτωμένα σίδερα, τὸν ἔρριξαν μέσα σὲ καζάνι γεμάτο βόρβορο ποὺ κόχλαζε καὶ τελικὰ τὸν κρέμασαν μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Κατὰ τρόπο ὅμως θαυμαστὸ διασώθηκε ἡ ζωή του ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ βασανιστήρια. Ἡ μανία ὅ μως τῶν εἰδωλολατρῶν δὲν σταμάτησε ἐδῶ· ἔρριξαν τὸν ἅγιο στὴν ἀρέννα τοῦ θεάτρου νὰ τὸν κατασπαράξουν τὰ πεινασμένα ἄγρια θηρία. Ἐκεῖ ὅμως ἐμφανίστηκε ἕνα λιοντάρι καὶ μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ μίλησε γιὰ τὸ Χριστό.

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προσελκυστῇ στὴ χριστιανικὴ πίστη ο Κομενταρήσιος Ἀθανάσιος. Ἀλλὰ καὶ ὁ τύραννος ὕστερα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἄφησε ἐλεύθερο τὸν Ζώσιμο. Ὁ ἅγιος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του πῆγε στὰ ὄρη, ὅπου καὶ διέμενε. Μαζί του πῆγε καὶ ὁ Ἀθανάσιος, τὸν ὁποῖο καὶ κατήχησε στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ στὴ συνέχεια τὸν βάπτισε.
Ἐκεῖ, στὸν ἔρημο τόπο, ποὺ ἦταν οἱ δύο ἅγιοι, μιὰ πέτρα σχίστηκε ξαφνικὰ σὲ δύο μέρη. Οἱ ἅγιοι ἀμέσως μπῆκαν κάτω ἀπὸ τὴν πέτρα, ὅπου καὶ παρέδωσαν τὶς ψυχές τους στὸν Κύριο.»

Τὰ σχόλια εἶναι περιττά, μόνο, πρὶν κλείσω, θὰ ἤθελα νὰ ἀφιερώσω στοὺς δύο αὐτοὺς ἁγίoυς τὸ τραγούδι ποὺ τραγούδησε ἡ Μαρινέλα: «Ἄνοιξε, πέτραααα!..»

Μὲ ἐκτίμηση στη ὁ Παναγ. Ἰατροῦ
Θεσσαλονίκη

Η υποβαθμισμένη θέ­ση τῆς γυναίκας στον Χριστιανισμό και η πολὺ σημαντική θέ­ση της στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ κοινωνία


H προπαγάνδα τοῦ δόγματος, ποὺ ἐπιβλήθηκε τοὺς τελευταίους 17 αἰῶνες στὸν τόπο μας, διαδίδει, ὅτι ἡ θέση τῆς γυναίκας στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἦταν ἄθλια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστιανισμοῦ βελτιώθηκε. Πρό κει ται πε ρὶ ἀ ναί σχυν του ψεύ δους: Ἀ πὸ τὶς δώ δε κα ὀ λύμ πι ες θε ό τη τες οἱ ἕ ξι εἶ ναι γυ ναῖ κες· ἡ Ἑλ λη νι κὴ Μυ θο λο γί α πε ρι λαμ βά νει πλῆ θος θη λυ κῶν μορ φῶν ὅ πως Θέ μι δα, Μνη μο σύ νη, Μῆ τις, Εὐ ρυ νό μη (τέσ σερις σύ ζυ γοι τοῦ ∆ί α), Νύμ φες, Μοῦ σες, Νη ρη ί δες, Χά ρι τες, Ὧ ρες, Ἐ ρι νύ ες κ.ἄ.· πα ρὰ τὶς τρα γι κὲς ἀ πώ λει ες τῆς Ἀρ χαί ας Ἑλ λη νι κῆς Γραμ μα τεί ας ἔ χουν δι α σωθῆ τὰ ὀ νό μα τα (καὶ ἐ λά χι στα ἔρ γα) πολ λῶν ἑ κα τον τά δων δι α κε κρι μέ νων σὲ κά ποι ο το μέ α ἀρ χαί ων Ἑλ λη νί δων, ὅ πως ἐ πι στη μό νων (κυ ρί ως μα θη μα τι κῶν κι ἀ στρο νό μων), ποι η τρι ῶν, ἀ θλη τρι ῶν, μου σι κῶν, ἰα τρῶν κ.τ.λ.· οἱ γυ ναῖ κες μπο ροῦ σαν νὰ ἀ να λαμ βά νουν κα θή κον τα ἱ ε ρει ῶν. Ὁ ρό λος ἑ πο μέ νως κι ἡ θέση τῆς γυ ναί κας στὴν ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ κοι νω νί α ἦ ταν πο λὺ ση μαν τι κοί

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν βελτίωσε, ἀλλὰ τοὐναντίον προσπάθησε -καὶ γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες τὸ εἶχε καταφέρει- νὰ ρίξῃ τὴ γυναῖκα στὸ χαμηλότερο σκαλὶ τῆς κοινωνίας, θεωρῶντας την κατώτερο ὂν καὶ ὑπαίτια γιὰ ὅλα τὰ κακὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄς δοῦμε τὶς βασικώτερες ἐπίσημες χριστιανικὲς θέσεις ἔναντι τῆς γυναίκας:
• «Κάθε γυναῖκα…μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλὴ ἐξευτελίζεται…∆ιότι, ἐὰν ἡ γυναῖκα δὲν καλύπτεται, ἂς κουρεύεται … Ἐὰ ν εἶναι αἰσχρὸ γιὰ τὴ γυναῖκα νὰ κουρεύεται ἢ νὰ ξυρίζεται, τότε ἂς καλύπτεται…Κάθε ἄνδρας…ἔχων καλυμμένη τὴν κεφαλή του ἐξευτελίζεται…Ὁ ἄνδρας δὲν ὀφείλει νὰ καλύπτῃ τὴν κεφαλή του, διότι ὑπάρχει ὡς εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ. ∆ὲν ἐπλάσθη ὁ ἄνδρας γιὰ τὴ γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα γιὰ τὸν ἄνδρα…Οἱ γυναῖκες στὶς ἐκκλησίες ἂς σιωπήσουν. ∆ὲν ἐπιτρέπεται σ’ αὐτὲς νὰ ὁμιλοῦν, ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται, καθὼς ὁ (μωσαϊκός) νόμος λέγει…Ἂν θέλουν νὰ μάθουν κάτι, ἂς ρωτοῦν στὸ σπίτι τοὺς ἄνδρες τους» («A΄ πρὸς Κορινθίους», ια΄ 4-12, ιδ΄ 31-40).

«Οἱ γυναῖκες, ὅταν ὑποτάξουν κάποιον στὴν ἐξουσία τους, τὸν καθιστοῦν εὐκολοκυρίευτο ἀπὸ τὸν ∆ιάβολο, περισσότερο ἀπρόσεκτο, ζωηρότερο, ἀδιάντροπο, ἀνόητο, ὀξύθυμο, θρασύ, ἐνοχλητικό, ταπεινό, ἀπότομο, ἀνελεύθερο, δουλοπρεπῆ, αὐθάδη, φλύαρο καὶ μὲ μία λέξη ὅλα τὰ γυναικεῖα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν αὐτές, τὰ ἀποτυπώνουν στὴν ψυχή του. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαρκῶς βρίσκεται μαζὶ μὲ γυναῖκες μὲ τόση συμπάθεια καὶ μεγαλώνει μὲ τὴ συναναστροφή τους, νὰ μὴν γίνῃ ἀγύρτης καὶ ἀργόσχολος καὶ μηδαμινός. Κι ἂν λέῃ κάτι, ὅλα θὰ εἶναι λόγια των ἀργαλειῶν καὶ τῶν μαλλιῶν, ἐπειδὴ ἡ γλῶσσα του θὰ ἔχῃ μολυνθῆ ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν γυναικείων λόγων. Καὶ ἂν κάνῃ κάτι, τὸ κάνει μὲ πολλὴ δουλοπρέπεια, ἐπειδὴ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἁρμόζει στοὺς Χριστιανοὺς καὶ γιὰ κανένα σπουδαῖο κατόρθωμα δὲν εἶναι χρήσιμος» (Ἰωάννης Χρυσόστομος, ∆΄ Λόγος «περὶ Νηστείας καὶ Σωφροσύνης»).

• Ἡ γυναῖκα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι «μόλυνση». Ἡ ἐρωτικὴ συνεύρεση μαζί της (ὅ,τι πιὸ φυσικὸ δηλαδὴ μπορεῖ νὰ συμβῇ στοὺς ἀνθρώπους) ἀποτελεῖ αἰτία μολύνσεως ὄχι μόνο γιὰ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ψυχή. Γὶ’ αὐτὸ ἐξαίρονται ἐκεῖ νοι, «ποὺ δὲν μο λύν θη καν ἀ πὸ τὶς γυ ναῖ κες, για τὶ εἶ ναι παρ θέ νοι» («Ἀ πο κά λυ ψη», ιδ΄ 4). Ἂν νομίσετε ὅτι τὸ ἀ πό σπα σμα αὐ τὸ μι λᾷ γιὰ ἐ ρω τι κὴ συ νεύ ρε ση, γυ ρί στε τὴν Και νὴ ∆ι α θή κη σας πιὸ μπρο στά, στὸν Ματ θαῖ ο (ε΄ 28) καὶ δι α βά στε τὰ λό για τοῦ ἴ διου τοῦ Ἰ η σοῦ: «κι ἐ γὼ σᾶς λέ γω ὅ τι αὐ τὸς ποὺ βλέ πει μί α γυ ναῖ κα καὶ τὴν ἐ πι θυ μεῖ, ἤ δη ἐ μοί χευ σε μέ σα στὴν καρ διά του». • Ο ΙΑ΄ Κα νό νας τοῦ Ἰ ω άν νη τοῦ Νη στευ τῆ (βλ. «Πη δά λιον», «∆», τ. 274, Νοέμ. 2004) ἐ πι βάλ λει 40 μέ ρες ξη ρο φα γί α (δη λα δὴ μό νο ψω μὶ καὶ νε ρό) καὶ 100 με τά νοι ες ἡ μερη σί ως (ἤ τοι 4.000 συνολικὰ) καὶ ἀ πο χὴ ἀ πὸ τὴν κοι νω νί α σὲ κά θε γυ ναῖ κα, ποὺ θὰ δε χθῇ «ἀ σπα σμοὺς ἀν δρός» καὶ «ἐ πα φὲς χω ρὶς ὡ στό σο νὰ δι α φθα ρῇ». Ἂν δι α φθα-ρῇ κι ό λας, μαῦ ρο φί δι ποὺ τὴν ἔ φα γε.
Οἱ ἐ πι στο λὲς εἶ ναι πο λὺ σα φεῖς, ὅ σον ἀ φο ρᾷ στὴν ἐ πί ση μη θέ ση τοῦ Χρι στι α νι σμοῦ ἀ πέ ναν τι στὴ γυ ναῖ κα: «Ἡ γυ ναῖ κα δὲν ἐ ξου σιά ζει τὸ ἴ διο της τὸ σῶ μα, ἀλ λὰ ὁ ἄν δρας» («Α΄ πρὸς Κο ριν θί ους», ζ΄ 4). «Οἱ γυ ναῖ κες νὰ ὑ πο τάσ σε σθε στοὺς ἄν δρες σας στὰ πάν τα» («πρὸς Ἐ φε σί ους», ε΄ 22-24). «Οἱ γυ ναῖ κες νὰ ὑ πο τάσ σε σθε στοὺς ἄν δρες» («πρὸς Κο λοσ σα εῖς», γ΄ 18). «Ὁ μοί ως οἱ γυ ναῖ κες ὑ πο τασ σό με νες στοὺς ἄνδρες τους» («Α΄ Πέ τρου», γ΄ 1). Νο μί ζω ὅ τι δὲν δι έ φυ γε τῆς προ σο χῆς σας, ἀ γα πη τὲς ἀ να γνώ στρι ες, ἡ ἐ πα νά λη ψη τοῦ ρή μα τος «ὑ πο τάσ σο μαι». Σὲ πε ρί πτω ση ποὺ δὲν ἐν νο ή σα τε κα λῶς τὴ ση μα σί α του, σᾶς πλη ρο φο ρῶ, πὼς ση μαί νει «ἐξ-ου σι ά ζο μαι», «ὑ πο δου λώ νο μαι». Πό σο μα κριὰ βρί σκον ται ὅ λα αὐ τὰ ἀ πὸ τὸν ἑλ λη νι κὸ τρό πο σκέ ψης; «Για τί ὁ ἄν τρας ὁ γεν ναῖ ος καὶ μυ α λω μέ νος τὴ γυ ναῖ κα του ἀ γα πᾷ καὶ φρον τί ζει» (Ὁ μή ρου, Ἰ λιὰς Ι, 341-342).

Χρι στι α νι κὴ κα τή χη ση
Πα ρ’ ὅ λα αὐ τὰ τὰ προ πα γαν δι στι κὰ χρι στι α νι κὰ φυλ λά δια κι οἱ ἑλ λη νορ θόδο ξοι ἑλ λα δέμ πο ροι τῶν τη λε ο πτι κῶν δια ύλων δι α τεί νον ται, πὼς ὁ Χρι στια νι σμὸς «διὰ τῆς ἠ θι κῆς του δι δα σκα λί ας ἐ ξύ ψω σε τὴ θέ ση τῆς γυ ναί κας καὶ κα θι έ ρω σε τὴν ἰ σό τη τα τῶν φύ λων». Πό τε τὸ ἔ κα νε αὐ τὸ καὶ σὲ ποι ά πε ρί πτω ση, ἀ φοῦ ἀ κό μα καὶ τὴ στιγ μὴ ποὺ παν τρεύ ε ται (ὑ παν δρεύ ο μια = τί θε μαι ὑ πὸ τὸν ἄν δρα) ἡ Ἐκ κλη σί α τῆς ἐ πι τάσ σει νὰ δι ε ξά γῃ τὰ συ ζυ γι κά της κα θή κον τα ὑ πὸ τὸ κα θε στὼς τοῦ «φό βου» τοῦ συ ζύ γου της; ∆ὲν ὑ πάρ χει, νο μί ζω, κα νέ νας Ἕλ λη νας, ποὺ νὰ μὴν γνω ρί ζῃ τὴ φρά ση: «…ἡ δὲ γυ νὴ ἵ να φο βῆ ται τὸν ἄν δρα» («πρὸς Ἐ φε σί ους» ε΄ 33). Νὰ «φο βῆ ται», ὄ χι νὰ ἐ κτι μᾷ ἢ νὰ σέ βε ται.
Ὁ δι α χω ρι σμὸς τῶν δυ ὸ φύ λων κα τὰ τὶς ὧ ρες τῆς λα τρεί ας εἰ σή χθη ἀ πὸ τὰ πρῶ τα κι όλας χρό νια, καὶ ἐ πί δρα ση σ’ αὐ τὸ εἶ χε ἡ ἴ δια συνήθεια στὶς ἰ ου δα ϊ κὲς συ να γω γὲς (Φί λων, «πε ρὶ Βί ου Θε ω ρη τι κοῦ»3): «Χω ρι στὰ οἱ ἄν δρες καὶ χω ρι στὰ οἱ γυ ναῖ κες» (προ φή της Ζα χα ρί ας, ιβ΄ 12-13). Γιὰ τὸν Παῦ λο («Α΄ πρὸς Κο ριν θί ους», ζ΄ 1) ἡ γυ ναῖ κα δὲν εἶ ναι κἄν ἄν θρω πος: «Εἶ ναι κα λὸ ὁ ἄν θρω πος νὰ μὴν ἀγ γί ζῃ γυ ναῖ κα». Τὸ ἴ διο καὶ γιὰ τὸν Ἰ η σοῦ: «ἕ νε κεν τού του κα τα λεί ψει ἄν θρω πος τὸν πα τέ ρα αὐ τοῦ καὶ τὴν μη τέ ρα, καὶ προ σκολ λη θή σε ται πρὸς τὴν γυ ναῖ κα αὐ τοῦ» («κα τὰ Μᾶρ κον», ι΄ 7).
Οἱ γυ ναῖ κες μέ σα στὸ Χρι στι α νι σμὸ εἶ ναι κα τώ τε ρες ἀ πὸ τὸ νό μο καὶ τὴ φύ ση, ὑ πο κείμε νες σὲ μί α κα τά στα ση μό νι μης τι μω ρί ας γιὰ τὸ προ πα το ρι κὸ ἁ μάρ τη μα καὶ ἀ κά θαρτες. ∆ὲν εἰ σέρ χον ται στὸ «Ἅ γιον Βῆ μα» τῶν ἐκ κλη σι ῶν, δὲν φο ροῦν ἱ ε ρὰ ἄμ φια, δὲν ἀγ γί ζουν ἱ ε ρὰ ἀν τι κεί με να καὶ δὲν λαμ βά νουν κοι νω νί α ἐ νῷ αἱ μορ ρα γοῦν. Ἐ πι πλέ ον, ὅ πως εἴ δα με, ὀ φεί λουν νὰ κα λύ πτουν τὰ κε φά λια τους, γιὰ νὰ δη λώ νουν ἔ τσι ὅ τι εἶ ναι ὑ πό δου λες στοὺς ἄν τρες τους, ἀλ λὰ καὶ για τί δὲν ἀ πο τε λοῦν αὐ θύ παρ κτα ὄν τα.
Τὸ πρότυπο τῆς γυναίκας, ὅπως τὴ
θέλει ὁ χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος ὅμως
διατείνεται ὅτι δῆθεν τῆς ἐξύψωσε
τὴ θέση.
Ὁ ΙΖ΄ κανόνας τῆς τοπικῆς Συνόδου τῆς Γάγγρας (340 μ.Χ.), ποὺ δὲν ἔχει καταργηθῆ ἕως σήμερα, ἀπαγορεύει στὶς γυναῖκες νὰ κουρεύουν τὰ μαλλιά τους. Μερικὰ χρόνια ἀργότερα ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος (ὁ ἐπονομαζόμενος Μέγας) διέταξε μὲ νομοθεσία νὰ ἐκδιώχνωνται ἀπὸ τὴν ἐκκλησία οἱ γυναῖκες ποὺ ἔχουν κοντὰ μαλλιά, ἐνῷ, ἂν κάποιοι ἀρχιερεῖς τύχῃ καὶ τὶς δεχθοῦν, νὰ καθαιροῦνται.
• Οἱ ἐπιλεγόμενοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν καλύτερη γνώμη γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, πρῶτος στὴ σειρὰ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Ὠριγένη, γράφει στὸ βιβλίο του «Παιδαγωγός» 2.33: «Μία γυναῖκα, ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψη μας ποιά εἶναι ἡ φύση της, πρέπει νὰ αἰσχύνεται γι’ αὐτήν».
• Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὑποστηρίζει: «Μὲ τὶς γυναῖκες δὲν εἶναι ἀσφαλὲς οὔτε ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφασίζῃ κανείς» («Α΄ περὶ εἰδωλολατρείας», ἀπὸ τὸ ἔργο του «κατὰ Ἑλλήνων» -ὡραῖος τίτλος!).
Ὁ Μέγας Βασίλειος (ὁ Ἁγιοβασίλης) περιγράφει τὶς σχέσεις τῶν δύο φύλων στὸ πλαίσιο τῆς ὀρθόδοξης οἰκογένειας: «Ἡ γυναῖκα δὲν ἔχει τὴν ἄδεια νὰ ἀφήνῃ τὸν ἄνδρα της, ἀλλά, κι ἂν δέρνῃ αὐτὴν ἐκεῖνος, πρέπει νὰ ὑπομένῃ κι ὄχι νὰ χωρίζεται, κι ἂν τὴν προῖκα της ξοδεύῃ, κι ἂν σὲ ἄλλες γυναῖκες πορνεύῃ, αὐτὴ πρέπει νὰ καρτερῇ. Ὥστε ἡ μὲν γυναῖκα, ἡ ἀφήσασα τὸν ἄνδρα της, μοιχαλὶς εἶναι ἂν πάρῃ ἄλλον, ὁ δὲ ἀφεθεὶς αὐτὸς ἄνδρας, ἂν πάρῃ ἄλλη, συγχωρεῖται» («Πηδάλιον», κανὼν Θ΄). Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἡ ἐκμετάλλευση, ὁ ξυλοδαρμὸς καὶ ἡ ὑποβάθμιση -γενικώτερα- τῆς συζύγου εἶναι ἔργο εὐλογημένο.

Ὁ λόγος τοῦ (μισέλληνα προστάτη τῆς παιδείας μας!) Ἰωάννη τοῦ Χρυσόστομου ξεχειλίζει ἀπὸ μῖσος κατὰ τῶν γυναικῶν. Στὸ «Πρὸς τοὺς Ἔχοντας Παρθένους Συνεισά-κτους» διαβάζουμε: «Γενικὰ ἡ γυναῖκα εἶναι ἕνα σκουλήκι ποὺ σέρνεται, ἡ κόρη τοῦ ψεύδους, ὁ ἐχθρός τῆς εἰρήνης. Ὁ κατάλογος τῶν ἁμαρτημάτων καὶ τῶν ἀδυναμιῶν της εἶναι ἀτελείωτος: εἶναι ἐλαφρόμυαλη, φλύαρη καὶ ἀκόλαστη. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι παθιασμένη μὲ τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς δαπάνες. Φορτώνεται μὲ κοσμήματα, πουδρά-ρει τὸ πρόσωπό της, βάφει τὰ μάγουλά της μὲ κοκκινάδι, βάζει μυρωδικὰ στὰ ροῦχα της κι ἔτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα γιὰ τὸν ἐκμαυλισμὸ τῶν νέων. Ὅσος καὶ νὰ εἶναι ὁ πλοῦτος, δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴ γυναικεία ἐπιθυμία. Μέρα καὶ νύκτα ἡ γυναῖκα δὲν σκέπτεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ χρυσάφι καὶ τὰ πολύτιμα πετράδια, τὰ πορφυρᾶ ὑφάσματα καὶ τὰ κεντήματα, τὶς κρέμες καὶ τὰ ἀρώματα. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ σεξουαλικὴ ἐπιθυμία, κανένας ἄνδρας μὲ τὰ σωστά του δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοιράζεται τὸ σπίτι του μὲ μιὰ γυναῖκα καὶ νὰ ὑφίσταται τὶς ἐπακόλουθες ζημιές, παρὰ τὶς οἰκιακὲς ἐργασίες ποὺ ἐκτελεῖ».
Ὁ ἐπίσκοπος Γάζης Πορφύριος, σὲ ἐκτέλεση τοῦ «ἐς ἔδαφος φέρειν» τοῦ Ἀρκαδίου, τὸ 401 μ.Χ. κατέστρεψε ὅλα τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ ἔργα τέχνης, τὶς δημόσιες κι ἰδιωτικὲς βιβλιοθῆκες κι ἰσοπέδωσε ὅλους τοὺς ἑλληνικοὺς ναοὺς τῆς πόλης. Ὅπως γράφει ὁ συναξαριστής του Μᾶρκος ὁ ∆ιάκονος, ὅταν ὁ Πορφύριος πυρπόλησε καὶ κατέστρεψε τὸ Μαρνεῖον (ξακουστὸ ναὸ τοῦ ∆ιὸς στὴ Γάζα), χρησιμοποίησε τὰ μάρμαρά του γιὰ τὴν πλακόστρωση ἑνὸς δρόμου. Ὅπως περήφανα εἶπε ὁ ἴδιος: «Γιὰ νὰ πατοῦν ὄχι μόνον ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ γουρούνια καὶ ἄλλα ζῷα»! («Βίος Πορφυρίου»).
Ἀπὸ τὰ 77 βιβλία, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ σύνολο τῆς «Ἁγίας Γραφῆς» (50 τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης καὶ 27 τῆς Καινῆς), οὔτε μία λέξη δὲν ἔχει γραφτῆ ἀπὸ γυναῖκα. Ὁ Ἰησοῦς εἶχε δώδεκα μαθητὲς ἀλλὰ καμμία μαθήτρια. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία δὲν ἔχουν πρόσβαση οἱ γυναῖκες. Στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα δὲν ἐπιτράπηκε σὲ κορίτσι νὰ κολυμβή-σῃ γιὰ νὰ πιάσῃ τὸ σταυρὸ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων στὸ Ναύπλιο. Οἱ γυναῖκες δὲν μποροῦν νὰ περπατήσουν στὸ Ἅγιο Ὄρος.
Σκεφθῆτε, πῶς θὰ ἦταν ὁ πλανήτης μας μὲ τὸ μισὸ πληθυσμὸ ἐκπαιδευμένο ὅπως τὸν θέλει ἡ θρησκεία τῶν νομάδων τῆς ἐρήμου.
BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Γιάννης Φώτης, «Τὸ Ἀσθενέστερον “Σκεῦος”», Ἐκδόσεις Μάριος Βερέττας, Ἀθήνα, 2003.
• Γεώργιος Γρηγορομιχελάκης, «Τὸ Βιβλίο ποὺ ἡ Ἐκκλησία σου δὲν Θέλει νὰ ∆ιαβάσῃς», Ἐκδόσεις «∆αδοῦχος», Θεσσαλονίκη, 2002.
• ∆ήμητρα Λιάτσα, «Τὰ Ψέματα ποὺ Λένε γιὰ τὴν Ἑλλάδα», Ἐκδόσεις «∆ήλιος», Θεσσαλονίκη, 2004.
• Νικόλαος Τσίτσος, «Ἡ Θέση τῆς Γυναίκας στὴ Χριστιανικὴ ∆ιδασκαλία», περιοδικὸ «∆αυλός», τεῦχος 236-237.
• ∆ιοτίμα - ∆ημόφιλος: «“Πηδάλιον”: Τὸ ἐπίσημο βιβλίο “ὁδηγιῶν” πρὸς τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἑλλάδος. Πῶς “νομιμοποιεῖται” ὁ σκοταδισμός», περιοδικὸ «∆αυλός», τεῦχος 274.

∆ΑΥΛΟΣ/ τ. 278, Μάρτιος 2005
Κίμων Ἐλευθερίου

«Φοβοῦμαι τοὺς ∆αναούς, ἀκόμη καὶ ὅταν φέρνουν δῶρα».






«Φοβοῦμαι τοὺς ∆αναούς, ἀκόμη καὶ ὅταν φέρνουν δῶρα».



O πιὸ σπουδαῖος Ρωμαῖος ἐπικὸς ποιητὴς ἴσως νὰ εἶναι ὁ Πόπλιος Βιργίλιος ἢ ἀλλιῶς Virgilius Maro , ὁ ὁποῖος ἔζησε ἀπὸ τὸ 70 ἕως τὸ 19 π.Χ. Ἔγραψε τρία μεγάλα ἔργα ποίησης, τὰ «Βουκολικά», τὰ «Γεωργικά» καὶ τὸ θεωρούμενο ὡς τὸ καλύτερό του τὴν «Αἰνειάδα» (μὲ 12 βιβλία ἀπὸ 800 περίπου στίχους τὸ καθένα).
Στὸ 20ὸ βιβλίο τῆς Αἰνειάδας, στίχος 46 ἀναφέρει τὰ ἑξῆς λόγια γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐπιγραμματικὰ καὶ λέγονται καὶ μνημονεύονται περισσότερο γιὰ τὴ σημασία τους. Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι: «Timeo Danaos et dona ferentes». Σὲ ἁπλῆ μετάφραση σημαίνουν: Ἄλλοι τὸ μεταφράζουν: «Νὰ φοβᾶσαι τοὺς ∆αναούς...» κ.λπ. Ποιοί ὅμως ἦταν οἱ ∆αναοί; Ὁ ∆αναὸς ἦταν ὁ πρόγονος τῶν Ἀργείων καὶ κατὰ τοὺς ἡρωικοὺς χρόνους ἡ κοινὴ ὀνομασία τῶν Ἀργείων ἦταν ∆αναοί. Κατὰ τὸν Τρωϊκὸ Πόλεμο συνεκδοχικὰ ∆αναοὶ ὠνομάζονταν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ποὺ πῆραν μέρος σ’ αὐτόν.
Τὰ παραπάνω λόγια τὰ ἔβαλε ὁ ποιητὴς Βιργίλιος στὸ στόμα τοῦ Λαοκόοντα. Ὁ Λαοκόων ἦταν ἱερέας ἀπὸ τὴν Τροία, ποὺ τὸν ἔπνιξαν δύο φίδια ποὺ ἔστειλε ὁ Ἀπόλλων κατὰ τὸν Βιργίλιον, γιατὶ συμβούλευσε τοὺς Τρῶες νὰ μὴν μπάσουν στὴν Πόλη τους τὸν ∆ούρειο Ἵππο, ἐπειδὴ ὑπωψιάστηκε κάποιο δόλο καὶ τοὺς εἶπε τὰ παρα πάνω λόγια, ποὺ στὸ γυμνάσιο μὲ καθαρευουσιάνικο καὶ πομπώδη στόμφο τὰ λέγαμε: «Φοβοῦ τοὺς ∆αναοὺς καὶ δῶρα φέροντας.»
Τὸ 1506 βρέθηκε στὴ Ρώμη ἕνα καταπληκτικὸ γλυπτικὸ σύμπλεγμα, ποὺ παριστάνει τὸ Λαοκόον τα καὶ τοὺς δύο γιούς του νὰ τοὺς περισφίγγουν, γιὰ νὰ τοὺς πνίξουν, τὰ δύο φίδια. Εἶναι ἔργο τῶν Ροδί ων Ἀγησάνδρου, Πολυδώρου καὶ Ἀθηνοδώρου καὶ βρίσκεται σήμερα στὸ Βατικανό.
Ὁ ∆ούρειος Ἵππος (=τὸ ξύλινο ἄλογο, ἀπὸ τὸ δόρυ = τὸ ξύλινο ὅπλο) ἦταν τάχα δῶρο τῶν ∆αναῶν (=Ἑλλήνων), ποὺ θὰ ἐξιλέωνε τὴν Ἀθηνᾶ, ἐνῷ αὐτὸ ἔφερε τὴν καταστροφὴ τῆς Τροίας ποὺ εἶχε ἀντιταχτῆ ὡς τότε στοὺς Ἕλληνες γιὰ δέκα χρόνια ἤ ἡ αἰώνια μάχη τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν θεῶν (ἀπὸ τὸν Προμηθέα ἕως σήμερα); Τὰ λόγια αὐ τὰ -καὶ ὁ ∆ούρειος Ἵππος- λέγονται μέχρι σήμερα καὶ ἑ νώνουν σταθερὰ τὴν Ἱστορία, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Μυθολογία σ’ ἕνα πλούσιο σύνολο με ταφορικῶν σημασιῶν.

Θωμᾶς Ἠλιόπουλος

Saturday, May 21, 2011

ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ;


ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ;


Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ" ΜΑΣ ΕΞΗΓΕΙ ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΔΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ.

http://www.youtube.com/watch?v=8jCm5gmhBL0

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ




Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

∆ΑΥΛΟΣ/283, Σεπτέμβριος 2005


Επι βάλ λε ται καὶ ἀ ξί ζει τὸν κό πο νὰ ἀ σχο λη θοῦ με μὲ τὸ νομι κὸ κα θε στὼς τῆς δουλείας στὴν προχρι στι α νι κὴ ἀρ χαι ό τη τα, ἔ τσι ὥ στε νὰ γί νῃ αὐ τὸ γνω στὸ καὶ γιὰ τὸ «φυ γεῖν τὴν ἄ γνοι αν», ἀλ λὰ καὶ γιὰ νὰ ἐ ξα χθοῦν χρή σι μα συμ πε ρά σμα τα στὴν Φι λο σοφί α τῆς Ἱ στο ρί ας. Ἀ θή να, Σπάρ τη καὶ Ρώ μη εἶ ναι οἱ τρεῖς πό λεις-κρά τη, ποὺ ἐκ φρά ζουν τὴν πρὸ τῆς ἐ πι βο λῆς τῆς χρι στι α νι κῆς θρη σκεί ας ἀρ χαι ό τη τα, για τὶ ἔ παι ξαν ση μαν τι κὸ ρό λο στὴν ἱ στο ρί α της καὶ τὸ νο μι κὸ κα θε στὼς αὐ τῶν θὰ δι ευ κρι νί σῃ τὸ κα θε στὼς τῆς δου λεί ας στὴν ἀρ χαι ό τη τα.

ΑΘΗΝΑ

Ερ χό μα στε στὴν Ἀ θή να, ὅ που ὁ Ἑλ λη νι κὸς Πο λι τι σμὸς χά ρις στὴ δι α λε κτι κὴ σχέ ση Φι λο σο φί ας καὶ δη μο κρα τι κοῦ πο λι τεύ μα τος ἔ φθα σε στὴν κο ρύ φωσή του, σ’ ὅλες τὶς ἐκ φρά σεις του ὥστε νὰ δι εκ δι κῇ πε ρί λαμ πρη θέ ση καὶ ὁ _ νο μι κὸς πο λι τι σμός της. Ὁ ∆η μο σθέ νης στὸν «κα τὰ Μει δί ου» λό γο του μᾶς δι έ σω σε τὸ κείμενο νό μου, ποὺ ἀ φο ρᾷ στὴ δου λεί α. Ὁ νό μος ἔ λε γε:
«Ἂν κά ποι ος προ σβά λῃ κά ποι ον ἢ παι δὶ ἢ γυ ναῖ κα ἢ ἄν δρα ἐκ τῶν ἐ λεύ θε ρων ἢ τῶν δού λων ἢ κά τι πα ρά νο μο πρά ξῃ σὲ κά ποι ον ἀ πὸ αὐ τούς, μπο ρεῖ νὰ τὸν μηνύ σῃ στοὺς Θε σμο θέ τες, ὅ ποι ος ἐ πι θυ μεῖ ἀ πὸ τοὺς Ἀ θη ναί ους ἐ κεί νους ποὺ ἔ χουν τὸ δι καί ω μα. Οἱ δὲ Θε σμο θέ τες εἰ σά γουν (τὴ μή νυ ση) στὴν Ἡ λια ία ἐν τὸς τριά ντα ἡ με ρῶν ἀ πὸ τὴν ὑ πο βο λή της, ἂν δὲν ὑ πάρ χῃ κά ποι ο νομικὸ κώ λυ μα. ∆ι α φο ρε τι κὰ αὐ τὴ ἐκ δι κά ζε ται κα τὰ προ τε ραι ό τη τα.» («Κα τὰ Μει δί ου», 47.)
Καὶ ὑ πε ρή φα να ὁ ∆η μο σθέ νης ἀ να φω νεῖ γιὰ τὸ νο μι κὸ πο λι τι σμὸ τῆς Ἀ θή νας: «Ἀ κούστε, ὦ Ἀ θη ναῖ οι, τὸ νό μο τῆς φι λαν θρω πί ας, ποὺ ἀ ξι ώ νει, οὔ τε οἱ δού λοι νὰ προ-σβάλ λων ται.» («Ἀ κού ε τ’, ὦ ἄν δρες Ἀ θη ναῖ οι, τοῦ νό μου τῆς φι λαν θρω πί ας, οὐδὲ τοὺς δού λους ὑ βρί ζε σθαι ἀ ξιοῖ.») («Κα τὰ Μει δί ου» 48.)
Ὁ ∆η μο σθέ νης θὰ το νί σῃ ἰ δι αί τε ρα τὴν εἰ δο ποι ὸ δι α φο ρὰ τοῦ νό μου κατὰ τῆς ἄ σκησης βί ας ὡς δη μό σιου ἀ δι κή μα τος:
«Για τὶ τὴν πό λη πι στεύ ει πὼς ἀ δι κεῖ καὶ ὄ χι μό νο τὸν πα θόν τα, ἐ κεῖ νος ποὺ ἐ πιχει ρεῖ νὰ προ σβά λῃ... Καὶ σὲ τέ τοι ο βαθ μὸ ὑ περ βο λῆς ἔ φθα σε, ὥ στε, καὶ ἂν κά ποι ος προ σβάλῃ δοῦ λο, ὁ μοί ως ἔ δω σε ὑ πὲρ αὐ τοῦ τὸ δι καί ω μα δη μό σιας μή νυ σης. Για τὶ
ἔ κρι νε πὼς δὲν πρέ πει νὰ ἀ πο σκο πῇ στὸ ποι ός εἶ ναι ὁ πα θών, ἀλ λὰ ποι ά εἶ ναι ἡ πράξη ποὺ ἔ γι νε. Καὶ ἐ πει δὴ τὴν βρῆ κε ἐν τε λῶς πα ρά νο μη, εἴ τε γί νε ται εἰς βά ρος δού λου εἴ τε ὁ ποι ου δή πο τε, ἀ πα γό ρευ σε τὴν δι ά πρα ξη αὐ τῆς.» («Κα τὰ Μει δί ου, 45 καὶ 46.)
Ὁ γραμ μα τι κὸς καὶ ἱ στο ρι κὸς σο φι στὴς Ἀ θή ναι ος ἐ πι βε βαι ώ νει τὸ νομικὸ αὐτὸ ὑπέρ τῶν δούλων κα θε στὼς τῆς Ἀ θη να ϊ κῆς ∆η μο κρα τί ας:
«Οἱ Ἀ θη ναῖ οι δέ, καὶ γιὰ τὴ τύ χη τῶν δού λων ἀ φοῦ προ νό η σαν, νο μο θέ τη σαν ὑ πὲρ τῶν δού λων, νὰ εἶ ναι ἀ δί κη μα αὐ τε πάγ γελ της δί ω ξης ἡ προ σβο λή τους. Μά λιστα ὁ ρή το ρας Ὑ πε ρεί δης στὸν “Κα τὰ Μαν τι θέ ου προ σβο λῆς” λό γο λέ ει πὼς ὑ πάρ χει νό μος ὄ χι μό νον ὑ πὲρ τῶν ἐ λεύ θε ρων, ἀλ λὰ ποὺ προ βλέ πει ἀ κό μη ὅ τι, ἂν κά ποι ος σω μα τι κὰ προ σβά λῃ δοῦ λο, νὰ πα ρέ χε ται τὸ δι καί ω μα αὐ τε πάγ γελ της δίω ξης κα τὰ ἐ κεί νου ποὺ δι έ πρα ξε τὴν προ σβο λή.» (Ἀ θή ναι ος, «∆ει πνο σο φι σταί» ΣΤ΄)
Ὁ Σό λων (640-560 π.Χ.) μὲ τὴν Σει σά χθεια κα τάρ γη σε τὸ δα νει σμὸ «ἐ πὶ σώ μα σι», ὥ στε οἱ ἐ λεύ θε ροι νὰ μὴν γί νων ται δοῦ λοι καὶ ἐ ξα γό ρα σε μὲ χρή μα τα τῆς πο λι τεί ας τοὺς ἐ λεύ θε ρους, ποὺ πω λή θη καν ὡς δοῦ λοι. Καὶ «ὁ Κλει σθέ νης (τὸ 510 π.Χ.) με τὰ τὴν ἐκ βο λὴ τῶν τυ ράν νων, πολ λοὺς ἀ θρό ως κα τέ τα ξε στὶς φυ λὲς ὡς πο λί τες ξέ νους καὶ δού λους
καὶ με τοί κους». (Ἀ ρι στο τέ λης, «Πο λι τι κά» 1275, 10.)
Πέ ραν αὐ τῶν ὁ Ἀ θη ναῖ ος πο λί της εἶ χε τὸ δι καί ω μα ἀ πε λευ θέ ρω σης τῶν δού λων εἴ τε μὲ ἀν τα μοι βὴ ὑ πη ρε σι ῶν εἴ τε μὲ ἐ ξα γο ρά, ὅ που οἱ δοῦ λοι θὰ μπο ροῦ σαν νὰ δα νεί-ζων ται ἀ πὸ εἰ δι κὲς Τρά πε ζες. Ἀ κό μη ὁ μά δες πο λι τῶν σχη μά τι ζαν ἐ ρα νι κὲς ἐ πι τρο πὲς γιὰ τὴν ἀ πε λευ θέ ρω ση δού λων. Ἐπίσης βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων ἀ πο λά μβα ναν οἱ δοῦ λοι τὴν ἰ σό τι μη συμ με το χὴ στὶς ἱ ε ρὲς γι ορ τές.

ΣΠΑΡΤΗ


Ο Παυ σα νί ας στὰ «Λα κω νι κά» ἀ να φέ ρει τὸ ἱ στο ρι κὸ τῆς θε σμο θέ τη σης τῆς εἱ λω τεί ας: «Πα ρα θα λάσ σια ἦ ταν μί α πό λη, ποὺ καὶ ὁ Ὅ μη ρος μνη μό νευ σε στὸν κα τά λο γο τῶν Λα κε δαι μο νί ων: αὐ τοὶ κα τεῖ χαν τὶς Ἀ μῦ κλες καὶ τὴν πα ρα θα λάσ σια πό λη Ἕ λος. Αὐ τὴν ἔ κτι σε ὁ Ἕ λιος, ὁ νε ώ τε ρος ἀ πὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Περ σέ α, ὕ στε ρα ὅ μως οἱ ∆ω ρι εῖς τὴν πο λι όρ κη σαν, καὶ πρῶ τοι αὐ τοὶ ἔ γι ναν δοῦ λοι τῶν Λα κε δαι μο νί ων καὶ εἵ λω τες ὠ νο μά σθη καν πρῶ τοι, ὅ πως πράγ μα τι ἔ γι ναν. Καὶ οἱ δοῦ λοι, ποὺ ἀ πο κτή θη καν ὕ στε ρα καὶ ἦ ταν οἱ ∆ω ρι εῖς Μεσ σή νιοι, καὶ αὐ τοὶ ὠ νο μά σθη καν εἵ λω τες, ἀ φοῦ καὶ αὐ τοὺς τοὺς νί κη σαν.» (Λα κω νι κά, Γ΄ 6.)
Πράγ μα τι ἐ τυ μο λο γι κὰ ἡ λέ ξη εἵ λω τες προ έρ χε ται πι θα νὸν ἀ πὸ τὸ ρῆ μα αἱ ρῶ (κυ ριεύ ω), ἀ ό ρι στος β΄ εἷ λον. Οἱ εἵ λω τες λοι πὸν ἦ ταν οἱ ἡτ τη θέν τες στὸν πό λε μο. Νο μι κὰ ἀ ποτε λοῦ σαν ἰ δι ο κτη σί α τοῦ κρά τους τῶν Σπαρ τια τῶν, ποὺ τοὺς πα ρα χω ροῦ σε πρὸς χρή ση μα ζὶ μὲ τὶς δη μό σι ες γαῖ ες στοὺς πο λί τες γιὰ καλ λι έρ γεια. Γε νι κὰ τὰ δι και ώ μα τα τῶν ἐ λεύθε ρων πο λι τῶν στὴ Σπάρ τη ἐ πὶ τῶν εἱ λώ των ἦ ταν πε ρι ω ρι σμέ να. Στὸν πό λε μο οἱ εἵ λω τες ἀ κο λου θοῦ σαν τοὺς ἐ λεύ θε ρους πο λί τες ὡς θε ρά πον τες ἢ ὡς ψι λοὶ (ἐ λα φρὸ πε ζι κό) καὶ ὡς ναῦ τες. Ἐ πι τρε πό ταν βά σει τῆς νο μο θε σί ας τῆς Σπάρ της καὶ ἀ πε λευ θέ ρω ση τῶν εἱ λώ των ὡς ἀν τα μοι βὴ πο λε μι κῶν ὑ πη ρε σι ῶν. Οἱ ἀ πε λεύ θε ροι εἵ λω τες ἐ ξω μοι ώ νον ταν πρὸς τοὺς πε ρί οι κους, οἱ ὁ ποῖ οι ἐπίσης στε ροῦν ταν πο λι τι κῶν δι και ω μά των.






Ἐ κτὸς τῆς προ στα σί ας, ποὺ προ σέ φε ρε στοὺς δού λους ἡ νο μο θε σί α τῶν ἀρ χαι ο ελ λη νι κῶν πό λε ων, προ έ βλε πε καὶ τὴν ἀ πε λευ θέ ρω σή τους, ἀ κό μη καὶ τῶν εἱ λώ των, ὑ πὸ ὡ ρι σμέ νες προ ϋ πο θέ σεις προ σφο ρᾶς στὸ κοι νω νι κὸ σύ νο λο. Στὴ φω το γρα φί α ἀ νά γλυ φο ἐνθύμιο τῶν ἀ να κτη σάν των τὴν ἐ λευ θε ρί α τους δού λων ∆η μη τρί ου καὶ Φι λο νεί κου, ποὺ τοὺς δώ ρη σε ὁ δι κα στὴς Λι κί νιος.


ΡΩΜΗ

Ασφαλῶς στὴ Ρώ μη, ὡς ἰμ πε ρι αλι στι κὸ στρα τι ω τι κὸ κρά τος, ὁ θε σμὸς τῆς δουλεί ας ὑ πῆρ ξε σκλη ρό τε ρος. Ὁ δοῦ λος θε ω ρεῖτο πρᾶγ μα (τβα), ὑ πα γό με νος στὸ δί και ο τῶν πραγ μά των (Κβα ΡιιΜίεα Κοιηαηα), ὅ που ὁ κύ ριος τοῦ δού λου εἶ χε | κα θο λι κὴ ἐ ξου σί α πάνω του, ἀ πὸ τὴν ἱ κα νο ποί η ση ἀ νώ μα λων ὀ ρέ ξε ων, τὴν ἐρ γα σί α, μέ χρι τὴν χρη σι μο ποί η σή του ὡς μο νο μά χου ἢ θη ρι ο μά χου στὸ Κο λοσ σα ῖο, τὸ μνη μεῖ ο τοῦ Ρω μα ϊ κοῦ Πο λι τι σμοῦ, ποὺ προ σέ φε ρε στοὺς Ρω μαί ους «άρ τον καϊ θε ά ματα». Ἀ κό μη ὁ κύ ριος τοῦ δού λου μπο ροῦ σε νὰ τὸν πω λή σῃ, νὰ τὸν φο νεύ σῃ καὶ νὰ τὸν χρη σι μο ποι ή σῃ στὰ ὄρ για τῶν ρω μα ϊ κῶν συμ πο σί ων. Για τὶ στὸν Ρω μαῖ ο πο λί τη ἀ νῆ κε καὶ ὄ χι στὸ Ρω μα ϊ κὸ Κρά τος, ὅ πως συ νέ βαι νε στὴ Σπάρ τη.
Ὑ πῆρ χε ἀ κό μη καὶ ὁ θε σμὸς τῆς δου λο ποί η σης τῶν ἐ λεύ θε ρων πο λι τῶν. Ὡς δοῦ λος ἐπωλεῖτο ἐ κεῖ νος ποὺ κα τα δι κά σθη κε γιὰ θη ρι ο μα χί α μὲ ξί φος ἢ πέ λε κυ ἢ σὲ κα τα ναγκα στι κὰ ἔρ γα καὶ ἡ Ρω μαί α ποὺ συν δέ θη κε ἐ ρω τι κὰ μὲ δοῦ λο.

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1948!

Η ἔν νο μη δου λεί α, ἐ πί κτη τη ἢ κλη ρο νομι κή, συ νε χί σθη κε καὶ στοὺς νε ώ τε ρους χρό νους μέ χρι τὴ δι α κή ρυ ξη τῶν ∆ι και ω μά των τοῦ ΟΗΕ τὸ 1948. Ἡ δου λεί α συμ πε ρι έ λα βε τὴ δου λο πα ροι κί α κα τὰ τὸ Με σαί ω να, ὁπότε ἄν θη σε τὸ δουλεμ πό ριο. Ὑ πῆρ ξε με γά λο ρεῦ μα δου λεμ πο ρί ου ἀ πὸ βαλ κα νι κοὺς λα οὺς πρὸς τὴ χρι στι α νι κὴ ∆ύ ση, ποὺ ὠ νο μά σθη καν σκλά βοι. Ἀ κό μη ἐν τα τι κο ποι ή θη κε τὸ δου λεμ πόριο Ἀ φρι κα νῶν δού λων στὴν Ἀ με ρι κή. Ὁ Κολ μπὲρ μὲ δι ά ταγ μά του («Μαῦ ρος Κῶ διξ», 1685) κα θώ ρι σε τὴν ἔν νο μη δου λεί α σύμ φω να μὲ τὸ Ρω μα ϊ κὸ ∆ί και ο.
Μό λις τὸ 1807 ἀ πα γο ρεύ ε ται τὸ δου λεμ πό ριο ἀ πὸ τὴν Ἀγ γλί α καὶ τὸ 1815 ἀ πὸ τὴ Γαλ λί α καὶ ἀ κο λου θεῖ ἡ χει ρα φέ τη ση τῶν δού λων τὸ 1833 ἀ πὸ τὴν Ἀγ γλί α καὶ τὸ 1848 ἀ πὸ τὴ Γαλ λί α. Καὶ συ νε χί σθη κε ἡ ἀν τι δου λο κτη τι κὴ πο λι τι κὴ μὲ σει ρὰ δι α τά ξε ων σὲ ἄλλα κράτη μὲ ἱ κα νο ποι η τι κὰ ἀ πο τε λέ σμα τα. Συγ κε κρι μέ να στὶς ΗΠΑ τὸ 1866 νο μοθε τή θη κε ἡ ἰ σό τι μη δι κα στι κὴ ἀν τι με τώ πι ση τῶν Μαύ ρων, τὸ 1964 ἡ ἴ ση ἀ πα σχό λη ση καὶ μό λις τὸ 1968 κα ταρ γή θη κε ἡ δι ά κρι ση γιὰ τὴν ἀ γο ρὰ καὶ ἐ νοι κί α ση κα τοι κι ῶν σὲ βά ρος τῶν Μαύ ρων.
* * *
Κα τό πιν αὐ τῶν τί θε ται τὸ ἱ στο ρι κὸ ἐ ρώ τη μα: Για τί ἡ Ἀ θη να ϊ κὴ ∆η μο κρα τί α εἶ χε τὴν κα λύ τε ρη ἔν νο μη τά ξη πε ρὶ δου λεί ας δι α χρο νι κὰ ἀ νὰ τοὺς αἰ ῶ νες μὲ τὴν ἰ σό τι μη ἐ λεύ θε ρων καὶ δού λων δι κα στι κὴ ἀν τι με τώ πι ση, θε ω ρῶν τας τὴν ^ προ σβο λὴ τῶν δού λων δη μό σιο ἀ δί κη μα, ὥ στε ὁ λα κε δαι μο νί ζων ὀ λι γαρ χι κὸς ψευ δο-Ξε νο φῶν νὰ ἐκ φρά σῃ ἔ τσι τὴν ἀν τί θε σή του στὴν Ἀ θη ναί ων Πο λι τεί α: «Τῶν μετοί κων πά λι καὶ τῶν δού λων εἶ ναι με γά λη στὴν Ἀ θή να ἡ ἀ κο λα σί α καὶ οὔ τε μπο ρεῖς νὰ πα τά ξῃς δοῦ λο οὔ τε πα ρα με ρί ζει αὐ τός, γιὰ νὰ πε ρά σῃς.»;
Τὴν ἀ πάν τη ση ἔ δω σε ὁ Πε ρι κλῆς στὸν κλασι κὸ ἐ πι τά φιο λό γο του, λέ γον τας μὲ «ποι ό πο λί τευ μα» (36) ἐ πι τεύ χθη κε τὸ θαῦ μα τοῦ Ἀ θη να ϊ κοῦ Πο λι τι σμοῦ, ὅ που ἰ σότι μη θέ ση σὲ αὐ τὸν ἔ χει καὶ ὁ νο μι κὸς πο λι τι σμός. «Καὶ κα τὰ τὸ ὄ νο μα», τό νι σε ὁ Πε ρι κλῆς, «δη μο κρα τί α ὀ νο μά ζε ται, γιὰ τὸ ὅ τι ἡ ἐ ξου σί α ἀ σκεῖ ται ὄ χι ἀ πὸ λί γους, ἀλ λὰ ἀ πὸ τοὺς πολ λούς» (37) καὶ ἐ πί σης «ὁ λό κλη ρη ἡ πό λη εἶ ναι ἐκ παι δευ τή ριο τῆς Ἑλ λά δας» (41).
Ἡ ἐ λευ θε ρία τοῦ πνεύ μα τος τοῦ ἀ θη να ϊ κοῦ δη μο κρα τι κοῦ πο λι τεύ μα τος ἔ δω σε τὴ δυ να τό τη τα στοὺς σο φι στές, στοὺς φι λο σό φους τοῦ ∆ι α φω τι σμοῦ τῆς ἀρ χαι ό τη τας, νὰ το νί σουν πὼς πα ρὰ φύ ση ἦ ταν ἡ κα τὰ νό μο καὶ βί α δου λεί α («Πο λι τι κά», 1253 β), καὶ πρὸς τὴν ἄ πο ψη αὐ τὴ συμ φω νοῦ σε καὶ ὁ Ἀ ρι στο τέ λης («Πο λι τι κά» 1255 α: βλ. «∆», τ. 254, «Ἡ κατάσταση τῶν δούλων στὴν ἀρχαιότητα» καὶ τ. 279, «Ὁ Ἀριστοτέλης ἐναντίον τῆς δουλείας».) Καὶ ἀ πὸ σκη νῆς ὁ φι λό σο φος Εὐ ρι πί δης με γα λό φω να, χω ρὶς φό βο, θὰ πῇ πὼς «ἡ ψυ χὴ πολ λῶν δού λων εἶ ναι πιὸ ἐ λεύ θε ρη καὶ ἀ πὸ τῶν ἐ λεύ θε ρων ἀν θρώ πων». (Στο βαῖ ος Ξβ, 39.)

Γεράσιμος Καζάνας Οἰ κονομολόγος

ΤΟ ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ - ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ






ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΩΣ Ο ΦΡΟΪΝΤ ΔΙΑΣΤΡΕΥΛΩΣΕ ΤΟΝ ΣΟΦΟΚΛΗ


Στὰ τέ λη τοῦ 19ου αἰ ῶ να ἕνας νέος γιατρός, ὁ Ζίγκμουντ Φρόυντ, διατύπωσε μία ψυχιατρικὴ θεραπευτικὴ θεωρία μὲ κεντρικὸ ἄξονα τὸ «Οἰδιπόδειο Σύμπλεγμα». «Οἰδιπόδειο Σύμπλεγμα» σύμφωνα μὲ τὴν φροϋδικὴ σχολὴ εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ γιοῦ μὲ τὴ μητέρα ἢ ἀντί τοιχα τῆς κόρης μὲ τὸν πατέρα, μὲ ὅ,τι βιολογικά, ψυχικὰ καὶ ἀντικοινωνικὰ ἀποτελέσματα συνεπάγεται. Πόση ἀλήθεια καὶ πόση ἀληθοφάνεια πα ρου σιά ζει ἡ θε ω ρί α αὐτὴ καὶ ὥς ποι ό βαθ μὸ εἶ ναι δυ να τὸ νὰ γε νι κεύ ε ται, ὥ στε νὰ ἀ φο ρᾷ σ’ ὅ λη τὴν ψυ χι κὴ ὅ σο καὶ κοι νω νι κὴ πραγμα τι κό τη τα; Καὶ γιατί ὁ Φρόυντ διάλεξε τὸν χαρακτηρισμὸ «οἰδιπόδειό» της βασικῆς ἔννοιας τῆς θεωρίας του; Οἱ κόρες τοῦ Λὼτ ἐνσυνείδητα τεκνοποίησαν μὲ τὸν πατέρα τους, ὅπως περιγράφεται στὸ ιθ΄ κεφάλαιο τῆς «Γενέσεως» (31-35). Για τί ὁ Φρόυντ δὲν ὠνόμασε τὸ σύμπλεγμα Λώτειο, ὅπως ἄριστα θὰ τοῦ ταίριαζε; Για τί ὁ Φρόυντ διάλεξε τὸ ἐπίθετο αὐτό, τὴ στιγ μὴ ποὺ ὁ Οἰδίπους οὔτε πρόθεση εἶχε, οὔτε κὰν γνώριζε, ὅ τι πατέρας του ἦταν ὁ Λάιος καὶ ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ πατέρα του (Ἰοκάστη) ἦταν ἡ πραγματική του μητέρα στὴν τραγῳδία τοῦ Σοφοκλέους «Οἰδίπους Τύραννος»; Ποιός ἦταν ὁ χαρακτῆρας τοῦ Φρόυντ; Ὁ Ζίγμουντ Φρόυντ καταγόταν ἀπὸ πολὺ πλούσια οἰκογένεια ραββί νων. Ὁ πατέρας του ἦταν ἔμπορος• παντρεύτηκε τὴν -κατὰ πολὺ μικρό τε ρή του- δεύ τε ρη γυ ναῖ κα του καὶ μη τέ ρα τοῦ «Ζίγ κι». Τὰ πρῶ τα χρό νια τῆς ζω ῆς τοῦ Φρό υντ ση μα δεύ τη καν ἀ πὸ τὰ ἑ ξῆς γε γο νό τα: • Συγ κλο νι στι κὴ ἦ ταν γιὰ τὸν Φρό υντ ἡ ἐν τύ πω ση τῆς ἐ ρω τι κῆς πε ρί πτυ ξης τῶν γο νι ῶν του, κα τὰ τὴν ὁ ποί α τοὺς «συ νέ λα βε» κά ποι α νύ κτα, ποὺ μπῆ κε ξαφ νι κὰ στὴν κρε βα το κά μα ρά τους: Ἔ ξαλ λος ὁ πα τέ ρας του τὸν πέ τα ξε ἔ ξω. Πα ρ’ ὅ λο ποὺ πα ρό μοι α πε ρι στα τι κὰ ἐ νί ο τε συμ βαί νουν σὲ ἀρ κε τὲς οἰ κο γέ νει ες, ἡ ἐμ πει ρί α τοῦ νε α ροῦ Φρό υντ τοῦ ἔ κα νε, ὅ πως φαί νε ται, βα θειὰ ἐν τύ πω ση ἔ τσι, ὥ στε ἀρ γό τε ρα ἀ πο τέ λε σε τὴ βά ση, στὴν ὁ ποί α στη ρί χτη κε ἡ θε ω ρί α του γιὰ τὴν ψυ χο θε ρα πεί α. Τὸ κα τα πι ε σμέ νο ἠ θι κὰ


Ὁ Μωυσῆς ἦταν ὁ ἀγαπημένος «ἥρωας», ποὺ ἐνέπνευσε κι ἐπηρέασε τὴ ζωὴ τοῦ Φρόυντ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Ὁ Μωυσῆς κι ὁ Μονοθεϊσμός» (ἀριστερά) ὁ Φρόυντ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μελέτη τοῦ ὁμώνυμου ἔργου τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου. Τὸ 1914 σὲ ἐπιστολὴ του – ἀναφερόμενος στὸν Μωυσῆ- παραδέχθηκε: «Ἔχω βαθύτατα ἐπηρεασθῆ.» Ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ κανένα ἀρχαιολογικὸ εὔρημα, ποὺ νὰ πιστοποιῇ τὴν ὕπαρξη ἢ ἐπὶ πλέον νὰ μᾶς δίνῃ κάποια ἰδέα γιὰ τὴν ὑποτιθέμενη μορφὴ τῶν βιβλικῶν προσώπων, στὴν δεξιὰ εἰκόνα φαίνεται ἕνα -φανταστικό- σκίτσο τοῦ Μωυσῆ, ζωγραφισμένο ἀπὸ τὸν Φρόυντ.



καὶ κοινωνικὰ Ἑβραιόπουλο ποτὲ δὲν ξέχασε τὴ στιγμὴ ἐκείνη. Ζήλεψε καὶ μίσησε. Ἡ προσωπικότητά του ἀπὸ τότε ἀπέβη προβληματική, γιατί κατ’ αὐτὸν ἡ παιδικὴ ἡλικία εἶναι ἄξονας διαμόρφωσης τῶν ἑπομένων φάσεων τῆς ζωῆς.
• Ἰδιαίτερης σημασίας ἦταν ὁ ἐξευτελισμός, ποὺ ὑφίστατο ἀπὸ τὸν πατέρα του, γιὰ τὴ νυκτερινὴ ἐνούρησή του.
• Καταλυτικῆς σημασίας ὑπῆρξε ὁ θάνατος ἑνὸς μικρότερού του ἀδελφοῦ. Τὰ ἀνάμικτα συναισθήματα, ποὺ ἔνοιωσε, ἔκαναν τὸ βιογράφο του Ε. Τζόουνς νὰ παρατηρήσῃ: «Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὁ Φρόυντ ζυμώθηκε μὲ τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς γέννησης, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου» («Τhe Life and Work of Sigmund Freud », τόμ. Ι, «Basic Books », Νέα Ὑόρκη 1953).
• Στὰ ἕβδομα γενέθλιά του ὁ πατέρας του τοῦ δώρισε μία Βίβλο μὲ ἀφιέρωση στὰ Ἑβραϊκὰ καὶ τὸν ἐνθάρρυνε νὰ τὴν μελετάῃ. Ἀπὸ τότε ἡ Βίβλος ἄσκησε μεγάλη ἐπίδραση στὴ ζωή του: «Κάτι ἀπὸ τὴν καρδιά, τὸ ἄρωμα τοῦ γεμάτου νοήματος καὶ τὴ χαρὰ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ δὲν θὰ ἀφήσῃ ποτὲ τὸ σπίτι μας… Συχνὰ νιώθω σὰ σκέψη, ὅτι ἔ χω κλη ρο νο μή σει ὅ λη τὴν πρό κλη ση κι ὅ λο τὸ πά θος, μὲ τὸ ὁ ποῖ ο οἱ πρό γο νοί μας ὑ πε ρα σπί στη καν τὸ να ό τους.» (Ἀ πο σπά σμα τα ἀ πὸ ἐ πι στο λὴ τοῦ Φρό υντ πρὸς τὴν ἀρ ρα βω νι α στι κιὰ καὶ με τέ πει τα γυ ναῖ κα του, ἡ ὁ ποί α ἐ πί σης κα τα γό ταν ἀ πὸ δι α κε κριμέ νη οἰ κο γέ νεια ραβ βί νων ὁ παπ ποῦς της ἦ ταν ὁ ἀρ χι ραβ βῖ νος τοῦ Ἁμ βούρ γου.)
Σὲ ἄλ λη ἐ πι στο λή του ἔ γρα ψε: «Ἡ βα θειὰ ἀ πορ ρό φη σή μου στὶς ἱ στο ρί ες τῆς Βίβλου, σχε δὸν ἀ πὸ τό τε ποὺ πρω το άρ χι σα νὰ μα θαί νω τὴν τέ χνη τοῦ δι α βά σμα τος, ἀ π’ ὅ,τι κα τά λα βα ἀρ γό τε ρα, ἄ σκη σαν δια ρκῆ ἐ πί δρα ση στὴν κα τεύ θυν ση τῶν ἐν δι α φε ρόν των μου.» Οἱ με λέ τες τοῦ Φρό υντ πά νω στὴ Βί βλο ἔ φτα σαν στὸ ἀ πο κορύ φω μά τους με τὰ τὰ ὀ γδόν τα του, ὅ ταν ἄρ χι σε νὰ ἐκ δί δῃ φυλ λά δια σχε τι κὰ μὲ τὸν Μω υ σῆ. Τὸ τε λευ ταῖ ο βι βλί ο ποὺ ἔ γρα ψε, προ τοῦ πε θά νῃ, ἦ ταν «Ὁ Μω υ σῆς κι ὁ Μο νο θε ϊ σμός».

Ποιός εἶναι ὁ «χαρακτῆρας» τοῦ Οἰδίποδα

Κρί νον τας ἐξ ἰ δί ων ὁ Φρό υντ θὰ δη μι ουρ γή σῃ τὴν θε ω ρί α του. Πά τη σε στὸν ἀρ χαῖ ο Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τι σμὸ καὶ τὸν πα ρου σί α σε στρε βλὸ στὸ σύγ χρο νο κό σμο: Θη λυ κὸ ἀν τί στοι χο τοῦ «Οἰ δι πο δεί ου» εἶ ναι κα τὰ τὸν φρο ϋ δι σμὸ _ πάν τα τὸ σύμ πλεγ μα «Ἠ λέ κτρα». Στὶς ὁ μώ νυ μες τρα γῳ δί ες τῶν Σο φο κλέ ους κι Εὐ ρι πί δου βέ βαι α οὐ δό λως ὑ πο νο εῖ ται κά ποι α ἐ ρω τι κὴ σχέ ση με τα ξὺ πα τέ ρα-κό ρης, πα ρὰ μό νο ἡ φυ σι κὴ ἀ γά πη τῆς κό ρης –Ἠ λέ κτρας πρὸς τὸν πα τέ ρα της Ἀ γα μέ μνο να-, ὅ ταν ἐ κεῖ νος ἔ λει πε στὸν Τρω ι κὸ Πό λε μο.
Ὁ «Οἰ δί πους Τύ ραν νος» εἶ ναι ἔρ γο τοῦ Σο φο κλέ ους, τὸ δεύ τε ρο μιᾶς τρι λο γί ας (μὲ τρί το τὸ «Οἰ δί πους ἐ πὶ Κο λω νῷ»). Πα ρα στά θη κε στὰ Με γά λα ∆ι ο νύ σια τοῦ 420 π.X. Στὸ ἔρ γο αὐ τὸ τοῦ Σο φο κλῆ ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι γιὸς τοῦ Λά ι ου καὶ τῆς Ἰ ο κά στης. Ὁ Λά ι ος εἶ ναι τύ ραν νος στὴ Θή βα. ∆ελ φι κὸς χρη σμὸς προ μάν τευ ε τὸ τέ λος του ἀ πὸ τὸ γιό του. Ὁ τύ ραν νος ἀ πο φεύ γει τὴν τε κνο ποί η ση, μὰ δὲν τὰ κα τα φέρ νει. Ἡ Ἰ ο κά στη ἀ πο κτᾷ γιό-δι ά δο χο, τὸν ὁ ποῖ ον ὁ Λά ι ος ὄ χι μό νον δὲν τὸν ἐ πι θυ μεῖ, πα ρὰ τὸν φο βᾶ-ται, γι’ αὐ τὸ καὶ δι α τά ζει τὸ φό νο του. Τὸ βρέ φος τρυ πι έ ται στὰ σφυ ρά, ποὺ πρή ζον ται (οἴ δη μα), κι ἐ κτί θε ται στὸν Κι θαι ρῶ να μὲ τοὺς ἀ στρα γά λους δε μέ νους με τα ξύ τους. Ὁ δρα μα τι κὸς «μῦ θος» θέ λει τὸν «Φου σκο πό δη» - Οἰ δί πο δα στὴν αὐ λὴ τοῦ ἄ τε κνου τυ ραν νι κοῦ ζεύ γους τῆς Κο ρίν θου Πό λυ βου καὶ Με ρό πης. Αὐ τοὶ τὸν υἱ ο θε τοῦν καὶ τὸν ἀ να τρέ φουν ἀρ χον τι κά. Ὅ ταν ὁ Οἰ δί πους ἀ να ζη τᾷ τὴν ταυ τό τη τα-αὐ το γνω σί α του -ποὺ κρα τοῦ σαν μυ στι κὴ οἱ θε τοὶ γο νείς-, ὁ δη γεῖ ται στὸ ∆ελ φι κὸ Μαν τεῖ ο. Ὁ χρησμὸς εἶ ναι εὔ γλωτ τος, ἀλ λὰ πα ρε ξη γεῖ ται ἀ πὸ τὸ νε α ρὸ Οἰ δί πο δα: «Θὰ φο νεύ σῃς τὸν πα τέ ρα καὶ θὰ νυμ φευ θῇς τὴ μη τέ ρα σου», εἶ πε ἡ Πυ θί α. Ὁ Οἰ δί πους ἀ πο φα σί ζει νὰ μὴν ξα να δῇ τὸν Πό λυ βο, τὸν ὁ ποῖ ο θε ω ροῦ σε φυ σι κὸ πα τέ ρα, οὔ τε καὶ τὴ Με ρό πη. Συ νει δη τὰ ἀ πο φα σί ζει νὰ μὴν ἐ πι στρέ ψῃ πο τὲ πιὰ στὴν Κό ριν θο, τὴν ὁ ποί α θε ω ροῦ σε πα τρί δα. Κα τευ θύ νε ται λοι πὸν πρὸς τὴν Θή βα.
Ἀ πὸ τρα γι κὴ σύμ πτω ση συμ πλέ κε ται μὲ τὸ Λά ι ο. Ὁ νέ ος ὑ πε ρι σχύ ει καὶ τὸν φο νεύ ει, ἀ γνοῶν τας πὼς εἶ ναι ὁ φυ σι κός του πα τέ ρας. Στὸ ση μεῖ ο ἐ κεῖ νο, πλη σί ον τῶν ∆ελ φῶν, ὁ Λά ι ος εἶ χε ὁ δη γη θῆ γιὰ χρη σμο δο σί α, προ κει μέ νου νὰ τοῦ ἀ πο κα λυ φθῇ ὁ τρό πος ἀ παλ λα γῆς τῆς Θή βας ἀ πὸ τὸ θα να τι κό, ποὺ τὴ μά στι ζε. Ἡ ἄ γνοι α τῶν αἰτίων σκό τωνε. Μιὰ μυ θι κὴ Σφίγ γα ρω τοῦ σε καὶ ἐ ξέ τα ζε τοὺς πε ρα στι κοὺς ἀ πὸ τὴ Θή βα, μή πως


«Ἐπικαλοῦμαι τὸν μεγάλο, τὸν περιπόθητο, τὸν γλυκὺ Ἔρωτα, τὸν ἰσχυρὸ τοξότη, ποὺ φλογίζει μὲ δύναμη τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ταχὺ καὶ ἀσυγκράτητο, ποὺ εἶναι οἰκεῖος στοὺς θεούς.» (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν ὀρφικὸ ὕμνο, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένος στὸν Ἔρωτα.) Ἀπὸ πανάρχαιες ἐποχές, χιλιάδες χρόνια πρὶν τὸν Φρόυντ, οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἐπισημάνει καὶ ἐξάρει τὴν ἀδιαφιλονίκητη ἰσχὺ τοῦ Ἔρωτα. (Βλ. «Ἡ Γιορτὴ τοῦ Ἔρωτα», «∆», τ. 277.) Ὁ Φρόυντ ὅμως προτίμησε νὰ καθιερώσῃ ἕνα δικό του ὅρο, τὴ «λίμπιντο». Στὴ φωτογραφία δεξιὰ ἕνα ἀρχαῖο ἀγαλματίδιο, ποὺ παριστάνει τὸν Ἔρωτα θεὸ κι ἐκτίθεται στὸ σπίτι, ποὺ ἔζησε ὁ Φρόυντ στὴ Βιέννη, τὸ ὁποῖο ἔχει μετατραπῆ σὲ μουσεῖο. Ἀριστερὰ διάφορα ἄλλα ἐπίσης ἐκτιθέμενα ἀρχαῖα ἀντικείμενα, ὅλα προϊόντα ἀρχαιοκαπηλίας.


γνωρίζουν τὴ λύση στὸ πρόβλημα. ∆ιατύπωνε ἕνα συγκεκριμένο ἐρώτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντηση θὰ ἀναδείκνυε τὸ σωτῆρα τῆς πόλης στὴν παροῦσα κρίση. Τὸ ἐρώτημα εἶχε δύο σκέλη:
• «Ποιό εἶναι τὸ ὂν τὸ δίπουν, τρίπουν καὶ τετράπουν, τὸ ὁποῖον, ὅσο πιὸ ἀδύναμο εἶναι, τόσο περισσότερα πόδια ἔχει, ἀντίθετα μὲ τὸ γενικὸ νόμο», ἦταν τὸ ἕνα.
• «Ὑπάρχουν δύο ἀδελφές, ποὺ ἡ μιὰ γεννάει τὴν ἄλλη καὶ ποὺ ἡ δεύτερη μὲ τὴ σειρά της εἶναι γέννημα τῆς πρώτης», ἦταν τὸ δεύτερο.
Στὸ πρῶτο ἐρώτημα ὁ Οἰδίπους ἀπάντησε ὀρθά: «Ὁ ἄνθρωπος». Στὸ δεύτερο ἀπάντηση εἶναι ἡ φυσικὴ χρονικὴ διαδοχὴ τῆς μέρας ἀπὸ τὴ νύκτα στὸ πλαίσιο τῆς χρονικῆς ἀλληλουχίας καὶ τῆς περιοδικότητας τῶν ἡμερῶν, τῶν ἐποχῶν, τῶν ἀνθρωπίνων γενεῶν. Ἡ μυθικὴ Σφίγγα δὲν εἶχε πλέον λόγο ὕπαρξης. Ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ἀποστολή της. Ἡ Θήβα εἶναι πιὰ σὲ καλὰ χέρια.
Τὤχε δεῖ σὲ ὄνειρο, παραδίδεται, τὸ μυστικὸ αὐτὸ ὁ Οἰδίπους. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν πὼς ἔκρινε ἐξ ἰδίων. Ὅπως καὶ νάχῃ, ἡ διαδοχὴ ἐπιτεύχθηκε, καθὼς ὁ Οἰδίπους ἀναντίρρητα ὑπακούει στὴν διαταγὴ τῆς προσωρινῆς διοίκησης τοῦ Κρέοντα καὶ νυμφεύεται τὴν Ἰοκάστη. Αὐτὴ -στὸ δράμα- εἶναι σύζυγος τοῦ Λάιου (ποὺ μόλις πέθανε). Ἡ σύ ζευ ξη αὐ τὴ ἀ να μέ νε ται νὰ κά νῃ ὁ μα λὴ τὴ συ νέ χεια στὴ δι οί κη ση τῆς Θή βας ἀ πὸ τὸ λα ό της καὶ τοὺς ἰ θύ νον τες. Ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι ὁ τε λευ ταῖ ος «κρί κος» τῆς γε νιᾶς του. Ἡ κρί ση ξε πε ρά στη κε. Τὰ πρό σω πα καὶ τὶς συγ γέ νει ες ὅ λοι τὶς ἀ γνο οῦ σαν.
Ἀ πὸ τὸ βα σι λι κὸ ζεῦ γος γεν νή θη καν τέσ σε ρα παι διὰ -δυ ὸ ἀ γό ρια καὶ δυ ὸ κο ρί τσια: Ὁ Ἐ τε ο κλῆς καὶ ὁ Πο λυ νεί κης, ἡ Ἰ σμή νη καὶ ἡ Ἀν τι γό νη. Γιὰ τοῦ τα πο λὺ σύν το μη προ-ω ρί στη κε ἡ ζω ὴ καὶ κα κορ ρί ζι κη. Ἡ ἀ κού σια αἱ μο μι ξί α, τὸ μπλέ ξι μο τῶν γε νε ῶν στὸ γα μή λιο κρε βά τι καὶ ἡ ἀλ λοί ω ση τῆς χρο νι κῆς συ νέ χειας στὴ μυ θι κὴ Θη βα ϊ κὴ χώ ρα ἐκ δη λώ θη καν μὲ ἀν τί στοι χα και ρι κὰ φαι νό με να, ποὺ προ κά λε σαν ἐκ νέ ου ἀ καρ πί α στὴ φύ ση καὶ λοι μὸ στοὺς ἀν θρώ πους της.
Ὁ ∆ελ φι κὸς χρη σμὸς ἐ πι βάλ λει τό τε τὴν ἀ ναγ και ό τη τα ἀ νεύ ρε σης - τοῦ δο λο φόνου τοῦ Λά ι ου - ὡς προ ϋ πό θε ση γιὰ τὴν ἀ πο κα τά στα ση τῆς γε νι κῆς «κρί σης». Ἡ ἔ ρευ να, ποὺ δι έ τα ξε καὶ δι ε ξή γα γε ὁ ἴ διος ὁ Οἰ δί πους μὲ σο βα ρό τη τα, ἦ θος καὶ ὑ πευθυ νό τη τα τρα γι κή, ἀ πο κα λύ πτει ἐ πὶ τέ λους τὴν ἀ κού σια πα τρο φο νί α (καὶ ἀ νά γει τὸ Σο φο κλῆ σὲ δρα μα τουρ γὸ πρώ της τά ξε ως, για τί στὸν «Οἰ δί πο δα Τύ ραν νό» του ἡ σφι κτο δε μέ νη σει ρὰ τῶν ἀμ φι ση μι ῶν καὶ τῶν ἀμ φι λο γι ῶν καὶ πάμ πλου τη εἶ ναι, ἀλ λὰ καὶ πε ρί τε χνη).
Ἡ ἠ θι κὴ συ νεί δη ση τό σο τῆς βα σί λισ σας ὅ σο καὶ τοῦ τυ ράν νου ὠ θοῦν τὸ ζεῦ γος σὲ αὐ το-τι μω ρί α. Τύ ψεις συ νει δή σε ως καὶ εὐ θι ξί α, ἂν καὶ τὰ συμ βάν τα ἦ ταν ἀ πο τέλε σμα ἄ γνοι ας καὶ μό νο, ὁ δη γοῦν τὴν Ἰ ο κά στη σὲ αὐ το χει ρί α καὶ τὸ σύ ζυ γο καὶ γιό της, τὸν δρα μα τι κὸ ἥ ρω α Οἰ δί πο δα, σὲ αὐ το τύ φλω ση. Ἡ βα σί λισ σα δὲν ἔ χει πιὰ λό γο ὕ παρ ξης. Αὐ το κτο νεῖ. Ὁ τρα γι κὸς Οἰ δί πους μὲ τὸ ἀμ φί ση μο ὄ νο μα (οἴ δη μα + ποῦς = φου σκο πό δης, ἀλ λὰ καὶ οἶ δα + ὅ που = γνω ρί ζω τὸ ποῦ, σὲ θέ ση τρα γι κῆς εἰ ρω νεί ας) καὶ τὴ δί ση μη θέ ση (γιὸς + ὁ μό κλι νος, πα τέ ρας + ἀ δελ φός), τὴν ἀ φύ σι κη, αὐ το τυ φλώ νε-ται. (Σὲ τί τοῦ χρη σί μευ σαν τὰ μά τια στὴ ζω ή του ὥς τώ ρα, ἀ φοῦ ὁ νοῦς ἦ ταν τυ φλός, ἀ σύν δε τος μὲ τοὺς ὀ φθαλ μοὺς καὶ τὰ αὐ τιά του;)
Πραγ μα το ποι ῶν τας τὴ δι α τα γή του καὶ ἐκ πλη ρώ νον τας τὴν ταυ τό ση μη κα τά ρα, τὴν ὁ ποί α ὁ ἴ διος εἶ χε ξε στο μί σει καὶ ἀ φω ροῦ σε στὸν φο νέ α τοῦ Λά ι ου, αὐ το-ε ξο ρί ζε ται σὰν «φαρ μα κός» τῶν Θαρ γη λί ων. Ἡ ἀ πο μά κρυν ση τοῦ Οἰ δί πο δα, τοῦ τυ ράν νου, ἀ πὸ τὴ Θή βα ἰ σο δυ να μεῖ μὲ ἐ λευ θε ρί α καὶ τῆς πό λης καὶ τοῦ ἴ διου. Ἡ τά ξη -φυ σι κὴ καὶ κοι νω νι κή- φαί νε ται νὰ ἐ ξο μα λύ νε ται ἐκ νέ ου.


Ἡ ψυχικὴ νοσηρότητα στὴ θέση τῆς τραγικότητας

ἐ ξέ τα ση κά ποι ων βα σι κῶν στοι χεί ων τοῦ Φρο ϋ δι σμοῦ θὰ δι ευ κο λύ νῃ τὴ διά κρι ση με τα ξὺ τῆς θε ω ρί ας του καὶ τῆς τρα γι κό τη τας. Ἡ φρο ϋ δι κὴ θε ω ρί α ἐ ξε τά ζει τὶς συγ κρού σεις με τα ξὺ ὁρ μέμ φυ των - ἐν στί κτων καὶ ἠ θι κο-κοι-νω νι κῶν ἐ πι τα γῶν, ποὺ δι α μορ φώ νουν τὴν ψυ χο πα θο λο γί α τοῦ ἀ τό μου. Πρω ταρ χι κῆς ση μα σί ας θε ω ρεῖ ται τὸ γε νε τή σιο ἔν στι κτο, ἡ λίμ πιν το κα τὰ Φρό υντ. Ἡ ἐ ρω τι κὴ συμ πε ρι φο ρὰ τοῦ ἀ τό μου δὲν ἐ ξε τά ζε ται στὸ στά διο τῆς φα νε ρῆς φυ σι ο λογι κῆς της ἀ νά πτυ ξης. Ἡ αἰ τί α τῆς ψυ χο πα θο λο γί ας ἀ νά γε ται καὶ προ βάλ λε ται στὴν παι δι κὴ ἡ λι κί α, ὅ ταν -κα τὰ τὴν φροϋδικὴ σχο λή- ὑ πάρ χῃ ἐ ρω τι κὴ ζω ή. Στὴν πε ρί ο δο τῆς βρε φι κῆς, νη πια κῆς καὶ παι δι κῆς ἡ λι κί ας δι α μορ φώ νον ται -δῆ θεν- τὰ συμ πλέγ μα τα τῆς «λίμπιντο» (Οἰ δι πό δει ο καὶ Ἠ λέ κτρας).

«Ἀ πὸ τοῦ 8ου ἔ τους μέ χρι τῆς ἥ βης, γι νο μέ νης τῆς ἐν το πί σε ως εἰς τὰ γεν νη τι κὰ ὄρ γα να, ἡ λίμ πιν το στρέ φε ται ἐ κτὸς τοῦ ἰ δί ου σώ μα τος, πρὸς ἄ το μον ἀν τι θέ του φύ λου, τὸ ὁ ποῖ ον εἶ ναι ἡ μη τέ ρα διὰ τὸ ἄρ ρεν καὶ ὁ πα τέ ρας διὰ τὸ θῆ λυ τέ κνον, ἐ νῷ ταυ το χρό νως ἐ πέρ χε ται ἀν τι πά θεια τοῦ ἄρ ρε νος πρὸς τὸν πα τέ ρα καὶ τοῦ θή λε ος πρὸς τὴν μη τέ ρα». (Ζ. Φρό υντ, «Εἰ σα γω γὴ στὴν Ψυ χα νά λυ ση», Πρό λο γος). Αὐ τὸ εἶ ναι τὸ Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα.

Ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὸν Οἰδίποδα τοῦ Σοφοκλῆ;

Ο Φρό υντ ὑ πο στή ρι ζε, ὅ τι τὸ ἀ γό ρι ἔ χει τὸ ἄγ χος τοῦ εὐ νου χι σμοῦ, ἐ νῷ τὸ κο ρί τσι τὸ φθό νο τοῦ πέ ους. Τὸ ἀ γό ρι ἀ πὸ τὰ πέν τε ἕ ως τὰ ἑ πτά του χρόνια ἀ να πτύσ σει μί α ἐ πι θυ μί α γιὰ αἱ μο μι κτι κὲς σχέ σεις μὲ τὴ μη τέ ρα του. Τὸν πα τέ ρα τὸν βλέ πει σὰν ἀν τί ζη λο. Φο βᾶ ται τὴν τι μω ρί α του, κι αὐ τὸς ὁ φό βος παίρ νει τὴν ἀρ χι κὴ μορ φὴ τοῦ ἄγ χους τοῦ εὐ νου χι σμοῦ, ἕνας φό βος, ὅ τι ὁ πα τέ ρας θὰ τι μω ρή σῃ τὸ ἀ γό ρι στε ρῶν τας το ἀ πὸ τὸ πέ ος. Τὸ κο ρί τσι ὑ πο φέ ρει ἀ πὸ τὸ ἄγ χος τοῦ εὐ νου χι σμοῦ μὲ τὴ μορ φὴ τοῦ φθό νου τοῦ πέ ους, ὅ ταν νοι ώ σῃ πὼς τοῦ λεί πουν τὰ γεν νη τι κὰ ὄρ γα να. Πα ρα πο νι έ ται στὴ μη τέ ρα της, πὼς δὲν ἔ χει πέ ος καὶ τὴν κα τη γο ρεῖ γι’ αὐ τό, ἐ νῷ ἡ ἐ χθρό τη τα ποὺ δη μι ουρ γεῖ ται με τα ξύ τους τὴν κά νει νὰ στρα φῇ στὸν πα τέ ρα της, γιὰ νὰ βρῇ ἱ κα νο ποί η ση. (Ἂν εἶ ναι δυ να τόν!) Αὐ τὸ -κα τὰ τὸν Φρό υντ πάν τα- εἶ ναι γε νι κὸς κα νό νας.

Ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὴν «Ἠλέκτρα» τοῦ Εὐριπίδη;

Κα νεὶς φυ σι ο λο γι κὸς ἄν θρω πος δὲν ἔ χει νοι ώ σει τὰ συ ναι σθή μα τα, ποὺ πε ριγρά φει ὁ Φρό υντ, ὁ ὁ ποῖ ος πα ρα ποι εῖ καὶ δι α βάλ λει τὸν Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τισμὸ καὶ τὸ ἑλ λη νι κὸ ἦθος, προ σπα θών τας πρω τί στως νὰ δι και ο λο γή σῃ τὴ συμ πλεγ μα τι κὴ προ σω πι κό τη τα κα θὼς καὶ τὸν χα ρα κτῆ ρα τῶν Βι βλο-ἀ να-θρεμ μέ νων ὁ μοί ων του. Πράγματι στὸ κε φά λαι ο 21 τοῦ βι βλί ου του «Εἰ σα γω γὴ στὴν Ψυ χα νά λυ ση» ὁ Φρό υντ ὑβρίζει ὡς ἀνήθικο τὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ. Γρά φει:
• «Ἡ τρα γῳ δί α αὐ τὴ (ὁ «Οἰ δί πους Τύ ραν νος» τοῦ Σο φο κλέ ους) κα τὰ βά θος εἶ ναι ἕ να κομ μά τι ἀ νή θι κο, δι ό τι μει ώ νει τὴν ἀν θρώ πι νη προ σω πι κό τη τα, ἀ πο δί δει σὲ θε ϊ κὲς δυ νά μεις τὴν πα ρα κί νη ση πρὸς τὸ ἔγ κλη μα καὶ πα ρου σιά ζει τὴν ἀ δυ να μί α τῶν ἠ θι κῶν δυ νά με ων τοῦ ἀν θρώ που, ποὺ θὰ τὸν προ φύ λασ σαν ἀ πὸ τὶς ἐγ κλη ματι κές του τά σεις.» (Λὲς καὶ τὸ πέ ρας τῆς ζω ῆς, τῆς κυ ρι αρ χί ας ἢ καὶ τῆς ἐ νερ γοῦ δρά σε ως εἶ ναι ἐγ κλη μα τι κό.)
• Καὶ συ νε χί ζει: «Τὸ Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα εἶ ναι ἐ κεῖ νο, ποὺ ὑ πέ βα λε στὸ σύ νο λο τῆς ἀν θρω πό τη τας στὸ ξε κί νη μα τῆς ἱ στο ρί ας της τὸ συ ναί σθη μα τῆς ἐ νο χῆς.» Προφα νῶς κρί νει ἐξ ἰ δί ων τὰ ἀλ λό τρια: Ἡ ἀρ χαί α ἑλ λη νι κὴ ἠ θι κὴ δὲν πε ρι εῖ χε στοι χεῖ α ποὺ προ κα λοῦν «σε ξου α λι κὲς ἐ νο χές».
Μέ σα ἀ πὸ στρε βλὸ πρῖ σμα πρό βα λε στὴν ἀν θρω πό τη τα μί α νο ση ρὴ ὀ πτι κή, ἀλ λοίω σε τὸ ὀρ θο λο γι κὸ πα ρελ θὸν καί, πον τά ρον τας στὴν ἀ μά θεια τῶν πολ λῶν καὶ στὴν ἠτ το πά θεια-ἐ νο χι κό τη τα τοῦ ἰουδαιοχρι στι α νι κοῦ πνεύ μα τος, πρό βα λε μί α πλα στὴ ἀ νη θι κό τη τα στὸν ἀρ χαῖ ο Ἑλ λη νι κὸ Πο λι τι σμό. Ἡ κα τα συ κο φάν τη ση αὐ τὴ προ κα λεῖ ἀ πο τρο πια σμό. Εἰ δι κὰ ὁ Οἰ δί πους θε ω ρεῖ ται τὸ ἀ τοῦ τῆς ἀν θελ λη νι κῆς συμ παι γνί ας.

Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Οἰδίπους δὲν γνώριζε ὅτι ἡ Ἰοκάστη ἦταν μητέρα του, καταδιωκόμενος ἀπὸ τὶς Ἐρινύες-Εὐμενίδες τυφλώθηκε, αὐτοτιμωρούμενος σκληρότατα γιὰ τὴν πράξη του. Ἡ Ἰοκάστη αὐτοκτόνησε. Στὸ εἰκονιζόμενο γλυπτὸ τοῦ Ροῦντολφ Τέγκνερ (1873-1950) ὁ τυφλωμένος Οἰδίπους βαδίζει πρὸς τὴν ἐξορία ὁδηγούμενος ἀπὸ τὴν κόρη του Ἀντιγόνη.

Ἡ φυσιολογικὴ σύγκρουση «διαδοχῆς»

Τὸ θέ μα στὸν «Οἰ δί πο δα Τύ ραν νο» εἶ ναι ἡ δι α δο χή. ∆ι α δο χὴ τοῦ πα τέ ρα ἀ πὸ τὸ γιό, δι α δο χὴ τοῦ θρό νου. Ὁ πα ρα με ρι σμὸς τοῦ ἄρ χον τα -πα τέ ρα- ἰ σχυροῦ καὶ ἡ ἀ νά λη ψη τῆς πο λι τι κῆς ἐ ξου σί ας ἀ πὸ τὸν ἀν δρού με νο καὶ ἰ σχυ-_ ρο ποι ού με νο γιὸ εἶ ναι συ χνὸ θέ μα στὴ Μυ θο λο γί α καὶ ὑ πάρ χει καὶ στὴν Ἡ σι ό δει ο «Θε ο γο νί α» (Κρό νος - Ζεύς).
∆ὲν ἐ ρω τεύ τη κε ὁ Οἰ δί πους τὴ μη τέ ρα του οὔ τε ἡ -ὑ πο τι θέ με νη- μη τέ ρα του τὸ γιό της. Ἀ πὸ ἠ θι κο κοι νω νι κῆς ἀ πό ψε ως ὁ Οἰ δί πους εἶ ναι ἀ θῷ ος. Μη τέ ρα του θε ω ροῦ σε τὴ Με ρό πη, βα σί λισ σα τῆς Κο ρίν θου καὶ πα τέ ρα του τὸν Πό λυ βο. ∆ὲν ἤ ξε ρε, δὲν ἤ θε λε, δὲν ἐ πέ λε ξε συ νει δη τὰ νὰ φο νεύ σῃ τὸν πα τέ ρα του, ὅ πως ὁ συμ πλεγ μα τι κὸς τύ πος τοῦ Φρό υντ. (Ἀν τί θε τα οἱ θυ γα τέ ρες τοῦ Λὼτ συ νει δη τὰ ἦλ θαν σὲ σε ξου α λι κὴ ἐ πα φὴ μὲ τὸν πα τέ ρα τους, γεν νῶν τας ἐ ρω τη μα τι κὰ ἠ θι κὰ καὶ κοι νω νι κά.)
Ὅ σον ἀ φο ρᾷ στὸν ἰ σχυ ρι σμὸ τοῦ Φρό υντ, ὅ τι τὸ «Οἰ δι πό δει ο Σύμ πλεγ μα» ἦ ταν ἐ κεῖ νο ποὺ γέ μι σε τὴν ἀν θρω πό τη τα ἐ νο χές, ἐ πι ση μαί νε ται ὅ τι ὁ ἐ βραι ο γε νὴς καὶ Βι-βλο γε νὴς χρι στι α νι σμὸς μὲ τὴν ἐ πι βο λή του κα τάρ γη σε -μὲ ἄ γριους τρό πους- ὅ λες τὶς γέ φυ ρες μὲ τὴν κα τὰ φύ ση ζω ή. Ἐ χθρό τη τα καλ λι ερ γή θη κε γιὰ τὸ ἀν θρώ πι νο σῶ μα. Ἡ ἐ ρω τι κὴ πρά ξη ἀ πὸ φυ σι ο λο γι κὴ λει τουρ γί α καὶ χα ρὰ ἔ γι νε ἁ μαρ τί α καὶ θε ω ρή θηκε πη γὴ ὅ λων των δει νῶν της ἀν θρω πό τη τας. Ὁ χρι στι α νι σμός, ὅ πως πα ρα τή ρη σε ὁ Νί τσε, «βάλ θη κε νὰ ἀρ ρω στή σῃ τὴν ἀν θρω πό τη τα ἀν τι στρέ φον τας τὴν ἔν νοι α τοῦ κα λοῦ καὶ τοῦ κα κοῦ, τοῦ νο ση ροῦ καὶ τοῦ ὑ γιοῦς, τοῦ ἀ λη θι νοῦ καὶ τοῦ ψεύ τι κου», (βλ. «∆», τ. 259, 269, 277). Ὁ χρι στι α νι σμὸς ἦ ταν ἐ κεῖ νος, ποὺ δι α σά λε ψε τὴν ψυ χι κὴ ἰ σορ ρο πί α τοῦ ἀν θρώ που καὶ τὸν γέ μι σε ἐ νο χές, νευ ρώ σεις καὶ ἄγ χος κι ὄ χι οἱ -δι δακτι κές, παι δευ τι κές- ἀρ χαῖ ες ἑλ λη νι κὲς τρα γῳ δί ες.
Γιὰ τοῦ λό γου τὸ ἀ λη θὲς ἀρ κεῖ νὰ ἐ ξε τά σῃ κα νεὶς τὶς «Εὐ με νί δες» τοῦ Αἰ σχύ λου (458 π.Χ.). Ὀρ θο λο γι σμὸς καὶ εὐ αι σθη σί α -ὅ λα μὲ μέ τρο τὸ «μη δὲν ἄ γαν» καὶ τὸ «γνῶ θι σαὐ τόν» τῶν ∆ελ φῶν- συ νο ψί ζον ται στὴν ἀ πο λύ τρω ση τοῦ μη τρο κτό νου δρα μα τι κοῦ Ὀ ρέ στη. Εἶ ναι γεν νή το ρας ὁ πα τέ ρας καὶ δι ά δο χος -κά θε φο ρά- ὁ γιός, τη ρου μέ νων τῶν ἀ να λο γι ῶν. Ἔ τσι εἶ ναι ἡ τά ξη, ἡ φυ σι κὴ καὶ κοι νω νι κὴ κι ἔ τσι πρέ πει νὰ λει τουρ γῇ ἡ ἀν θρώ πι νη κοι νω νί α καὶ ὁ πο λι τι σμός.
Ὁ πι στὸς τῆς Βί βλου Φρό υντ ἀ σφα λῶς γνώ ρι ζε τὸ ἀ πό σπα σμα, στὸ ὁ ποῖ ο οἱ κό ρες τοῦ Λὼτ με τὰ τὴν κα τα στρο φὴ τῶν Σο δό μων καὶ τῶν Γο μό ρων ἐν συ νεί δη τα ἔ κα ναν ἔ ρω τα μὲ τὸν πα τέ ρα τους. Ὁ Φρό υντ προ τί μη σε νὰ δι α στρε βλώ σῃ τὸν ἑλ λη νι κὸ μῦ θο, ὅ που οὔ τε ὁ Οἰ δί πους οὔ τε ἡ Ἰ ο κά στη γνώ ρι ζαν τὴ συγ γέ νειά τους καὶ μό λις ἀ πο καλύ φθη κε, οἱ ἥ ρω ες αὐ το τι μω ρή θη καν. Ἑ πο μέ νως πρό κει ται γιὰ ἄ το μα ἠ θι κά, εὔ θι κτα καὶ ἀ ξι ο πρε πῆ, ποὺ εἶ χαν μία τρα γι κὴ μοῖ ρα. Μὲ τὴν οἰ κο γέ νεια Λὼτ συμ βαί νει τὸ ἀντί θε το: Ἀ νή θι κοι ἢ -του λά χι στον- ἀ ή θεις. Πα ρ’ ὅ λα αὐ τὰ οἱ πρά ξεις τοῦ Λὼτ καὶ τῶν θυ γα τέ ρων του θε ω ρή θη καν θε ό πνευ στες (!). Ἔ τσι ἡ Ὀρ θό δο ξη Ἐκ κλη σί α τι μᾷ τὸν προ πά το ρά «μας» Λὼτ (στὶς 9 Ὀ κτω βρί ου)! Καὶ ἐ κτὸς ἀ πὸ τὸν Φρό υντ καὶ τὸ ἐ βραι ο-γε νὲς ἑλ λη νο χρι στι α νι κὸ κα τε στη μέ νο ἀ ρέ σκε ται στὸ νὰ πα ρου σιά ζῃ τὸν σχε τι κὸ μῦ θο τοῦ Οἰ δί πο δος σὰν μί α ἀ πὸ τὶς δῆ θεν ἠθικὲς πα ρε κτρο πὲς τῶν προ γό νων μας.

Ἀριάδνη Ἐλευθερίου

∆ΑΥΛΟΣ/282, Ἰούλ.-Αὔγ. 2005